Η εισήγηση που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στο συλλογικό τόμο Μυτιλήνη και Αϊβαλί (Κυδωνιές): Μια αμφίδρομη σχέση στο Βορειοανατολικό Αιγαίο, επιμέλεια: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, εκδ. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.)- Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 2007, ISBN 978-960-7916-74-7. [Η εισήγηση αναδημοσιεύεται στις «Αναγνώσεις» με την ευγενική άδεια του συγγραφέα. Του οφείλουμε από καρδιάς θερμότατες ευχαριστίες].

Αθανάσιος Ι. Καλαμάτας

ΟΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙΣ ΚΥΔΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΜΟΣΧΟΝΗΣΙΩΝ

(19ος αι – 1922)[1]

Η εκκλησιαστική ιστορία των Μητροπόλεων του Μικρασιατικού Ελληνισμού συνιστά λίαν ενδιαφέρον κεφαλαίο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας και ειδικότερα της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που εν πολλοίς μέχρι σήμερα παραμένει ανεξερεύνητο. Και αυτό συμβαίνει για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, διότι η διαμορφωθείσα διοικητική εκκλησιαστική κατάστασή τους κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες πέρασε από πολλές διακυμάνσεις. Και δεύτερον, διότι κάποιες πτυχές έρευνάς τους, αν και κατά το παρελθόν διερευνήθηκαν με σημαντικές μελέτες, η συνολική ανάλυση και έκθεση της εκκλησιαστικής τους κατάστασης, μέχρι σήμερα λείπει εισέτι.

Για να έχουμε μια συνολική εικόνα τούτης της εκκλησιαστικής κατάστασης ας μου επιτραπεί εν τάχει να την προσδιορίσω. Οι δύο εξεταζόμενες εδώ Μητροπόλεις, Κυδωνιών και Μοσχονησίων, ανήκουν σήμερα στη Μητέρα Εκκλησία. Μαζί με αυτές στη δικαιοδοσία της, ανήκουν ακόμη η Αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως και 40 Μητροπόλεις. Βέβαια εδώ μιλούμε μόνο γι’ αυτές που βρίσκονται εντός Τουρκίας[2]. Η Αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως υπάγεται στην άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και διαιρείται σε πέντε αρχιεπισκοπικές περιφέρειες: του Σταυροδρομίου, των Ταταούλων, του Βοσπόρου, των Υψωμαθείων, του Φαναρίου και Κερατείου Κόλπου. Από τις εντός Τουρκίας Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου μόνο τέσσερις, Χαλκηδόνος, Δέρκων, Ίμβρου, Τενέδου και Πριγκηποννήσων διατηρούν σήμερα ορθόδοξο ποίμνιο. Οι υπόλοιπες τριάντα οκτώ, που βρίσκονται εντός Τουρκίας, μετά το μικρασιατικό πόλεμο απώλεσαν το ορθόδοξο ποίμνιό τους. Παρόλα αυτά, θεωρούνται εν ενεργεία Μητροπόλεις του Οικουμενικού θρόνου και διατηρούν τη θέση τους στο Συνταγμάτιο των Μητροπόλεων. Οι Μητροπολίτες που εκλέγονται και χειροτονούνται στις Μητροπόλεις αυτές θεωρούνται εν ενεργεία Μητροπολίτες. Αυτές είναι οι παρακάτω: Αγκύρας, Αδριανουπόλεως, Αίνου, Αμασείας, Ανέων, Βιζύης, Βριούλων, Γάνου και Χώρας, Δαρδανελίων και Λαμψάκου, Εφέσου, Ηλιουπόλεως και Θείρων, Ηρακλείας, Ικονίου, Καισαρείας, Καλλιουπόλεως και Μαδύτου, Κολωνείας, Κρήνης, Κυδωνιών, Κυζίκου, Μετρών και Αθύρων, Μοσχονησίων, Μυριφύτου και Περιστάσεως, Νεοκαιασαρείας, Νικαίας, Νικομηδείας, Περγάμου, Πισιδίας, Προικοννήσου, Προύσης, Ροδοπόλεως, Σαράντα Εκκλησιών, Σάρδεων, Σηλυβρίας, Σμύρνης, Τραπεζούντος, Τυρολόης και Σερεντίου, Φιλαδελφείας, Χαλδίας Χεροιάνων και Κερσούντος. Οι περισσότερες απ’ αυτές σήμερα χηρεύουν .

Η Μητρόπολη Κυδωνιών

Ο Νεότερος Ελληνισμός οφείλει πολλά στις Κυδωνίες. Πόλη ευημερούσα από το 1773, με εξαιρετικά προνόμια αυτονομίας, τα οποία παρεχωρήθησαν από την Υψηλή Πύλη χάρη στις προσπάθειες του δραστήριου ιερέα Ιωάννη Δημητρακέλλη, για δύο σχεδόν αιώνες μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή, γνώρισε μεγάλη ακμή[3]. Φτάνει να σκεφθεί κανείς ότι σε αυτή, εκτός από την εμπορική, ναυτική και βιομηχανική ανάπτυξη που σημείωσε – και τούτη αποκλειστικά οφειλόταν μόνο στους ελληνικής καταγωγής κατοίκους της, μιας και η εγκατάσταση μουσουλμάνων στην πόλη ήταν απαγορευμένη[4] – ταυτόχρονα γνώρισε και σημαντικότατη άνθηση της παιδείας. Εκπαιδευτήρια όπως η Ακαδημία ή το Ελληνομουσείο της, με διδασκάλους τον Βενιαμίν Λέσβιο και τον Θεόφιλο Καϊρη, ακολούθησαν λαμπρή πορεία, συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανάπτυξη της παιδείας, και οδήγησαν τον υπόδουλο Ελληνισμό στην πρώτη του γνωριμία με το νεωτερικό πνεύμα των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Η περίπτωση της Ακαδημίας των Κυδωνιών, αν και κάπως αργά, μαζί με το Φιλολογικό Γυμνάσιο της Σμύρνης και τη Σχολή Χίου, εντάχθηκε στο ρεύμα της παιδείας του Διαφωτισμού – σε αυτό κυρίαρχος υπήρξε ο ρόλος του Αδαμαντίου Κοραή που κηδεμόνευε αυτό το εκπαιδευτικό τρίγωνο – είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρεί η λειτουργικότητα του σχολικού της οικοδομήματος, του οποίου ακόμη και οι κτιριακές εγκαταστάσεις το έκαμαν να βρίσκεται στην πρωτοπορία της πνευματικής αναγέννησης του Νέου Ελληνισμού[5].

            Σε εκκλησιαστικό επίπεδο τώρα, οι Κυδωνίες διοικητικά μέχρι την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα υπαγόταν στη Μητρόπολη Εφέσου. Στις 22 Απριλίου 1908 για πρώτη φορά επί πατριαρχείας Ιωακείμ Γ΄, παρά τη σφοδρή αντίδραση δύο σημαντικών και δυναμικών λογίων Μητροπολιτών του Πελαγωνίας Ιωακείμ Φοροπούλου και του Χαλκηδόνος Αγαθαγγέλου, ανακηρύχθηκαν σε ξεχωριστή Μητρόπολη, υπαγόμενη κατευθείαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ποιοι λόγοι οδήγησαν στην παραπάνω πράξη, η ιστορική έρευνα έχει σαφώς καταδείξει, περιγράφοντας μάλιστα το γεγονός της απόσπασης των Κυδωνιών από τη Μητρόπολη Εφέσου, με τον όρο εφεσιακό ή κυδωνιακό μητροπολιτικό ζήτημα[6]. Κατά κύριο λόγο, οφειλόταν σε μια σειρά από οικονομικά προβλήματα που προέκυπταν και τα οποία ως βάση είχαν το λεγόμενο στρατιωτικό φόρο που όφειλαν οι κάτοικοι των Κυδωνιών να πληρώνουν στην τουρκική κυβέρνηση. Στην κατάσταση αυτή με ενεργό τρόπο, δίχως όμως αποτέλεσμα αναμείχθηκε ο τότε Μητροπολίτης Εφέσου Ιωακείμ Ευθυβούλης (1897-1920), πρώην Μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως (1884-1889) και Χαλκηδόνος (1889-1897)[7], στον οποίο οι κάτοικοι των Κυδωνιών επέρριπταν ευθύνες για την αδυναμία του να δώσει λύση στο πρόβλημα. Η δυσφορία τους ωστόσο, είχε και άλλη αφορμή. Ο Εφέσου Ιωακείμ επεζητούσε την ανάδειξη της Περγάμου σε επισκοπή έδρα και τον υποβιβασμό της πόλης των Κυδωνιών, ορίζοντας μόνο σε αυτή σχετικό αρχιερατικό επίτροπο.

Ωστόσο, πέρα από αυτές τις εκκλησιαστικές πρακτικές εκείνο που οφείλουμε εδώ να υπογραμμίσουμε, είναι το γεγονός, ότι κατά τον 19ο αιώνα στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο των μικρασιατικών παραλίων, με την αναδιοργάνωση του οθωμανικού χώρου, τα διοικητικά όρια των Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναδιοργανώνονται παράλληλα στα πλαίσια ενός «εθνοθρησκευτικού χώρου». Υπ’ αυτήν την έννοια, η Μητρόπολη Κυδωνιών αποσπάστηκε απ’ αυτή της Εφέσου, κάτω από την πίεση που ασκήθηκε κυρίως από το κυρίαρχο λαϊκό της στοιχείο το οποίο ήθελε να έχει πρόσβαση στην τοπική εξουσία, αντανακλώντας κατά αυτόν τον τρόπο κάποιες κοινωνικοοικονομικές πραγματικότητες[8].

 Στην ανάδειξη των Κυδωνιών σε Μητρόπολη η οποία συμπεριλάμβανε τα πέριξ χωριά του δήμου Κισθήνης, το Γενιτσαροχώριο και το Αγιασμάτιο[9], σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η αστική τάξη[10], που αναμφίβολα αποτελούσε το πιο προοδευτικό στοιχείο της εποχής. Οφείλουμε εδώ να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι η αστικοποίηση της κοινωνίας των Κυδωνιών, η οποία με βραδείς ρυθμούς άρχισε να συντελείται από την τελευταία δεκαετία του 18ου και η οποία συνεχίστηκε καθ΄ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, πέρα από τη νέα διάσταση που έδινε σε θεσμούς όπως η παιδεία, ως επακόλουθο είχε και τη άμεση εμπλοκή της αστικής τάξης στις διεργασίες ανάδειξης εκκλησιαστικών ηγετών, όπως του εκ Μαγνησίας της Μικράς Ασίας καταγόμενου Γρηγορίου Αντωνιάδη ή Ωρολογά, πρώτου και μοναδικού Μητροπολίτη Κυδωνιών. Η άποψη αυτή μπορεί περισσότερο να ενισχυθεί από το γεγονός, ότι ο Γρηγόριος Κυδωνιών για ένα μικρό χρονικό διάστημα από το 1893 μέχρι το 1894 εχρημάτισε διευθυντής του ιστορικού Δευτέρου Γυμνασίου Θεσσαλονίκης, που με τη  μορφή Αστικής Σχολής σε παλιά έγγραφα αναφέρεται ήδη από το 1852. Εκείνο ωστόσο που εδώ αξίζει να σημειώσουμε, είναι ότι ο Γρηγόριος συγκαταλέγεται σε εκείνη την ομάδα μορφωμένων, δραστήριων και ικανών ιεραρχών, όπως λόγου χάρη ο Χρυσόστομος Καλαφάτης μετέπειτα εθνομάρτυρας Σμύρνης, ο Γερμανός Καραβαγγέλλης, ο Ιωακείμ Φορόπουλος, ο Στέφανος Δανιηλίδης, ο  Μελενίκου Ειρηναίος, ο Δοϊράνης Παρθένιος και ο Αλέξανδρος Θεσσαλονίκης, που υπό την καθοδήγηση του φωτισμένου Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, ανέπτυξαν αξιόλογη εθνική και εκκλησιαστική δραστηριότητα.

Τα περί του βίου και της εκκλησιαστικής δράσης του Γρηγορίου, πρώτα ως Μητροπολίτη Τιβεριουπόλεως και Στρωμνίτσης (12 ‘Οκτωβρίου 1902 – 22 Ιουλίου 1908) και μετέπειτα ως Μητροπολίτη Κυδωνιών (22 Ιουλίου 1908 – 3 ‘Οκτωβρίου 1922) από τη νεότερη έρευνα επαρκώς έχουν διερευνηθεί[11]. Εδώ θα σταθώ κυρίως σε ιστορικά τεκμήρια που μαρτυρούν το αγωνιστικό εκκλησιαστικό και εθνικό ήθος του.

Ως γνωστόν η περίοδος κατά την οποία ο Γρηγόριος διετέλεσε Μητροπολίτης Κυδωνιών (1908-1922)[12], ο Μικρασιατικός Ελληνισμός βρισκόταν στην κρισιμότερη ιστορική του φάση. Το όραμα της Μεγάλης Ιδέας[13], το οποίο καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για το Ελληνισμό αποτελούσε κυρίαρχο στόχο και αίτημα, με την επερχόμενη σκοτεινή θύελλα της Μικρασιατικής Καταστροφής το 1922, οριστικά γινόταν παρελθόν. Για το λόγο αυτό ο αλησμόνητος Ελληνισμός της Μικράς Ασίας και γενικότερα του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου της Ανατολής, απογυμνωμένος πια από τα ιστορικά εδάφη που για αιώνες κατοικούσε, εντάχθηκε σε ένα πολιτικό σύστημα, με κυρίαρχη την ιδεολογία περί «εθνικού κέντρου»[14]. Σε αυτό αποφασιστικά συνέβαλε το Επανάσταση των Νεοτούρκων, που κάτω από τις ιδεολογικές επικαλύψεις του «πανισλαμισμού», του «οθωμανισμού» και του «παντουρανισμού» ή «τουρκισμού», όπως αυτές εκφράστηκαν από τις πολιτικές, τις στρατιωτικές και τις πνευματικές δυνάμεις της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας, συνεπικουρούμενες και από τον εθνικισμό του  Κεμάλ Ατατούρκ, τελικά πέτυχε την εξόντωση και την εκδίωξη από τις γενέθλιες κοιτίδες της καθ’ ημάς Ανατολής των μη τούρκικων εθνοτήτων[15].

Ο εθνομάρτυρας ιεράρχης Γρηγόριος, σθεναρά αντιτάχθηκε στην προσπάθεια οθωμανοποίησης όλων των υπηκόων της Τουρκίας, η οποία και συντελέστηκε με  ένοπλη βία. Τούτο περίτρανα μαρτυρά η στάση του έναντι της πολιτικής του κινήματος των Νεοτούρκων, κατά την περίοδο των αγρίων διωγμών που υπέστησαν οι κάτοικοι των Κυδωνιών απ’ αυτούς[16]. Τα ιστορικά τεκμήρια περί αυτού είναι πολλά. Αρκούμαι μόνο σε ένα: το 1918 ο Γρηγόριος κατηγορήθηκε από τους Τούρκους για εσχάτη προδοσία, δικάστηκε δύο φορές στο Στρατοδικείο της Σμύρνης και φυλακίστηκε. Μετά την αποφυλάκισή του στις 16 Οκτωβρίου 1918 ο Γρηγόριος δέχθηκε εξοντωτικές πιέσεις από τον Ύπατο Αρμοστή στη Σμύρνη ‘Αριστείδη Στεργιάδη[17], με το οποίο ήρθε σε σύγκρουση για να αποχωρήσει από την επαρχία του. Όμως δεν απομακρύνθηκε. Μετά την αποχώρηση των ελληνικών πολιτικών και στρατιωτικών αρχών από τις Κυδωνιές, ο Γρηγόριος σε σύσκεψη με τη Δημογεροντία, εισηγήθηκε την αναχώρηση των κατοίκων των Κυδωνιών και τη μεταφορά τους στη Μυτιλήνη, για να αποφύγουν τη σφαγή από τους Τούρκους, αλλά δυστυχώς οι υποδείξεις του δεν έγιναν αποδεκτές. Έτσι, το δράμα των κατοίκων των Κυδωνιών οριστικοποιήθηκε όταν στις 22 Αυγούστου 1922, άτακτος τουρκικός στρατός κατέσφαξε κοντά στην κωμόπολη Φράνελι του Άδραμυττηνού Κόλπου περί τους 4.000 Έλληνες. Ο Γρηγόριος παρά τους εξευτελισμούς που υφίσταντο από τις τουρκικές αρχές, τους επισκεπτόταν συχνά και αγωνιζόταν να σώσει το ποίμνιο του. Όταν δε πληροφορήθηκε τη σφαγή του Μητροπολίτη Μοσχονησίων Αμβροσίου και των κατοίκων τους από τους Τούρκους, ο Γρηγόριος αγωνίστηκε υπεράνθρωπα για τη διάσωση του εναπομείναντος ελληνικού πληθυσμού, ο οποίος μέσω ελληνικών πλοίων υπό αμερικανική σημαία κατέπλευσε τελικά στη Μυτιλήνη. Ο Γρηγόριος αρνήθηκε για άλλη μια φορά να αναχωρήσει. Για αυτό, στις 30 Σεπτεμβρίου οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν. Στις 3 ‘Οκτωβρίου 1922 μαζί με άλλους ιερείς και προκρίτους των Κυδωνιών πού είχαν επίσης συλληφθεί, θανατώθηκε με φρικτό τρόπο: εικάζεται ότι ετάφη ζωντανός.

Η Μητρόπολη Μοσχονησίων.

«Τα νησιά πούναι σκορπισμένα μπροστά στο χερσόνησο, ανάμεσα μεγάλη στεριά και Μυτιλήνη, μετριούνται ίσαμε τριάντα», γράφει στον Αστρολάβο του ο Φώτης Κόντογλου[18]. Γνωστά στον Στράβωνα, τα Μοσχονήσια από την αρχαιότητα μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή κατοικούνταν αποκλειστικά από Έλληνες κατοίκους. Από εκκλησιαστικής άποψης, σύμφωνα με τις υπάρχουσες πηγές, η Μητρόπολη Μοσχονησίων πέρασε πολλές φάσεις διοικητικής εξάρτησης. Εν ολίγοις η κατάσταση έχει ως ακολούθως. Ως τον 16ο αιώνα αποτελούσε επισκοπή της Μητρόπολης Μυτιλήνης. Η εκκλησιαστική αυτή εξάρτηση των Μοσχονησίων μπορεί άνετα να δικαιολογηθεί, αν λάβουμε υπόψη τη γειτνίασή τους με τη Λέσβο. Περί τα μέσα του 18ου αιώνα και συγκεκριμένα στα 1742, επί πατριαρχείας Νεοφύτου ΣΤ΄ του από Καισαρείας, ανακηρύχθηκε Πατριαρχική Εξαρχία και υπήχθη στη Μητρόπολη Σμύρνης, παρά τη επίμονη άρνηση του Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ανθίμου Βερτουμή. Για μια οκταετία όμως παρέμεινε η εν λόγω Εξαρχία στη δικαιοδοσία της Μητρόπολης Σμύρνης. Το 1750 μετά από συμφωνία με τον Μητροπολίτη Εφέσου, αμοιβαία αντηλλάγη μετά της Πατριαρχικής Εξαρχίας Νέας Φώκαιας, με έγκριση βέβαια του Οικουμενικού Πατριάρχη Κυρίλλου Ε΄. Στα 1760 με ενέργειες του Μυτιλήνης Ανθίμου, αποσπάστηκε και ξανά για μια τριετία υπήχθη στη δικαιοδοσία της Μητρόπολης Μυτιλήνης, ώσπου στα 1763 το Οικουμενικό Πατριαρχείο και συγκεκριμένα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωαννίκιος Γ΄, αναγνωρίζοντας τις δίκαιες ενστάσεις του τότε Μητροπολίτη Σμύρνης Νεοφύτου για ενίσχυση της επαρχίας του, ένωσε τα Μοσχονήσια με τη Μητρόπολη Σμύρνης[19], στην οποία και παρέμειναν μέχρι το 1922[20].

Οφείλω εδώ μια βασική διευκρίνιση σε ότι αφορά το θεσμό της Πατριαρχικής Εξαρχίας[21]. Στο θεσμό αυτό οδήγησε η γεωγραφική επέκταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που εδυσχέρανε την άμεση εποπτεία σε επαρχίες απομακρυσμένες. Γι’ αυτό, οι εκάστοτε Οικουμενικοί Πατριάρχες διορίζανε Πατριαρχικούς Εξάρχους σαν τοποτηρητές, να ασκούν δηλαδή την ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία εν ονόματι του Πατριάρχη. Τέτοιοι Έξαρχοι ετοποθετούντο Μητροπολίτες ιστορικών ως επί το πλείστον Μητροπόλεων με ιδιαίτερο προνομιακό καθεστώς, που ως κύριο έργο είχαν την πνευματική, διοικητική, ποιμαντική, δικαστική και οικονομική εποπτεία κάποιας επαρχίας ή ακόμη και επαρχιών. Στη δικαιοδοσία τους δηλαδή ενέπιπταν ζητήματα όπως, εξέταση ερίδων μεταξύ Μητροπολιτών και ανάδειξη αυτών, είσπραξη οφειλομένων ζητιών, εξέταση μοναστηριακών θεμάτων, άσκηση ποιμαντορίας σε χηρεύουσα επισκοπή, εξαιρουμένης μόνο της «του ιερού συνθρόνου εγκαθιδρύσεως» όταν ο Έξαρχος ήταν Επίσκοπος, και καθιέρωση ναών, εξού και τα οφφίκια Μητροπολιτικός Έξαρχος, Επισκοπικός Έξαρχος και Έξαρχος Σταυροπηγίων Μονών. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα ο θεσμός των Πατριαρχικών Εξάρχων ήταν πολύ διαδεδομένος στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Με την ψήφιση όμως των Εθνικών Κανονισμών το 1862, οι Πατριαρχικές Εξαρχίες καταργήθηκαν και ενσωματώθηκαν στις όμορες επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, πλην ελαχίστων, όπως της Πάτμου που είναι και η μόνη που διατηρείται μέχρι σήμερα[22].

Από το 1800 μέχρι το 1922 ο μητροπολιτικός κατάλογος των Μοσχονησίων περιλαμβάνει οκτώ Μητροπολίτες. Σημαντικά βιογραφικά σχεδιάσματα αυτών κάμει ο Ευστράτιος Δράκος στο περισπούδαστο, αν και παλαιό έργο του Μικρασιανά ή Ιστορία των Μοσχονησίων υπό έποψιν εκκλησιαστικήν[23]. Πρόκειται για τους Μητροπολίτες Διονύσιο Α΄, Κωσταντινουπολίτη στην καταγωγή (20 Αυγούστου 1800 – 1818), Βαρθολομαίο Α΄, τον εκ Μυτιλήνης (14 Σεπτεμβρίου 1818 – 3 Ιουνίου 1821),  Καλλίνικο Α΄, Μελέτιο Α΄, τον εκ Λαρίσης (τέλη του 1842 – καλοκαίρι 1855),  Κύριλλο Β΄, τον εκ Σμύρνης (13 Ιουνίου 1855 – 7 Φεβρουαρίου 1872), Παίσιο Β΄, Ιάκωβο Α΄ (25 Αυγούστου 1882 – 1894) και τελευταίο τον εθνομάρτυρα Αμβρόσιο Πλειανθίδη.

Απ’ αυτούς ξεχωριστή εκκλησιαστική, ποιμαντική και εθνική δράση είχαν τρεις μόνο, ο  Καλλίνικος Α΄ Μοσχονήσιος στην καταγωγή, ο Παϊσιος Β΄, και ο Αμβρόσιος. Του  πρώτου την αρχιερατεία ο Ευστράτιος Δράκος την χαρακτηρίζει περίφημη κατέχουσα «επίσημον θέση εις τα Μοσχονησιακά»[24]. Εξελέγη  Μητροπολίτης Μοσχονησίων στις 10 Ιανουαρίου 1832, χειροτονήθηκε  στο Σιναϊτικό Μετόχι του Τιμίου Προδρόμου στην Κωνσταντινούπολη και εποίμανε τους Μοσχονησίους μέχρι το φθινόπωρο του 1842. Ο δεύτερος υπήρξε ιεράρχης σπανίου εκκλησιαστικού ήθους. Εξελέγη στις 20 Μαρτίου 1872 και εποίμανε τη Μητρόπολη Μοσχονησίων μέχρι τις 9 Αυγούστου 1882. Σύμφωνα με τον Ευστράτιο Δράκο επιτέλεσε σημαντικό εκκλησιαστικό και εκπαιδευτικό έργο: μερίμνησε για την ανασύσταση της ελληνικής σχολής, ίδρυσε παρθεναγωγείο, σύστησε αναγνωστήριο, μεταρρύθμισε τα μοναστηριακά και ανήγειρε το μεγαλόπρεπη ναό των Ταξιάρχων όπου και κατέστη μητροπολιτικός. Ο τρίτος υπήρξε λόγιος ιεράρχης. Καταγόμενος από το Τριαντάρο της Τήνου γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1872 όπου υπήρχε ανθούσα παροικία Τηνίων. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα και στη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου. Διετέλεσε εφημέριος σε ελληνικές κοινότητες της Κριμαίας, της Θεοδοσίας, της Συμφεροπόλεως και της Σεβαστουπόλεως. Το 1913 χειροτονήθηκε βοηθός Επίσκοπος της Μητρόπολης Σμύρνης ύστερα από παραίνεση του άλλου εθνομάρτυρα ιεράρχη Χρυσοστόμου με τον τίτλο Ξανθουπόλεως, αναπλήρωσε δε τον εξόριστο Μητροπολίτη στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια του Α’ παγκοσμίου πολέμου. Το 1919 χρησιμοποιήθηκε ως Πατριαρχικός Έξαρχος στα Μοσχονήσια και τον Ιανουάριο 1922 έγινε Μητροπολίτης Μοσχονησίων. Το εθνικό του έργο υπήρξε σημαντικό. Ασχολήθηκε με την περίθαλψη του διασωθέντος πληθυσμού των Μοσχονησίων από το διωγμό του 1915. Κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μαζί με την πλειονότητα του ποιμνίου του απήχθη από τον τουρκικό στρατό στην τουρκική ενδοχώρα και στις 15 Σεπτεμβρίου 1922 ετάφη ζωντανός στην περιοχή της Περγάμου. Ο τρόπος του μαρτυρικού θανάτου του βέβαια δεν έχει απόλυτα εξακριβωθεί. Ο Αθανάσιος Τσερνόγλου γνωστός ερευνητής των αλησμόνητων πατρίδων, αναφέρει ότι κατετεμαχίσθη φρικωδώς καθ’ οδόν προς Αδραμύττιο[25]. Ο Κ. Λαμέρας σημειώνει ότι κατεσφάγη μαζί με άλλους ιερείς[26]. Η Μοσχονήσια συγγραφέας Σίτσα Καραϊσκάκη επίσης γράφει ότι ετάφη ζωντανός[27]. Την ίδια άποψη υιοθετεί και ο Χρ. Αγγελομάτης[28]. Ο Αρ. Σταυρίτσης γράφει ότι ετάφη ζωντανός μαζί με τον Κυδωνιών Γρηγόριο[29].

Είναι φανερό ότι τα μικρασιατικά γεγονότα προκαλούν πάντα μια αμφιθυμία στους Έλληνες[30]. Δεν είναι λίγες οι στιγμές όπου η υποβάθμιση της σημασίας τους, η απόκρυψη του αριθμού των θυμάτων, τουλάχιστον 800.000 σύμφωνα με την εκτίμηση των πολλών ιστορικών, καθώς επίσης και η απενοχοποίηση του τουρκικού εθνικισμού, υπήρξαν κοινός τόπος στο μετά το 1922 ελλαδικό κρατίδιο. H νεοελληνική ιδεολογία, όπως αυτή εκφράστηκε, διαμορφώθηκε και συνακόλουθα περιχαρακώθηκε γύρω από τα στενά όρια των συμφερόντων του ελληνικού κράτους, ώθησε για δεκαετίες πολλούς ιστορικούς στην παραγνώριση της ιστορίας των Eλλήνων της Mικράς Aσίας, γεγονός που  οδήγησε και δυστυχώς συνεχίζει να οδηγεί στην αντιϊστορική ερμηνεία της Μικρασιατικής Καταστροφής. Σε καμμιά περίπτωση όμως δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε την άποψη, ότι η Mικρασιατική Kαταστροφή υπήρξε αποτέλεσμα μιας ανορθολογικής διαχείρισης της μεγάλης πρόκλησης του 1919. Eκείνη την εποχή οι κάτοικοι της Eλλάδας ανέρχονταν σε πέντε εκατομμύρια και οι Έλληνες της Mικράς Aσίας και της Aνατολικής Θράκης σε δυόμισι. H Σμύρνη και πολλές πόλεις των μικρασιατικών παραλίων, ήταν πόλεις πιο σημαντικές από την Aθήνα, με τεράστια εμπορική και βιομηχανική παραγωγή. H ελληνική ήττα και η νίκη του κεμαλικού εθνικισμού που διαμόρφωσε τη σύγχρονη εικόνα ολοκλήρου του γεωπολιτικού χώρου της Μικράς Ασίας, κατά κύριο λόγο οφειλόταν στη συμπεριφορά του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων της Eλλάδας. Tο γεγονός αυτό, συνδυασμένο άμεσα με μια ασύλληπτης έκτασης καταστροφή, οδήγησε το μικρασιατικό πρόβλημα στη λήθη.

Πέρα όμως από αυτές τις πραγματικότητες, εκείνο που συνιστά αναμφισβήτητη ιστορική πραγματικότητα είναι το γεγονός ότι η Εκκλησία, μακριά από εθνοφυλετικές περιχαρακώσεις αγωνίστηκε και επέτυχε να διατηρήσει την αυτοσυνειδησία του Γένους. Τούτο τεκμαίρεται από τον τρόπο με τον οποίο διατήρησε τη συνείδηση της ιδιοπροσωπίας του Ελληνισμού. Για το λόγο αυτό σήμερα το πνεύμα του Μικρασιατικού Ελληνισμού συνεχίζει να φέρει ένα μοναδικό μήνυμα προς όλους μας. Το αίτημα του παραμένει ακέραιο: είμαστε συνέχεια αυτού και οφείλουμε να κρατήσουμε αυτή τη συνέχεια.

 

Summary

Based on the existing bibliography, I outline the two Metropolis of the Asia Minor Hellenism Kydonies and Moshonisia in the last two centuries. To de more specific I examine the formation of the ecclesiastic condition of these Metropolis from the beginning of the 19th century up to 1922.  I also try to present the ecclesiastic and ethnic work of following Metropolites (tans) Dionysios A, Bartholomeos A, Kallinikos A, Meletios A, Kyrillos B, Paisios B, Iakovos A and Amvrosios Plianthidis at the Metropolis of Moschonisia and of Gregorios the so called Watchmaker (Orologas) in Kydonies. As we well know, after the Asia Minor disaster, these Metropolis lost their followers, but they were still considered active and belonged to the Ecumenical Patriarchate and still exist as far as the practice of the Metropolis are concerned. The Metropolites (-tans) who are chosen are considered active members of the Mother Church.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Εισήγηση στο Ε΄ Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας: Μυτιλήνη – Αϊβαλί (Κυδωνίες). Μια αμφίδρομη σχέση στο Βορειοανατολικό Αιγαίο, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2005, σσ. 39-50.

[2] Για τις εκτός Τουρκίας εκκλησιαστικές περιφέρειες και Μητροπόλεις η κατάσταση έχει ως ακολούθως: Στην άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπάγονται και μία σειρά από Πατριαρχικά και Σταυροπηγιακά Μοναστήρια. Τα περισσότερα από τα Μοναστήρια αυτά βρίσκονται εκτός των ορίων της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως και είναι τα εξής: Ζωοδόχου Πηγής Βαλουκλή, Αγίας Τριάδος Χάλκης, Αγίου Σπυρίδωνος Χάλκης, Μεταμορφώσεως του Χριστού Χάλκης, Μεταμορφώσεως του Χριστού Πριγκήπου, Αγίου Νικολάου Πριγκήπου, Αγίου Γεωργίου Κουδουνά Πριγκήπου, Μεταμορφώσεως του Χριστού Αντιγόνης, Αγίου Γεωργίου Καρύπη Αντιγόνης, Μεταμορφώσεως του Χριστού Πρώτης, Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας Χαλκιδικής, Βλατάδων Θεσσαλονίκης, Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας και  Εισοδίων της Θεοτόκου Ντάρπλιν Αλαμπάμας. Επίσης στην άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπάγονται: η Πατριαρχική Εξαρχία Πάτμου, η οποία περιλαμβάνει τα νησιά Πάτμο, Λειψούς, Αρκιούς και Αγαθονήσι. Διοικείται από Πατριαρχικό Έξαρχο, ο οποίος είναι και Ηγούμενος της Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και κατά καιρούς μπορεί να είναι και Επίσκοπος Τιτουλάριος. Η Μοναστική Πολιτεία του Αγίου Όρους με τις είκοσι Πατριαρχικές Μονές, τα εξαρτήματα και παραρτήματά τους. Η διοίκηση ασκείται από τα όργανα του Αγίου Όρους, τα οποία προβλέπονται από τον Καταστατικό Χάρτη και είναι η Ιερά Κοινότητα και η Ιερά Επιστασία. Η Ιερά Μονή Οσίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου Αστορίας Νέας Υόρκης, με τα μετόχιά της. Η Μονή αυτή καθώς και τα μετόχια της ακολουθούν το Ιουλιανό Ημερολόγιο. Ο ηγούμενος της Μονής είναι Τιτουλάριος (τιτλούχος) Μητροπολίτης και ο αναπληρωτής ηγούμενος Τιτουλάριος Επίσκοπος. Η Πατριαρχική Εξαρχία των ορθοδόξων ενοριών Δυτικής Ευρώπης ρωσικής εκφράσεως. Η έδρα της Εξαρχίας βρίσκεται στο Παρίσι, ενώ η δικαιοδοσία της εκτείνεται και σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Ο Έξαρχος φέρει το βαθμό του Τιτουλάριου Αρχιεπισκόπου και βοηθείται στο έργο του από Τιτουλάριους βοηθούς Επισκόπους.

[3] Η βιβλιογραφία για τις Κυδωνίες είναι αρκετά πλούσια. Ενδεικτικά αναφέρω τις μελέτες των Ι. Δημητρίου – Αποστολάκη, Κυδωνιακαί Μελέται και Παραλληλισμοί, Κυδωνίες 1914. Γ. Σακκάρη, Ιστορία των Κυδωνιών, Αθήνα 1920, [επανέκδοση με πρόλογο του Π. Βαλσαμάκη και εισαγωγικό κείμενο του Κ. Μοσκώφ, Ένωση Κυδωνιατών, Αθήνα 1982]. Ι. Καραμπλιά, Ιστορία των Κυδωνιών. Από της ιδρύσεώς των μέχρι της αποκαταστάσεως των προσφύγων εις το ελεύθερον Ελληνικόν Κράτος, ττ. 2, Αθήναι 1949-1950.

[4] R. Clogg, «Two accounts of the Academy of Ayvalik (Kydonies) in 1818-1819», Revue des etudes sud – est europeennes 10(1972)643.

[5] Η περιγραφή του από την Χαρίκλεια Σταυράκη είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή βλ. Αι Κυδωνίαι προ του 1821, Σμύρνη 1861, σσ. 42κ.ε.

[6] Γ. Σακκάρη, Ιστορία των Κυδωνιών, σ. 192.

[7] Οφείλω εδώ να σημειώσω ότι ο εν λόγω ιεράρχης με την άνοδό του στη Μητρόπολη Εφέσου επέδειξε αξιοζήλευτο πατριωτικό φρόνημα. Είναι γνωστή η αντίστασή του στην προσπάθεια καταδίωξης του ελληνικού πληθυσμού της περιφέρειάς του από τον τούρκο διοικητή Σμύρνης Ραχμή Πασά. Στο έντονο διάβημά του προς τον υπουργό εξωτερικών Ταλαάτ Βέη έλεγε ότι «λάβετε τα όπλα και φονεύσατε πρώτον εμέ και κατόπιν διατάξατε την εκκένωσιν των Βρυούλων». Γενικότερα για τη δράση του βλ. Αθηναγόρα Μητροπολίτου Παραμυθίας, «Ο θεσμός των Συγκέλλων εν των Οικουμενικώ Πατριαρχείω», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 9(1932)286-287. Ι. Ανδρεάδου, «Χίοι Μητροπολίται Θράκης», Θρακικά 15(1941)145-147.

[8] Σία Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία 19ος αι. – 1919. Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες. Από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998, σσ. 321-322.

[9] Σχετική περιγραφή τους βλ. Γ. Σακκάρη, Ιστορία των Κυδωνιών, σσ. 253-258.

[10] Η εμφάνισή της στο χώρο γύρω από τη Σμύρνη οφειλόταν κυρίως σε πολιτικοοικονομικούς παράγοντες που ευνόησαν την ανάπτυξή της. Βλ. Σία Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία 19ος αι. – 1919. σσ. 301-318.

[11] Αξιόλογα στοιχεία κυρίως γα την εθνική του δράση στις Κυδωνίες αναφέρει ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Ιάκωβος Κλεόμβροτος, στη μελέτη του Ο εθνομάρτυς Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος ο από Στρωμνίτσης, Αθήναι 1956.

[12] Είναι πιθανόν την εκλογή του να υποστήριξε ο Μητροπολίτης Εφέσου Ιωακείμ Ευθυβούλης, μιας και κατά την χειροτονία του σε Μητροπολίτη Στρωμνίτσης συμμετείχε ενεργά. Βλ., αυτόθι, σ. 9.

[13] Είναι ευρύτατα γνωστή η άποψη ότι η Μεγάλη Ιδέα υπήρξε συνέχεια της Πολιτικής Ορθοδοξίας του Βυζαντίου, η οποία τραγικά έσβησε με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τι ωστόσο δεχόταν το περί Πολιτικής Ορθοδοξίας θρησκευτικοπολιτικό ιδεολόγημα, αυτό εύστοχα έχει επισημανθεί από τον Η. G. Beck στο σημαντικό έργο του Η Βυζαντινή Χιλιετία, Mορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, μτφρ. Δ. Κούρτοβικ, Αθήνα σ. 117-146. Ορθότατα ο εν λόγω συγγραφέας επισημαίνει ότι το Βυζάντιο δεν ήταν απλώς μια συνέχεια της Ρώμης στην ιστορική συνάντησή της με την ελληνιστική Ανατολή, αλλά κυρίως ήταν η Βασιλεία του Χριστού επί της γης, ότι δηλαδή τελειότερο μπορούσε ο Θεός να δώσει στους ανθρώπους με την ενσάρκωση του. Θεολογικοί θεμελιωτές της θεωρίας υπήρξαν ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος, καθώς και ο εκ Συρίας καταγόμενος Θεοδώρητος Κύρου. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία της σύνδεσης της Μεγάλης Ιδέας με την Πολιτική Ορθοδοξία κάμει ο Σ. Αγουρίδης στο άρθρο του «Οι ρίζες της Μεγάλης Ιδέας», εφ. Αυγή (14-12-1997).

[14] Για τη χρήση του όρου βλ. Π. Κιτρομηλίδη, «Το ελληνικό κράτος ως εθνικό κέντρο», στον τόμο Ελληνισμός – Ελληνικότητα. Ιδεολογικοί και βιωματικοί άξονες της νεοελληνικής κοινωνίας, Εστία, Αθήνα 1983, σσ. 143-164.

[15] Σχετικά με την Επανάσταση των Νεοτούρκων βλ. Σία Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία 19ος αι. – 1919. σσ. 38 κε.

[16] Για αυτούς βλ. Οι διωγμοί των Ελλήνων εν Θράκη και Μικρασία. Αυθεντικαί εκθέσεις και επίσημα κείμενα. Έκκλησις προς το ελληνικόν γένος και τη δημοσίαν γνώμην του πεπολιτισμένου κόσμου. Έκδοση των επιτροπών των εν Μυτιλήνη μικρασιατικών προσφύγων, Εν Αθήναις 1915, σσ. 103-116.

[17] Για την παρουσία του Στεργιάδη στη Σμύρνη και τις προσπάθειες του για ειρηνική συνύπαρξη των μικρασιατών Ελλήνων με αλλογενείς πληθυσμούς, γεγονός που δεν εδέχθησαν οι πρώτοι λόγω των τραυματικών εμπειριών της περιόδου 1914-1918 βλ. Φ. Κλεάνθη, Έτσι χάσαμε τη Μικρασία, Εστία, Αθήνα 1983, σσ. 107κε. Πρβλ. Χρ. Αγγελομάτη, Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας. (Το έπος της Μικρασίας), Εστία, Αθήναι 1963, σσ. 128κε. Για τη σχέση του Γρηγορίου με τον Στεργιάδη βλ. Ιακώβου Κλεομβρότου, Ο εθνομάρτυς Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος ο από Στρωμνίτσης, σσ. 32-44. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι ο Στεργιάδης είχε απαγορεύσει στους ιεράρχες της Μικρασίας, μεταξύ αυτών και του Γρηγορίου Κυδωνιών τη μνημόνευση του ονόματος του νέου Οικουμενικού Πατριάρχη Μελετίου Μεταξάκη. Ο εν λόγω ιεράρχης όχι μόνο δεν έλαβε υπόψη τούτη την απαγόρευση, αλλά απέστειλε και συγχαρητήριο τηλεγράφημα στο οποίο διαφαίνεται η αγωνία του για το Γένος: «σύμπαν το αλύτρωτον έθνος, εν ταις κρισίμους ταύταις στιγμαίς του εθνικού βίου, ατενίζει μετά πεποιθήσεως την έκπλαγον λάμψιν του πρώτου των Θρόνων», βλ. Χρ. Σολομωνίδη, Ο Σμύρνης Χρυσόστομος, τ. Β΄, Αθήνα 1971, σ. 44.

[18] Ο Αστρολάβος, Αστήρ, Αθήναι 1975, σ. 62.

[19] Σημαντικό στην περίπτωση αυτή είναι το σιγιλλιώδες γράμμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου που δημοσιεύει ο Ευστράτιος Δράκος, Εκκλησιαστικαί σελίδες ήτοι Σμύρνης ιεράρχαι από της αποστολικής εποχής μέχρι σήμερον, επτά μοναστήρια Μοσχονησίων και επίσημα έγγραφα εν οις σιγίλλια, υπομνήματα και χρυσόβουλα, τχ. Α΄, Αθήνησι 1891, σσ. 22-26.

[20] Ιακώβου Κλεομβρότου Μητροπολίτου Μυτιλήνης, Συνοπτική ιστορία της Εκκλησίας της Λέσβου. Από των πρώτων χριστιανικών χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς, Μυτιλήνη 1984, σσ. 77-78.

[21] Ο όρος Έξαρχος υποδηλώνει τίτλο αρχιερέα με αυξημένα εκκλησιαστικά και διοικητικά δικαιώματα σε επαρχίες, χωριά, ακόμη και σε Μονές. Γι’ αυτόν βλ Κ. Ράλλη, «Περί των εκκλησιαστικών εξάρχων», Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών 11(1936)146-152.

[22] Για το θεσμό αυτό βλ. Μ. Γεδεών, «Εξαρχίαι Πατριαρχικαί», Εκκλησιαστική Αλήθεια 32(1912)67-69, 148-152, 33(1913)250-252, 264-266. Του ιδίου, Ιστορία των του Χριστού πενήτων 1453-1913, Αθήναι 1939, σσ. 379-384.

[23] τχ. Β΄, Αθήνησι 1895, σσ. 19-64. .

[24] Αυτόθι, σ. 23.

[25] «Αμβρόσιος Μητροπολίτης Μοσχονησίων», Θρησκευτική Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τ. 1ος, στ. 350-352.

[26] «Αμβρόσιος Πλειανθίδης, Μοσχονησίων επίσκοπος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 4ος, σ. 203.

[27] Μοσχονήσια η πατρίδα μου, Αθήναι 1973, σ. 196.

[28] Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας. σ. 316.

[29] Σμυρναϊκαί σελίδες, Αθήναι 1947, σ. 114.

Advertisements