G.Agamben,Χρόνος και ιστορία

3 Σχόλια

GIORGIO AGAMBEN, ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2003, ISBN:960-518-144-4.

Ενώ η κλασική παράσταση του χρόνου είν’ ένας κύκλος, η εικόνα που καθοδηγεί τη χριστιανική σχηματοποίηση της έννοιας είναι αυτή της ευθείας.(…)

Εξάλλου, αντίθετα με τον χωρίς διεύθυνση χρόνο του κλασικού κόσμου, ο χρόνος τούτος έχει μια διεύθυνση κι ένα νόημα: ξετυλίγεται ανεπιστρεπτί από τη δημιουργία πρός το τέλος και βρίσκει ένα κεντρικό σημείο αναφοράς στην ενσάρκωση του Ιησού Χριστού, η οποία χαρακτηρίζει την ανέλιξη του ωσάν μια πρόοδο από την αρχική πτώση πρός την τελική λύτρωση.(…)

Η ιστορία της ανθρωπότητας εμφανίζεται έτσι σαν μια ιστορία της σωτηρίας,δηλαδή της προοδευτικής επίτευξης της λύτρωσης, που θεμελιώνεται πρωταρχικά στο Θεό. Και, σ’  αυτήν την πορεία εναλλαγών, κάθε συμβάν είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο.

Giorgio Agamben,   Χρόνος και ιστορία, μετάφραση Δ. Αρμάος, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2003, απόσπασμα από τις σελ. 20 και 21.

Άντης Ροδίτης, Δέκα χιλιάδες μέλισσες

Σχολιάστε

Άντης Ροδίτης, Δέκα χιλιάδες μέλισσες, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2010,ISBN 978-960-527-578-5

Παρουσίαση του βιβλίου από τον Θ.Ι. Ζιάκα (11 Φεβρουαρίου 2011), στο Πολιτιστικό Ίδρυμα Μαρφίν-Λαϊκής στη Λευκωσία.

Το παχύ μας δέρμα

πηγή: Αντίφωνο

Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε πάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτα να νιώσουμε.

Παντελής Μηχανικός

Το βιβλίο Δέκα χιλιάδες μέλισσες, που σας παρουσιάζουμε απόψε, είναι το μυθιστόρημα της Κύπρου του 20ου αιώνα. Το μυθιστόρημα της Αυτογνωσίας της.

Αποτελεί ιστορικό αίνιγμα. Πώς μπόρεσε να εμφανιστεί, ξαφνικά κι από το πουθενά, ένα τόσο δυνατό έργο; Είναι Λογοτεχνία, αλλά συγχρόνως και Ιστορία, Ανθρωπολογία, Ψυχολογία, Φιλοσοφία, -όπως ταιριάζει στην μεγάλη Λογοτεχνία. Θα έπρεπε να διαθέτουμε πολύ χρόνο, για να πλησιάσουμε το έργο απ’ όλους τους δρόμους που μας ανοίγει. Επιτρέψτε μου να περιοριστώ μόνο σε ορισμένα από τα μακροϊστορικά του συμφραζόμενα.

1.- O συμβολισμός

Επιγράφω την ομιλία μου «Το παχύ μας δέρμα», γιατί θέλω να δούμε μαζί πώς γίνεται να κεντρίσουν το δέρμα μας δέκα χιλιάδες μέλισσες και να ψοφήσουν όλες επάνω του, χωρίς να αισθανθούμε τίποτα.

Αναφέρομαι στην ιστορία του Ονήσιλου και στο ομώνυμο ποίημα του Παντελή Μηχανικού. Και βέβαια στον προφανή συμβολισμό της, τον οποίο και αξιοποιεί ο τίτλος του μυθιστορήματος του Άντη Ροδίτη.

Ποιος είναι ο Ονήσιλος ως επαναστατικό σύμβολο; Είναι ο διαχρονικός αρχηγός του κυπριακού αγώνα για την Ένωση με τους λοιπούς Έλληνες, με στόχο την κοινή εθνική ελευθερία. Ο αγώνας του προδίδεται και το κεφάλι του κρεμιέται για παραδειγματισμό στην πύλη της Αμαθούντας (οι Αμαθούσιοι είχαν εξαναγκαστεί από τον Ονήσιλο να τον στηρίξουν). Καθώς όμως, παραδόξως, ολόκληρο μελίσσι πηγαίνει και εγκαταβιώνει στην κρεμασμένη νεκροκεφαλή, η εικόνα μεταβάλλεται σε διαχρονικό σύμβολο της χαμένης εθνικής ελευθερίας. Οι θεματοφύλακες του Ιερού κηρύσσουν τον Ονήσιλο εθνικό ήρωα και εισάγουν τη μνήμη του στο κοινοτικό εορτολόγιο. Για να μην ξεχνούν, όπως λέμε, οι παλιοί και να θυμούνται οι νεώτεροι: ότι η Ένωση είναι στόχος εθνικός, πάγιος και αδιαπραγμάτευτος, που δεν επιτρέπεται να εγκαταλειφθεί. Ποτέ και με κανένα πρόσχημα.

Οι μέλισσες είναι, για το παράδοξο ιστορικό συμβάν και την αξιοποίησή του από τον Ποιητή, σύμβολο της Εθνικής Συνείδησης. Της εθνικής συνείδησης, ως πηγής της εθνικής συνεργατικής ομοψυχίας που φτιάχνει το μέλι της ελευθερίας. Και, συνάμα, της εθνικής συνείδησης ως τύψης και ενοχής, η οποία σαν το κεντρί των μελισσών αυτo-εξουδετερώνεται, όταν πλήττει μ’ αυτό την αντικείμενη χοντρόπετση ασυνειδησία.

Υπό το κράτος του διεισδυτικού αυτού συμβολισμού, ας διερωτηθούμε για τη φύση της κατεστημένης παχυδερμίας μας. Και κατ’ αρχάς ας την περιγράψουμε.

2.- Η μυθιστορηματική αλήθεια

Το πιο συγκλονιστικό, από τα αληθινά γεγονότα που συνθέτουν το μυθιστόρημα του Ροδίτη, διαδραματίζεται στη Λευκωσία, στο προεδρικό μέγαρο, τον Αύγουστο του 1964, όπου η Αμερική μας προσφέρει την Ένωση στο πιάτο, χωρίς όρους και ανταλλάγματα. Κι εμείς -ο Εθνάρχης μας- λέμε: «Όχι, ευχαριστώ, δεν θα πάρω», …επειδή το πιάτο είναι νατοϊκό!

Αδιανόητο. Και απολύτως καταστροφικό. Γιατί αν ο Μακάριος δεχόταν την Ένωση, οι Αμερικανοί δεν θα στρέφονταν στην Τουρκία. Η Κύπρος θα γινόταν ελληνικό νησί, εξ ίσου ασφαλές με τα υπόλοιπα. Ούτε την Δικτατορία θα γνωρίζαμε στην Ελλάδα, ούτε την τουρκική κατάκτηση στην Κύπρο. Πρόσφυγες δεν θα είχαμε. Ούτε νεκρούς και αγνοούμενους. Και βέβαια ούτε τα εσωτερικά παράσιτα που θέριεψε η καταστροφή σε Ελλάδα και Κύπρο και μας έχουν καταπνίξει.

Η Ένωση εγκαταλείφθηκε, όχι γιατί ήταν «ανέφικτη», αλλά γιατί ήταν ανεπιθύμητη. α) Δεν την ήθελε ο «Εθνάρχης» μας, που φαντασιωνόταν τον εαυτό του κορυφαίο ηγέτη των «Αδεσμεύτων». β) Δεν την ήθελε η κυπριακή άρχουσα τάξη, που φοβόταν μη φτωχύνει από την ένωση με την Ψωροκώσταινα. γ) Δεν την ήθελε το ΑΚΕΛ, που φαντασιωνόταν τον εαυτό του μπροστάρη στον αγώνα για την επικείμενη ανατροπή του ιμπεριαλισμού και την παγκόσμια νίκη του κομμουνισμού. (Συγκατέβαινε βέβαια στην Ένωση, υπό τον όρο να φύγει πρώτα η Ελλάδα από το ΝΑΤΟ!) Ο μόνος που αληθινά την ήθελε ήταν η μεγάλη μάζα του κυπριακού λαού. Αδαής όμως και ευχειραγώγητη, ακολούθησε σαστισμένη τον «Εθνάρχη», σαν το κοπάδι στη γραμμή για τον γκρεμό.

Όλα τούτα μαζί (αρνητική ηγεσία / αρνητική άρχουσα τάξη / αρνητική αριστερά / ευχειραγώγητη μάζα) περιγράφουν το «παχύ δέρμα», που φορούσε ο Εθνάρχης μας και πάνω στο οποίο ψόφησαν οι μέλισσες της εθνικής συνείδησης. Δείχνουν την αλήθεια με ακρίβεια.

Την αλήθεια βέβαια αυτή μας την είχε πει ο Ποιητής, με τον συμβολικό τρόπο που ξέρει να λέει την αλήθεια η Ποίηση. Τον ακούσαμε, αλλά τον αγνοήσαμε και τον περιπαίξαμε. Κάτι περισσότερο: τον κυνηγήσαμε. Τώρα όμως, με το άνοιγμα των βρετανικών και των αμερικανικών αρχείων, που πρώτες διερεύνησαν και έφεραν στο φώς οι φίλεργες «Μέλισσες» του Ροδίτη, η ποιητική αλήθεια τεκμηριώθηκε με τρόπο αναμφισβήτητο.

Έχοντας ως βάση, την επαληθευμένη περιγραφή της εθνικής παχυδερμίας μας,  ας προχωρήσουμε στην αναζήτηση του υποκειμένου νοήματος.

3.- Από τις ιδεολογικές Χίμαιρες στο ιδεολογικό Τίποτα

Παρατηρούμε ότι στον εθνικό στόχο (την Ένωση) αντιπράττουν δύο διεθνείς ιδεολογικές δυνάμεις: το Κομμουνιστικό κίνημα, αφ’ ενός, και το κίνημα των Αδεσμεύτων, αφ’ ετέρου.

Χίμαιρες βέβαια όπως πλέον γνωρίζουμε. Οι Χίμαιρες όμως αυτές κατίσχυσαν του εθνικοενωτικού κινήματος, προμηθεύοντας, πιο συγκεκριμένα, το αναγκαίο ιδεολογικό κίνητρο, άλλοθι ή πρόσχημα, για να μεταμορφωθεί το πλήθος των στελεχών του ενωτικού αγώνα (της ΕΟΚΑ) σε νομενκλατούρα-στήριγμα της ψευδώνυμης Ανεξαρτησίας. Να γίνουν δηλαδή οι ίδιοι το αδιαπέραστο χοντρόπετσο, πάνω στο οποίο θα ήταν καταδικασμένες να ψοφήσουν όχι δέκα αλλά εκατό χιλιάδες ενωτικές μέλισσες. Και πράγματι. Η «μαγική» αυτή μετάλλαξη των χτεσινών ενωτικών αγωνιστών σε πραιτωριανούς του ανθενωτικού καθεστώτος, αποδείχτηκε με τη σειρά της ικανή να μεταμορφώσει ακόμα και τους λίγους εναπομείναντες πιστούς της Ένωσης σε αποδιοπομπαίους τράγους, υπόλογους για όλες τις συμφορές. Αγνοώντας, αυτοί οι τελευταίοι, πού βρίσκονται και με τι φαινόμενο είχαν να κάνουν, καταλήφθηκαν από την τραγική παραίσθηση μιας νικηφόρας πραξικοπηματικής δευτερολογίας (ΕΟΚΑ Β’) και επέπεσαν τυφλά – αυτοκτονικά πάνω σ’ αυτό το μπετόν. Εξουδετερώνοντας έτσι τις εθνικές Ερινύες κατέστησαν ηθικώς άτρωτο το χιμαιρικό ανθενωτικό καθεστώς.

Καθώς όμως, σε λίγο, μαζί με το ενωτικό όραμα θα καίγονταν και οι υπερεθνικές ιδεολογικές χίμαιρες του 20ου αιώνα, η κατάσταση θα άλλαζε άρδην. Όπως σύμπας ο νεωτερικός κόσμος, θα έμπαινε και η Κύπρος στη φάση του «τέλους των ιδεολογιών», του τέλους των συλλογικών ειδώλων, όπου δεσπόζει πλέον, χωρίς ίχνος αντίλογου, το ιδεολογικό Τίποτα. Ανθρωπολογικός φορέας της ιδεολογικής αυτής Χωματερής, στην οποία όλα και όλοι καταλήγουν πλέον, είναι το δίπολο Κυρίαρχος – Καταναλωτής.

Ο «Κυρίαρχος» κατάγεται, σε μας εδώ, από τον πονηρό επαρχιώτη (κατά κανόνα αγράμματο), που είχε μάθει να εκμεταλλεύεται τη διαμεσολαβητική μεταξύ της ηγεσίας και της μάζας φύση της Ιδεολογίας και να την οργανώνει σε κρατιστική-συντεχνιακή πελατειοκρατία, προκειμένου να ιδιοποιηθεί παρασιτικά την εξουσιαστική ισχύ που συνοδεύει κάθε διαμεσολαβητικό σύστημα. Στηριζόμενος στην κεκτημένη τεχνογνωσία διαχείρισης των προβλημάτων που ο ίδιος δημιούργησε, τώρα που έχουν εξαντληθεί οι ιδεολογικές διαμεσολαβήσεις και αντικαθίστανται από την εισαγόμενη απρόσωπη τεχνοσυστημική διαμεσολάβηση, αναλαμβάνει και αυτής τη διαχείριση, υποδυόμενος όχι τον «ιδεολόγο» πλέον, αλλά τον «εκσυγχρονιστή», με αποτέλεσμα το πολιτικό πεδίο να εξακολουθεί να είναι κατειλημμένο απ’ αυτό το απολύτως παρασιτικό-εθνομηδενιστικό είδος ανθρώπου.

Αντίστοιχα, ο άλλος πόλος, ο «Καταναλωτής», δεν αποτελεί παρά την απονευρωμένη μετάλλαξη της ιδεολογικά ευχειραγώγητης μάζας του παρελθόντος. Είναι ο αποχαυνωμένος εικονικός άνθρωπος του τηλεοπτικού καναπέ.

Οι δύο αυτοί τύποι ταιριάζουν όπως ο τέντζερης με το καπάκι του. Και καθώς είναι προικισμένοι με χαρακτηριστικά εθνικής αναισθησίας ασύλληπτα σε σχέση με το παρελθόν, μοιάζουν ακλόνητοι. –«Μοιάζουν», γιατί στην πραγματικότητα δεν έχουν μέλλον. Η εξάντληση των ιδεολογιών επισημαίνει την κατάρρευση των οραματικών διεξόδων του νεωτερικού πολιτισμού γενικά. Δείχνει ότι ο πολιτισμός αυτός έφτασε τα όριά του και το υποκείμενό του αναμετριέται πλέον με το κενό νοήματος μέσα κι έξω του.

Η κατάληξή μας στο κοινό ανθρωπολογικό δίπολο της «μεταμοντέρνας» Χωματερής, μας προκαλεί να αναστοχαστούμε εξ αρχής τη σχέση του Ελληνισμού με τη Νεωτερικότητα.

4.- Η νεωτερική λοβοτομή

Η Ένωση ήταν η κυπριακή όψη της Μεγάλη Ιδέας, η οποία εμφανίζεται αμέσως μετά την Άλωση. Το γεγονός, ότι η Μεγάλη Ιδέα κατέρρευσε, σαράντα χρόνια νωρίτερα από την κυπριακή όψη της, έχει τη σημασία του, αλλά δεν αναιρεί την ουσιώδη ενότητά τους.

Είναι επομένως καλό να συσχετίσουμε τον προβληματισμό μας με τις περιπέτειες της κεντρικής αυτής εκφοράς του εθνικού νοήματος και να διερωτηθούμε, για τη σχέση της ενιαίας εθνικής αποτυχίας με τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε η ένταξη του Ελληνισμού στον νεωτερικό ιστορικό κύκλο.

4.1 Από τον Ρωμηό στον «γραικογάλλο»

Την πρώτη σαφή διατύπωση της Μεγάλης Ιδέας τη βρίσκουμε στον βυζαντινό ιστορικό Λαόνικο Χαλκοκονδύλη.

Λίγα χρόνια μετά την Άλωση έγραφε στην Ιστορία του: «Και όταν έρθει ο καιρός… τα τέκνα των Ελλήνων θα συγκεντρωθούν και θα συστήσουν κράτος δικό τους και θα ζουν τη ζωή τους με τρόπο που θα αρέσει στους ίδιους και θα θαυμάζουν οι ξένοι.»* Στον κατάλληλο δηλαδή καιρό θα αποτινάξουμε τον Οθωμανικό ζυγό και θα ανακτήσουμε την εθνική μας ελευθερία.

Ο Καιρός επέστη τον 18ο αιώνα με την γένεση στη Δύση του νεωτερικού πολιτισμού. Τότε εμφανίζεται και η πρώτη επιχειρησιακή διατύπωση της Μεγάλης Ιδέας. Ήταν το Πρόγραμμα του Ρήγα, το οποίο είχε ρητό στόχο την επαναστατική ανατροπή της οθωμανικής κρατικής δεσποτείας και την ανασύσταση της ελληνικής Οικουμένης στα βυζαντινά της όρια.

Έπειτα όμως από τη δολοφονία του Ρήγα, το Πρόγραμμά του εγκαταλείπεται και η Μεγάλη Ιδέα αλλάζει ριζικά περιεχόμενο. Στόχος του εθνικού Προγράμματος τώρα είναι η δημιουργία κράτους ευρωπαϊκού τύπου (κράτους-έθνους) και μάλιστα στα αρχαιοελλαδικά όρια. Η ταυτότητα του νεωτερικού ελληνικού κράτους θα βασίζεται στη ζεύξη του εισαγόμενου Κλασικισμού και του εισαγόμενου Διαφωτισμού, στη βάση -της εισαγόμενης επίσης- αποπομπής του Βυζαντίου στο σκότος το εξώτερο, -κατ’ αντίστιξη της ευρωπαϊκής αποπομπής του φεουδαρχικού «Μεσαίωνα».

Ο νεωτερικός Έλληνας δεν θα είναι πλέον Ρωμιός. Θα είναι «γραικογάλλος», σύμφωνα με την περιβόητη διατύπωση του Κοραή!

4.2 Εθνοκρατική ολοκλήρωση και εθνοκάθαρση

Υπ’ αυτή την μεταπρατική/εθνοκρατική εκδοχή της η «Μεγάλη Ιδέα» σφράγισε τις τύχες του νεωτερικού Ελληνισμού.

Κατηύθυνε, πριν απ’ όλα, την σταδιακή εθνοκρατική ολοκλήρωση του μετεπαναστατικού ελληνικού κράτους, για να κλείσει άδοξα τον κύκλο της στην Ιωνία, με την καταστροφή του 1922 και τη δημιουργία της κεμαλικής Τουρκίας. Στα ερείπιά της θεμελιώθηκε η τουρκική εθνοκρατική ολοκλήρωση, με εργαλείο τη συστηματική εθνοκάθαρση. Επικυρωμένη μάλιστα με μακιαβελικές ρήτρες αμοιβαιότητας από τη Συνθήκη της Λωζάνης, η εθνοκάθαρση εμπλέκεται, εφεξής, κατά τρόπο οργανικό στη σχέση του Ελληνισμού και του Τουρκισμού. Το νεωτερικό πρότυπο της εθνικής ολοκλήρωσης, ως λύση του Ανατολικού Ζητήματος, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς εθνοκαθάρσεις, χωρίς γενοκτονίες και ανταλλαγές πληθυσμών. Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν δικαιώνει βέβαια τους αυτουργούς των σφαγών και των ανθρωπο-ξεριζωμάτων. Ενοχοποιεί όμως οπωσδήποτε το νεωτερικό πρότυπο και τους τυφλούς μεταπράτες του.

Τίθεται βεβαίως το ερώτημα, «αν μπορούσε να γίνει και διαφορετικά;». Δεν είναι στο θέμα μας να το συζητήσουμε, αλλά ακόμα και αν δεχτούμε ότι από τη στιγμή που πυροδοτήθηκε ο μηχανισμός της αναδιαμόρφωσης του κόσμου στη βάση του εθνοκρατικού μοντέλου, ήμασταν και εμείς αναγκασμένοι να «προσαρμοστούμε», αυτό με τίποτα δεν θα δικαιολογούσε την απαίτησή μας να μην «προσαρμοστούν» και οι άλλοι με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή σε βάρος μας. Υπαινίσσομαι τις ατέρμονες συζητήσεις για την εκστρατεία στη Μικρά Ασία, για το αν έπρεπε ή όχι να γίνει, για την έλλειψη ή όχι στρατηγικού στόχου και τα συναφή, όταν είναι ολοφάνερο ότι η διαχείριση της «Μεγάλης Ιδέας» θα ήταν αναγκαστικά στα χέρια του πλέον ακατάλληλου για τέτοιου είδους εγχειρήματα τύπου ανθρώπου, ο ορίζοντας του οποίου εκτεινόταν ανάμεσα σε «προαγωγές και μεταθέσεις», σε «διορισμούς ημετέρων» και στην πάση θυσία παραμονή στην εξουσία, έστω και «μια βδομάδα παραπάνω».

Αλλά ας συνοψίσουμε: Για τον κυρίαρχο ευρωφρενή λόγιο η βυζαντινή ελληνική ταυτότητα (η ρωμέηκη) έπρεπε να ξεριζωθεί και στη θέση της να εμφυτευθεί η νεωτερική ταυτότητα. Το «επιχείρημά» του είχε δύο σκέλη: α) Ότι η νεωτερική ταυτότητα είναι κατά βάθος «ελληνική» (βλ. «Αναγέννηση»), σε αντίθεση με τη βυζαντινή,  που είναι «ανθελληνική».  Και β) ότι είμαστε «μικροί κι αδύνατοι» και συνάμα τόσο «εκβαρβαρωμένοι», που δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να προσπέσουμε στην Εσπερία και να την αφήσουμε να μας «φωτίσει» και να μας αναπλάσει.

4.3 Η «μετακένωση»

Το πείραμα της κατασκευής «γραικογάλλων» ορίστηκε με σαφήνεια από τον Κοραή ως «μετακένωση». Επί λέξει: Αδειάζουμε τα δικά μας «καύκαλα» από το εντελώς άχρηστο περιεχόμενό τους και μεταγγίζουμε μέσα τους τον ατόφιο Διαφωτισμό, παίρνοντάς τον από τα σοφά ευρωπαϊκά «καυκία».

Πρέπει να δεχθούμε πλέον, ότι ύστερα από κοντά δύο αιώνες εφαρμογής, το πείραμα έχει ολοκληρωθεί. Γενιά με τη γενιά ο Ρωμιός έβγαινε από το χειρουργείο της «μετακένωσης» ολοένα και πιο «άλλος άνθρωπος». Για να καταλήξει στο Τίποτα. Έμενε αλήθεια κάτι στο μίγμα από τα μιγνυόμενα, ή δεν προέκυπτε τίποτα, όπως όταν ανακατεύεις αντίθετα χρώματα; Και τι θα σήμαινε «τίποτα»; «Τίποτα» στο πεδίο του πολιτισμού σημαίνει απουσία συλλογικής δημιουργίας, απουσία στο πεδίο της αυθυπερβατικής συνάντησης του εγώ με το εμείς. Σημαίνει δηλαδή μεταπρατισμό,  παρασιτισμό και τελικά τομαρισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός θα ήταν ο χαρακτήρας του νεωτερικού Έλληνα (του «γραικογάλλου»): μεταπρατικός και εντέλει παρασιτικός και τομαριστικός (γραικύλος κατά την αρχαία ορολογία). Σήμερα το είδος αυτό κυριαρχεί παντού, αλλά παλιότερα ενδημούσε σχεδόν αποκλειστικά στον χώρο των ευρω-σπουδασμένων, ενθαρρύνοντας π.χ. τη «Γενιά του ‘30» να προσβλέπει  στην απείραχτη –ακόμη- ελληνικότητα του απλού λαού, -ελληνικότητα την οποία και ταύτιζαν με τη συλλογική δημιουργία. Χαρακτηριστικές, εν προκειμένω, είναι οι αναφορές του Σεφέρη, για τους σπουδαγμένους, που τους βρίσκει «όλους χαλασμένους», να προφέρουν «σπασμένες λέξεις από ξένες γλώσσες». Όπως χαρακτηριστική είναι και η έκστασή του μπρος στην ασύλληπτη αυθυπερβατική ανάταση του απλού, αγροτικού κυρίως, λαού της Κύπρου, στον αγώνα για την Ένωση με την Ελλάδα.

Για να κατανοήσουμε την αδυναμία παραγωγής ταυτότητας από τη συγχώνευση της ελληνικής με τη νεωτερική, πρέπει πρώτα να δούμε τι είναι αυτό, που τις καθιστά ασυμβίβαστες.

4.4 Το ασυμβίβαστο

Αυτό που κάνει ασυμβίβαστες τις δύο ταυτότητες είναι οι εκ διαμέτρου αντίθετες νοηματοδοτήσεις του συλλογικού και του ατομικού υποκειμένου.

α) Του συλλογικού: Σύμφωνα με το εισαγόμενο νεωτερικό πρότυπο, το Έθνος ταυτίζεται με το Κράτος, το οποίο είναι αυτόνομο, έξω και πάνω από την κοινωνία. Απέναντι στο πολιτικό σύστημα, τον ιδιοκτήτη του κράτους, η κοινωνία υπεισέρχεται ως άθροισμα ιδιωτών, οι οποίοι απλώς ψηφίζουν εκείνον που τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα αποφασίζει γι’ αυτούς ανεξέλεγκτα και ακαταλόγιστα. Εφαρμόζοντας το πρότυπο αυτό οι Έλληνες καλούνταν να εγκαταλείψουν προαιώνιους αντιπροσωπευτικούς, συμμετοχικούς και δημοκρατικούς θεσμούς, αντιλήψεις και εθισμούς (που διατηρούσαν ακόμα και στις συνθήκες της εθνικής δουλείας), ώστε να επιστρέψουν στην προσολώνεια βαθμίδα της εξελίξεώς τους, στην εποχή της «αιρετής τυραννίας», ή αλλιώς στη «χειράφετη δουλεία», σύμφωνα με τα λόγια του Μαρξ, για τη νεωτερική ελευθερία. Ας σημειώσω όμως εδώ, για να μην παρεξηγηθώ, ότι το νεωτερικό πολιτειακό σύστημα (κοινοβουλευτισμός, ισονομία κλπ.) είναι άλμα μέγα σε σχέση με την ιδιωτική-φεουδαρχική και την κρατοκεντρική δεσποτεία της Δύσης, από την οποία αναδύθηκε η Νεωτερικότητα, αλλά είναι ακόμη αρχαϊκό, προαντιπροσωπευτικό, ολιγαρχικό πολιτειακό σύστημα. Τοποθετείται, στην καλύτερη περίπτωση, στην κατηγορία της λεγόμενης «αισυμνητείας» ή της «αιρετής τυραννίδος», κατά τον Αριστοτέλη, ο οποίος ταξινομεί τα πολιτεύματα με κριτήριο το ανάπτυγμα της ελευθερίας. Επομένως: το ζητούμενο της νεωτερικής «μετακένωσης» βρισκόταν χιλιάδες χρόνια πίσω, σε σύγκριση π.χ. με τον «Κανονισμό της Δημογεροντίας Καλύμνου», ή οιουδήποτε ελληνικού Κοινού των χρόνων της Οθωμανοκρατίας.

β) Του ατομικού: Σύμφωνα με την εισαγόμενη νεωτερική αυτοκατανόηση, το υποκείμενο αντιλαμβάνεται την συστατική του ατομική ελευθερία, ως ελευθερία α) μόνον ιδιωτική («ελευθερία της ιδιωτικής απόλαυσης») και β) διαμεσολαβημένη από την απρόσωπη δόμηση των κοινωνικών σχέσεων σε λογικές μηχανές, σε Συστήματα. Ενώ, αντίθετα, το ελληνικό Άτομο αντιλαμβάνεται την ατομική ελευθερία του α) όχι μόνον ως ιδιωτική, αλλά συνάμα ως ελευθερία κοινωνική (απουσία εργασιακής εξάρτησης ανθρώπου από άνθρωπο –η «ξένη δούλεψη» ως «κατάρα») και παραπέρα ως ελευθερία πολιτική (το «μη άρχεσθαι υπό μηδενός», κατά τον Αριστοτέλη). Μια τρίβαθμη δηλαδή ελευθερία στηριζόμενη β) στην άμεση (αδιαμεσολάβητη) προσωπική σχέση μεταξύ των πολιτών (των «μετεχόντων Κρίσεως και Αρχής»).

Βέβαια τόσο στη νεωτερική, όσο και στην ελληνική εκδοχή του, το υποκείμενο είναι άτομο, εφόσον το ορίζει η ατομική ελευθερία. Η κατεύθυνση όμως της εξελίξεώς τους, η κοινωνική και η πολιτική, είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Η νεωτερική δομική αρχή της συστημικής διαμεσολάβησης των σχέσεων, εγκιβωτίζει σκόπιμα την ελευθερία στον ιδιωτικό χώρο και της απαγορεύει να αναπτυχθεί στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο, αντισταθμίζοντας την εκεί απουσία της με την έννοια του «δικαιώματος».

Σκεφθείτε, λοιπόν, ένα άτομο, του οποίου ένα μέρος μέσα του επιδιώκει να επεκτείνει την ελευθερία του στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο, στηριζόμενο στις άμεσες διαπροσωπικές σχέσεις του και ένα άλλο μέρος μέσα του, να επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο: τη μηχανοποίηση των σχέσεων του ατόμου και τη φυλάκισή του μέσα σ’ αυτές. Και αναλογιστείτε το αποτέλεσμα της εσωτερικής αυτής σχιζοείδειας τόσο στο άτομο όσο και στο κράτος.

4.5 Το αντίτιμο

Το αντίτιμο, λοιπόν, που όφειλαν να καταβάλλουν οι Έλληνες, για την απόκτηση της εθνικής ελευθερίας τους (το μη άρχεσθαι υπό ετέρου έθνους), ήταν η απώλεια της προσωπικής ελευθερίας τους. Της κουλτούρας της, της γνώσης της, της μνήμης της. Η επίτευξη μιας τέτοιας κλίμακας ανθρωπολογικής οπισθοδρόμησης ισοδυναμεί φυσικά με την αποδοχή μιας ριζικής λοβοτομής.

Ότι η λοβοτομή επέτυχε μπορούμε κάλλιστα να το διαπιστώσουμε στον θεσμό της κυπριακής Εθναρχίας: Ενώ ο αγώνας έχει στόχο  την Ένωση με την νεωτερική-εθνοκρατική Ελλάδα αρχηγός του εθνοκρατικού ενωτικού αγώνα είναι ο Αρχιεπίσκοπος! -Κατά παράβαση του νεωτερικού δόγματος, όπου έθνος και κράτος ταυτίζονται και όπου κράτος και εκκλησία δεν έχουν καμία σχέση. Ο οθωμανικός εθνάρχης –ο μιλέτ μπασί- αναλαμβάνει ρόλο νεωτερικού-αντιιμπεριαλιστή «εθνάρχη». -Κατά παράβαση επίσης όλων των προνεωτερικών ελληνικών δογμάτων, πολιτειακών και εκκλησιαστικών, σύμφωνα με τα οποία η σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο του εθναρχικού και του επισκοπικού αξιώματος αποτελεί πελώρια ύβρη, τόσο προς το Έθνος όσο και προς την Εκκλησία.

Ως παράδειγμα, για το πώς ήταν κατανοητή η διάκριση των δύο ρόλων, του πολιτικού αρχηγού και του επισκόπου, αναφέρω την κατηγορηματική απόρριψη από την βυζαντινή Εκκλησία των καλοπροαίρετων αξιώσεων του βασιλιά Νικηφόρου Φωκά να ανακηρυχθούν άγιοι οι πεσόντες υπέρ πίστεως και πατρίδος στον πόλεμο με τους Πέρσες. Η βυζαντινή Εκκλησία είχε, εν προκειμένω, την επίγνωση ότι αυτό που εκπροσωπεί είναι ένα άλλο, ψηλότερης τάξης, «σύστημα πατρίδος», από το οποίο αντλούσε μάλιστα την νομιμοποίησή του το αυτοκρατορικό κοσμοπολιτειακό σύστημα, καθώς και τα αναγκαία για την αυτοαξιολόγησή του εξατομικευμένα κριτήρια. Δεν τα μπέρδευε ούτε άφηνε κανέναν να τα μπερδέψει. Κι αν κάποιος πατριάρχης ή σύνοδος τολμούσε να τα μπερδέψει, υπήρχε στρατιά άγρυπνων ακριτών καλογέρων έτοιμων να τους εγκαλέσουν για αίρεση και να τους ανατρέψουν. Ο Σοφιστής αντιρροπούνταν από τον Ασκητή.

Κοντολογίς: Το υβρίδιο Εθνάρχης-Αρχιεπίσκοπος, δεν μπορούσε να είναι ούτε Εθνάρχης ούτε Αρχιεπίσκοπος. Το ακόμα φοβερότερο βέβαια είναι ότι κανείς δεν το καταλάβαινε αυτό. Εδώ κι αν ήταν τέλεια η λοβοτομή.

5. Η φυγή από τη Σκιά μας

Η εθνοκάθαρση είναι σύμφυτη με τη νεωτερική νοηματοδότηση της εθνικής ιδέας και αναπόφευκτη στον δρόμο των απελεύθερων οθωμανικών εθνών προς την Εσπερία.

Την εθνοκάθαρση την κατοχυρώσαμε ως προοπτική και στην Κύπρο με τις Συνθήκες της «Ανεξαρτησίας». Για να την δοκιμάσουμε βεβαίως στο πετσί μας το 1974. Και να διδαχτούμε, με τον εποπτικότερο δυνατό τρόπο, ότι η πραγματοποίηση της Ένωσης δεν ήταν θέμα ξεπερασμένης εθνικιστικής λόξας ούτε μπακαλίστικης λογιστικής, αλλά ζήτημα ασφάλειας και φυσικής επιβίωσης του ελληνικού πληθυσμού. Και επειδή οι εθνοκαθάρσεις γίνονται πράξη, αφού πρώτα έχουν πραγματοποιηθεί στο πεδίο των εννοιών, δεν είναι άσκοπο να υπογραμμίσουμε, ότι το πρότυπο της κυπριακής «Ανεξαρτησίας» ήταν εξ ορισμού εθνοκρατικό και εν δυνάμει αναγκαστικά μονοεθνικό, εφόσον στο νεωτερικό εννοιολογικό πλαίσιο, το κράτος ρητά ισούται με το έθνος, κι αν το κράτος συμβαίνει να μην έχει ακόμη το «δικό του» έθνος, τείνει αυτομάτως να το «παραγάγει» στα μέτρα του, όπως φερ’ ειπείν το κράτος της FYROM που νομίζει ότι έχει βρει στη λέξη «Μακεδονία» τον «εθνικό» του προσδιορισμό. Ή το «ανεξάρτητο» κράτος της Κύπρου, η οποία αφού απέπτυσε την ένωσή της με το υπαρκτό έθνος στο οποίο φυσιολογικά ανήκει, αναζητά εναγωνίως το ανύπαρκτο «νεοκυπριακό έθνος», ώστε να καταστεί κι αυτή «έθνος-κράτος» …εφάμιλλο των ευρωπαϊκών!

Δεν είναι σύμπτωση που τον τελευταίο λόγο στις εθνικές μας επιλογές τον έχει ο χαμένος εξ αίματος αδελφός μας: ο Τούρκος. – «Εξ αίματος αδελφός», καθότι εξισλαμισμένος Έλληνας. Πήραμε τον δρόμο προς τη Δύση για να απαλλαγούμε απ’ αυτόν. Και ενώ πετύχαμε πλέον να «ανήκουμε στη Δύση» -καθώς τα έχουμε δώσει όλα- βρίσκουμε και πάλι τον Τούρκο μπροστά μας. Τι τραγική η ειρωνεία της Ιστορίας!

Εύλογη θάλεγε κανείς η αταβιστική – ανομολόγητη σκέψη: «Μήπως αν πάψουμε να είμαστε Έλληνες και Χριστιανοί, θα σταματήσει επιτέλους να μας κυνηγά ο Τούρκος»; Άλλωστε τι σημαίνει να είσαι Έλληνας και Χριστιανός σήμερα; Ύστερα από τόση λοβοτομή; Και μέσα στη μεταμοντέρνα Χωματερή; Τίποτα! Ίσως αυτό να λέει κάτι, επιπλέον των ήδη εντοπισμένων παραμέτρων της εθνικής μας παχυδερμίας: των ιδιοτελών συμφερόντων, του αποπροσανατολισμού από διεθνιστικές χίμαιρες και του προκρούστειου εκνεωτερισμού μας. Αυτό το «επιπλέον» εξηγεί ίσως την έκτοτε εμφάνιση πρόσθετων και σκληρότερων κερατοειδών επιστρώσεων στο παχύ μας δέρμα.

Η σκοτεινή αμοιβαιότητα Έλληνα και Τούρκου, παραμένει, ενώ η κατανόησή της εκκρεμεί επικίνδυνα, υποθηκεύοντας όχι μόνο το τετελεσμένο νεωτερικό μας εγχείρημα, το μοναδικό αυτή την ώρα έρεισμα της συντεταγμένης επιβίωσής μας, αλλά και όποιο μετανεωτερικό εφεξής θα τολμήσουμε.

Το πρόβλημα είναι πλέον γενικό. Ζητείται «νέο Παράδειγμα». Νέο Πρόταγμα πολιτισμού. Ίσως ένας άλλος τύπος ανθρώπου.

Μέχρι τώρα νομίζαμε ότι «είμαστε πίσω». Ότι το θέμα είναι να τρέξουμε να φτάσουμε τη Δύση. Εν ανάγκη «κόβοντας δρόμο». Επέστη όμως ο καιρός να αντιληφθούμε ότι αλλού είναι το πρόβλημα: Ήμασταν ενήλικες και για να συγχρονιστούμε με τα ανθρωπολογικά βρέφη της ιστορίας, μάθαμε να μπουσουλάμε πίσω τους. Και συνεχίσαμε. Ξεχνώντας ότι υπάρχει και όρθιο βάδισμα.

***

Μπρος στα δύσκολα, όπως ήμερα, που όλοι οι τυφλοσούρτες έχουν αχρηστευτεί και πρέπει μόνοι να βρούμε διέξοδο, ξυπνάει καμιά φορά ο απροκατάληπτος νους  μέσα μας και ξαφνικά βλέπει δίοδο εκεί που πριν βλέπαμε τοίχο. Αυτή είναι  ίσως και η εξήγηση στο αίνιγμα που ανέφερα στην αρχή. Πώς δηλαδή γίνεται, ξαφνικά και από το πουθενά, να εμφανιστεί ένα τέτοιο επίτευγμα Αυτογνωσίας στο πεδίο της Λογοτεχνίας, όπως το βιβλίο που μας χάρισε ο Άντης Ροδίτης.

Ας τον ευχαριστήσουμε.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Όταν έστειλα στον Αντη Ροδίτη (Α.Ρ.) το κείμενο της ομιλίας μου ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος.

Α.Ρ.

Αν η «αποτυχία» του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου (όπως και η παχυδερμία μας) ερμηνεύεται μέσα από την αλλοτρίωση της «λοβοτομής», μέσα από την ένταξή μας στον νεωτερικό ιστορικό κύκλο, αν ήταν ένας παρ’ ολίγον γραικογάλλος, ένα μηδέν, αποτέλεσμα αποτυχημένης μετακένωσης, τότε η Κύπρος καταστράφηκε από σκέτη ατυχία. Γιατί αν μας έπεφτε για Αρχιεπίσκοπος ο Γρίβας ή ένας άλλος Αρχιεπίσκοπος, ο Μακάριος Β΄, για παράδειγμα, πρώην Μητροπολίτης Κυρήνειας, εκείνος που ηγήθηκε της επανάστασης του 1931, που έβαλε τον Πολύκαρπο να κόψει τα τηλεφωνικά καλώδια των Άγγλων, μόλις άκουε τον Γαρουφαλιά να του εκθέτει τα περί μονομερούς κήρυξης της Ένωσης (κεφ. 30 των Μελισσών), ούτε που θα τον άφηνε να τελειώσει. Θα τον έπαιρνε από το χέρι, θα φώναζε τους άλλους Μητροπολίτες για μάρτυρες και θα τον όρκιζε επί τόπου στο Ευαγγέλιο ότι σε περίπτωση που θα αντιδρούσαν πολεμικά οι Τούρκοι, Κύπριοι και Ελλαδίτες θα έπεφταν μαχόμενοι ως τον τελευταίο, υπερασπιζόμενοι την Ένωση χωρίς να παραχωρούν ούτε ίντσα κυπριακού εδάφους σε κανένα. Και τότε όλα σήμερα θα ήταν διαφορετικά. Μήπως αυτό πρέπει με κάποιο τρόπο να λεχθεί, ότι αν ήταν ένας από τους «εναπομείναντες», ένας από αυτούς που έμειναν πιστοί, τουλάχιστο δεν θα είχαμε τη σφαγή του ’74 και την ακύρωση της προοπτικής της Ένωσης;

Θ.Ζ.

Συμφωνώ. Αν στη θέση του Μακαρίου ήταν κάποιος ενωτικός δεν θα κλώτσαγε την Ένωση. Αλλά μια τέτοια κρίση είναι ταυτολογική. Χωρίς ερμηνευτική αξία. Τι ακριβώς δεν είχε ο Μακάριος ο Γ’, που το είχαν οι Γρίβας, Μακάριος Β’ και οι «εναπομείναντες» ενωτικοί;

Α.Ρ.

Το πρόβλημα που υπήρξε και υπάρχει της Κύπρου για την Ελλάδα, μεταφέρεται και στον Θόδωρο Ζιάκα. Βρίσκεις δηλαδή κι εσύ, ως Έλλην τον μπελά σου. Θα προσπαθήσω να σε μπάσω σε αυτό που κι εγώ γράφοντας θα προσπαθήσω να καταλάβω!

Ο Μακάριος Β΄, όπως και ο απαγχονισθείς το 1821 εθνομάρτυρας Κυπριανός, ιδρυτής της Ελληνικής Σχολής, μετέπειτα Παγκυπρίου Γυμνασίου, ήταν εξίσου ή σχεδόν εξίσου λοβοτομημένοι-διαφωτισμένοι όπως και ο Μακάριος Γ΄. Δεν είχαν αληθινή βυζαντινή συνείδηση τύπου εποχής Ηρακλείου, ουρανουπόλεως κ.λπ. Καταλάβαιναν μόνον το έθνος-κράτος κι ονειρεύονταν την Κύπρο ως ένα νησί μιας μεγάλης νεωτέρας, εξιδανικευμένης, διαφωτισμένης, ευρωπαϊκής Ελλάδας. Δεν ήξεραν, ειδικά οι νεώτεροι Μακάριος Β΄  και Μακάριος Γ΄, πόσο φαγωμένη ήταν από μέσα και θα εξακολουθούσε να είναι η Ελλάς, ακόμα κι αν δεν είχαμε την Μικρασιατική καταστροφή.

Ο πρώτος, όμως, που ήρθε σε άμεση και διαρκή επαφή με την Ελλαδική σήψη, την εξάρτηση της, την αλλοτρίωση κι ένιωσε βαθιά την εξ αυτών απορρέουσα απογοήτευση, ήταν ο Μακάριος Γ΄, χωρίς βέβαια να έχει την παραμικρή ιδέα περί τίνος ακριβώς επρόκειτο. Αντίθετα, αυτό τον οδήγησε σε αίσθημα ανωτερότητας, ότι εκείνος, τάχα, ήταν καλύτερος και οι άλλοι σκάρτοι. Θυμάσαι την ιστορία της στενής συγγένισσας του Μακαρίου; «Μα ‘έν τους είδες; κ΄ ακόμα θέλεις Ένωσιν μαζίν τους;» είπε στην ακόμα ενωτική φιλόλογο-συγγραφέα Αγγελική Σμυρλή μέσα στο αεροπλάνο από Αθήνα προς Κύπρο, τη μέρα της επιστροφής του εξόριστου Μακαρίου, την πρώτη μέρα της «Ανεξαρτησίας» (1η Μαρτίου 1959). Ο Μακάριος απέρριπτε «σωστά» την Ελλάδα, αλλά επειδή δεν ήξερε την αλήθεια γιατί την απέρριπτε – κατ’ ακρίβεια την απέρριπτε γιατί δεν ήταν πειστικά ευρωπαϊκή και όπως θα την ήθελε αποτελεσματική – έκαμνε στην ουσία Λάθος. Κι αποφάσισε, σε χρόνο ανύποπτο, ότι Μόνος του («εγώ είμαι η Κύπρος»), θα έκαμνε μια «καλύτερη» από την ενωμένη με την Ελλάδα, Κύπρο. Αυτό βόλευε και την προσωπική του (διαχρονική και ανθρώπινη, αλλά ανεπίτρεπτη υπό τις περιστάσεις) φιλοδοξία (τουτέστιν ασθένεια), να πάει πέρα και πιο πάνω από το «Αρχιεπίσκοπος-Εθνάρχης-Πρόεδρος ενός μικρού νησιού». Δεύτερο Λάθος. Υπήρχε και τρίτο, εξελικτικό Λάθος: Μίσησε την Ελλάδα. Εμείς «οι εναπομείναντες», αντικαθεστωτικοί, εοκαβηταζήδες, πραξικοπηματίες, απορριφθέντες, είμαστε εκείνοι που δεν επάψαμε να αγαπούμε την Ελλάδα, κι όχι μόνο δεν μειώθηκε η αγάπη μας, αλλά αυξήθηκε όταν μάθαμε (από τους Ρωμανίδηδες, Λότσκυδες, Γιανναράδες, Ζιάκες κ.α.) τα βαθύτερα πάθη της, τις αιτίες, την αληθινή της ταυτότητα, τα βάσανα και τους καημούς της.

Εδώ, λοιπόν, είναι που γίνεται κατανοητό πώς ο νεωτερικός, λοβοτομημένος Μακάριος οδήγησε την Κύπρο στην καταστροφή. Γιατί ακόμα και ως λοβοτομημένοι ο Γρίβας ή ο Μακάριος Β΄ θα μπορούσαν να τη σώσουν, αφού διατηρούσαν την Αγάπη τους για την Ελλάδα. Δεν είχαν μπει στην εθνική παχυδερμία. Τους έπιανε το κέντρισμα των μελισσών.
Τελικά καταλήγουμε στη μια και μόνη, αρχής και τέλους λέξη-κλειδί. Η λύση σε όλα μας τα προβλήματα, ακόμα και για την Ένωση, ήταν η Αγάπη. Αυτή που απαλλάσσεται κι από το δέρμα ακόμα, κι έτσι δεν έχει καν ανάγκη από μέλισσες να το κεντρίζουν.

Αιτία, τελικά, δεν ήταν το γεγονός ότι ένας Αρχιεπίσκοπος αναλάμβανε έναν εθνικό αγώνα – αφού έτσι κι αλλιώς ο Αρχιεπίσκοπος αγρόν ηγόρασε από «ουρανούπολη», ήταν δηλαδή, ως προς τούτο, μια χαρά κατάλληλος. Από την άλλη, όμως, αν καταλάβαινε και από ουρανούπολη, αυτό πάλι δεν θα μπορούσε να τον μετατρέψει σε ακατάλληλο, δεν θα μπορούσε να τον είχε εμποδίσει, αν είχε Αγάπη. Θα αντιλαμβανόταν ότι απλώς οι καιροί είναι κόντρα κι ότι η προτεραιότητα ήταν να ενωθεί η Κύπρος με την Ελλάδα, ώστε μετά, μέσα σε πλαίσιο ισχυρότερης πολιτικά, ευρωπαϊκά, νεωτερικά έστω Ελλάδας, να επιδοθεί στο έργο – ως αληθινός Αρχιεπίσκοπος – της επιστροφής, της υπηρέτησης τής Ουρανούπολης.

Δες τα τώρα κι εσύ αυτά. Συνδυάζονται, νομίζω, μια χαρά με όλα τα αληθινά που έγραψες.

Θ.Ζ.

Συμφωνώ, ότι αυτό που είχαν οι ενωτικοί ήταν η αγάπη για την Ελλάδα. Κι ότι αυτή η αγάπη ήταν που έλειπε από τον «Εθνάρχη». Το λες όμως με έναν τρόπο σαν η εν λόγω αγάπη να είναι κάτι το απόλυτο, οπότε τόσο η παρουσία της όσο και η απουσία της καθίσταται ανεξήγητη.

Το θέμα μου είναι να ερμηνεύσω το «παχύ μας δέρμα». Η απουσία ή η μειωμένη παρουσία αγάπης για την Ελλάδα είναι στοιχείο της περιγραφής, είναι το «παχύ μας δέρμα» με άλλο όνομα. Μας βοηθάει να νιώσουμε, να αισθανθούμε, αλλά όχι να καταλάβουμε, να εξηγήσουμε, για τον απλό λόγο ότι ως ερμηνευτική πρόταση είναι ταυτολογική.

Το ερώτημα είναι: Γιατί ενώ υπήρχε αγάπη για την Ελλάδα αυτή εξασθένησε και μεταμορφώθηκε σε απάθεια, ή ακόμα και μίσος; Ή αν θέλεις, γιατί σε ορισμένους εμφανίστηκε και σε άλλους όχι; Η αγάπη για την οποία μιλάμε είναι τρεπτή, έχει γέννηση, αυξομοίωση, εξάντληση, τέλος, όπως κάθε άλλη μορφή αγάπης. Μόνο η θεία Αγάπη είναι άτρεπτη/απόλυτη -«αυτή που απαλλάσσεται κι από το δέρμα ακόμα, που δεν έχει καν ανάγκη από μέλισσες να το κεντρίζουν». Σημασία έχει να ξέρουμε από πού προέρχεται η τρέλα (αγάπη) για την Ένωση και γιατί ενώ για δεκαετίες βρίσκεται σε έξαρση, φτάνει σε ένα κορυφαίο σημείο με τον αγώνα της ΕΟΚΑ και ενώ προδίδεται ο αγώνας, όλοι πλην ελαχίστων συμβιβάζονται, «μαγεύονται» από τον Αρχηγό, και η φλόγα σβήνει απότομα. Και τελικά πώς γίνεται ο Ένας ο αναίσθητος, να αναισθητοποιεί και τους άλλους, -ένα λαό ολόκληρο που ως χτες πέθαινε για την Ένωση;

Δεν είναι εύκολες οι εξηγήσεις. Γνωρίζουμε ότι η αγάπη συνδέεται με την πίστη/εμπιστοσύνη. Γνωρίζουμε επίσης ότι η πίστη σε ένα σκοπό είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τον Λόγο, ο οποίος μπορεί να τη «στερεώνει», αλλά και να την «διαβρώνει».  Ήδη στην προσπάθειά σου να εξηγήσεις τη στάση του «Εθνάρχη», έναν «διαβρωτικό» λόγο επικαλείσαι. Η φοβερή φράση «Την Ελλάδα θέλωμεν κι ας τρώγομεν πέτρες!» που την έκανες τίτλο σε προηγούμενο βιβλίο σου, τα λέει νομίζω όλα. Μιλά, αφ’ ενός για τη δύναμη της πίστης και της αγάπης προς την Ελλάδα και αφ’ ετέρου, για την ήδη διαβρωτική επίδραση του αστικού λόγου (-«πέτρες θα τρώμε;»). Εξ ού και ο υπερκερασμός της υπονοούμενης αδυναμίας με την έξαρση του συναισθήματος. Άρα δύο είναι τα προς ερμηνεία φαινόμενα: α) το αυθυπερβατικό πάθος για την Ένωση με υπόβαθρο την αγάπη προς την Ελλάδα και β) το «παχύ μας δέρμα» που χαρακτηρίζεται από τον μετριασμό ή και τη μετάλλαξη αυτής της αγάπης σε έχθρα. Ίσως γίνομαι σχολαστικός αλλά θα ήθελα να το συζητήσω.

Ο ιστορικός αναστοχασμός που επιχείρησα δίνει νομίζω στοιχεία ερμηνείας. Ο ενωτικός αγώνας είναι μεταχρονολογημένο το κυπριακό ’21. Όπως στο ’21 το ελληνονεωτερικό μίγμα είναι θετικό. Το απέδωσε μια χαρά ο Κολοκοτρώνης: «Για του Χριστού την πίστη την αγία και της Πατρίδος την ελευθερία» ξεσηκωθήκαμε. Και: «Η Γαλλική Επανάσταση μας άνοιξε τα μάτια». Ο διαφωτιστικός και ο ρομαντικός Λόγος εγκρίνουν και επαυξάνουν το παραδοσιακό επαναστατικό αίτημα. Το υποκείμενό του, ο Κολοκοτρώνης π.χ. ή ο Παπαφλέσας, δεν είναι ο λοβοτομημένος της μετακένωσης. Το ίδιο ισχύει για τους αγωνιστές του μεταχρονολογημένου κυπριακού ’21. Αυτό που αντηχούσε δυνατά μέσα τους ήταν το πνεύμα του ’21.

Αν κάτι χρειάζεται ερμηνεία, λοιπόν, είναι το δεύτερο, το οποίο έρχεται μετά την επανάσταση και καλύπτει την αποτυχία της: το «παχύ μας δέρμα». Αυτή την εξέλιξη θέλει να καλύψει η προσφυγή στον προκρούστειο-μεταπρατικό τρόπο της μετεπαναστατικής και ετεροχρονισμένης επιβίβασης Ελλάδας και Κύπρου στο νεωτερικό όχημα. Η «λοβοτομή» αναφέρεται στην αλληλοεξουδετέρωση του νεωτερικού και του ελληνικού ταυτοτικού στοιχείου, με παράγωγο την πολιτισμική στειρότητα, τον μεταπρατικό χαρακτήρα της ελίτ και άρα την αδυναμία της να εξέλθει από το πλέγμα σχέσεων που την έδενε με τις δομές της βρετανικής αποικιοκρατίας. Είχαμε κι από πάνω τα «διεθνιστικά» κομμουνιστικά και τριτοκοσμικά «συμπληρώματα δικαίωσης» να φενακίζουν την αδυναμία.

Φωτίζονται καλύτερα όλα αυτά αν τοποθετηθούν στον καμβά της εξελικτικής καμπύλης του πολιτισμικού υποκειμένου της νεωτερικότητας. Όπως στο σύνολο των έμβιων όντων η καμπύλη είναι κι εδώ κωδωνόσχημη: αρχή, άνοδική πλευρά, κορυφή, καθοδική πλευρά και τέλος (τα ζικ-ζακ στη διαδρομή δεν αποκλείονται). Η ελληνική νεωτερική καμπύλη εντάσσεται στην ευρύτερη ευρωπαϊκή, η κορυφή της οποίας βρίσκεται περίπου στα τέλη του 19ου αιώνα, κατερχόμενη έκτοτε για να συναντήσει το δικό της Τέλος-Μηδέν στις ημέρες μας. Η κυπριακή καμπύλη ακολουθεί την ελλαδική με σημαντική χρονική υστέρηση. Η κυπριακή αγγίζει τη δική της κορυφή κατά τον ενωτικό αγώνα, όταν η ελλαδική είχε από καιρό εξαντληθεί. Οι καμπύλες αυτές αποδίδουν το ξεδίπλωμα των δυνατοτήτων του ανθρωπολογικού τύπου που κατασκευάζει η μετεπιβίβαση από το ελληνικό στο νεωτερικό πολιτισμικό όχημα. Και καταλήγουν στο «σημείο μηδέν», αποδίδοντας σε μας τον τύπο του γραικύλου. Κατάληξη του «γραικογάλλου» είναι ο γραικύλος. Οπότε το ερώτημα είναι αν ο Μακάριος και οι μεταλλαγμένοι ενωτικοί υμνωδοί του ήταν γραικύλοι. Αν ναι έχουμε μια ικανοποιητική ερμηνευτική πρόταση. Αρκεί να διευκρινίσουμε τι συνιστά τον γραικύλο.
Ο «γραικύλος» είναι προνεωτερική και προβυζαντινή έννοια. Ονομάστηκε έτσι το ανερμάτιστο άτομο που κυριάρχησε στον ελληνικό χώρο μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, φέροντας την εξαχρείωση του πολίτη και την υποστροφή στην τυραννία. Η εμφάνισή του συνδέεται με την τροχιά της αποσύνθεσης, στην οποία τίθεται το άτομο, όταν έχει ολοκληρώσει την ανοδική του διαδρομή. Η ολοκλήρωση της εξατομίκευσης συμπίπτει με τη στιγμή κατά την οποία το άτομο έχει πεισθεί, ότι αυτό το ίδιο και μόνο, είναι αρμόδιο να κρίνει τι είναι καλό και κακό για τον εαυτό του, οπότε αίρεται μέσα του η υπερατομικότητα των βασικών αξιών-θεμελίων του Κοινού Λόγου και καταρρέει το σύστημα ρύθμισης των παθών μέσα του, που του επέτρεπε να είναι πολίτης ικανός να λειτουργεί Δήμο. Από το ίδιο σημείο πέρασε, κατά τα φαινόμενα, και το νεωτερικό άτομο και ήδη από τη δεκαετία του ’60, με την έναρξη της μεταμοντέρνας πολιτιστικής «επανάστασης», έχει περιέλθει στη δική του κατάσταση «γραικυλισμού», η οποία βέβαια έχει διαφορετική μορφή, λόγω της τεχνοσυστημικής διαμεσολάβησης των σχέσεων και του εγκλωβισμού της ελευθερίας στον ιδιωτικό χώρο, όπου στη μεταμοντέρνα φάση της ανάπτυξής της νοείται ως απόλυτη ελευθερία παράδοσης του ατόμου στα πάθη του, τα οποία όμως καλύπτονται από ολόκληρα συστήματα διαχείρισής τους. Αυτή είναι και η βάση της καταναλωτικής αποχαύνωσης και της τηλεοπτικής χειραγώγησης. Η αναισθησία, ο τομαρισμός και γενικευμένη ψυχοπάθεια, είναι στην κατάσταση αυτή όχι απλό σύμπτωμα αλλά ακαταγώνιστη ανθρωπολογική δίνη. Το «παχύ μας δέρμα» στη ν-ιοστή.

Ο Μακάριος ο Γ’ ήταν ο «λοβοτομημένος» χαρισματικός μεγαλομανής που μας εμφανίζουν τα αληθινά γεγονότα των Μελισσών. Το ’21 δεν αντηχούσε μέσα του, όπως στου Μακαρίου Β’ ή έστω των συνεξορίστων του. Ήταν κάπου εκεί ή είχε μεταβληθεί σε γραικύλο; Τα αληθινά γεγονότα των Μελισσών μάλλον τον τοποθετούν εκεί. Όμως το Μυθιστόρημα μας επιτρέπει να πάμε σε μεγαλύτερο βάθος. Αν στην κρίσιμη στιγμή της ιστορικής ευκαιρίας, τον Αύγουστο του 1964, έβαζε στην άκρη τον εαυτό του, ώστε να την αδράξει την ευκαιρία, που η ίδια η δική του απειλή να κάνει την Κύπρο «Κούβα της Μεσογείου» την είχε δημιουργήσει, τότε το «παχύ μας δέρμα» θα φύραινε, θα στέγνωνε πάνω του, για να μεταλλαχθεί, πιθανότατα, σε «χιτώνα του Νέσσου», που θα οδηγούσε όμως τον ίδιο στην πυρά της προσωπικής αθανασίας. Ακόμα και με το παλιό «σγαρντίλι» στο γοτθικό παράθυρο να του θυμίζει τον σωστό δρόμο… δεν το τόλμησε!

Τι λες; Με το χέρι στην καρδιά. Ήταν γραικύλος;

Α.Ρ.

Γιατί δεν ήταν «γραικύλος» ο Μακάριος; Ήταν και παραήταν, αν ρωτάς εμένα. Μη μας παραπλανεί το σχήμα του.  Αν θυμηθείς τον λόγο του στον ΟΗΕ στις 19 Ιουλίου 1974 (γεμάτος μίσος για την Ελλάδα), αν θυμηθείς ότι για μας τους Κυπρίους ο Έλληνας στρατιώτης, τα ελληνικά όπλα, λίγο διέφεραν (αν καθόλου) από την αγιότητα, κι όμως Κύπριοι κάτω από την επήρεια του Μακαρίου σήκωσαν όπλα και σκότωσαν Έλληνες αξιωματικούς και οπλίτες (ως πριν λίγο άγιους στη συνείδησή τους) γιατί είχαν γίνει «χούντα» δήθεν, αν σκεφτείς ότι μετά το πραξικόπημα, αντί να πει ας ενωθούμε τώρα όλοι ενώπιον του κοινού επερχόμενου κινδύνου, της Τουρκίας (ΕΤΣΙ θα έδειχνε αγάπη και πατριωτισμό), έστειλε στρατό από την Πάφο να ρίξει το πραξικόπημα στη Λεμεσό και από εκεί στη Λευκωσία.  Τι στρατό; Κυπρίους να κτυπήσουν Κυπρίους και Ελλαδίτες, Πάφιους αστοιχείωτους (έστω και με διπλώματα) να κτυπήσουν τον ελληνικό στρατό… Ε, αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν γραικύλος; Στο πίσω μέρος του μυαλού του πήρε φωτιά η φιλοδοξία να ανατρέψει το πραξικόπημα στην Κύπρο, πράγμα που θα έριχνε ντόμινο τη χούντα στην Ελλάδα και θα παρουσιαζόταν ήρως-σωτήρας, νέος Βενιζέλος (!), αρχηγός απασών των σάπιων απανταχού Ελλάδων… Αρχηγός να ήταν, και λίγο τον ενδιέφερε πόσο σάπιος ήταν ο ελληνισμός… Εξάλλου θα του εγιάτρευε πάσα νόσο και μαλακία με τη …χολυγουντιανή λάμψη του!!

Τέλος πάντων.

Πέρα από το γεγονός ότι ο Μακάριος δεν είχε την αγάπη που όφειλε προς την Ελλάδα, την αγάπη που θα του προσέδιδε την πίστη και την αποφασιστικότητα που χρειαζόταν για να επιτευχθεί η Ένωσις, δεν καταλαβαίνω άλλη αδυναμία του. Αυτή την αγάπη είχαν π.χ. ο Αυξεντίου και οι άλλοι πεσόντες ήρωες, εκείνοι που φιλοδοξούσαν και την αγχόνη ακόμη για χάρη της Ελλάδας… Θυμήσου το «πώς σου πάει μάνα να με σκεπάσεις με τη γαλανόλευκη…!» Αγάπη για ένα μοντερνιστικό, νεωτερικό έθνος-κράτος και όχι την ουρανούπολη, αλλά για να υπηρετήσεις την ουρανό θα πρέπει πρώτα να έχεις γη να στηρίξεις τα πόδια σου. Αυτή ήταν η προτεραιότητα.

Συμπληρωματικά, το έχω ξαναπεί, αλλά θα το πω ξανά κι εδώ: Οι Τουρκοκύπριοι που έδειξαν απόλυτη πίστη, αγάπη και υπακοή στη «μάνα» τους, κέρδισαν πολύ περισσότερα από όσα τόλμησαν ποτέ να ονειρευτούν. Αυτή, όμως, είναι η ιστορία ολόκληρης της Τουρκίας. Τώρα, δεν ξέρω αν άρχισα να μιλώ για την τρέλα μας με την ελευθερία, που μας κάμνει ανίκανους αρχαιόθεν (και κατά τον Ζεπάτο) να στήσουμε κράτος. Αλλά, πάλι, για μένα ελευθερία και αγάπη είναι ταυτόσημες… Οπότε, αυτά και μένω, προσβλέποντας και σε άλλη ατελεύτητη φώτιση.

Σημειώσεις

* «.. και ες αύθις … οι δη και οι των Ελλήνων παίδες ξυλλεγόμενοι κατά σφων αυτών έθιμα ως ήδιστα μεν σφίσιν αυτοίς, τοις δε άλλοις ως κράτιστα πολιτεύοιντο». (Αποδείξεις ιστοριών, Α’, 13, εκδ. Darco.)

Αρέσει σε %d bloggers: