Θ.Ι.Ζιάκας, Πέρα απο το άτομο

Σχολιάστε

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Πέρα από το άτομο, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2003,

ISBN:978-960-527-275-3.

του Γιάννη Δ. Ιωαννίδη

Όταν το 1989 γκρεμιζόταν το «τείχος τού Βερολίνου», πολλοί ήταν εκείνοι που πίστεψαν πως η λήξη τού «ψυχρού πολέμου» – τού πρώτου παγκόσμιου κλεφτοπολέμου κατά τον 20ό αιώνα – θα συνοδευόταν από μια αδιατάρακτη πλέον άνθιση τής ειρήνης, τής συνεργασίας και τών δημοκρατικών δικαιωμάτων σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ποιός άραγε θα μπορούσε πλέον να παρενοχλήσει,σκέφτονταν, την ευόδωση τού παλιού σχεδίου μιάς πλανητικής εξάπλωσης τών ριζοσπαστικών ιδεών τού ουμανιστικού Ανθρωπισμού, που ξεκίνησε στη Δύση με το Διαφωτισμό και εδραιώθηκε με τη Γαλλική επανάσταση; Η γρια-Κίνα άρχιζε να δίνει γην και ύδωρ στο νεωτερικό πολιτισμό αποδεχόμενη το «οικονομικό» σκέλος τών φιλελεύθερων ιδεών – προϋπόθεση, κατά τούς μοντέρνους ανθρωπιστές, ενός παραπέρα «βαθαίματος τής Δημοκρατίας» στη χώρα τού αιώνιου κολεκτιβισμού. Όσο για το «παλαιστινιακό», αυτό τούς φαινόταν σαν ένα τοπικό πρόβλημα που σίγουρα θα έβρισκε τη λύση του με την πρόοδο τού νεωτερικού πολιτισμού σε παγκόσμια κλίμακα.

Διάψευση και νέα πόλωση

Οι ελπίδες όλων αυτών διαψεύστηκαν πάραυτα. Μόλις δυό χρόνια αργότερα, το 1991, με πρόσχημα την αποκατάσταση τής δημοκρατικής νομιμότητας στον Κόλπο, η παγκόσμια ατμομηχανή τής νεωτερικότητας, οι ΗΠΑ, υπό ρεπουμπλικανική κυβέρνηση, ξεκινούν τον πρώτο πόλεμο κατά τού Ιράκ συμπαρασύροντας όλες τις δυτικές κυβερνήσεις και τις σύμμαχές τους δυνάμεις. Το ίδιο εγχείρημα επαναλαμβάνουν λίγο αργότερα, υπό δημοκρατική κυβέρνηση αυτή τη φορά, στη Γιουγκοσλαβία. Κι ενώ το παλαιστινιακό, αντί να επιλύεται, φαίνεται να οξύνεται όλο και περισσότερο, έρχεται το χτύπημα τών Δίδυμων Πύργων τής Νέας Υόρκης στις 11 Σεπτεμβρίου τού 2001 από ισλαμιστές νεοασασίνους για να δώσει το έναυσμα για μια νέα επέμβαση στο Ιράκ, και πάλι υπό το πρόσχημα τής αποκατάστασης τής Δημοκρατίας και τών ανθρωπιστικών αρχών τού νεωτερικού πολιτισμού. Μόνο που τώρα, οι δόσεις τής ιδεολογικής προπαγάνδας και τών βομβών είναι ενισχυμένες εις τη νιοστή καθώς ο πολιτισμός αυτός θεωρεί πλέον πως αντιμετωπίζει και πάλι σε παγκόσμια κλίμακα την απειλή μιάς συντονισμένης έξωθεν «βαρβαρότητας». Το «κολεκτιβιστικό Τέρας», που φάνηκε να πέφτει καταγής με την κατάρρευση τού σοβιετικού μπλοκ, ξανασηκώνεται λοιπόν όρθιο, αυτή τη φορά με ισλαμιστικό μανδύα. Ο δεύτερος παγκόσμιος κλεφτοπόλεμος έχει αρχίσει.

Όπως συμβαίνει στις κάθε λογής συρράξεις, όλος ο κόσμος καλείται στανικώς, ή και σπεύδει αυθορμήτως, να «πάρει θέση» υπέρ τού ενός στρατοπέδου και κατά τού άλλου. Κι όπως επίσης συμβαίνει στις κάθε λογής συρράξεις, η αμοιβαία τύφλωση κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος στις σκέψεις και τις συνειδήσεις τών ανθρώπων – άμεσα εμπλεκομένων ή προς το παρόν απλών θεατών –, αποπέμποντας όχι μόνο το νηφάλιο αναστοχασμό αλλά ακόμα και αυτή την κριτική και αυτοκριτική σκέψη που υποτίθεται οτι αποτελεί χαρακτηριστικό σημάδι και κλέος τού νεωτερικού ανθρώπου.

Έτσι, για παράδειγμα, ορισμένοι, εστιάζοντας στις φονταμενταλιστικές πεποιθήσεις τού προέδρου Μπους, σπεύδουν να καταλογίσουν την επέμβαση στο Ιράκ σε μια παράξενη αναζωπύρωση τού προτεσταντικού φονταμενταλισμού, κατά κάποιον τρόπο ευθέως ανάλογη τής αναζωπύρωσης τού ισλαμικού φονταμενταλισμού στο αντίπαλό του στρατόπεδο. Λησμονούν όμως οτι τέτοιου είδους πεποιθήσεις δεν χαρακτηρίζουν τον κύριο Μπλερ ή άλλους πρόθυμους συμμάχους τών ΗΠΑ, αλλά και τόσο οτι η επέμβαση αυτή στηρίχθηκε σε αμιγώς νεωτερικού τύπου προσχήματα (δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα) όσο και οτι η επέκταση τού νεωτερικού πολιτισμού στην ίδια τη Δύση δεν εδραιώθηκε ούτε αναίμακτα ούτε χωρίς βίαιες επεμβάσεις κάθε λογής.

Από την άλλη, οι όποιοι υποστηρικτές τών δικαίων τού ισλαμικού φονταμενταλισμού, εκείνοι που βλέπουν σε αυτόν μια μετεξέλιξη τού αντι-ιμπεριαλιστικού αγώνα τών καταπιεζομένων λαών που η νεωτερικότητα «ξέχασε» ν’ αφομοιώσει καταδικάζοντάς τους στην πείνα και την ανέχεια, φαίνεται να ξεχνούν πως, για παράδειγμα, ο αδιάκριτος σφαγιασμός «δικαίων και αδίκων» στον οποίον επιδίδονται οι ισλαμιστές «καμικάζι» αποτελεί ένα μάλλον νεωτερικό παρά προνεωτερικό φρούτο, που δεν χαρακτήριζε ούτε αυτούς τους Ασασίνους, ούτε τους Ιάπωνες καμικάζι, ούτε ακόμη τούς τρομερούς «ναρόντνικους» δυναμιτιστές κατά τις παραμονές τού 1917, και ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να δικαιώνεται με κανένα επιχείρημα.

…. Από το μηδέν
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Θεόδωρος Ζιάκας είναι από τούς λίγους εκείνους που εξακολουθούν να υπερασπίζονται το νηφάλιο κριτικό στοχασμό τών γεγονότων. Και κάτι περισσότερο: αντίθετα από μια τρέχουσα συνήθεια, κατά την οποία ο νηφάλιος στοχασμός ισοδυναμεί με απουσία θέσης, ο Ζιάκας παίρνει θέση. Είναι όμως τέτοιας έκτασης και χρονικού βάθους η εξάπλωση τής τύφλωσης και η λατρεία τής συνθηματολογίας, που για να μάς εξηγήσει τη θέση του οφείλει να ξεκινήσει από το … μηδέν.

Για όσους έχουν παρακολουθήσει την έως τώρα συγγραφική πορεία του από το Έθνος και Παράδοση έως το Η έκλειψη τού υποκειμένου, τής αρθρογραφίας του συμπεριλαμβανομένης, η θέση τού Ζιάκα είναι εκπληκτικά απλή. Τα πολιτικά προβλήματα που παρακολουθούμε, και στα οποία καλούμαστε να απαντήσουμε, δεν είναι διαχειριστικά προβλήματα αλλά ουσιαστικά προβλήματα πολιτισμού. Είναι, συγκεκριμένα, δομικά προβλήματα τού νεωτερικού πολιτισμού. Συνδέονται μάλιστα άμεσα με το γεγονός οτι τα διάφορα κινήματα υπέρβασης τού κυρίαρχου σήμερα πολιτισμού, τού νεωτερικού πολιτισμού, απέτυχαν ριζικά κι αυτό, επειδή, παρά τις όποιες διακηρύξεις τους, τα προτάγματά τους αποτελούσαν ουσιαστικά υποσύνολα προτάγματα τού νεωτερικού προτάγματος και συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να τον υπερβούν. Έτσι, ο θρίαμβος τού νεωτερικού πολιτισμού τον οδήγησε στη «μεταμοντέρνα» φάση τής μηδενιστικής αποσύνθεσής του, την οποία ψηλαφούμε ήδη από τη δεκαετία τού 1960 και βιώνουμε πλέον όλο και εντονότερα εδώ και μερικά χρόνια. Υπάρχει παρ’ όλα αυτά ένα πρόταγμα πολιτισμού, με πιστοποιητικά μιάς ορισμένης ιστορικής του πραγμάτωσης επιπλέον, στο οποίο μπορούμε να ανιχνεύσουμε τα βασικά κλειδιά μιάς υπέρβασης τού νεωτερικού πολιτισμού. Πρόκειται για το χριστιανικό προσωποκεντρικό πρότυπο, το οποίο επεξεργάστηκαν οι Έλληνες Πατέρες τής ορθόδοξης Εκκλησίας και το οποίο συνδέεται πολιτειακά με την παράδοση τού ελληνικού κοινοτισμού.

Γνωρίζοντας ότι, στη σημερινή εποχή, βασικά εννοιολογικά εργαλεία του όπως το «έθνος», η «παράδοση» και η «ορθοδοξία» δεν είναι ούτε δημοφιλή αλλά, κυρίως, ούτε κατανοητά, ο Ζιάκας – ένας από τούς όλο και πιο σπάνιους σήμερα στοχαστές που δεν πληρώνεται για να στοχάζεται – αφιέρωσε χρόνο, μελέτη, έρευνα και κόπο πολύ ώστε να τα εξηγήσει με τρόπο ικανοποιητικό για τις απαιτήσεις τού σύγχρονου κριτικού-αναλυτικού νοός.

Στο Έθνος και Παράδοση προσδιόρισε το έθνος ως «δομή παραδόσεων». Προσδιόρισε τις παραδόσεις ως το σύνολο εκείνων τών διεργασιών θέσμισης κοινωνικών σημασιών, δια τών οποίων η ανθρωπότητα εκπολιτίζει τον εαυτό της μετασχηματίζοντας τον άνθρωπο από ύπαρξη σε υποκείμενο. Υπογράμμισε το ρόλο τής «ιδανικής προτύπωσης» σε αυτές τις υποκειμενοποιητικές διαδικασίες: ο παιδαγωγικός μετασχηματισμός τού ανθρώπου από ύπαρξη σε υποκείμενο πραγματοποιείται μέσω τής θέσμισης προτύπων. Διέκρινε, στο εσωτερικό κάθε έθνους, τις παραδόσεις σε «ηγετικές» (εκείνες που κρατούν στα χέρια τους την Παιδεία), «κεντρικές» (εκείνες που διαθέτουν την ευρύτερη λαϊκή αποδοχή) και «περιφερειακές». Προσδιόρισε τις διαφορετικές εθνικές ταυτότητες με βάση τις προηγούμενες διακρίσεις και επιπλέον διέκρινε την «ελληνική άποψη» από τις δυναμοκεντρικές προτυπώσεις, στις οποίες συγκαταλέγεται κατ’ εξοχήν και ο νεωτερικός ατομοκεντρικός πολιτισμός. Τοποθέτησε τις επιμέρους εθνικές ταυτότητες μέσα στα ευρύτερα συναφή προς αυτές οικουμενικά πλαίσια και τέλος, σε συνάρτηση με όλα αυτά, μάς μετέφερε την άποψή του για την «ελληνική άποψη» και τις αλλοτριώσεις που υπέστη κατά την προέλαση τού νεωτερικού προτύπου, καταθέτοντας ταυτόχρονα τη θέση ότι «η Ορθοδοξία είναι η ελληνική Οικουμένη», η οποία χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι «είναι ηγεμονία κυρίως πνευματική [και] δεν έχει εξουσιαστικό περιεχόμενο».

Λίγο αργότερα, στην Έκλειψη τού υποκειμένου, εστίασε την προσοχή μας αφ’ ενός στην προϊούσα κρίση τού νεωτερικού πολιτισμού, την οποία εντόπισε στο γεγονός ότι, στα πλαίσιά του, το υποκείμενο τείνει να επισκιασθεί από τις συστηματοποιές δομές και έτσι να εκλείψει και αφ’ ετέρου, σε μια αναλυτική καταγραφή τών βασικών δεδομένων ανα-αποκάλυψης τού υποκειμένου, την οποία παρέχει το ορθόδοξο χριστιανικό προσωποκεντρικό πρόταγμα.

Τι είναι πολιτισμός;
Τώρα, στο Πέρα από το Άτομο, ο Ζιάκας επιχειρεί μια ανασύνθεση τών προηγούμενων εργασιών του επαναλαμβάνοντας την κεντρική θέση του αλλά αυτή τη φορά μέσα από ένα πολύ ευρύτερο συνθετικό διάβημα. Και μάς ξεκινά πράγματι, όπως προείπαμε, από το μηδέν, δηλαδή χωρίς κανένα αυτονόητο, αφού έχει πλέον διαπιστώσει πως οι όποιες μελέτες ή διαμάχες γύρω από τούς πολιτισμούς γίνονται χωρίς ποτέ να έχει οριστεί τι εστί πολιτισμός και σε τι ακριβώς μπορεί να συνίσταται μια πολιτισμική (και κατ’ επέκταση εθνική) ταυτότητα μέσα στο ποτάμι τών πολυποίκιλων ιστορικών μεταλλάξεων.

Για να διακρίνουμε όμως την ταυτότητα ενός πολιτισμού, οφείλουμε να γνωρίζουμε τι συνιστά πολιτισμό, δηλαδή ποιά είναι η ιδρυτική πράξη κάθε πολιτισμού εν γένει. Κι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο «ακαδημαϊκό» ερώτημα. Είναι ένα δραματικά πρακτικό ερώτημα, διότι αφορά στη συγκρότηση μιάς κοινής παραδοχής και άρα μιάς βάσης για συνενόηση και διάλογο μεταξύ των διαφορετικών πολιτισμών, δηλαδή μιάς συμφιλίωσης τών λαών.

Φυσικά κάθε πολιτισμός ισχυρίζεται ότι, συγκροτούμενος, προσδιορίζει και μια τέτοια παραδοχή, την οποία μάλιστα θεωρεί υψηλότερου επιπέδου από τις προηγούμενες και την προτείνει έτσι σαν οικουμενική. Το θέμα όμως είναι κατά πόσον η παραδοχή αυτή είναι μυθολογικής φύσεως ή όχι. Ο νεωτερικός πολιτισμός για παράδειγμα θεμελιώθηκε στην ιδέα τής «αέναης προόδου», μιάς «αμετάκλητης ανάπτυξης τών παραγωγικών δυνάμεων», σε συνδυασμό με μια εξίσου αμετάκλητη κατοχύρωση τής «εξατομίκευσης». Αν όμως παρακολουθήσουμε τούς πλέον οξυδερκείς ανατόμους τής νεωτερικότητας, θα δούμε ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Αναιρώντας την παραμυθία περί «αόρατου χεριού» και διαπιστώνοντας την τραγική ελλειπτικότητα ακόμα και τής ίδιας τής εξατομίκευσης στη νεωτερική αστική κοινωνία, ο Χέγκελ προσδιόρισε ως ιδρυτική πράξη κάθε πολιτισμού όχι την αέναη πρόοδο αλλά μια έως θανάτου μάχη μεταξύ Κυρίου και Δούλου. Ο Μαρξ, στα ίδια ίχνη πατώντας, έθεσε ως ιδρυτική πράξη κάθε πολιτισμού – άρα και τού νεωτερικού — την έως θανάτου πάλη μεταξύ τών κυρίαρχων και τών υπόδουλων Τάξεων. Ο Νίτσε, στην εποχή τού ανερχόμενου ευρωπαϊκού μηδενισμού, διαπίστωσε πως κάθε πρόοδος στηρίζεται σε ανθρώπινες θυσίες με την πιο κυριολεκτικά ανατριχιαστική έννοια τού όρου. Ο Φρόυντ τέλος, μίλησε για την ιδρυτική «πατροκτονία». Κοντολογίς, όλοι τους εντόπισαν ως ιδρυτική πράξη πολιτισμού μια πράξη βίας. Αλλά και όλοι τους υπαναχώρησαν ενώπιον αυτού τού εκτυφλωτικού γεγονότος και, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ξαναμυθοποίησαν και επανιεροποίησαν τη βία. Η «αέναη πρόοδος» και η «εξατομίκευση» έχουν λοιπόν κι αυτές τούς μύθους τους, με τούς οποίους αποκρύβουν την αλήθεια πάνω στην ίδρυση τής νεωτερικότητας.

Σύνθεση θυσιαστικής ανθρωπολογίας, τριλεκτικής μεθόδου και προσωποκεντρικής οντολογίας

Ο Ζιάκας δεν είναι διατεθειμένος να υπαναχωρήσει. Την απάντησή του στο ερώτημα «τι είναι αυτό που συγκροτεί πολιτισμό;» τη θεμελιώνει, στηριγμένος γερά πάνω στις προηγούμενες μελέτες του, σε μια πρωτότυπη σύνθεση τριών πηγών. Τη θυσιαστική θεωρία τού Ρενέ Ζιράρ, την τριλεκτική μέθοδο τού Άσγκερ Γιόρν και την προσωποκεντρική οντολογία των Ελλήνων Πατέρων τής χριστιανικής Εκκλησίας.

Από τον Ζιράρ συγκρατεί, και μάς αναπτύσσει, κυρίως τη θέση οτι κάθε πολιτισμός θεμελιώνεται πάνω στη θυσία και στο φαινόμενο τής αποπομπής («αποδιοπομπαίοι τράγοι»), και τη θέση για την τριγωνική φύση τής επιθυμίας (επιθυμία-αντικείμενο-πρότυπο). Έτσι, συνδέοντας τον Ζιράρ με τον Γιόρν, διακρίνει τούς πολιτισμούς κατ’ αρχήν με βάση τον τρόπο τριλεκτικής διαχείρισης τής θυσίας-αποπομπής και τής επιθυμίας: (α) Σύνθεση αντικειμένου-προτύπου με αποπομπή τής επιθυμίας (κολεκτιβιστικοί πολιτισμοί της Ανατολής) (β) Σύνθεση επιθυμίας-αντικειμένου με αποπομπή τού προτύπου (νεωτερικός ατομοκεντρικός πολιτισμός) Και (γ) σύνθεση επιθυμίας-προτύπου με αποπομπή τού αντικειμένου (αρχαιοελληνικός και χριστιανικός προσωποκεντρικός ελληνικός πολιτισμός).

Από τον Γιόρν συγκρατεί αφ’ ενός, όπως είδαμε, την τριλεκτική μέθοδο, σύμφωνα με την οποία κάθε κατάσταση δεν προσδιορίζεται από τη διαλεκτική αντίθεση μεταξύ δύο πλευρών αλλά από την ένταση μεταξύ τριών πλευρών, όπου οι δύο έρχονται σε αμοιβαία «συμπαιγνία» αποπέμποντας την τρίτη. Αφ’ ετέρου, συγκρατεί την ιδέα τής τριλεκτικής συγκρότησης τού ευρωπαϊκού πολιτισμού, την οποία ο Δανός στοχαστής διατύπωσε το 1964 (στο Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, στα ελληνικά εκδόσεις «Αλήστου Μνήμης», 2003) και σύμφωνα με την οποία οφείλουμε να διακρίνουμε σε αυτόν μια λατινική-κολεκτιβιστική πλευρά, μία νορδική-ατομοκεντρική (συνεισφορά τών Βόρειων λαών τής Μεγάλης Μετανάστευσης) και μια ελληνοβυζαντινή-προσωποκεντρική πλευρά, η οποία αναφέρεται στην καθ’ ημάς Ανατολή. Έτσι, στον εδώ και δύο αιώνες κυρίαρχο πολιτισμό, σ’ αυτό που κάπως θολά συνηθίζουμε ν’ αποκαλούμε δυτικό πολιτισμό ή Δύση, ο Ζιάκας βλέπει μία σαφή «συμπαιγνία» μεταξύ τής λατινικής-κολεκτιβιστικής πλευρά και τής νορδικής-ατομοκεντρικής με ηγετική τη δεύτερη, στηριγμένη στην αποπομπή τής χριστιανικής-προσωποκεντρικής πλευράς τής καθ’ ημάς Ανατολής. Άκρως ενδιαφέρουσες εδώ, σε σχέση με τα σημερινά παγκόσμια δράματα, είναι οι παρατηρήσεις τού Ζιάκα για τις εντάσεις μεταξύ Βορρά-Νότου και Ανατολής-Δύσης, καθώς και η επισήμανση οτι το Ισλάμ ανήκει στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και ειδικά σαν μια κολεκτιβιστική συνιστώσα του.

Τέλος, από τούς Έλληνες Πατέρες ο Ζιάκας συγκρατεί σ’ αυτή τη «Γενική Εισαγωγή» του κυρίως την ανθρωπολογική κλίμακα, κατά την οποία οι άνθρωποι διακρίνονται σε «δούλους», «μισθωτούς» και «φίλους» τού Θεού. Οι πρώτοι, μάς εξηγεί, αφορούν τα κολεκτιβιστικά πολιτισμικά πρότυπα, όπου προέχει η υπακοή και η συμμόρφωση. Οι δεύτεροι τα ατομοκεντρικά, όπου προέχει η ισότιμη ανταλλαγή με όρους αμοιβαίου ωφελιμισμού. Οι τρίτοι αφορούν στο προσωποκεντρικό πρότυπο, όπου προέχει η αυθυπερβατική αγάπη.

Βεβαίως, κανείς πολιτισμός δεν είναι αμιγής. Σε κάθε πολιτισμό μπορούμε να διακρίνουμε κολεκτιβιστικές, ατομοκεντρικές και προσωποκεντρικές παραμέτρους. Το καίριο όμως σημείο, εκείνο που δίνει σε κάθε πολιτισμό την ιδιαίτερη ταυτότητά του, είναι το ποιά από τις τρείς αποτελεί την ηγετική παράδοσή του και συνεπώς το ηγετικό πρότυπο τής Παιδείας του ως σύνολο διεργασιών διαμόρφωσης υποκειμένων. Έτσι, σε ό,τι αφορά τον κυρίαρχο νεωτερικό πολιτισμό ο Ζιάκας δικαίως συμπεραίνει ότι πρόκειται για συμπαιγνία «δούλων»-«μισθωτών», δηλαδή λατινικού κολεκτιβισμού και νορδικού ατομοκεντρισμού με ηγετική παράδοση και πρότυπο το νεωτερικό Άτομο. Το Πρόσωπο λοιπόν, ηγετικό πρότυπο τού ελληνοβυζαντινού πολιτισμού, είναι εκείνο που σήμερα αποπέμπεται μαζί του.

Υπάρχει διέξοδος;
Ανατέμνοντας τη σημερινή κατάσταση τού νεωτερικού πολιτισμού, με πλήθος επιχειρημάτων (όπως είναι η αύξουσα κυριαρχία τού ατομικισμού, υποκειμενισμού, τού σχετικισμού και τού εν γένει αποδομητικού πνεύματος) ο Ζιάκας αποφαίνεται ότι έχει ήδη διέλθει το κατώφλι τής «μεταμοντέρνας» μηδενιστικής αποσύνθεσής του. Δεν πρόκειται βεβαίως για μια αληθινά μετανεωτερική κατάσταση, εφόσον δεν προήλθε από μια τομή αλλά από την ίδια την εσωτερική εξέλιξη τής νεωτερικής κατάστασης. Έτσι, η παρούσα κατάσταση δεν μάς αφήνει να σκεφτούμε ως πιθανές παρά δύο εκδοχές για το μέλλον, η μια ανεπιθύμητη και η άλλη επιθυμητή.

Η ανεπιθύμητη έκβαση τών σημερινών πραγμάτων συνδέεται, κατά τον Ζιάκα, με το μοναδικό σταθερό σημείο αναφοράς που εξακολουθεί να συνέχει τον αποδιοργανωνόμενο νεωτερικό πολιτισμό. Δεν είναι άλλο από τον τεχνολογικό μεσσιανισμό και τη συναφή με αυτόν λατρεία τής συστημικής-αλγοριθμικής σκέψης, που χαρακτήρισε άλλωστε όλη την εξέλιξη τής νεωτερικότητας. Και είναι ανεπιθύμητη αυτή η έκβαση διότι, αφ’ ενός μεν η προώθησή της στηρίζεται αναγκαστικά στην παντοκρατορία τού Συστήματος και συνεπώς την έκλειψη τού υποκειμένου, δηλαδή στην επικράτηση ενός νέου «Μεσαίωνα», όχι πλέον «θεοκρατικού» αλλά «μηχανοκρατικού», και αφ’ ετέρου, διότι αυτή ακριβώς η εξέλιξη θα σημαδέψει τη μετατροπή τού ανθρώπου σε βιορομπότ, οδηγώντας στα άκρα την ήδη επιτυχημένη από τη νεωτερικότητα μετατροπή του σε χρονο-ανταλλακτικό.

Η άλλη έκβαση, η επιθυμητή, συνδέεται κατά τον Ζιάκα με μια «επιστροφή» τού αποπεμφθέντος από τη νεωτερικότητα προσωποκεντρικού προτύπου, όπως το επεξεργάστηκαν οι Έλληνες Πατέρες στην εποχή τους και οφείλουμε να επεξεργαστούμε περισσότερο σήμερα, αποβάλλοντας τις αλλοτριώσεις που υπέστη το χριστιανικό μήνυμα τόσο από τη λατινική-κολεκτιβιστική και από τη νορδική-ατομοκεντρική κυριαρχία, όσο και από την ίδια την καθ’ ημάς Ανατολή στην αγωνία της να συμμετάσχει στο νεωτερικό πολιτισμό – θέμα καίριο, με το οποίο φαίνεται οτι ο Ζιάκας θα καταπιαστεί διεξοδικά στο δεύτερο μέρος τού Πέρα από το Άτομο, το οποίο μάς έχει ήδη υποσχεθεί.

Τι θα μπορούσε όμως, αναρωτιέται εύλογα ο αναγνώστης, να ευνοήσει αυτήν εδώ την «επιστροφή» στις παρούσες, άκρως σκοτεινές κι επικίνδυνες συνθήκες; Η απάντηση τού Ζιάκα είναι σαφής. Η πορεία τού δυτικού πολιτισμού από τον κολεκτιβισμό προς το νεωτερικό ατομοκεντρισμό και τη σημερινή μηδενιστική αποσύνθεση είναι από πάρα πολλές πλευρές ανάλογη τής πορείας τού ελληνικού πολιτισμού από την βαθύτερη αρχαιότητα έως και τούς ελληνιστικούς χρόνους. Ωστόσο, ο ελληνικός πολιτισμός κατόρθωσε τότε να κάνει το επόμενο βήμα. Δεξιώθηκε το προσωποκεντρικό μήνυμα τού Χριστού και μάλιστα παρήγε έναν οικουμενικής εμβέλειας πολιτισμό επ’ αυτού. Έχει λοιπόν στη διάθεσή του τα βασικά «κλειδιά» για μια οικουμενικής εμβέλειας απάντηση στη σημερινή αγωνία τού θνήσκοντος νεωτερικού πολιτισμού. Κι έτσι, για άλλη μια φορά στην ιστορία του, ο ελληνικός πολιτισμός καλείται σήμερα «να δώσει τα φώτα του» στον κόσμο. Θ’ ανταποκριθεί άραγε στην πρόκληση τών καιρών;

Στο Πέρα από το Άτομο θα πρέπει λοιπόν να δούμε κάτι περισσότερο από ένα βιβλίο. Θα πρέπει να δούμε ένα «σημείο» που μάς δείχνει ότι είναι υπαρκτή η δυνατότητα τής ανταπόκρισης τού ελληνικού πολιτισμού στην πρόκληση τών καιρών. Σαν βιβλίο πάντως οφείλουμε να το μελετήσουμε, χωρίς να φεισθούμε τών κόπων που απαιτεί, και από την πλευρά τού αναγνώστη, ένα τόσο διευρυμένο συνθετικό εγχείρημα.

Πηγή: Happy Few & Αντίφωνο

Διαβάστε επίσης:

Χρ. Γιανναρά, H πολιτική ταυτότητα των κάποτε Eλλήνων (Καθημερινή, 8-2-2004)

Advertisements

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Σπύρου Κουτρούλη στο «Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο»

Σχολιάστε

Αρέσει σε %d bloggers: