Κρίστοφερ Λας: «Ζούμε σε έναν κόσμο δίχως στέρεη πραγματικότητα»

1 σχόλιο

b198223

 

Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης, Ζαν Κλωντ ΜισεάΗ κουλτούρα του εγωϊσμού, μετάφραση: Χριστίνα ΣταματοπούλουΕναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014, ISBN 978-960-427-155-9.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Το 1986, το βρετανικό τηλεοπτικό κανάλι, Channel 4, οργάνωσε μία συνάντηση ανάμεσα στον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κρίστοφερ Λας, συνάντηση που πραγματοποιήθηκε, υπό την διεύθυνση και με τη συμμετοχή του Καναδού φιλόσοφου και πολιτικού Μάικλ Ιγνάτιεφ. Αυτή η συνομιλία, που δεν ξαναμεταδόθηκε ούτε μεταγράφηκε ποτέ, μέχρι την πρόσφατη έκδοσή της το 2013, αναλύει τις ηθικές, ψυχολογικές και ανθρωπολογικές επιπτώσεις της ανάπτυξης του σύγχρονου καπιταλισμού. Οι απαρχές της καταναλωτικής κοινωνίας συνοδεύονται από τη γέννηση ενός νέου εγωισμού, που κάνει τα άτομα να αποσύρονται από τη δημόσια σφαίρα και να καταφεύγουν σε έναν αποκλειστικά ιδιωτικό κόσμο. Χωρίς σχέδιο, όμηροι ενός παραισθησιογόνου κόσμου, ναρκωμένου από το μάρκετινγκ και τη διαφήμιση, τα άτομα δεν διαθέτουν πλέον πρότυπα με τα οποία μπορούν να ταυτιστούν. Η συνομιλία ακολουθείται από ένα εκτενές επίμετρο του Ζαν-Κλωντ Μισεά, με τίτλο «Η ψυχή του ανθρώπου στον καπιταλισμό».

***

Πριν από τριάντα ή εξήντα χρόνια, οι άνθρωποι της αριστεράς μιλούσαν για τη Μεγάλη Νύχτα, οι άνθρωποι της δεξιάς για την αέναη πρόοδο κ.λπ. Σήμερα, κανένας δεν τολμάει να εκφράσει ένα φιλόδοξο σχέδιο, ή τουλάχιστον ορθολογικό, που να πηγαίνει πέρα από τον προϋπολογισμό ή από τις προσεχείς εκλογές

Κορνήλιος Καστοριάδης

 

Περιέγραψα τον «ελάχιστο εαυτό» ή το «ναρκισσιστικό Εγώ» σαν ένα Εγώ που αδειάζει όλο και περισσότερο από κάθε περιεχόμενο, που έχει φτάσει να προσδιορίζει τους στόχους του για τη ζωή με τους πιο περιοριστικούς όρους, με όρους απλής επιβίωσης, καθημερινής επιβίωσης.

Κρίστοφερ Λας

 

Οι σύγχρονοι άνθρωποι δεν πρόκειται να βρουν τον δρόμο προς μια προσωπική και συλλογική χειραφέτηση, πραγματική και συνάμα γνήσια ανθρώπινη, με το να δαιμονοποιούν ως «αντιδραστική» κάθε αίσθηση ταυτότητας και συγγένειας ή χαρακτηρίζοντας, από θέση αρχής, ως υποχρεωτικά «παρελθοντολατρεία» τη θεμιτή προσήλωση των λαών στη γλώσσα τους, τις παραδόσεις τους και τον πολιτισμό τους – και ως γνωστόν, αυτός είναι, σήμερα, ο σταθερός πυρήνας κάθε αριστερής μεταφυσικής.

Ζαν Κλωντ Μισεά

Απόσπασμα από το βιβλίο (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου): 

[σελ. 26] (…)Κρίστοφερ Λας

Αυτό που με εκπλήσσει είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο δίχως στέρεη πραγματικότητα…Λέμε συχνά πως η καταναλωτική κοινωνία μας περιβάλλει με αντικείμενα, πως μας ωθεί να τους δίνουμε μεγάλη σημασία, αλλά νομίζω πως πρόκειται για απατηλή ιδέα. Θεωρώ τον κόσμο, μέσα στον οποίο ζούμε, εξαιρετικά ασταθή, πρόκειται για έναν κόσμο που αποτελείται από φευγαλέες εικόνες και που τείνει όλο και περισσότερο -εν μέρει, νομίζω, χάρη στην τεχνολογία των μαζικών μέσων επικοινωνίας- να αποκτήσει έναν παραισθησιογόνο χαρακτήρα: ένα είδος κόσμου από φανταστικές εικόνες, σε αντίθεση με έναν κόσμο πραγματικών αντικειμένων τα οποία να διαρκούν περισσότερο από εμάς. Αυτή η αίσθηση της ιστορικής συνέχειας, που προσφέρει, μεταξύ άλλων η οικειότητα με στέρεα, χειροπιαστά αντικείμενα, δείχνει να υποχωρεί όλο και περισσότερο μπροστά σε μια επίθεση από εικόνες φτιαγμένες, [σελ.27] τις περισσότερες φορές, για να ξυπνάνε τις φαντασιώσεις μας. Πιστεύω πως ακόμα και η επιστήμη, που, μέχρι τώρα, θεωρούνταν ένα από τα κυριότερα μέσα δημιουργίας μιας πιο ορθολογικής, πιο ρεαλιστικής κοσμοαντίληψης, εμφανίζεται, στην καθημερινή μας ζωή, σαν μια διαδοχή τεχνολογικών θαυμάτων που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι όλα είναι δυνατά. Σε έναν κόσμο όπου όλα είναι δυνατά, με μία έννοια, τίποτε δεν είναι εφικτό. Κι έπειτα, τα όρια ανάμεσα στο Εγώ και τον περιβάλλοντα κόσμο τείνουν να συγχέονται όλο και περισσότερο.(…)

Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης, Ζαν Κλωντ ΜισεάΗ κουλτούρα του εγωϊσμού, μετάφραση: Χριστίνα ΣταματοπούλουΕναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014, σελ.26-27.

Advertisements

Κώστας Χατζηαντωνίου, Η γραφή ως υποκατάστατο της επιθυμίας (Με αφορμή το βιβλίο της Βάσως Αλεξανδράκη «Το παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο “Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης” του Ν. Γ. Πεντζίκη»)

Σχολιάστε

paixnidiepithimias

Βάσω ΑλεξανδράκηΤο παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Ν.Γ.Πεντζίκη, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2013, ISBN 978-960-527-730-7.

Ακολουθεί το κριτικό σημείωμα που έγραψε για το βιβλίο ο Κώστας Χατζηαντωνίου (πηγή: ΑΥΓΗ/ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ, 11-1-2015):

Η γραφή ως υποκατάστατο της επιθυμίας

Με αφορμή το βιβλίο της Βάσως Αλεξανδράκη «Το παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο “Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης” του Ν. Γ. Πεντζίκη»

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

«Να φωτίσεις το κείμενο σημαίνει να ανατρέψεις τον τίτλο» επεσήμαινε προσφυώς ο J. Ricardou υποδεικνύοντας τη διαλεκτική σχέση με την οποία ένα κείμενο μπορεί να ανατρέπει την κυριαρχία (δηλαδή τη μονοσημία) του τίτλου του. Όταν το 1966 ο Ν. Γ. Πεντζίκης εξέδιδε το «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» (μετά από γραφή σχεδόν δύο δεκαετιών), η ιδιόρρυθμη ύπαρξη και το πρωτοποριακό έργο του σφράγιζαν ήδη τη λογοτεχνική ζωή της μητέρας Θεσσαλονίκης αλλά και ευρύτερα τη νεοελληνική τέχνη. Η γοητεία της φυσικής του παρουσίας ενίσχυε εξωκειμενικά την ακατάτακτη ρευστότητα των εντυπώσεων και την αποσπασματική αφήγηση που χαρακτήριζαν το έργο αυτό, με αποτέλεσμα αυτός μεν να καταστεί μέχρι σήμερα ένα απροσδιόριστο είδωλο (που λατρεύουν εξίσου συντηρητικοί και πρωτοποριακοί, υλόφρονες αλλά και θρησκόληπτοι), το δε έργο του να υιοθετηθεί ως μια ιδεώδης παρέκκλιση. Ελάχιστοι ασχολήθηκαν με την ουσία της προσπάθειας, να ανατρέψει το ρομαντικό πρόταγμα της Έρσης του Δροσίνη, υψώνοντας τη σημαία της παραίτησης από αυτό που ζητά μια κοινωνία που θέλει να έχει μυθιστόρημα.

Κάποτε όμως φτάνει η ώρα της γνήσιας φιλολογίας. Η εξαιρετική έμπνευση της κ. Β. Αλεξανδράκη να εξετάσει σε βάθος αυτό το «μυθιστόρημα», μας δίνει την ευκαιρία να μιλήσουμε για την πολυσυζητημένη αδυναμία μας να συγκροτήσουμε ως κοινωνία μυθιστόρημα, αδυναμία την οποία, συνήθως, ντύνουμε με διάφορες κουτοπόνηρες, αντάξιες των ρωμηών δικαιολογίες περί οθνείων αφηγηματικών ειδών. Συγχρόνως, η άψογη τούτη κριτική μελέτη, μας δίνει μιαν ιδανική αφορμή να στοχαστούμε για την περίφημη απαξίωση της επιθυμίας και της ματαιοδοξίας, με την οποία εξωραΐζουμε συχνά το ακαταλόγιστο ή προσπαθούμε να αποκρύψουμε μια βαθιά, καλά κρυμμένη ματαιοδοξία. Βέβαια, το παράδοξο πάντα ευχαριστεί και αναστατώνει αλλά υπάρχει και ένα σκόπιμο παράδοξο που επιδιώκει το μυστήριο και τον θαυμασμό αυτού που δεν τολμούμε εμείς να διαπράξουμε. Η κοινή συνείδηση αναζητά σταθερά τον τρελό του χωριού για να πει αυτό που είναι η βαθύτατη πίστη της. Πως τίποτα δεν έχει νόημα πλην του χλευασμού του παραδεδεγμένου, πλην της δουλικής προσχώρησης στο ανορθολογικό αναπόδεικτο μιας μυθολογίας. Κι εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν.

Έργο ωριμότητας το βιβλίο αυτό του Πεντζίκη, έχει ως πυρήνα την αναζήτηση της ευτυχίας μέσα από την παραίτηση της διερεύνησης της ταυτότητας και την έξοδο από τον τάχα κλειστό χώρο του υποκειμένου για να παραδοθούμε στον τάχα ανοιχτό χώρο των προσώπων και των πραγμάτων. Ως μεταφυσικό επιχείρημα καλό ακούγεται. Έτσι είναι όμως; Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης σχεδιάζεται και εκτυλίσσεται με βάση το ανεκπλήρωτο της επιθυμίας και την αποξένωση από την πραγματικότητα. Ένα πλαίσιο αλλοτρίωσης ορίζει την αναζήτηση της ταυτότητας που θα κάνει εφικτή την πραγμάτωση της ερωτικής επιθυμίας – της κορυφαίας επιθυμίας του ανθρώπου. Ως τυπική αφετηρία λαμβάνεται η Έρση του Δροσίνη, το ρομαντικό πρότυπο μιας ανεύρετης ευτυχίας. Ο συγγραφέας αναζητεί αυτό που εμποδίζει τα όνειρα να γίνουν πραγματικότητα μιλώντας για τη δυναμική της επιθυμίας που δίνει ειδικά σε αυτό το βιβλίο ιδιαίτερη ένταση στην διεσπαρμένη (όπως πάντα στον Πεντζίκη) σε πληθώρα λεπτομερειών και εν απουσία χρονικού νοήματος γραφή.

Καθώς η Β. Αλεξανδράκη έχει οργανώσει υποδειγματικά το υλικό της, ο αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη του «Μυθιστορήματος της Έρσης» σε έξι κεφάλαια και να περιπλανηθεί κι αυτός από το όνειρο της ευτυχίας και τη ματαίωσή του ως την παρηγοριά της γραφής. Είναι ασφαλώς αναγκαία μια παρηγοριά μετά τη ματαίωση της επιθυμίας που είναι το πλαίσιο του πρώτου μέρους αυτής της βαθιά εσωτερικής και εξωλογικής περιπέτειας. Μήπως όμως η ματαίωση της επιθυμίας, του ονείρου, είναι ματαίωση και της πραγματικότητας ή ακόμη και αυτής της ύπαρξης; Ο Πεντζίκης εγκαταλείποντας την ιστορία και τα πρόσωπα, αντιλαμβάνεται την πτώση ως λύτρωση. Το τέλος της περιπλάνησης και η εύρεση νοήματος με τη γραφή να είναι το σημαίνον της ύπαρξης, μπορεί ωστόσο να μην είναι λύτρωση ή εύρεση αλλά απώλεια της ταυτότητας ή παράδοση στη φαντασίωση. Η πραγματικότητα δυστυχώς δεν καταργείται, όσο και αν ο συγγραφέας την αποφεύγει. Αντιθέτως, επιβάλλεται πλήρως αφού το υποκείμενο παραιτείται και καταφεύγει στη φαντασίωση. Όταν καταλήγει κανείς πως η ευτυχία είναι εσωτερική υπόθεση, φτάνει στην ουσία του πιο αντιδραστικού ιδεολογήματος. Τι κι αν τριγύρω μπορεί να είναι κόλαση; Εσύ μπορείς να είσαι εσωτερικά ελεύθερος και ευτυχής.

Θα ήταν αποτελεσματικό τούτο το χάπι αν η γραφή είχε λάβει οριστικό και σταθερό σχήμα, αν συγκροτούσε δηλαδή μυθιστόρημα. Η αποτυχία όμως να οικοδομήσουμε μυθιστόρημα, τα χωρίς συνοχή σπαράγματα, η καταφυγή στην κατοχυρωμένη αυθεντία και στον ειπωμένο και απαραβίαστο λόγο που εγγυάται τη συνέχεια, δεν ενώνουν αλλά τονίζουν την πολυδιάσπαση ενός κόσμου που έχει απολέσει κάθε ενότητα. Αν η απάντηση στο ζήτημα της ευτυχίας είναι η αφήγηση, η γραφή, ποια απάντηση στην αγωνία της ύπαρξης μπορεί να βρει ο αναγνώστης όταν ο ίδιος ο συγγραφέας λέει πως δεν τον ενδιαφέρει η αφήγηση αλλά οι εσωτερικές της απηχήσεις; Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς πως πρόκειται περί μύθου. Όμως ακόμη και ο μύθος έχει δομή, έχει αρχή, μέση και τέλος, δεν είναι παραλήρημα. Μήπως λοιπόν το αφελές και το εξωλογικό δεν είναι μόνο φαινομενικά αλλά και ουσιαστικά αφελές; Και μήπως αυτό το εξωλογικό είναι που έκανε τον συγγραφέα αγαπητό σε ετερόκλητο κοινό;

Υπάρχει μια θεωρία περί ανάγκης αποκρυπτογράφησης και μύησης σε απαγορευμένα στον κοινό νου μυστικά (στη ζωή, στη λογοτεχνία, στην επιστήμη). Η θεωρία αυτή μοιάζει όμορφη αλλά δεν είναι παρά η αιτία της κοινωνικής και λογοτεχνικής μας κακοδαιμονίας, η αιτία της αδυναμίας να αφηνόμαστε στο τυχαίο και στο παράλληλα συμβαίνον, της αδυναμίας μας να γίνουμε επιτέλους αστική κοινωνία που θα δώσει ένα συγκροτημένο μυθιστόρημα. Διότι προς τούτο δεν αρκεί γόνιμη φαντασία και εξυπνάδες. Απαιτείται πειθαρχία σκοπών και μέσων. Με την παραδοξολογία, τον ιδεοκρατικό υπερβατικό κώδικα και τη μεταφυσική βάζουμε μεν τα βιβλία μας στο απυρόβλητο, λογοτεχνία σύγχρονων αξιώσεων όμως δεν οικοδομούμε.

Δεν εννοώ φυσικά πως η γραφή πρέπει να είναι αναπαράσταση της πραγματικότητας. Αν ωστόσο η λογοτεχνία έχει να επιτελέσει έναν κοινωνικό ρόλο πέραν της ατομικής εκτόνωσης, δεν μπορεί και να υπάρχει ερήμην της. Η «συμβολαιογραφική πράξη με το απουσιάζον» προϋποθέτει πως το απουσιάζον υπάρχει, πως απλώς λείπει. Όταν όμως αυτό δεν υπάρχει; Για τούτο και η επίθεση του Πεντζίκη κατά της ιδεοκρατίας μοιάζει ειρωνική αφού μάλλον αγνοούσε αυτό που θα τον οδηγούσε πραγματικά σε απορία: ιδέες υπηρέτησε και ιδέες αναζητούσε όταν αναζητούσε τα υλικά σχήματά τους, την υλική τους υπόσταση. Οι θεωρίες περί πραγμάτωσης του αόρατου εντός του ορατού είναι η αυταπάτη κάθε ιδεαλιστή. Ο «ματεριαλιστής του άυλου» (φράση του Γ. Θέμελη) ήταν ένας ιδεαλιστής που απλά ντρέπονταν να ομολογήσει την πίστη του στις ιδέες. Το γεγονός ότι ήταν προσκολλημένος στα πράγματα δεν αναιρούσε αυτή την κατάσταση, απλώς επέτεινε τον διχασμό. Η δε ονειρική γραφή του, που αντλούσε από τα φαινόμενα και την πληθώρα λεπτομερειών, διαλύοντας την πραγματικότητα σε μια απειρότητα αντιθέσεων και πλήρους ρευστότητας, θα φτάσει να διαλύσει τον κόσμο καταργώντας κάθε συνθήκη ικανή για συγκρότηση ταυτότητας και ανοίγοντας με την περίφημη ενότητα υποκειμένου/ αντικειμένου την πόρτα είτε του μηδενός είτε του θρησκευτικού ολοκληρωτισμού.

Ένα μυθιστόρημα λοιπόν για τη γραφή; Μια περιπέτεια συνεχών διερωτήσεων με την τέχνη ως ύστατη παρηγοριά ενώ τριγύρω όλα είναι απροσδιόριστα, όλα τελούν υπό διάψευση, όλα καταρρέουν; Αν για τον Πεντζίκη αυτό είχε αποτέλεσμα λυτρωτικό (ανοίγοντας την πόρτα της θρησκοληψίας), για πολλούς άλλους νομίζω πως ανοίγει η πόρτα του «όλα επιτρέπονται». Από την μεταμοντέρνα διάλυση της τέχνης μέχρι την αμφισβήτηση κάθε ιστορικής αλήθειας (αφού «όλα είναι μια αφήγηση») και από το όργιο της λεηλασίας του δημοσίου χρήματος μέχρι την καταρράκωση της πολιτικής δημοκρατίας. Η θεωρία για την τέχνη ως παρηγοριά διαλύει εν τέλει τη συνείδηση του ελεύθερου ανθρώπου, την πολιτική συνείδηση και τον κάνει έτοιμο να υποταχθεί στην ασιατική αγέλη που προσκυνά ξόανα. Ας το πούμε λοιπόν καθαρά. Πηγή της ζωής και της τέχνης είναι μονάχα ο λόγος. Το αντίκρισμα της αλήθειας που δεν είναι άλλη από την τραγική μας παράδοση. Αρκετά με τα εξωλογικά παραμύθια και τις παρηγοριές, με τα υποκατάστατα της επιθυμίας που γίνονται γραφή. Καιρός η γραφή να γίνει η έκφραση της επιθυμίας μας.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2015/01/blog-post_72.html

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ, ΠΕΡΙ ΒΛΑΚΕΙΑΣ

Σχολιάστε

 

978-960-03-5838-4b

Βλακεία εἶναι νά ζητᾶς αὐτό πού δέν σοῦ ἀνήκει, στερῶντας το ἀπό ἄλλους ἤ δίνοντας ἀγώνα γιά νά τό στερηθοῦν.

 

 

 

Κωστή Παπαγιώργη, Υπεραστικά, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2014, ISBN: 978-960-03-5838-4, σελ. 76.

Αρέσει σε %d bloggers: