Giorgio Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης και αποφατική θεολογία

1 σχόλιο

Giorgio Agamben, Homo SacerΚυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωήεκδ. Scripta, Αθήνα 2005, μετάφραση Π. Τσιαμούρας, επίμετρο Γ. Σταυρακάκης, ISBN 960-7909-65-8.

(…) Στο δίκαιο, η εξαίρεση συνιστά ένα στοιχείο που υπερβαίνει το θετικό δίκαιο, υπό τη μορφή της αναστολής του. Η σχέση της πρός το θετικό δίκαιο είναι ανάλογη με εκείνη της αποφατικής θεολογίας πρός την καταφατική. Πράγματι, ενώ η καταφατική κηρύττει και διαβεβαιώνει ότι ο Θεός διαθέτει ορισμένες ιδιότητες, η αποφατική (ή μυστική) θεολογία, με το δικό της μήτε…μήτε…απορρίπτει και αναστέλλει την απόδοση στον Θεό οποιουδήποτε κατηγορήματος. Ωστόσο δεν κείται εκτός της θεολογίας, αλλά λειτουργεί, αν το καλοεξετάσουμε, ως η αρχή που θεμελιώνει τη γενικότερη δυνατότητα ενός πράγματος, όπως μια θεολογία. Μόνο επειδή η θεολογία προϋποτέθηκε αποφατικώς ως αυτό που υφίσταται έξω από κάθε δυνατό κατηγόρημα, μπορεί να γίνει υποκείμενο μιας απόφανσης. Με ανάλογο τρόπο, μόνο επειδή η ισχύς του θετικού δικαίου αναστέλλεται στο καθεστώς εξαίρεσης, μπορεί αυτό να ορίσει την κανονική περίπτωση ως σφαίρα της εγκυρότητας του. (…)

G.Agamben, Homo Sacer, εκδ. Scripta, Αθήνα 2005, μετάφραση Π. Τσιαμούρας, επίμετρο Γ. Σταυρακάκης, σελ. 40 (απόσπασμα).

Advertisements

Ο Ζίζεκ για τον Αγκάμπεν, τη βιοπολιτική και την έκλειψη της πολιτικής

4 Σχόλια

(…)Ο Αγκάμπεν ορίζει τη σύγχρονη «μεταπολιτική» ή βιοπολιτική κοινωνία ως εκείνη στην οποία πολλαπλές τάσεις από- υποκειμενοποιούν τους ιδιώτες, χωρίς να παράγουν μια νέα υποκειμενικότητα. Από εδώ η έκλειψη της πολιτικής, η οποία υπέθετε την ύπαρξη πραγματικών υποκειμένων ή ταυτοτήτων (εργατικό κίνημα, μπουρζουαζία κλπ) και ο θρίαμβος της οικονομίας, δηλαδή της δραστηριότητας της απλής διακυβέρνησης, η οποία επιδιώκει μόνο την αναπαραγωγή της. Η Δεξιά και η Αριστερά του σήμερα, που εναλλάσσονται στη διαχείριση της εξουσίας, έχουν πολύ λίγο να κάνουν με το πολιτικό πλαίσιο που γέννησε αυτούς τους όρους. Σήμερα, οι όροι αυτοί απλά υποδεικνύουν τους δύο πόλους- τον ένα, που έχει στόχο μια απο-υποκειμενοποίηση χωρίς ενοχές και τον άλλο, που επιχειρεί να τη συγκαλύψει με την υποκριτική μάσκα του καλού πολίτη της δημοκρατίας- της ίδιας κυβερνητικής μηχανής.

Ο όρος «βιοπολιτική» υποδεικνύει τον αστερισμό στον οποίο οι μηχανισμοί δεν δημιουργούν, πλέον, υποκείμενα («εγκαλώντας τους ιδιώτες ως υποκείμενα»), αλλά απλώς διαχειρίζονται και ρυθμίζουν την φυσική ζωή των ιδιωτών. Σε έναν τέτοιο αστερισμό, η ίδια η ιδέα του ριζικού, κοινωνικού μετασχηματισμού μπορεί να φαντάζει ως αδύνατο όνειρο. Ωστόσο, ο όρος «αδύνατο» θα έπρεπε να μας κάνει να σταματήσουμε και να στοχαστούμε. Σήμερα, το δυνατό και το αδύνατο κατανέμονται κατά έναν παράξενο τρόπο, έτσι που και τα δύο εκρήγνυνται ταυτόχρονα στην υπερβολή. Από τη μια πλευρά, στα πεδία των προσωπικών ελευθεριών και της επιστήμης- τεχνολογίας, ακούμε ότι «τίποτα δεν είναι αδύνατο». Μπορούμε να απολαύσουμε το σεξ σε όλες τις διεστραμμένες εκδοχές του, να κατεβάσουμε από το Διαδίκτυο ολόκληρα αρχεία μουσικής, κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ ακόμη και τα διαστημικά ταξίδια είναι προσιτά στον καθένα που μπορεί να τα πληρώσει. Ανοίγεται η προοπτική της βελτίωσης των φυσικών και ψυχικών δυνατοτήτων μας μέσω επεμβάσεων στο γονιδίωμα. Ακόμη και το τεχνοκρατικό όνειρο της αθανασίας μπορεί με μια έννοια να επιτευχθεί, μέσω της μετατροπής της ταυτότητάς μας σε λογισμικό, το οποίο θα μπορεί να φορτωθεί σε ένα άλλο σώμα- «hardware».

Από την άλλη, στο πεδίο των οικονομικο- κοινωνικών σχέσεων, η εποχή μας αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως την εποχή της ωριμότητας, στην οποία η ανθρωπότητα εγκατέλειψε τις παλιές, χιλιαστικές ουτοπίες και αποδέχθηκε τις δεσμεύσεις που επιβάλλει η πραγματικότητα- διάβαζε: η καπιταλιστική, οικονομικο- κοινωνική πραγματικότητα- με όλα τα αδύνατα που ορθώνει μπροστά μας. Η εντολή «δεν» είναι το σύνθημα της ημέρας: Δεν μπορείς να συμμετάσχεις σε μεγάλα, συλλογικά εγχειρήματα, τα οποία αναγκαστικά θα καταλήξουν στον τρόμο του ολοκληρωτισμού. Δεν μπορείς να αγκιστρωθείς στο παλιό κράτος πρόνοιας, το οποίο σε κάνει μη ανταγωνιστικό και οδηγεί σε οικονομική κρίση. Δεν μπορείς να απομονωθείς από την παγκόσμια αγορά, χωρίς να εκφυλισθείς σε κάτι που θα μοιάζει με Βόρεια Κορέα. Στη ιδεολογική εκδοχή της, η οικολογία έρχεται να προσθέσει τον δικό της κατάλογο των αδύνατων, των απαγορευτικών ορίων- π.χ. απαγορεύεται αν αυξηθεί η παγκόσμια θερμοκρασία ένα ή δύο βαθμούς παραπάνω- που βασίζονται επίσης σε κάποιες «εκτιμήσεις ειδικών».

Είναι κρίσιμης σημασίας ζήτημα να κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε δύο είδη αδύνατου: το αδύνατο- πραγματικό ενός κοινωνικού ανταγωνισμού και το «αδύνατο» πάνω στο οποίο εστιάζει το κυρίαρχο ιδεολογικό πεδίο. Εδώ το αδύνατο διπλασιάζεται, λειτουργεί ως μάσκα του εαυτού του: δηλαδή, η ιδεολογική λειτουργία του δεύτερου αδύνατου είναι να συσκοτίζει την πραγματικότητα του πρώτου. Σήμερα, η κυρίαρχη ιδεολογία επιχειρεί να μας κάνει να αποδεχθούμε το «αδύνατο» της ριζοσπαστικής αλλαγής, της ανατροπής του καπιταλισμού, μιας δημοκρατίας που δεν θα ανάγεται στο παιχνίδι του διεφθαρμένου κοινοβουλευτισμού, έτσι ώστε να καταστήσει αόρατο το πραγματικό- αδύνατο του ταξικού ανταγωνισμού που διαπερνά τις καπιταλιστικές κοινωνίες. Αυτό το πραγματικό είναι «αδύνατο» μόνο με την έννοια ότι είναι το αδύνατο της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης, η καταστατική, ανταγωνιστική της αντίθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό το αδύνατο- πραγματικό δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί μετωπικά, ή να μετασχηματισθεί ριζικά.

Να γιατί η φόρμουλα του Λακάν για την υπέρβαση ενός ιδεολογικά αδύνατου δεν είναι το «όλα είναι δυνατά» αλλά το «το αδύνατο συμβαίνει». Το Λακανικό αδύνατο- πραγματικό δεν είναι ένας a priori περιορισμός, ο οποίος πρέπει να ληφθεί ρεαλιστικά υπ’ όψιν, αλλά το πεδίο της δράσης. Μια δράση είναι περισσότερο μια παρέμβαση στο πεδίο του δυνατού- μια δράση αλλάζει τις ίδιες τις συντεταγμένες του «είναι δυνατό» και αναδρομικά δημιουργεί τους δικούς της όρους για το αδύνατο. (…).

Σλ. Ζίζεκ, Μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, στο περιοδικό New Left Review, τεύχος 64, Ιούλιος-Αύγουστος 2010, μετάφραση: Πέτρος Παπακωνσταντίνου.   [πηγή]

Αγγλιστί εδώ:

SLAVOJ ŽIŽEK,A PERMANENT 
ECONOMIC EMERGENCY

New Left Review 64, July-August 2010

Η θρησκεία του στιλέτου

Σχολιάστε

Michel Onfray, Η θρησκεία του στιλέτου: Εγκώμιον Σαρλότ Κορνταί, μετάφραση  Σαπφώ Διαμάντη, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 2011, ISBN 978-960-256-700-5.

Εγκώμιο στη δολοφόνο του Μαρά

Η ζωή της Σαρλότ Κορνταί στο γενικότερο πλαίσιο της Γαλλικής Επανάστασης

Της Μαγδαληνής Tσεβρένη

πηγή: Καθημερινή, 4-9-2011

«Ας παραιτηθούμε λοιπόν από γενναιοδωρία από προνόμια τα οποία θα βρισκόμασταν μια μέρα υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουμε από αναγκαιότητα»

Κάποτε, ο Γοργίας, ένας σπουδαίος σοφιστής και ρήτορας του 5ου αι. π. Χ., αφιέρωσε στην ωραία Ελένη ένα σύντομο κείμενο. Εκεί, εκθέτει μια διαφορετική ερμηνεία για τις αιτίες που κατηύθυναν τις πράξεις της, εξαιτίας των οποίων ξεκίνησε ο πόλεμος της Τροίας. Στο εγκώμιο της Ελένης, ο ρήτορας υποστηρίζει κάτι που ώς τότε κανείς δεν θα τολμούσε να σκεφτεί: αυτή η γυναίκα δεν είναι υπεύθυνη για τον πόλεμο. Αν μη τι άλλο, αποτελεί κι αυτή ένα από τα θύματά του.

Το κείμενο του Μισέλ Ονφρέ «Η θρησκεία του στιλέτου» είναι ένα διαφορετικό, σύγχρονο εγκώμιο, το οποίο μας προσφέρει το εκθειαστικό πορτρέτο μιας άλλης γυναίκας, που με ρομαντισμό νόμισε ότι μπορεί να πάρει την ιστορία στα χέρια της. Αναφέρεται στη Σαρλότ Κορνταί, τη δολοφόνο του επαναστάτη Ζαν-Πωλ Μαρά, για την οποία ο μαρκήσιος Nτε Σαντ γράφει: «Η βάρβαρη δολοφόνος του Μαρά, όμοια με εκείνα τα μικτά πλάσματα στα οποία δεν μπορεί να αποδοθεί κανένα φύλο, που ξερνά η κόλαση προς απελπισία και των δύο, δεν ανήκει άμεσα σε κανένα. Παραμορφώστε τα χαρακτηριστικά αυτού του τέρατος, ή τουλάχιστον μην το εκθέτετε στα αγανακτισμένα μας μάτια».

Ο Μισέλ Ονφρέ εντάσσει την προσωπογραφία της ηρωίδας του στο γενικότερο πλαίσιο της Γαλλικής Επανάστασης. Επιμένει στην ωμή περιγραφή των βιαιοτήτων, της τρομοκρατίας και των καθημερινών βιαιοπραγιών εκείνης της περιόδου, ενώ φαίνεται να υποστηρίζει με θέρμη το γεγονός ότι πρόκειται για μια ιστορική στιγμή «αχαλίνωτης μνησικακίας», ότι παρά τα θετικά αποτελέσματα της Επανάστασης και τη μεγαλοπρέπειά της, οι ακρότητες, το μίσος, οι σφαγές, ακόμα και ο κανιβαλισμός δεν υποδεικνύουν ένα λαό που ξεκάθαρα απαιτεί «ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη», αλλά ένα πλήθος που, διψασμένο για αίμα, αφήνει «τον θάνατο να κάνει κουμάντο στην πολιτική».

Με το παιγνιώδες ύφος του και ένα πρωτότυπο, προσωπικό αφηγηματικό στυλ, με τη συντροφιά του φιλοσόφου Νίτσε και του ιστορικού Μισελέ, ο Μισέλ Ονφρέ πλέκει το εγκώμιο της Σαρλότ Κορνταί, που απαγχονίστηκε σε ηλικία είκοσι τεσσάρων χρόνων επειδή πίστευε πως με την πράξη της θα εμπνεύσει κι άλλους να φερθούν ανάλογα και πως με την αυτοθυσία θα ξεφορτωθούν τους τυράννους, θα απαλλαγούν από το χάος και τη βία. «Θα πρέπει τουλάχιστον να εγκαθιδρυθεί η ειρήνη, και η διακυβέρνηση θα έρθει με κάποιον τρόπο», σημειώνει κάπου η Κορνταί, ενώ ελπίζει ότι η δημοκρατία, η ελευθερία και η ηθική θα θριαμβεύσουν.

Η ζωή της Κορνταί ξεδιπλώνεται ταυτόχρονα με τη ζωή του Μαρά. Σ’ αυτό το κείμενο των παράλληλων βίων μιας άλλης εποχής, ο συγγραφέας επιθυμεί να προστατεύσει και να εξυμνήσει κάθε μορφή αντίστασης ενάντια σε οποιαδήποτε πολιτική καταπίεση. Για τον λόγο αυτό, μετουσιώνει τη Σαρλότ Κορνταί στην απόλυτη αρετή και τον Ζαν-Πωλ Μαρά στο προσωπείο της μέγιστης πολιτικής διαφθοράς. Με αυτήν την παραστατική μεταφορά, που στο τέλος του κειμένου αποκαλύπτεται χωρίς ενδοιασμούς, η γλαφυρή και λεπτομερής αναπαράσταση μιας μικρής και ασήμαντης στιγμής της ιστορίας ανάγεται αλληγορικά σε ένα σύγχρονο πολιτικό επιχείρημα.

Διαβάστε επίσης:

Η θρησκεία του στιλέτου: Εγκώμιον Σαρλότ Κορνταί (Ποντίκι, 1-9-2011)

Εγκώμιο στη δολοφόνο του Μαρά (Το Βήμα, 15-7-2011)

Αρέσει σε %d bloggers: