Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος

Σχολιάστε

b21587

 

Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1994,ISBN 960-325-096-1.

 

Ι
[…] Όταν τον σκέφτομαι, ξέρω ότι ακόμη δεν τον σκέφτομαι. Αναμονή, εγγύτητα και άποπτον της αναμονής, αύξηση που μας κάνει ελάχιστους, καταφάνεια που θωπεύεται μέσα μας και θωπεύει εκεί μέσα την χίμαιρα.
Όχι απών: περιβαλλόμενος από απουσία, περιβάλλοντας μας με το αίσθημα της απουσίας του. […]

Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1994, σελ.58.

[πηγή]

ΙΙ

[…] Γιατί  δεν θέλεις να με σκεφτείς; Είναι αδυναμία, αδιαφορία, βούληση τυφλή; Μήπως είσαι απ’ τη μια πλευρά κι εγώ από την άλλη; Μήπως και οι δυο είμαστε η ίδια σκέψη, εξ ίσου σοβαρή, μοναχική και ακίνητη, που αυτή η αποχωρισμένη ταυτότητα απωθεί για πάντα την μία απ’ την άλλη, ξένες για να μη συγχωνευτούν και για να διατηρήσουν την ισότητα της ισορροπίας; Μήπως είσαι μες στη νύχτα η σκέψη ότι είμαι μες στην άλλη νύχτα;

Μήπως μόνη εσύ μιλάς, μου θέτεις όλες αυτές τις ερωτήσεις στις οποίες δεν αποκρίνομαι παρά με μια σιωπή που δεν αποκρίνεται; Μήπως είσαι πάντα σοβαρή αλλοτινή σκέψη της οποίας έχω προηγηθεί; […]

Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1994, σελ. 134-135.

Maurice Blanchot, Η τρέλα της ημέρας

Σχολιάστε

622234Maurice Blanchot, Η τρέλα της ημέρας, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα, β’ έκδοση, Αθήνα 1988

(…)Πρέπει να το παραδεχτώ: έχω διαβάσει πολλά βιβλία. Όταν εγώ εξαφανιστώ, όλοι αυτοί οι τόμοι ανεπαίσθητα θα αλλάξουν’  όσο μεγαλύτερα τα περιθώρια, τόσο πιο άνανδρη κι η σκέψη. Ναι, έχω μιλήσει σε πάρα πολλούς ανθρώπους, αυτό είναι κάτι που με εντυπωσιάζει σήμερα’ το κάθε άτομο υπήρξε για μένα ένας λαός. Αυτός ο απέραντος άλλος με απέδωσε στον εαυτό μου πολύ περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα. Τώρα, η ζωή μου έχει μια σταθερότητα εκπληκτική’ ακόμα και οι θανάσιμες αρρώστιες με θεωρούν απρόσβλητο. (…)

 
Maurice Blanchot, Η τρέλα της ημέρας, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα, β’ έκδοση, Αθήνα 1988, σελ. 15.

Αρέσει σε %d bloggers: