Υβ Λε Μανάκ, Η κρυφή γοητεία του υλισμού-Λόγος για την ανθρώπινη ουσία, εκδ. Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2008, μετάφραση Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, ISBN:978-960-87756-2-6.

Απόσπασμα από τον πρόλογο του  Υβ Λε Μανάκ στην ελληνική έκδοση του βιβλίου, που γράφτηκε  το Σεπτέμβριο του 2006 (σελ. 12-14):

(…)Ένα άλλο φαινόμενο που με συγκλονίζει είναι η έκλειψη της κριτικής σκέψης.

Από την κρίση της δεκαετίας του 1930 μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1960 είδαμε μια πληθώρα ελεύθερων στοχαστών: Λ. Μάνφορντ, Κ. Κόρς, Α. Κέστλερ, Χ. Άρεντ, Μ. Μπαχτίν, Μ. Χάιντεγκερ, Β. Ράιχ, Κ. Παπαϊωάννου, Τ. Όργουελ, Χ. Μαρκούζε, Α. Χάξλεϊ, Β. Μπένγιαμιν, για να αναφέρω μόνο όσους μου έρχονται στη μνήμη αυτή τη στιγμή.

Όλοι αυτοί οι στοχαστές ήρθαν στο προσκήνιο κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, αλλά δεν τους διαδέχτηκε κανείς. Δεν έχει απομείνει παρά ο Νόαμ Τσόμσκι, μα κι αυτός δεν είναι πια τόσο νέος.

Δεν θέλω να πω ότι σήμερα δεν υπάρχει καθόλου κριτική σκέψη. Θέλω να πω ότι η κριτική σκέψη δεν μπορεί πια να έρθει στο προσκήνιο κι έτσι παραμένει σιωπηρή και περιφερειακή.

Αντίθετα απ’ ό,τι νομίζαμε, ο Μάης του ’68 δεν ήταν η απαρχή μιας νέας εποχής. Ήταν το τέλος της παλιάς. Ελάχιστα άτομα κατάλαβαν, ότι δεν είναι πια δυνατόν να ασκούμε κριτική στον τρόπο παραγωγής χωρίς να κριτικάρουμε τον τρόπο επικοινωνίας.

Μόνο που η κριτική του τρόπου επικοινωνίας θέτει σε αμφισβήτηση τον ίδιο το ρόλο των διανοουμένων! Πώς λοιπόν να έρθει στο φως της δημοσιότητας;

Από τη στιγμή που, με την πετρελαϊκή «κρίση» του 1973, εμφανίστηκε ο νεοφιλελευθερισμός, οι διανοούμενοι κάθισαν στ’ αυγά τους και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στρατεύτηκαν στο πλευρό της «νέας ελευθερίας». Αιώνες ψευδούς συνείδησης τύλιξαν σαν φλούδες κρεμμυδιού τον εγκέφαλο τους. Διόλου παράξενο λοιπόν που ο σημερινός διανοούμενος αναγνωρίζει τον εαυτό του στο πνεύμα της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού, της Γαλλικής Επανάστασης και του αθεϊσμού (ο οποίος αντικατέστησε το μαρξισμό).

Είναι όμως πανεύκολο να δει κανείς, ότι η Αναγέννηση υπήρξε η απαρχή του εξοστρακισμού του λαού! Για παράδειγμα, η γαλλική γλώσσα επιβλήθηκε το 1539 σε βάρος των διαλέκτων, ενώ το 1548 απαγορεύτηκε η δημόσια τέλεση των ιερών μυστηρίων. Οι Διαφωτιστές πάλι, που ήταν άριστοι μαθητές των Ιησουιτών, προώθησαν μια απλουστευτική δασκαλίστικη διαλεκτική, η οποία επέτρεπε τον εξοστρακισμό των αντιφάσεων. Τέλος η Γαλλική Επανάσταση μπορεί να απελευθέρωσε την αστική τάξη και τους διανοούμενους, αλλά το λαό τον υποβίβασε σε σκέτη αναπαράσταση…ενώ με τις σφαγές της προανήγγειλε το ναζισμό και το σταλινισμό.

Η αυτονόμηση της σκέψης έχει πλέον ολοκληρωθεί. Η σκέψη κατάντησε ένα εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα και οφείλει να προσαρμόζεται στους κανόνες της αγοράς. Ο ρόλος των διανοουμένων φανερώθηκε σε όλη του τη γύμνια: η συμμαχία τους με την αστική και τη μικροαστική τάξη είναι οριστική. Είναι ολοφάνερο, πως οι διανοούμενοι κατάντησαν όργανα της κυρίαρχης κατήχησης.(…)

(…)Η δεκαετία του 1960 ήταν μια εποχή, όπου η αριστερή ιδεολογία εξακολουθούσε να έχει κάποιο κύρος και οι διανοούμενοι μπορούσαν να ελπίζουν σε μια σταδιοδρομία μέσα σε κάποια αριστερίστικη γραφειοκρατία. Τότε λοιπόν, κολάκευαν το προλεταριάτο. Έναν αιώνα μετά τον Μάρξ, του μιλούσαν ακόμα για τη χειραφέτηση του. Μέσα από τις φιλοδοξίες των διανοουμένων ο λαός εξακολουθούσε να υπάρχει: τον αποκαλούσαν «προλεταριάτο», «τάξη της συνείδησης», «συμβούλια των εργαζομένων»…

Μετά το 1968 οι διανοούμενοι συστρατεύτηκαν με το νεοφιλελευθερισμό κι έπαψαν να μιλούν για τον λαό-και ο λαός εξαφανίστηκε! Από τότε θεωρήθηκε «λάθος οπτική γωνία» η οποιαδήποτε αναφορά στο λαό και τη χειραφέτηση.

Οι σημερινοί διανοούμενοι δεν αντέχουν την κριτική σκέψη. Προτιμούν να βολεύονται σε μια σκέψη συνδικαλιστική.

(…)

Υβ Λε Μανάκ, Η κρυφή γοητεία του υλισμού, εκδ. Αλήστου Μνήμης, σελ. 12-14 (αποσπάσματα)