Κώστας Αξελός, Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας

Σχολιάστε

Η σύγχρονη Ελλάδα δεν απέκτησε σκέψη’ κι ακόμα περισσότερο της λείπει μιά πολύ αρθρωμένη γλώσσα. Διαθέτει, αντιθέτως, πολύ αληθινή και πολύ ωραία ποίηση: από το δημοτικό τραγούδι των σκλαβωμένων Ελλήνων μέχρι την ελεύθερη φωνή των Ελλήνων του καιρού μας, εκδηλώνεται μια φλέβα ποιητική πραγματικά αυθεντική.

Κώστας Αξελός, Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας, εκδ. Νεφέλη, μετάφραση Κατερίνα Δασκαλάκη, Αθήνα 2010,σελ. 40, ISBN: 978-960-211-961-7.

Πέθανε ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης

Σχολιάστε

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ

Ο ποιητής, θεατρικός κριτικός και μεταφραστής Γιάννης Βαρβέρης, ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας τον τελευταίο καιρό, πέθανε από ανακοπή καρδιάς το βράδυ της Τετάρτης, σε ηλικία 56 ετών.
Διαβάστε περισσότερα εδώ 

Ο Πέτρος Π. Θεοδωρίδης για το άτομο, την σύγχρονη ταυτότητα και τη μετανεωτερική εξατομίκευση

Σχολιάστε

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας -Έθνος, Νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, εκδ. Αντιγόνη , Θεσσαλονίκη 2004, ISBN:960-92448-0-7.

Στην προνεωτερική σκέψη, άτομο σήμαινε «αδιαίρετος» και χρησιμοποιείτο, κυρίως, μέσα στα συμφραζόμενα της θεολογικής αντιπαράθεσης για τη φύση της Αγίας Τριάδας. Η ταυτότητα του μεσαιωνικού ανθρώπου δεν ήταν ατομική, καθοριζόταν κυρίως από τη θέση του μέσα στην κοινωνική οργάνωση.
Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη νεωτερικότητα οδήγησε σε επανακαθορισμό της έννοιας του ατόμου: η φράση «αυτό πού είμαι» επεκτάθηκε και έγινε «αυτό πού θέλω να γίνω». Ωστόσο το άτομο στο κοσμοθεωρητικού πλαισίου του 19ου και 20ου αιώνα προσπαθούσε να εναρμονίσει τις αντιφάσεις των επιμέρους στοιχείων της ταυτότητας του, συνθετικά και ιεραρχικά, με μια σειρά πού θύμιζε το αστικό μυθιστόρημα: αρχή, μέση και τέλος.
Η έννοια της σύγχρονης μετανεωτερικής εξατομίκευσης είναι διαφορετική. Ο εξατομικευμένος, μετανεωτερικός άνθρωπος-σε αντίθεση με το νεωτερικό άτομο- καλείται να διαλέξει μέσα από ένα καλειδοσκόπιο άπειρων επιλογών. Αυτή η καθημερινή ανασφάλεια καταργεί τον κανονικό τρόπο ζωής πού γίνεται πια ευέλικτος και κατασκευάσιμος. Έτσι το γεγονός ότι έχουμε νικήσει τη μοίρα καταντά απρόσμενο μειονέκτημα της σύγχρονης ζωής. Από μας περιμένουν να αποφασίζουμε για πολλά, σχεδόν για όλα. Οι κίνδυνοι πού ελλοχεύουν σε τέτοιες αποφάσεις είναι διαρκείς και πάντα παραμονεύει η αποτυχία.
Η διαρκής αναζήτηση της ατομικής εμπειρίας δεν αποτελεί ελεύθερη επιλογή: Αντίθετα, οι άνθρωποι είναι «καταδικασμένοι στην εξατομίκευση» σε μια αναζήτηση «χειροτεχνημένης» βιογραφίας, στην αναζήτηση της ταυτότητας τους και στην ανάγκη να μετατρέψει κανείς τις ξένες –οικείες θρυμματισμένες επιλογές σε μια «ενότητα». «Χειροτεχνημένη βιογραφία» ανάμεσα στα άλλα σημαίνει και καθημερινή, προσωπική επιλογή και ανασκευή του χρόνου μας, όχι μόνο του παροντικού ή μελλοντικού αλλά και του προσωπικού μας παρελθόντος. Ο καθένας καλείται να επιλέξει την προσωπική ιστορία του,με τον αποκλεισμό εικόνων πού ενοχλούν και απωθούνται, να κατασκευάσει ένα παρελθόν αναπλασμένο έτσι ώστε να ταιριάζει στο παρόν ως «ενθυμούμενο παρόν» .
Το άτομο καλείται σήμερα να γίνει «σκηνοθέτης» της βιογραφίας του, της ταυτότητας του, της κοινωνικής του δικτύωσης, των δεσμών, των πεποιθήσεων του.
Εξατομίκευση σήμερα, σημαίνει και την ανάγκη να βρει κανείς και να επινοήσει για τον εαυτό του και για άλλους, νέα αυτονόητα. Σημαίνει και πώς, η διάκριση του φίλου από τον εχθρό μετατρέπεται σε καθημερινό επίπονο εγχείρημα. Και για το λόγο αυτό αναγορεύεται η «προδοσία» ως καθημερινό καθήκον και απόλαυση μαζί,η προδοσία ως «πανταχού παρούσα, προσιτή, επιτρεπτή παράβαση». Προδοσία πού δεν καλύπτεται πια κάτω από το πέπλο της υποκρισίας της πρώτης νεωτερικότητας του καπιταλισμού και του μοντέρνου ατόμου(…)

(…)H σύγχρονη ταυτότητα μοιάζει όλο και περισσότερο με τον χαμαιλέοντα, αφορά στον πρωτεϊκό άνθρωπο της νέας εποχής, ο οποίος όλο και περισσότερο ζει σε προσομοιωμένα περιβάλλοντα και αναπτύσσει πολλαπλούς χαρακτήρες –ρόλους, πού πορεύεται χωρίς Εγώ και Εαυτό αλλά με θρύμματα μιας βραχύβιας συνείδησης, πού χρησιμοποιούνται γα την εκάστοτε επικοινωνία του με τους εικονικούς του κόσμους.(…)

 
Πέτρος Θεοδωρίδης, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας, εκδ. Αντιγόνη, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 130-132.
[Το παραπάνω απόσπασμα το πρωτοείδαμε στο ιστολόγιο Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ. Τίτλος ανάρτησης: Για το ατομο, και την συγχρονη Εξατομίκευση].

Η Susan Sontag για τον φασισμό στην τέχνη (περίπτωση Ρίφενσταλ)

5 Σχόλια

Susan Sontag, Η γοητεία του φασισμού, Αθήνα 2010, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, μετάφραση Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ISBN: 978-960-17-0282-7.

Απόσπασμα από το πρώτο δοκίμιο του βιβλίου με τίτλο “Η γοητεία του φασισμού” (πρώτη δημοσίευση στο New York Review of Books,6-12-1975):

Μπορεί να φαίνεται άχαρη και μνησίκακη η άρνηση μας ν’ αποσυνδέσουμε τους Τελευταίους των Νουμπά από το παρελθόν της Ρίφενσταλ. Ωστόσο πρέπει ν’ αντλήσουμε κάποια χρήσιμα διδάγματα από τη συνέχεια του έργου της όσο κι από τούτο το παράδοξο και αναμφισβήτητο γεγονός -την αποκατάσταση της. Οι σταδιοδρομίες άλλων καλλιτεχνών που προσχώρησαν στον φασισμό,όπως ο Σελίν και ο Γκ. Μπέν, ο Μαρινέττι και ο Πάουντ (για να μην αναφέρουμε κάποιους άλλους, όπως ο Πάμπστ, ο Πιραντέλλο και ο Χάμσουν, που εγκολπώθηκαν τον φασισμό κατά τη δύση του έργου τους) δεν προσφέρονται ως παραδείγματα για σύγκριση. Διότι η Ρίφενσταλ είναι η μοναδική μεγάλη καλλιτέχνις η οποία ταυτίστηκε εντελώς με τη ναζιστική περίοδο και της οποίας το έργο, όχι μόνο κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ  αλλά και τριάντα χρόνια μετά την πτώση του εξακολούθησε να απηχεί πολλά μοτίβα της φασιστικής αισθητικής.

Η φασιστική αισθητική περικλείει αλλά συγχρόνως υπερβαίνει τη μάλλον ιδιαίτερη εξύμνηση που βρίσκουμε στους Τελευταίους των Νουμπά. Γενικότερα, απορρέει από (και δικαιώνει) μια συνεχή ενασχόληση με καταστάσεις αυτοκυριαρχίας, υποτακτικής συμπεριφοράς, ακραίας προσπάθειας και αντοχής στη σωματική καταπόνηση’ υιοθετεί δυο φαινομενικά αντίθετες στάσεις, την εγωμανία και τη δουλικότητα. Οι σχέσεις κυριαρχίας και υποδούλωσης παίρνουν  τη μορφή μιας ορισμένης φαντασμαγορίας που χαρακτηρίζεται από τη μαζικοποίηση των ανθρωπίνων ομάδων, τη μετατροπή των ανθρώπων σε πράγματα, την αναπαραγωγή ή ομοιοτυποποίηση των πραγμάτων και την ομαδοποίηση των ανθρώπων και πραγμάτων γύρω από μια πανίσχυρη υπνωτιστική ηγετική φιγούρα ή δύναμη. Η φασιστική δραματουργία επικεντρώνεται στις οργιαστικές συναλλαγές μεταξύ ισχυρών δυνάμεων και των ανδρεικέλων τους που ομοιόμορφα ντυμένα παρουσιάζονται κατά ολοένα ογκούμενα κύματα. Η χορογραφία εναλλάσσεται ανάμεσα σε μιαν ακατάπαυστη κίνηση και σε μια παγωμένη, στατική “ανδρική” στάση. Η φασιστική τέχνη εξυμνεί την υποταγή, εκθειάζει τη βλακεία, μυθοποιεί το θάνατο.

Susan Sontag, Η γοητεία του φασισμού, εκδ. Ύψιλον,σελ.28-29.

Διαβάστε επίσης:

Τάσος Γουδέλης, Η γοητεία του καταραμένου

Τάσος Γουδέλης,Φαντασμαγορίες του Κακού (Αυγή-Αναγνώσεις)

susan sontag : παράταιρο τέλος (στο σημειωματαριο κηπων)

Susan Sontag, Παρατηρώντας Τον Πόνο των αλλων (H ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ)

Τιτίκα Δημητρούλια, Προσωπεία του φασισμού (Καθημερινή, 22-8-2010)

Ο Υβ Λε Μανάκ για τον Μάη του ’68 και την έκλειψη της κριτικής σκέψης

3 Σχόλια

Υβ Λε Μανάκ, Η κρυφή γοητεία του υλισμού-Λόγος για την ανθρώπινη ουσία, εκδ. Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2008, μετάφραση Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, ISBN:978-960-87756-2-6.

Απόσπασμα από τον πρόλογο του  Υβ Λε Μανάκ στην ελληνική έκδοση του βιβλίου, που γράφτηκε  το Σεπτέμβριο του 2006 (σελ. 12-14):

(…)Ένα άλλο φαινόμενο που με συγκλονίζει είναι η έκλειψη της κριτικής σκέψης.

Από την κρίση της δεκαετίας του 1930 μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1960 είδαμε μια πληθώρα ελεύθερων στοχαστών: Λ. Μάνφορντ, Κ. Κόρς, Α. Κέστλερ, Χ. Άρεντ, Μ. Μπαχτίν, Μ. Χάιντεγκερ, Β. Ράιχ, Κ. Παπαϊωάννου, Τ. Όργουελ, Χ. Μαρκούζε, Α. Χάξλεϊ, Β. Μπένγιαμιν, για να αναφέρω μόνο όσους μου έρχονται στη μνήμη αυτή τη στιγμή.

Όλοι αυτοί οι στοχαστές ήρθαν στο προσκήνιο κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, αλλά δεν τους διαδέχτηκε κανείς. Δεν έχει απομείνει παρά ο Νόαμ Τσόμσκι, μα κι αυτός δεν είναι πια τόσο νέος.

Δεν θέλω να πω ότι σήμερα δεν υπάρχει καθόλου κριτική σκέψη. Θέλω να πω ότι η κριτική σκέψη δεν μπορεί πια να έρθει στο προσκήνιο κι έτσι παραμένει σιωπηρή και περιφερειακή.

Αντίθετα απ’ ό,τι νομίζαμε, ο Μάης του ’68 δεν ήταν η απαρχή μιας νέας εποχής. Ήταν το τέλος της παλιάς. Ελάχιστα άτομα κατάλαβαν, ότι δεν είναι πια δυνατόν να ασκούμε κριτική στον τρόπο παραγωγής χωρίς να κριτικάρουμε τον τρόπο επικοινωνίας.

Μόνο που η κριτική του τρόπου επικοινωνίας θέτει σε αμφισβήτηση τον ίδιο το ρόλο των διανοουμένων! Πώς λοιπόν να έρθει στο φως της δημοσιότητας;

Από τη στιγμή που, με την πετρελαϊκή «κρίση» του 1973, εμφανίστηκε ο νεοφιλελευθερισμός, οι διανοούμενοι κάθισαν στ’ αυγά τους και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στρατεύτηκαν στο πλευρό της «νέας ελευθερίας». Αιώνες ψευδούς συνείδησης τύλιξαν σαν φλούδες κρεμμυδιού τον εγκέφαλο τους. Διόλου παράξενο λοιπόν που ο σημερινός διανοούμενος αναγνωρίζει τον εαυτό του στο πνεύμα της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού, της Γαλλικής Επανάστασης και του αθεϊσμού (ο οποίος αντικατέστησε το μαρξισμό).

Είναι όμως πανεύκολο να δει κανείς, ότι η Αναγέννηση υπήρξε η απαρχή του εξοστρακισμού του λαού! Για παράδειγμα, η γαλλική γλώσσα επιβλήθηκε το 1539 σε βάρος των διαλέκτων, ενώ το 1548 απαγορεύτηκε η δημόσια τέλεση των ιερών μυστηρίων. Οι Διαφωτιστές πάλι, που ήταν άριστοι μαθητές των Ιησουιτών, προώθησαν μια απλουστευτική δασκαλίστικη διαλεκτική, η οποία επέτρεπε τον εξοστρακισμό των αντιφάσεων. Τέλος η Γαλλική Επανάσταση μπορεί να απελευθέρωσε την αστική τάξη και τους διανοούμενους, αλλά το λαό τον υποβίβασε σε σκέτη αναπαράσταση…ενώ με τις σφαγές της προανήγγειλε το ναζισμό και το σταλινισμό.

Η αυτονόμηση της σκέψης έχει πλέον ολοκληρωθεί. Η σκέψη κατάντησε ένα εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα και οφείλει να προσαρμόζεται στους κανόνες της αγοράς. Ο ρόλος των διανοουμένων φανερώθηκε σε όλη του τη γύμνια: η συμμαχία τους με την αστική και τη μικροαστική τάξη είναι οριστική. Είναι ολοφάνερο, πως οι διανοούμενοι κατάντησαν όργανα της κυρίαρχης κατήχησης.(…)

(…)Η δεκαετία του 1960 ήταν μια εποχή, όπου η αριστερή ιδεολογία εξακολουθούσε να έχει κάποιο κύρος και οι διανοούμενοι μπορούσαν να ελπίζουν σε μια σταδιοδρομία μέσα σε κάποια αριστερίστικη γραφειοκρατία. Τότε λοιπόν, κολάκευαν το προλεταριάτο. Έναν αιώνα μετά τον Μάρξ, του μιλούσαν ακόμα για τη χειραφέτηση του. Μέσα από τις φιλοδοξίες των διανοουμένων ο λαός εξακολουθούσε να υπάρχει: τον αποκαλούσαν «προλεταριάτο», «τάξη της συνείδησης», «συμβούλια των εργαζομένων»…

Μετά το 1968 οι διανοούμενοι συστρατεύτηκαν με το νεοφιλελευθερισμό κι έπαψαν να μιλούν για τον λαό-και ο λαός εξαφανίστηκε! Από τότε θεωρήθηκε «λάθος οπτική γωνία» η οποιαδήποτε αναφορά στο λαό και τη χειραφέτηση.

Οι σημερινοί διανοούμενοι δεν αντέχουν την κριτική σκέψη. Προτιμούν να βολεύονται σε μια σκέψη συνδικαλιστική.

(…)

Υβ Λε Μανάκ, Η κρυφή γοητεία του υλισμού, εκδ. Αλήστου Μνήμης, σελ. 12-14 (αποσπάσματα)

 

Αρέσει σε %d bloggers: