Richard Sennet, Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού

Σχολιάστε

b139740

Ρίτσαρντ Σένετ,  Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού, μετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2008, ISBN 978-960-449-332-6.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ποιοι είναι οι μετασχηματισμοί του πρώιμου βιομηχανικού καπιταλισμού που οδήγησαν σε εκείνον που συναντάμε σήμερα στη διεθνοποιημένη του μορφή; Ποιες είναι οι συνέπειες αυτού του πυρετωδώς ευμετάβλητου καπιταλισμού που αγκαλιάζει πλέον ολόκληρο τον πλανήτη και επηρεάζει την καθημερινότητά μας; Με άλλα λόγια, ποια είναι «η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού;»

Ο Σένετ, με το γνωστό ευρηματικό και διεισδυτικό τρόπο του, επικεντρώνει στο ζήτημα αυτό και εξετάζει τις αλλαγές στην εργασιακή οργάνωση και ηθική, τις νέες πεποιθήσεις και αξίες που αποδίδονται στο ταλέντο, στη δεξιοτεχνία, στην αποδοτικότητα. Οι νέες αυτές πεποιθήσεις εκβάλλουν σε μια νέα κουλτούρα που εγκαθιστά «το φάντασμα της αχρηστίας» τόσο ανάμεσα στα στελέχη όσο και στους απλούς εργαζομένους και υπαλλήλους. Μια κουλτούρα στην οποία το όριο μεταξύ κατανάλωσης και πολιτικής εξαλείφεται. […]

Μικρό απόσπασμα (συνίσταται η ανάγνωση ολοκλήρου του βιβλίου):

Τρεις δυνάμεις διαμορφώνουν το φάσμα της αχρηστίας ως σύγχρονη απειλή: η παγκόσμια προσφορά εργασίας, ο αυτοματισμός και η διαχείριση του γήρατος. Η καθεμιά από αυτές τις δυνάμεις δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Όταν ο τύπος δημοσιεύει ιστορίες τρόμου για την παγκόσμια προσφορά εργασίας, που αφαιρεί θέσεις απασχόλησης από τις πλούσιες περιοχές και τις μεταφέρει στις φτωχές, η ιστορία παρουσιάζεται συνήθως ως «ανταγωνισμός προς τα κάτω» μόνο όσον αφορά τους μισθούς. Ο καπιταλισμός υποτίθεται ότι αναζητά εργατικό δυναμικό οπουδήποτε το εργατικό δυναμικό είναι φθηνότερο. Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι συντελείται επίσης ένα είδος πολιτισμικής επιλογής, μέσω της οποίας θέσεις απασχόλησης «εγκαταλείπουν» τις χώρες με υψηλούς μισθούς, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία και «μεταναστεύουν» σε οικονομίες με χαμηλούς μισθούς και ειδικευμένους εργαζομένους οι οποίοι διαθέτουν μερικές φορές περισσότερα από τα απαιτούμενα προσόντα.[…]

Ρίτσαρντ Σένετ,  Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμούμετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννουεκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2008, σελ. 92-93.

Advertisements

Richard Sennett, Η τυραννία της οικειότητας

Σχολιάστε

Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας: Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό, μετάφραση: Γιώργος Ν. Μέρτικας, επιμέλεια: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999, ISBN: 960-211-480-0.

1173843_573775492681897_778512002_n

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Αξιολογώντας με ευαισθησία ένα πλήθος πηγών και παραδειγμάτων από τους τρεις τελευταίους αιώνες της ιστορίας του δυτικού πολιτισμού, ο Sennett ζητά να φωτίσει μιαν ουσιώδη στροφή: εκείνη που οδήγησε από την εναρμόνιση της δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας στην σύγκρουσή τους και στη σημερινή πρόταξη του ιδιωτικού στοιχείου απέναντι στο δημόσιο ως συνέπεια του κατακερματισμού της κοινωνίας σε άτομα. Η δημόσια σφαίρα ήταν ένας αυτονόητος χώρος εκδίπλωσης του ατόμου πέρα από τον στενό κύκλο της οικογένειας και των προσωπικών του φίλων· η επαφή με ξένους και συνάμα η απόσταση απ’ αυτούς, όπως την καθόριζαν κανόνες ευγενείας και συμπεριφοράς, αποτελούσε το φυσικό πεδίο ανάπτυξης δραστηριοτήτων, όχι απλώς επαγγελματικών, αλλά και πολιτισμικών, πολιτικών και κοινωνικών με την ευρύτερη έννοια. Η πρόταξη του προσωπικού και ιδιωτικού στοιχείου, συχνά υπό το πρόσχημα της αμεσότητας, γκρεμίζει ακριβώς τις λεπτές εκείνες αποστάσεις και συμβάσεις, οι οποίες καθιστούν δυνατή τη λειτουργία της δημόσιας σφαίρας. Ενώ φαίνεται να γκρεμίζονται τείχη, στην πραγματικότητα εγκαθιδρύεται η «τυραννία της οικειότητας», η ανελέητη πάλη των ναρκισσισμών – η ίδια η πολιτική βλέπεται υπό το πρίσμα ιδιωτικών και ψυχολογικών παραγόντων. Ο Sennett παρακολουθεί τη διαμόρφωση αυτών των φαινομένων, που συνιστούν την καθημερινή μας εμπειρία στις σύγχρονες δυτικές μαζικές δημοκρατίες, σε πολλές εκφάνσεις και διεργασίες ήδη από τον 19ο αι.: στη ζωή της πόλης και στην οικογένεια, στη μόδα και στην εμπορευματοποίηση, στην πολιτική ρητορική και στο θέατρο, στη λογοτεχνική κίνηση και στην αρχιτεκτονική.

Απόσπασμα από τη σελ. 66 του βιβλίου:

[Απόδειξη ή ευλογοφάνεια;]

Η λέξη «απόδειξη» κατέληξε στις εμπειρικές κοινωνικές σπουδές να έχει ένα ατυχές νόημα: καμμία άλλη εξήγηση δεν είναι εφικτή πέραν αυτής που προκύπτει ύστερα από μια δεδομένη διαδικασία έρευνας. Παλίνδρομες αναλύσεις, μέτρα του χί  και του γάμμα, χρησιμοποιούνται πλέον σε ποσοτικές μελέτες προκειμένου να γίνει επιλογή μεταξύ εναλλακτικών ερμηνειών, κατασκευάζοντας μιάν ιεραρχία εξαιρέσεων. Οι ποιοτικές μελέτες συχνά κι εσφαλμένα πασχίζουν ν’ αποδείξουν επιχειρήματα με τον ίδιο τρόπο. Ο ερευνητής οφείλει να προσπαθεί να εξαντλήσει όλο το φάσμα γνωστών λεπτομερειών περί του αντικειμένου. Ειδάλλως ίσως να υφίστανται δεδομένα άγνωστα για τον ερευνητή τα οποία «αναιρούν» το επιχείρημα του. Σε μια κλίμακα αλήθειας στηριγμένη σε εξαιρέσεις, η αντίφαση λόγω της ανακάλυψης μιας νέας μαρτυρίας πρέπει να σημαίνει ακύρωση του αρχικού επιχειρήματος, γιατί πώς είναι δυνατόν δύο αντίθετες ερμηνείες του ίδιου αντικειμένου ν’ αληθεύουν εξίσου;

Αυτός ο εμπειρικισμός, βασιζόμενος σε αποκλεισμό μέσω εξάντλησης των μαρτυριών, αντιτίθεται σε κάθε πραγματική ιδέα πνευματικής ειλικρίνειας. Φθάνουμε στην πνευματική ειλικρίνεια αφού παραδεχθούμε, κυριολεκτικά, την πραγματικότητα της αντίφασης, και διαγράψουμε κάθε ελπίδα πως θα καταλήξουμε σε μια αμετάβλητη απόφανση. Ο κανόνας που ορίζει ότι πρέπει να εξαντλείται το θέμα είναι πρακτικά ιδιόμορφος ∙ φαίνεται να είναι συνδεδεμένος με μια προϊούσα μικρογράφηση της εστίας του ζητήματος, έτσι ώστε όσα περισσότερα «γνωρίζουμε» περί του θέματος, τόσο περισσότερες λεπτομέρειες γνωρίζουμε. Η αναισθητοποίηση της διάνοιας είναι το αναπόφευκτο προϊόν αυτής της μορφής απόδειξης, γιατί απαιτεί να μην γίνουν κρίσεις μέχρις ότου ληφθούν υπ’ όψιν όλα τα γεγονότα – οψέποτε.

Στην ποιοτική έρευνα, η «απόδειξη», εάν πρέπει να χρησιμοποιούμε διόλου αυτήν τη φορτισμένη με ανησυχία λέξη, αποτελεί θέμα κατάδειξης μιας λογικής σχέσης∙ ο ποιοτικός ερευνητής έχει αναλάβει το βάρος της ευλογοφάνειας. Έφθασα να πιστεύω ότι αυτό το βάρος είναι μεγαλύτερο και πιο άτεγκτο απ’ ό,τι οι δεσμεύσεις που νιώθει κάποιος ερευνητής αποκλείοντας μιαν εξήγηση χάριν μιας άλλης, ανεξάρτητα από την αντίστοιχη δύναμη λογικής συνοχής τους. Η εμπειρική ευλογοφάνεια αφορά την κατάδειξη της εμπειρικής συνάφειας ανάμεσα σε φαινόμενα τα οποία μπορούν να περιγραφούν συγκεκριμένα. […]

Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας: Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό, μετάφραση: Γιώργος Ν. Μέρτικας, επιμέλεια: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999,σελ.66.

Δείτε και:

Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας (Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ)

Αρέσει σε %d bloggers: