Γιώργου Κοντογιώργη: Έθνος και «εκσυγχρονιστική» νεοτερικότητα

Σχολιάστε

kontogiwrgis

του Λαοκράτη Βάσση

Πηγή: ιστολόγιο Γ. Κοντογιώργη

Ο Γιώργος Κοντογιώργης επί χρόνια αποπειράται τη δική του μεγάλη αφήγηση της σύνολης πορείας του ελληνισμού. Κι αυτό σε μια εποχή που κάθε άλλο παρά δέχεται τις μεγάλες «αφηγήσεις».
Το βιβλίο του ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ «ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΙΚΗ» ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ, που είναι μια πρόγευση του εκδιδόμενου 4τομου έργου του: ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΑ (ήδη κυκλοφορεί ο πρώτος τόμος απ’ τις Εκδ. Σιδέρη), θέτει επί τάπητος μείζονα και εξακολουθητικώς ανοιχτά ζητήματα της εθνικης, ιστορικής και πολιτιστικής αυτογνωσίας μας, με πολύ επίκαιρα τα περί ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού και τα συνακόλουθα περί νεοελληνικού ειδικότερα έθνους.
Η ως τώρα αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών καταδεικνύει τόσο την επιστημονική μας υστέρηση όσο και τις χρόνιες κακοδαιμονίες της πνευματικής μας ζωής.
Γιατί δεν είναι καθόλου τυχαίο που, ενώ πλησιάζουμε τους δυο αιώνες εθνικής ανεξαρτησίας, δεν έχουμε αναδειχτεί ούτε καν σε σοβαρό κέντρο νεοελληνικών σπουδών, πολλώ δε μάλλον σε σοβαρό κέντρο μελέτης όλων των περιόδων της ιστορίας μας και του πολιτισμού μας. Όπως δεν είναι καθόλου τυχαία η έρπουσα ταυτοτική αμηχανία και ανασφάλειά μας, που συνήθως εκδηλώνεται με διλημματικά διχαστικές αντιπαραθέσεις, βραχυκυκλώνοντας και ταλανίζοντας την πνευματική και τη συνολικότερη ζωή μας.
Δυστυχώς ούτε και στα χρόνια της Μεταπολίτευσης μπορέσαμε επί της ουσίας να μπούμε σε τροχιά ωρίμανσης, παρά τις πολύ ευνοϊκές συνθήκες. Αντιθέτως, παραμένουμε παγιδευμένοι στο δίπολο των ελληνοκεντρικών και των αντιελληνοκεντρικών ακροτήτων, με τις δεύτερες όμως τώρα, προοδευτικοφανείς (ενίοτε και αριστεροφανείς!) και εξόχως αποδομητικές… παντός του ελληνικού, να είναι οι ηγεμονεύουσες και να συνιστούν μιαν ιδιότυπη «εθνικοφροσύνη» υπό εκσυγχρονιστικό και ευρωπαϊστικό μανδύα (χωρίς να φταίει γι’ αυτό ο εκσυγχρονισμος, η Ευρώπη και η Δύση!).
Στο κλίμα μάλιστα αυτής της ιδιότυπης «εθνικοφροσύνης» δεν μπορούσε παρά να προκαλέσει απαξιωτικές αντιδράσεις το «θράσος» ενός εγχώριου διανοούμενου, του Γιώργου Κοντογιώργη, να αποτολμήσει αντίλογο στον διαπρεπή ΄Αγγλο ιστορικό Έρικ Χομπσμπάουμ και στις περί νεοελληνικού έθνους απόψεις του, όπως κατατέθηκαν σε συνέντευξή του στην εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (27/3/’ 95).
Η περιώνυμη αυτή συνέντευξη (Μύθος η συνέχεια 3000 χρόνων ελληνικού έθνους, σελ.170-81) και η απάντηση Κοντογιώργη (Η μυθοπλασία στην ιστορία. Η περίπτωση Χομπσμπάουμ, σελ. 79-104), τα δύο πρώτα θεωρητικά κείμενα (Ο ελληνισμος ως έθνος-κοσμοσύστημα, σελ. 14-51, και Η νεωτερικότητα, η παράδοση και η πρόοδος, σελ. 55-75) και τέλος ο πολύ έντονος σχολιασμός των απαξιωτικών αντιδράσεων (υπό τον ευρηματικο τίτλο: Ο μετακενωτικός μηρυκασμός ως επιστημονικό επιχείρημα, σελ. 107-166) συνθέτουν τις τρεις αλληλοσυμπληρούμενες ενότητες προβληματισμού αυτού του πολύ ενδιαφέροντος τόμου, που αν μη τι άλλο ξαφνιάζει με τις πολύ ιδιαίτερες θεωρήσεις της ιστορίας μας αλλά και του νεωτερικού φαινομένου.
Γιατί τα «καινά» που εισάγει σχετίζονται με μια ρηξικέλευθη ανάγνωση και εντελώς νέα ερμηνεία της πορείας του ελληνισμού με βασικό κλειδί τη σύνθετη έννοια του «ελληνικού κοσμοσυστήματος», αλλά και με μια αρκούντως προκλητική… και βέβηλη ανάγνωση των εδραιωμένων και «ιδεολογικά» κυρίαρχων στερεοτύπων της νεωτερικότητας, τα προτάγματα της οποίας, σύμφωνα με τις απόψεις του, προδιαγράφουν και συνυφαίνονται με την πορεία της φεουδαλικής Ευρώπης προς τον ανθρωποκεντρισμό, κάτι που για τον ελληνικό χώρο ήταν μια εξακολουθητικά βιούμενη πολιτικο/πολιτισμική πραγματικότητα. ΄Αρα δεν υπήρχε λόγος τέτοιας μετάβασης: «Η ελληνική κοινωνία, διατείνεται ο Γ.Κ., παρέμεινε βαθιά ανθρωποκεντρική και δεν περιήλθε στη φεουδαρχία, ώστε να χρειαστεί στη συνέχεια να διέλθει απ’ την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό».
Με τη σκευή του πολιτικού και κοινωνικού επιστήμονα δεν ερμηνεύει την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού με τη μέθοδο των εθνικών μας ιστορικών και λαογράφων, αλλά φωτίζοντας τον εκτυλισσόμενο διαμέσου των αιώνων πολιτικο/πολιτισμικό μίτο και τα συνακόλουθά του στοιχεία, που όλα μαζί συνθέτουν το αξιακό πολύεδρο του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού και της ελευθερίας.
Στηριζόμενος στα στοιχεία αυτά παρακολουθεί το ελληνικό παράδειγμα στη διαχρονία του, απ’ την κρητο/μυκηναϊκή του αφετηρία ως τις παρυφές του 20ου αιώνα. Κι είναι, ανεξάρτητα από συνολικές ή μερικές συμφωνίες ή διαφωνίες, μια άκρως ενδιαφέρουσα, θα έλεγα και συναρπαστική συνολική αφήγηση, διανθισμένη και με ένα πλήθος ακόμα πιο συναρπαστικών επί μέρους ερμηνευτικών απόψεων, που τη δυσκολεύουν όμως αρκούντως οι νεολογικοί όροι στους οποίους κατά κόρον καταφεύγει ο συγγραφέας, προφανώς για να σπονδυλώσει τη σύνολη θεωρία και θεώρησή του.
α. Κρίσιμο μέρος αυτής της θεωρίας και θεώρησης είναι και τα περί ελληνισμού ως έθνους-κοσμοσυστήματος, τα οποία συνθέτουν τη βάση πάνω στην οποία στήριξε και την αντίκρουση των περί νεοελληνικού έθνους απόψεων του Χομπσμπάουμ, αλλά και στηρίζει τη συνολικότερη αντίκρουση των εθνογενετικών αντιλήψεων της νεωτερικότητας, που έχουν ως δόγμα τους την «κατασκευή» του έθνους απ’ το κράτος. Κατά τον Γ.Κ.: «Το ελληνικό έθνος αποτελεί πολιτική έννοια όχι γιατί εξισώνεται ταυτολογικά με ένα συγκεκριμένο κράτος και ιστορείται δι’ αυτού – όπως το θέλει η νεωτερικότητα – αλλά επειδή συγκροτεί μια συνείδηση “κοινωνίας”, δυνάμει του ανήκειν σε έναν ανθρωποκεντρικά δομημένο κοινό πολιτισμικό χώρο. Η έννοια της συνείδησης κοινωνίας είναι θεμελιωδώς πολιτισμική, ανάγεται εντούτοις στο γινόμενο της ελευθερίας του “όλου” και αποκτά σάρκα και οστά από τη στιγμή που το “όλον” αυτό διατυπώνει “πολιτικό λόγο”».
Όπως κρίσιμο μέρος των απόψεών του είναι και τα περί «νεωτερικότητας, παράδοσης και προόδου», όπου κυριολεκτικώς αναποδογυρίζει τις στερεοτυπικές προσλήψεις και παραδοχές μας: «Σε ό,τι αφορά στον ελληνισμό», γράφει, «στη διαδικασία μετάβασης στο νεότερο κράτος-έθνος αλλά και στο πλαίσιο της κράτους-έθνους, παράδοση, με την έννοια της συντήρησης αποτέλεσε το σύστημα της νεωτερικότητας, ενώ νεωτερικότητα, με την έννοια της προοδευτικής σήμανσης, αποτέλεσε η ελληνική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία εκσυγχρονίστηκε και εξακολουθεί να εκσυγχρονίζεται – να προσαρμόζεται στο σημερινό – οπισθοδρομώντας ανθρωποκεντρικά… Ο εξευρωπαϊσμός ως επιχείρημα εκσυγχρονισμού υπηρέτησε θεμελιωδώς την αποδόμηση όχι μόνο του ελληνικού ανθρωποκεντρικού παραδείγματος αλλά και του ελληνισμού ως εθνικής αναφοράς… Η ελληνική «εκσυγχρονιστική» νεωτερικότητα ουδέποτε διανοήθηκε ότι η έννοια της προόδου μπορεί να διαχωρισθεί απ’ το περιεχόμενο του εξευρωπαϊσμού».
β. Η απάντηση στον Χομπσμπάουμ έχει την πολύ ιδιαίτερη σημασία της. Κι αυτό κυρίως γιατί δεν είναι ένα, σύνηθες στα καθ’ ημάς, καταγγελτικό κείμενο αμυντικού και εθνοκεντρικού περιεχομένου, αλλά μια ολοκληρωμένη επιστημονική αντίκρουση τόσο της βαθύτερης νεωτερικής λογικής του, όσο και των επί μέρους απόψεων του για τη νεοελληνική εθνογένεση, που αποτελούν μια τυπική προέκτασή της. Περίπου δηλαδή εφαρμόζει μηχανιστικά το δόγμα: Επειδή το κράτος κατασκευάζει το έθνος, το νεοελληνικό κράτος… κατασκεύασε το νεοελληνικό έθνος. Για να οδηγηθεί και σε πολύ απλοϊκές αποφάνσεις του είδους: «Το ελληνικό έθνος δεν υπήρχε πριν απ’ τον 19ο αιώνα – Στον πόλεμο της ανεξαρτησίας οι ΄Ελληνες δεν πολέμησαν εναντίον των Τούρκων ως «΄Ελληνες» εναντίον «Τούρκων». Πολέμησαν ως χριστιανοί εναντίον μουσουλμάνων».
Σίγουρα οι απόψεις ενός μεγάλου ιστορικού, όπως ο Χομπσμπάουμ, έχουν καθεαυτές τη βαρύτητά τους. Αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει πως είναι αξιωματικές, απόψεις αυθεντίας, που δεν υπόκεινται σε κριτική αντίκρουση. Κάτι τέτοιο μάλιστα θα ήταν και αρκούντως… αντινεωτερικό.
Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να αναγνώσει κανείς αντιπαραθετικά και νηφάλια τόσο τη συνέντευξη Χομπσμπάουμ για το νεοελληνικό έθνος όσο και την πολύ σταθμισμένη απάντηση Κοντογιώργη, ιδίως μάλιστα τώρα που τα περί έθνους-κράτους γενικότερα και νεοελληνικού έθνους ειδικότερα είναι και πάλι στο επίκεντρο ενός πολύ αυξημένου ενδιαφέροντος.
γ. Αλλά και ο ακήρυκτος… «διάλογος» με ένα μέρος των εγχώριων «εκσυγχρονιστών» (σελ. 107-166) έχει επίσης τη σημασία του, έστω κι αν ο ανταπαντητικός του λόγος επιβαρύνεται από αχρείαστη προσωπική ένταση.
Κι έχει τη σημασία του αυτός ο «διάλογος» όχι γιατί αναδεικνύει τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, αλλά γιατί «φωτίζει» τις ανακυκλούμενες νοσηρότητες της πνευματικής μας ζωής, όπως για παράδειγμα, τη μεταπρατική (παραρτηματική) λειτουργία ενός κρισίμου μέρους της «εκσυγχρονιστικής» επιστημονικής μας κοινότητας, κατ’ εικόνα και ομοίωση της μεταπρατικής αστικής μας τάξης, αλλά και τη δυναστευτική κυριαρχία των εναλλασσόμενων «ορθοδοξιών», εθνοκεντρικών παλαιότερα, με τους ιδιοκτήτες των εθνικών αληθειών να ζυγίζουν τα φρονήματά μας, εκσυγχρονιστικών κατά τις τελευταίες δεκαετίες, με τους ιδιοκτήτες της «προοδευτικότητας» και του «ευρωπαϊσμού» να ασκούν, τηρουμένων των αναλογιών, τη δική τους ιδεολογική τρομοκρατία προς τους αποκλίνοντες απ’ τον κανόνα τους (και που θεωρούνται, το αθωότερο, ύποπτοι συντηρητισμού!).
Ο παρουσιαζόμενος μικρός τόμος του Γ. Κοντογιώργη, που «προκαλεί» όχι μόνο αυτούς που υφίστανται τον «αιρετικό» του αντίλογο, αλλά κι αυτούς που δεν είναι εκ των προτέρων «απέναντι», έρχεται σε μια καλή συγκυρία, που μάλλον προοιωνίζεται μετάβαση απ’ τον «ακήρυκτο» στο συντεταγμένο και ώριμο διάλογο, όπως δείχνουν τα συναφούς περιεχομένου βιβλία που έχουν τελευταία εκδοθεί (Για παράδειγμα, Νίκου Σβορώνου : Το Ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού – Παναγιώτη Νούτσου: Κόμβοι στη συζήτηση για το έθνος – Γιώργη Καραμπελιά : 1204 – Η διαμόρφωση του νέου ελληνισμού).
Δικαιούται να κριθεί, όπως κάθε βιβλίο, πολύ μάλιστα περισσότερο όταν αυτό εισάγει μια εντελώς νέα ερμηνευτική θεωρία περί έθνους, περί ελληνισμού και περί νεωτερικότητας, που στο σύνολό της θα κριθεί με την αναμενόμενη ολοκλήρωση του προειρημένου «Ελληνικού Κοσμοσυστήματος».-

Δείτε επίσης: Η εθνική μας αυτογνωσία (Καθημερινή, 11-2-2007).

Share

Advertisements

Θ.Ι.Ζιάκα: Ο Σύγχρονος Μηδενισμός

Σχολιάστε

 

b137783

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αρμός» το νέο βιβλίο του Θ. Ι. Ζιάκα με τίτλο «Ο σύγχρονος μηδενισμός». Ο συγγραφέας, γνωστός για τη βαθύτατη -εξαντλητική σχεδόν – ανάλυση της προβληματικής που τον απασχολεί, επανέρχεται με ένα πολύ «επίκαιρο» θέμα. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το συγγραφέα δεν τον ενδιαφέρει να γίνει «αρεστός». Μακριά από τις απαιτήσεις και τα προτάγματα της νεωτερικής «Βουλγάτας», ο συγγραφέας προβαίνει σε μια αντικειμενική επισκόπηση του θέματος. Τον Θ. Ι. Ζιάκα απασχολεί το ζήτημα του μεταμοντέρνου μηδενισμού, που δεν έχει καμία σχέση με το γνωστό μας βιταλιστικό ή μοντέρνο μηδενισμό: «καθώς αξία γι’ αυτόν είναι η αποδόμηση των αξιών, ο μεταμοντερνισμός αναδεικνύεται στον κατ’ εξοχήν μηδενισμό» (σελ. 36).
Αυτή η απαξίωση των αξιών γίνεται στο όνομα της ισχύος και της δυνάμεως του χρήματος: «Μόνο στη δική μας εποχή η απαξίωση των αξιών έχει αποκτήσει την περιωπή αυτονόητης υπέρτατης αξίας. Μόνο σήμερα αντιμετωπίζουμε σαν γραφικά απολιθώματα όσους εκφράζουν την πίστη τους σε υπερατομικές αξίες. Ποτέ άλλοτε το Χρήμα δεν είχε τόσο ριζικά υποκαταστήσει το Άγιο Πνεύμα στο πλαίσιο του «χριστιανικού πολιτισμού». Αν η πίστη σε υπερατομικές αξίες, ως αναγκαίες για την κοινωνική ευρυθμία και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός, συναντά σήμερα μια τόσο χαρακτηριστική δυσανεξία, είναι γιατί η σχετικιστική ουσία του μηδενισμού έχει καταστεί μαζική κουλτούρα» (σελ. 17). Ενισχύεται δε από το νεωτερικό πρόταγμα της θεοποίησης της επιστήμης και της τεχνικής: «Μιλάμε για έναν κόσμο όπου αληθές είναι μόνο το επιστημονικώς αληθές, δηλ. το πειραματικώς επαληθεύσιμο, γεγονός που εντάσσει την επιστήμη στη σφαίρα της τεχνικής. Η τεχνική γίνεται έτσι το κριτήριο της αλήθειας και τίθεται πέραν κάθε ηθικής και πολιτικής απόφανσης (…).Έχει γίνει μια θρησκεία, η οποία δεν δέχεται να την κρίνει κανείς» (σελ. 30).

Τα κύρια σημεία του μεταμοντέρνου μηδενισμού εστιάζονται: α) στην απουσία ταυτότητας, β) στην εκμηδένιση της ελευθερίας του προσώπου και στην αντικατάσταση της από τη συστημική απροσωπία. Το διακύβευμα είναι σαφώς η ατομική ελευθερία. Γι’ αυτό ο συγγραφέας τοποθετεί ως υπότιτλο στο έργο του το «Μικρή αφήγηση για τη μοίρα της ελευθερίας». Αναλύοντας την «απουσία ταυτότητας» ο Ζιάκας οδηγείται στην αναζήτηση του ελληνικού ορισμού της πολιτισμικής ταυτότητας και στη θρησκειολογική ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού, που δεν είναι «θρησκεία», αλλά «θεραπεία»: «Όλοι οι μύθοι και όλες οι θρησκείες ενοχοποιούν το θύμα (…) Το Ευαγγέλιο όμως, όπως και η Εβραϊκή Βίβλος, αποκαλύπτουν την αθωότητα του θύματος (…) Χάρη στο κρίσιμο αυτό γεγονός, το οποίο είναι και ο μόνος που ξεσκεπάζει με τρόπο ριζικό, συνειδητό και σκόπιμο, ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία στην κυριολεξία, γιατί αποκαλύπτει το καλά κρυμμένο μυστικό κάθε θρησκείας και συνεπώς κάθε πολιτισμού: το μηχανισμό του αποδιοπομπαίου τράγου. Και αναγορεύει την έγνοια για τα θύματα σε υπέρτατη αξία. Αν η θυσιαστική θεωρία συλλαμβάνει πράγματι την αλήθεια, τότε ορθώς έχει ειπωθεί ότι η θρησκεία είναι αρρώστια και ο χριστιανισμός η θεραπεία της» (σελ. 84).
Ο Ζιάκας προχωρά με ένα «θεώρημα» και ένα «πόρισμα» στην αναζήτηση των «τελεστών» της ταυτότητας και της σχέσης τους με το μηδενισμό: «Θεώρημα: Οι έννοιες πρότυπο, πίστη, μίμηση και παράδοση είναι οι τελεστές της ταυτότητας. Χωρίς αυτούς δεν νοείται ταυτότητα. Πόρισμα: Όταν η αυτοκατανόηση μας απορρίπτει κάθε πρότυπο, πίστη μίμηση και παράδοση, έχουμε προθετικό μηδενισμό. Ενώ, όταν η τετραπλή αυτή άρνηση είναι και πράξη, τότε έχουμε εμπράγματο μηδενισμό» (σελ. 89). Ακολούθως ασχολείται με την «ελληνική» απάντηση.
Η διαφορά στη σκέψη του Ζιάκα -σε σχέση με άλλους στοχαστές- είναι ότι εντάσσει ισότιμα στην ελληνική σκέψη και την προσωποκεντρική οντολογία. Αυτό τον οδηγεί σε αναλυτική διαπραγμάτευση του νηπτικού παραδείγματος: «το «ουδείς αναμάρτητος» προκύπτει πριν απ’ όλα απ’ το «ουδείς α-παθής»» (σελ. 102). Κι αλλού : «Τα πάθη είναι ένας όχλος αυτόνομων (κακομαθημένων) μικρών ή μεγάλων «εγώ»» (σελ. 91). Βαθύς γνώστης της νηπτικής παράδοσης, ο Ζιάκας αναλύει και την τρίβαθμη κλίμακα (μισθωτού – δούλου – φίλου) ως αναβαθμούς ανθρωπολογικής εξέλιξης και ανάπτυξης της θεοείδειας του ανθρώπου (βλ. αναλυτικά, σελ. 121 κ. επ.). Αν αντιπαραβάλουμε στα ανωτέρω την πρόταξη του «αυτοειδώλου» (νοούμενου ως αποθέωσης του α-τόμου) εκ μέρους της νεωτερικής σκέψης οδηγούμαστε στη συστημική απροσωπία: «Η τήρηση της αυτοαναφορικής εντολής, να είσαι ο εκάστοτε εαυτός/πάθος, είναι επαρκής συνθήκη (αναγκαία και ικανή), για την ομαλή αναπαραγωγή στο μαζικό επίπεδο, στο επίπεδο του Καταναλωτή των υπερκειμένων συστημάτων» (σελ. 105). Με αυτά τα δεδομένα ο Ζιάκας φτάνει να ορίσει την ταυτότητα ως «μηχανισμό ρύθμισης των παθών» (σελ. 92) και ως οδοδείκτη της ελευθερίας: «…επειδή εσωτερική αναρχία σημαίνει εξωτερική δουλεία (κατά την ελληνική παράδοση πάντα), η ταυτότητα, ως σύστημα ρύθμισης των παθών, αποτελεί προϋπόθεση για την αληθινή ανάδυση μας στο επίπεδο της «θεοείδειας», δηλαδή στο επίπεδο της ελευθερίας» (σελ. 93).
Συνεχίζοντας την ανάλυση του ελληνικού παραδείγματος αναφέρεται στην «ελληνική παγκοσμιοποίηση»: τη μετάβαση από την πόλη-κράτος στην Οικουμένη (σελ. 169 κ.ε.). Ο συγγραφέας αναφέρεται στα κοινά και τα «ίδια» του ελληνικού και του νεωτερικού παραδείγματος. Αναπόφευκτα οδηγείται στην καταγραφή των εκδοχών της ελληνικής αυτοκατανόησης και στους λόγους που έχουν καταστήσει τον εθνομηδενισμό καθολικό φαινόμενο με κύριο επιφαινόμενο τον «ιστορικό αναθεωρητισμό» (βλ. σελ. 160 κ.ε.). Ο Ζιάκας στο σημείο αυτό υιοθετεί την προβληματική του Γ. Κοντογιώργη, όπως έχει καταγραφεί στα έργα «Το ελληνικό κοσμοσύστημα» και «Η δημοκρατία ως ελευθερία». Για τον Ζιάκα «αν μπορούσαμε να παραλληλίσουμε τις πολεοκρατικές συνιστώσες των παλαιών αυτών μορφών Οικουμένης με τις εθνοκρατικές συνιστώσες της σημερινής νεωτερικής Οικουμένης, θα είχαμε ήδη τη βάση ενός χρήσιμου ιστοριογνωστικού αναθεωρητισμού, ικανού να προταθεί ως γόνιμη αντίθεση στον κυρίαρχο εθνομηδενιστικό αναθεωρητισμό» (σελ. 164-165). Απορρίπτοντας τους νεωτερικούς μαξιμαλισμούς περί «σκοταδιστικού» Βυζαντίου ο Ζιάκας εξηγεί για ποιο λόγο έγιναν οι Έλληνες χριστιανοί (σελ. 193 κ.ε.). Οδηγείται έτσι στις βασικές αρχές της προσωποκεντρικής οντολογίας αναφερόμενος στον Ησυχασμό, τη Φιλοκαλία και τη θεολογία των άκτιστων ενεργειών. Δεν του ξεφεύγει ούτε η βυζαντινή φιλανθρωπία, που από πολλούς σκόπιμα αποκρύπτεται ή τουλάχιστον παραθεωρείται. Αναφέρεται διεξοδικά στη σημασία που είχε για το βυζαντινό ο «ξένος» (με αφορμή το «Δος μοι τούτον τον ξένον…» του Γ. Ακροπολίτη): «Ο φιλοκαλικός άνθρωπος δεν είναι “προϊόν” της τύχης και της ανάγκης. Είναι αποτέλεσμα ελεύθερα επιλεγμένης και ένσαρκης μετοχής στην υπερσυμπαντική Κοινότητα των Ξένων» (σελ. 199).
Για τον Ζιάκα το ελληνικό ανθρωποκεντρικό κεκτημένο φτάνοντας στα πρόθυρα της ολοσχερούς εξαφάνισης του χρειάστηκε «μια βαθειά μετάλλαξη στο ανθρωπολογικό πεδίο, μια μεταφυσική επανάσταση», μια μετάβαση άμεσα ορατή «από το Άτομο στο Πρόσωπο» (σελ.196). Μήπως κάτι ανάλογο είναι αναγκαίο και στους μηδενιστικούς καιρούς μας; Ο συγγραφέας φαίνεται να το υιοθετεί: «Ο μηδενισμός μεταβάλλεται έτσι σε πανδημική ψυχοπαθολογία στον σύγχρονο κόσμο. Είναι ασθένεια κοινωνική. Ασθένεια του πολιτισμού, η οποία δεν επιδέχεται θεσμική αντιμετώπιση, Η θεραπεία της εξαρτάται πλέον από την αλλαγή των θεσμών αλλά από την αλλαγή των ψυχών: από μία μεταφυσική επανάσταση/μεταστροφή».
Στο πλαίσιο ενός σύντομου σημειώματος δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστεί ολόκληρη η προβληματική του σημαντικού αυτού βιβλίου. Θα κλείσουμε με μια καίρια επισήμανση του συγγραφέα, που αφορά στο νεωτερικό δόγμα περί καταστροφής της αρχαίας ελληνικής θρησκείας εκ μέρους των χριστιανών, δόγμα που τελείως επιδερμικά έχουν υιοθετήσει και πολλοί νεοπαγανιστές των καιρών μας. Ο συγγραφέας με πειστικά επιχειρήματα αποδεικνύει τη «μυθικότητα» αυτών των αιτιάσεων τονίζοντας ότι πίσω τους κρύβονται πολλές «συγκαλύψεις»:
1. Οι αρχαίοι θεοί είχαν πεθάνει πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού. Ο Ζιάκας αναφέρεται στην περίπτωση του Δημητρίου του Πολιορκητή (337-283 π.Χ.): οι Αθηναίοι του παραχώρησαν τον Παρθενώνα και τον ανυμνούσαν σαν αληθινό θεό! (σελ.190).
2. Ο Πλούταρχος θα ομολογήσει «Πάν ο μέγας τέθνηκεν», ενώ και ο Παυσανίας τον β΄ αιώνα θα αναφερθεί στην εγκατάλειψη των ναών της αρχαίας θρησκείας (σελ. 191, υποσημ. 29).
3. Ο χριστιανισμός είχε ουσιαστικά επικρατήσει, παρά τους διωγμούς, πριν να γίνει επίσημη θρησκεία από το Μ. Θεοδόσιο και πριν εξοστρακιστούν τα άλλα θρησκεύματα με το διάταγμα του 392. Ακόμα και ο… Φ. Ένγκελς ειρωνικά παρατηρεί ότι ο διωγμός του Διοκλητιανού ήταν τόσο αποτελεσματικός, ώστε μετά από 17 χρόνια «ο στρατός ήταν σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν χριστιανικός!» (εισαγωγή του Ένγκελς στο έργο του Μαρξ «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία», βλ. υποσημ. 30, σελ. 191-192).
Σε κάθε περίπτωση «Ο σύγχρονος μηδενισμός» είναι το καλύτερο αντίδοτο για όσους έχουν «μπουχτίσει» από τα δόγματα του νεωτερικού μαξιμαλισμού και τις φιοριτούρες της μεταπρατικής διανόησης.

5/1/2009

Πηγή

Share

Αρέσει σε %d bloggers: