Ν.Γ.Πεντζίκης, Ανδρέας Δημακούδης

Σχολιάστε

21a-1977-andreas-dimakoudis

 

(…) Θὰ διάλεγε ἕνα βιβλίο. Μιὰ ἱστορία θαλασσινή. Μιὰ ἔκδοση ἄνετη κι’ εὐχάριστη, μὲ σωστὴ ἀναλογία γραμμάτων καὶ λευκοῦ περιθωρίου, σὲ καλὴ ποιότητα χαρτιοῦ. Θὰ καθότανε μισοξαπλωμένος στὴν πέτσινη πολυθρόνα. Δὲν θ’ ἀπασχολοῦνταν μὲ τὸν συρφετὸ τῶν σκέψεων. Τὸ σῶμα του ὁλόκληρο θὰ ἔσβηνε σὲ μιὰ γλυπόπικρη γεύση, δημιουργικὴ εἰκόνων γεμάτων ἡδονὴ κι’ εὐχαρίστηση. (…)

WEB_Πεντζίκης_high

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ανδρέας Δημακούδης και άλλες μαρτυρίες χαμού και δεύτερης πανοπλίας, εκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 9.

 

Advertisements

Που πηγαίνει η δημοκρατία;

2 Σχόλια

b192999

Giorgio AgambenAlain BadiouDaniel BensaidWendy BrownJean-Luc NancyJacques RancièreKristin RossSlavoj ŽižekΠου πηγαίνει η δημοκρατία;μετάφραση: Νατάσα ΚατσογιάννηΦρίξος ΜαραβέλιαςΦώτης Σιατίτσαςεπιμέλεια: Δημήτρις Βεργέτης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, ISBN: 978-960-16-5114-9.

Από το οπισθόφυλλο του συλλογικού τόμου: 

(…)Στο βιβλίο αυτό δεν θα βρούμε ούτε τον ορισμό της δημοκρατίας ούτε οδηγίες χρήσεως ούτε, ακόμη περισσότερο, μια ετυμηγορία υπέρ ή κατά της δημοκρατίας. Ο κοινός παρονομαστής της σκέψης των οκτώ φιλοσόφων είναι ότι η δημοκρατία δεν περιορίζεται στις κάλπες. Οι απόψεις τους είναι σαφείς, διαφορετικές μεταξύ τους, ακόμη και αντικρουόμενες: αυτή η λέξη, όσο ταλαιπωρημένη κι αν θεωρείται, δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί – είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο, από την εποχή του Πλάτωνα έως σήμερα, στρέφεται ο πολιτικός διάλογος και η στρατηγική βελτίωσης της ζωής που επιχειρεί ο κόσμος.

Απόσπασμα από το «Εισαγωγικό σημείωμα πάνω στην έννοια της δημοκρατίας» του G. Agamben:

[σελ. 15] (…) Εάν γινόμαστε σήμερα μάρτυρες μιας συντριπτικής επικυριαρχίας της (δια)κυβέρνησης και της οικονομίας επί μιας λαϊκής κυριαρχίας που αποστραγγίστηκε σταδιακά από κάθε νόημα, αυτό συμβαίνει πιθανόν διότι οι δυτικές δημοκρατίες πληρώνουν αυτή τη στιγμή το αντίτιμο μιας φιλοσοφικής κληρονομιάς που αποδέχτηκαν ανεπιφύλακτα. Η παρεξήγηση, που έγκειται στη σύλληψη της (δια)κυβέρνησης ως απλής εκτελεστικής εξουσίας, αποτελεί ένα από τα σφάλματα με τις πιο βαριές συνέπειες στην ιστορία της πολιτικής της Δύσης. Είχε ως αποτέλεσμα ο πολιτικός στοχασμός της νεοτερικότητας να χαθεί πίσω από ορισμένες κενές αφαιρέσεις όπως αυτή του νόμου, της γενικής βούλησης και της λαϊκής κυριαρχίας, αφήνοντας αναπάντητο το καθοριστικό, από κάθε άποψη, πρόβλημα, που είναι εκείνο της (δια)κυβέρνησης και της άρθρωσης της με το κυρίαρχον. (…)

Συλλογικό έργο, Που πηγαίνει η δημοκρατία;μετάφραση: Νατάσα ΚατσογιάννηΦρίξος ΜαραβέλιαςΦώτης Σιατίτσαςεπιμέλεια: Δημήτρις Βεργέτηςεκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, σελ. 15 (αποσπάσματα)

Jean – Luc Marion, Ο Θεός χωρίς το Είναι

Σχολιάστε

b183779

Jean – Luc Marion,  Ο Θεός χωρίς το Είναι, μετάφραση: Χρήστος Μαρσέλλος, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2012, ISBN 978-960-435-367-5.

Αναδημοσίευση της κριτικής του π. Ευαγγέλου Γκανά (αρχική δημοσίευση: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-7-2013)

π. Ευάγγελος Γκανάς

Η ελευθερία στη θεολογία δικαίως μας τρομάζει

(Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-7-2013)

Η πρώτη φράση του Ζαν Λυκ Μαριόν από το βιβλίο του «Ο Θεός χωρίς το Είναι» (σε ιδιαίτερα επιμελημένη μετάφραση του Χρήστου Μαρσέλλου) στοιχειώνει τη φαντασία του φιλοσόφου και του θεολόγου εξίσου: «Θα έπρεπε να ομολογήσουμε κάποτε ότι η θεολογία, από όλες τις μορφές γραφής, είναι εκείνη που προκαλεί μάλλον τη μεγαλύτερη απόλαυση. Μάλιστα όχι την απόλαυση του κειμένου, αλλά την απόλαυση -εκτός αν πούμε ήδη τη χαρά- που αισθάνεται κανείς όταν το υπερβαίνει: πηγαίνοντας από τα verba στο Verbum». Από το πλήθος των τεκμηρίων που προσκομίζει το πυκνό και γόνιμο αυτό δοκίμιο εις επίρρωσιν του παραπάνω ισχυρισμού θα αρκεστώ σε τρία.

Πέρα από τη μεταφυσική

Το πρώτο μέλημα του Μαριόν είναι να καταστήσει προβληματικό το προφανές, αυτό στο οποίο συμφωνούν τόσο οι παλαιοί μεταφυσικοί όσο και ορισμένοι σύγχρονοι νεοθωμιστές: ότι ο Θεός, πριν από οτιδήποτε άλλο οφείλει να είναι. Επικαλούμενος μια γνωστή ρήση του Χάιντεγκερ, ο Μαριόν μας λέει πως σε έναν Θεό που νοείται ως αιτία του εαυτού τoυ (causa sui) ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσευχηθεί, δεν μπορεί να πέσει στα γόνατα περιδεής, προσφέροντας αίνο και λατρεία. Θεϊσμός και αθεϊσμός μάχονται αενάως ως αντίπαλοι, αν και στην πραγματικότητα είναι αδελφοί-εχθροί: κοινή τους μήτρα η ανυπέρβλητη ειδωλολατρία. Αντιθέτως ο χριστιανισμός σκέπτεται τον Θεό βάσει του ίδιου του Θεού και μόνο, στο μέτρο που Αυτός αποκαλύπτεται. Για την αρχαία χριστιανική πίστη η φιλοσοφία ήταν μωρία. Αυτό δεν φανερώνει γνωσιοθεωρητική αλαζονεία, αλλά την πεποίθηση ότι η θεολογία καθίσταται η ίδια μωρία αν δεχθεί ως αναγκαία θεραπαινίδα της τη φιλοσοφία. Η θεολογία δεν αφορά τον Θεό, αλλά το γεγονός της πίστης στον εσταυρωμένο και αναστάντα Χριστό.

Η επιδίωξη της ισχύος πλάθει «θεούς», σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που η παρουσία των «θεών» καταλήγει κοινότοπη και οδηγεί τον άνθρωπο στη δυσφορία και τους «θεούς» στο λυκόφως τους. Ομως ταυτόχρονα, κάθε στιγμή της ζωής, η ανθρώπινη κατάσταση απαιτεί και παράγει νέους «θεούς», όσο και αν δυσφορεί για τους παλαιούς. Η επιδίωξη της ισχύος δεν παύει να επιθυμεί τον εαυτό της και αυτό ισχύει τόσο όταν παράγει «θεούς» όσο κι όταν τους αποκαθηλώνει από το βάθρο τους. Επιδίωξη της ισχύος και μεταφυσική αλληλοπεριχωρούνται.

Στη διαπίστωση του Τσέλαν πως κανείς δεν μαρτυρεί για τον μάρτυρα, ο Μαριόν αντιτείνει ότι ο χριστιανός δεν μαρτυρείται τέτοιος λέγοντας μόνος του ότι είναι χριστιανός, αλλά περιμένει από τον Ιησού να επιβεβαιώσει την απόφανση αυτή. Η ομολογία προϋποθέτει την πίστη ότι ο Ιησούς είναι πραγματικά ο Κύριος. Κύριος του κόσμου και της Ιστορίας, διαρκώς παρών με τις ενέργειές του και ότι ο ομολογών έχει πραγματικά αναδημιουργηθεί κατ’ εικόνα του Χριστού. Υπάρχει πάντοτε μια ένταση, ένα χάσμα, ανάμεσα στην ομολογία, όπου το εγώ λέει υπερβολικά πολλά, και την μαρτυρία, οπού το εγώ αφήνεται σιωπηλά στην ενατένιση της δόξας του Ιησού.

Η μαρτυρία αυτή καθιστά συχνά τους χριστιανούς μειοψηφία υπό διωγμό. Ετσι ξαναβρίσκουμε τον συσχετισμό ομολογίας και μαρτυρίου. Σε αυτόν που ομολογεί, το μαρτύριο δίνει, όπως στην περίπτωση του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, τη χάρη να εισέλθει σε μια κατάσταση όπου η ομολογία πίστεως είναι απολύτως σωστή. Γιατί ο μάρτυρας αφενός αναλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του Χριστού και αφετέρου έχει αναληφθεί από αυτά: αφήνει το πνεύμα του στον Θεό και συγχωρεί τους θύτες του. Υιοθετώντας τη βιβλική και πατερική αντίληψη, ο Μαριόν οδηγείται στο συμπέρασμα ότι ο θεολόγος δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιζητεί ένα «επιστημονικό» κύρος, δεν μπορεί παρά να γίνει ο ίδιος άγιος, γιατί μόνο ο άγιος γνωρίζει για τι μιλά όταν κάνει θεολογία.

Σκοπός της θεολογίας

Ο Λόγος έχει ολοκληρώσει το έργο του και κάθεται ήδη στα δεξιά του Πατρός (εξ ου και η τελευταία λέξη του επί του σταυρού: τετέλεσται). Ετσι στη θεολογία δεν υπάρχει δυνατότητα για πρόοδο και ανακάλυψη παρά μόνο για μεταστροφή (conversion) στον Λόγο. Η θεολογία αστοχεί όταν υφαρπάζει την ανθρωπολογία από τον αυστηρά φαινομενολογικό (επομένως φιλοσοφικό) στόχο μιας αναλυτικής του Dasein. Αντικείμενο της θεολογίας είναι το Dasein ως πιστό. Σκοπός της θεολογίας, με άλλα λόγια, είναι να δείξει στον κόσμο τι σημαίνει ότι είναι ο κόσμος και όχι η Εκκλησία. Στην Εκκλησία έχει δοθεί και χώρος και χρόνος. Χώρος είναι τα έθνη που εγκεντρίζονται στον Ισραήλ. Χρόνος είναι το saeculum, o χρόνος που απομένει (βλ. Αγκάμπεν), μέχρι την Παρουσία του Κυρίου.

Ας κλείσουμε με τα λόγια του ίδιου του Μαριόν: «Είμαστε απείρως ελεύθεροι στη θεολογία: βρίσκουμε τα πάντα ήδη δεδομένα, κεκτημένα, διαθέσιμα. Δεν μένει παρά να καταλάβουμε, να πούμε και να γιορτάσουμε. Τόση ελευθερία, δικαίως, μας τρομάζει».

http://www.kathimerini.gr/492554/article/politismos/arxeio-politismoy/h-eley8eria-sth-8eologia-dikaiws-mas-tromazei

Αρέσει σε %d bloggers: