ΠΕΡΙ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ (ΓΙΑ ΤΟ SET ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ «BACKYARD» ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ)

Σχολιάστε

backyard0025

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός (από το set “Backyard”)

Ο  Giorgio  Agamben γράφει στο έργο του Βεβηλώσεις σχετικά με τις αγαπημένες του φωτογραφίες τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή, στις φωτογραφίες που αγαπώ, που δεν θα ήθελα με τίποτα να παρασιωπήσω.  Πρόκειται για μια απαίτηση: το υποκείμενο που συλλαμβάνεται στη φωτογραφία απαιτεί κάτι από εμάς. Η έννοια της απαίτησης με απασχολεί ιδιαίτερα και δεν θα πρέπει να τη συγχέουμε με μια πραγματολογική αναγκαιότητα. Ακόμη κι αν το πρόσωπο που είχε φωτογραφηθεί λησμονήθηκε εντελώς, ακόμη κι αν το όνομα του σβήστηκε για πάντα από τη μνήμη των ανθρώπων, ακόμη και τότε- καλύτερα: ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο- εκείνος ο άνθρωπος, εκείνο το πρόσωπο, αξιώνουν το όνομα τους, απαιτούν να μη λησμονηθούν» [1].

Στο «Backyard»  η ενικότητα εκβάλει στην απώλεια. Ταυτόχρονα όμως ο χρόνος δεν είναι μόνο ενεστώς∙  αντίθετα έχει εσχατολογική προοπτική χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το υποκείμενο εκμηδενίζεται. Οι στιγμές που ενίοτε μπορεί να φαίνονται κοινότοπες ή πολύ «καθημερινές» αποκτούν στο «Backyard» άλλη διάσταση: εμπεριέχουν οιονεί την αγκαμπενική «απαίτηση», την κατάφαση στη μνήμη, τον εξοστρακισμό της λήθης, την αποθέωση της ετερότητας.

 

Ηράκλειο, 16 Απριλίου 2014

Γ. Μ. Βαρδαβάς

 

[1]. Βλ. Giorgio Agamben, Βεβηλώσεις, μετάφραση: Π. Τσιαμούρας, εκδόσεις  Άγρα, Αθήνα 2006, σελ. 39.

[πηγή]

Advertisements

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Γιώργου Κοντογιώργη «Οι ολιγάρχες» την Πέμπτη 26-6-2014 στην Αθήνα

Σχολιάστε

Παοουσίαση βιβλιου Γ.Κοντογιώργη Οι Ολιγάρχες

Πέτρος Θεοδωρίδης, Όταν συναντηθούμε ξανά

1 σχόλιο

Πέτρος Θεοδωρίδης, Όταν συναντηθούμε ξανά, επιμέλεια: Δήμος Χλωπτσιούδης, εκδόσεις τοβιβλίο , Θεσσαλονίκη 2014, ISBN: 978-618-81129-4-0.

otan-syntnatithoume

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Τον Πέτρο Θεοδωρίδη τον ξέραμε ως δοκιμιογράφο και συγγραφέα με δυο  βιβλία (οι Μεταμορφώσεις της Tαυτότητας και η Απατηλή Υπόσχεση της Αγάπης) στο ενεργητικό του πριν εκδώσει την συλλογή «όταν   συναντηθούμε ξανά » με υπότιτλο «ποιηματάκια».

Από το διαδίκτυο ξεπήδησαν τα ποιηματάκια. Έτσι απλά και λιτά. Όχι ποιήματα, αλλά ποιηματάκια. Σαν ένας άλλος συνομιλητής του Θεόκριτου ο Θεοδωρίδης από το πρώτο σκαλί παρατηρεί το έργο του. Ανικανοποίητος επιλέγει το υποκοριστικό. Ποιηματάκια, λοιπόν, που επεξεργάστηκε, ξαναδιάβασε και φρόντισε σαν ασθενικά παιδιά που τελικά ενηλικιώθηκαν και βρήκαν το δρόμο τους προς την έκδοση.

Με συνείδηση της πλαστικότητας του στίχου ο Θεοδωρίδης αγγίζει ευαίσθητες χορδές του σύγχρονου ανθρώπου. Με την οξυδέρκεια του δοκιμιογράφου, του συγγραφέα που αναζητά την εικόνα πίσω από το επιφανειακό χρώμα της ρητορείας και του κομφορμισμού, μεταχειρίζεται το στίχο ως ένα μέσο προκειμένου να αφυπνίσει τον αναγνώστη του. Συνδέει την προβληματική με την τέχνη, την αγωνία για το παρόν και το μέλλον με την εικονοπλασία και την πρόζα, τη θέαση της σύγχρονης κοινωνίας με το συναίσθημα και τον ποιητικό λόγο, με έναν τόνο διαχρονικό.

Η ποιητική του Θεοδωρίδη είναι ανθρωποκεντρική, θα λέγαμε ανθρωπιστική. Τον ενδιαφέρει ο Άνθρωπος, κάθε φυλής, κάθε χρώματος. Η υπαρξιακή αυτογνωσία και οι σύγχρονες ψυχικές ανάγκες βρίσκουν το δρόμο τους από τις λέξεις. Η φιλοσοφία και η μεταφυσική συνδέονται με τις πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις που απειλούν το σύγχρονο άνθρωπο.

Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουμε κάποια ποιήματα. Δύσκολο γιατί κάποια ξεχωρίζουν με τη δομή του στίχου, την ομοιοκαταληξία, το βαθύ νόημα και την εικονοπλαστική τους δύναμη.

Διακρίναμε την εισαγωγική διάγνωση. Ένα ποίημα σε μορφή πρόζας θεατρικής, μία μονολογική διάγνωση ενός ψυχιάτρου. Η νεολαία για την οποία όλοι μιλούν, για το μέλλον της οποίας όλοι τάχα φροντίζουν,  ζει μέσα στο αίμα που την ποτίζουν, γίνεται εφιάλτης απέναντι στην αγάπη. Ο ποιητής με ένα μακροσκελές ασύνδετο σχήμα δίνει όλη την έκταση των προβολών βίας απέναντι σε ανθρώπους, στο φυσικό περιβάλλον, σε οτιδήποτε υλικό. Ο κοινωνικός κανιβαλισμός και η κοινωνική καταπίεση, γέμισαν το παιδί με αδιαφορία για την αγάπη.

Στη συλλογή ξεχωρίζει επίσης η δική του Ιθάκη (κάποιες φορές δε θέλουμε να βρούμε την Ιθάκη). Ο Θεοδωρίδης δεν ακολουθεί τη στόχευση ούτε της ομηρικής ούτε της καβαφικής Ιθάκης. Ο άνθρωπος δεν έχει μόνο ανάγκη από την ένταση του καβαφικού ταξιδιού. Μερικές φορές χρειάζεται απλά να απολαύσει τη ζωή του, την ηρεμία. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να ταυτιστεί με τη φύση, να δεθεί μαζί της. Η ηρεμία της φύσης, το ειρηνικό θαλασσινό τοπίο δίνεται μέσα από ένα πλούτο εικόνων που μόνο η ανάγνωσή της χαλαρώνει.

Σταχυολογούμε επίσης το εξαιρετικό η σκοτωμένη ΧελιδΏνα. Ένας επιτάφιος συμβολικός στη φύση και την ανθρώπινη μοχθηρία. Με 9 ομοιοκατάληκτα δίστιχα ο δημιουργός πραγματεύεται την αχαριστία και τη μοχθηρία απέναντι στη Φύση, που συμβολίζεται από τη Χελιδόνα.

Η δυνατή εικονοπλασία γίνεται ένα μέσο για να καταδειχθεί η μοχθηρία του ανθρώπου που με δολοφονικά ένστικτα χύνει όλη του τη μανία στη φύση. Με σκληρές εικόνες τρόμου υπογραμμίζει τη δολοφονία της Χελιδόνας, γιατί ήταν ελεύθερη και πετούσε απλώνοντας χαμόγελα στους γύρω. Η δυναμική των εικόνων, παρά τη σκληρότητά τους, μεταφέρει έναν πλούτο συναισθημάτων στον αναγνώστη: αποτροπιασμός κι αγανάκτηση, πόνος και θλίψη, οδύνη και συμπόνια ξεπηδούν ανεμπόδιστα από τις λέξεις.

Διάχυτη στο ποίημα είναι ειρωνεία του ποιητή. Από τον τίτλο ακόμα, με εκείνο το “ανορθόγραφο” κεφαλαίο ωμέγα στη λέξη χελιδόνα, εκφράζει την ειρωνεία του. Με ανάλογο ύφος σχολιάζει το σαδισμό και το μίσος προς το αγαπημένο πουλί των παιδιών. Η χλεύη προς τον απάνθρωπο άνθρωπο διαπνέει όλο το ποίημα. Μάλιστα το ποίημα κλείνει με μία μοναδική σαρκαστική διάθεση, διατυπωμένη με ένα τρίστιχο σε πλήρη αντίθεση με τα προηγούμενα εννέα ομοιοκατάληκτα δίστιχα. Ο Θεοδωρίδης χλευάζει την ανθρώπινη στάση προς το περιβάλλον. Οι αμετανόητοι δολοφόνοι μετά από τόσο σκληρές εικόνες, προσεύχονται στο Θεό να τους στείλει κι άλλα χελιδόνια για να τα σκοτώσουν.

Επισημαίνουμε επίσης το μεταμοντέρνο εδώ, στο μέλλον… με τις ιδιαίτερες εικόνες του και την υπαρξιακή του αγωνία. Ο άνθρωπος έρμαιο των αιώνων πασχίζει να επιβιώσει, παλεύει συνεχώς να αντέξει στο μεταίχμιο του χρόνου. Ολιγόστιχο μα πλήρες νοημάτων. Οι στίχοι και οι λέξεις με συνεχείς αντιθέσεις (ολοφώτεινη νύχτα, ερμητικά ορθάνοιχτα, σκοτεινό ξημέρωμα) δηλώνουν τις συγκρούσεις του ανθρώπου, τη συνεχή -διαλεκτική- αλλαγή των καταστάσεων. Οι σχεδόν υπερρεαλιστικές εικόνες (ασθμαίνοντας σαν ρινόκεροι σε μάχη, αγριότοπο του παρόντος, αιχμηρό μεταίχμιο) συμπληρώνουν την υπαρξιακή αγωνία του ποιητή.  Το πρώτο  πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο δίνει μία πανανθρώπινη και διαχρονική έμφαση

Ιδιαίτερο είναι και το τέλος τους, όπου ο ποιητής πραγματεύεται έναν ινδιάνικο μύθο για την ταφή των σαμάνων. Ο θάνατος, το φυσικό τοπίο και το θείο συνδέονται σε τρεις τετράστιχες στροφές με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Ο άνθρωπος δένεται με το θεό με την ταφή μέσα στη φύση.

Στην Ιστορία (σελ 29) ο δημιουργός πραγματεύεται το παρελθόν, την κίνηση της ιστορίας, την κοινωνική εξέλιξη. Με ειρωνική διάθεση προσεγγίζει αντιλήψεις που έχουν ακουστεί για την ιστορία. Η ιστορία προχωρά από την ανάγκη (α-πορία) αδιαφορώντας για τον άνθρωπο (μας ποδοπατά) και οικοδομεί χωρίς να το σχεδιάζει (οικοδομεί αθέλητα κάτι το πιο μεγάλο) πάνω στον άνθρωπο (εμείς είμαστε υλικά για την εργολαβία). Η θεοδωριδική ιστορία είναι μια μάγισσα που χτίζει με μαντζούνια και ξόρκια παίζοντας ζάρια πάνω στον άνθρωπο. Οι θνητοί αδυνατούν να την ελέγξουν κι έτσι το μόνο που μένει ότι πρόσφεραν σαν οικοδομικό υλικό για να χτιστεί το κάτι πιο μεγάλο.

Το φασιστικό τρόμο πραγματεύεται στο ναρκισσισμό που γεννιέται από την αλαζονεία της ημιμάθειας, τον εγωισμό και την αυταπάτη της μοναδικότητας. Η εθνική υπερηφάνεια δίπλα στην αφέλεια δίνεται ένα πέπλο που καλύπτει τη γύμνια των ιδεών και την ντροπή για την κατάντια των ανθρώπων. Ο φασισμός γίνεται ένα ρούχο που κρύβει τελικά το φαουστικό  πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ. Εκείνος γερνά και γιγαντώνεται δίπλα μας, ενώ εμείς βλέπουμε ακόμα το νεαρό πλάσμα του παρελθόντος. Το ίδιο θέμα απασχολεί το Θεοδωρίδη και στο το φασισμό γεννά η έπαρσή μας. Όλα τα αρνητικά αισθήματα του ανθρώπου (ανωτερότητα, φόβος, κακία, μικροψυχία, κομφορμισμός, βλακεία) γεννούν τελικά το φασισμό. Μόνο που τούτη τη φορά δεν κρύβεται το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ, αλλά φανερά δακρύζει μέσα στον εξανδραποδισμό της ναρκισσιστικής αντίληψης για την ανωτερότητα και τη βία στον απροστάτευτο.

——————————————————————
Τη συλλογή ποιημάτων «όταν συναντηθούμε ξανά» μπορείτε να «κατεβάσετε» ελεύθερα από εδώ ή να  διαβάσετε online εδώ.
——————————————————————-
πηγή:

 

Arthur Schopenhauer, Περί ανάγνωσης και βιβλίων

Σχολιάστε

b192566

Arthur Schopenhauer, Περί ανάγνωσης και βιβλίωνΗ τέχνη της αποχής από την ανάγνωση,μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης, εκδόσεις Άγρα, σειρά: «Ο άτακτος λαγός» (σειρά β’), Αθήνα 2013, ISBN: 978-960-505-006-1.

Απόσπασμα (συνίσταται η ανάγνωση ολοκλήρου του βιβλίου):

Ἡ ἀμάθεια ὑποβιβάζει τὸν ἄνθρωπο μόνο ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ ὑλικὰ πλούτη. Ἡ ἔνδεια καὶ ἡ ἀνέχεια καθυποτάσσουν τοὺς φτωχούς. Ἡ ἐργασία ὑποκαθιστᾶ στὴ ζωή τους τὴ μάθηση καὶ ἀπασχολεῖ τὴ σκέψη τους. Ἀντίθετα, ὅσοι πλούσιοι εἶναι ἀμαθεῖς, ζοῦν μόνο γιὰ τὶς ἀπολαύσεις καὶ δὲν διαφέρουν ἀπὸ τὰ μοσχάρια. Ἀκόμη πιὸ ἀξιόμεμπτο εἶναι ὅτι δὲν χρησιμοποιοῦν τὰ πλούτη καὶ τὸν ἐλεύθερο χρόνο τους γιὰ νὰ τοὺς προσδώσουν ὕψιστη ἀξία.

Arthur SchopenhauerΠερί ανάγνωσης και βιβλίωνΗ τέχνη της αποχής από την ανάγνωση,μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδηςεκδόσεις Άγρα,Αθήνα 2013, σελ. 5 (απόσπασμα)

Αρέσει σε %d bloggers: