Ο Νικόλας Σεβαστάκης για την θεωρία του F. Jameson και τον μεταμοντερνισμό

2 Σχόλια

 

Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη χώρα: Όψεις του δημοσίου χώρου και αντινομίες αξιών στη σημερινή Ελλάδα, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2004, ISBN:960-423-476-5.

Απόσπασμα από τις σελ. 25-26  του βιβλίου:

[σελ. 25] (…) Είναι γνωστό ότι ειδικά στην εργασία του Jameson, η οποία αφορά κατά κύριο λόγο τις μητροπόλεις της Δύσης, ο «μεταμοντερνισμός» αποτιμάται ως η κυρίαρχη πολιτισμική λογική στις κοινωνίες του ύστερου πολυεθνικού καπιταλισμού. Αντίθετα, ο μοντερνισμός, ως σύνθετο αισθητικό, πολιτικό και ιδεολογικό φαινόμενο στενά συνδεδεμένο με την πρώιμη και μέση περίοδο του καπιταλισμού, θεωρείται πλέον ως [σελ. 26] ένα πολιτισμικό κατάλοιπο στις ώριμες δυτικές κοινωνίες. Η κριτική ακτινογραφία των χαρακτηριστικών του μεταμοντερνισμού, έτσι όπως την προτείνει ο Jameson, δεν αφήνει περιθώρια για κάποια θετική αξιολόγηση της συμβολής του στο ύφος και στους προσανατολισμούς της σημερινής εποχής. Δεν υφίσταται εδώ η διάκριση στην οποία έχουν προβεί άλλοι σύγχρονοι μελετητές μεταξύ ενός «αντιστασιακού» και ενός αντιδραστικού μεταμοντερνισμού, όπου ο μεν πρώτος αποδομεί τις αφηγήσεις της νεωτερικότητας με σκοπό να ιχνηλατήσει νέους τόπους αντίστασης, ενώ ο δεύτερος εκθειάζει και αποδέχεται άκριτα τις αυθόρμητες διεργασίες της πολιτιστικής βιομηχανίας του όψιμου καπιταλισμού. Τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά τα οποία υπερτονίζει ο Jameson σε σχέση με τον μεταμοντερνισμό είναι τα εξής:

1. ένα είδος ιστορικής αμνησίας και αδιαφορίας,

2. η καθήλωση σε ένα ασυνεχές, υπερτροφικό και διεσταλμένο παρόν,

3. το αμάλγαμα και η παρωδία της «συμπαράθεσης» και της εκλεκτικής ανάμειξης των υφών στα έργα τέχνης, στη σκέψη και στη θεωρία,

4. η αποθέωση του καταναλωτισμού και του φετιχισμού του εμπορεύματος στη σφαίρα της καθημερινότητας.

Είναι προφανές πως αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αφήνουν αμφιβολίες για το βασικό συμπέρασμα του συγγραφέα ότι ο μεταμοντερνισμός όχι μόνο αναπαράγει αλλά και εντατικοποιεί τη λογική του καταναλωτικού καπιταλισμού. Η πολιτισμική λογική του μεταμοντερνισμού φαίνεται, επιπλέον, να υπονομεύει τις δυνατότητες μιας έλλογης κριτικής και αντιπαράθεσης στις σύγχρονες και καθορισμένες από το πολυεθνικό κεφάλαιο κοινωνικές σχέσεις. Η κυριαρχία του μεταμοντερνισμού συνοδεύεται από ένταση της κρίσης όλων των προσπαθειών για έλλογους σχεδιασμούς με στόχο τη συστημική αλλαγή. (…)

Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη χώρα: Όψεις του δημοσίου χώρου και αντινομίες αξιών στη σημερινή Ελλάδα, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2004, σελ. 25-26.

Διαβάστε επίσης:

 

Advertisements

Μόλις κυκλοφόρησε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο: Θάνος Λίποβατς,Η απατηλή σαγήνη και η διαβρωτική βία του κακού

1 σχόλιο

Θάνος Λίποβατς, Η απατηλή σαγήνη και η διαβρωτική βία του κακού, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2012, ISBN:978-960-435-340-8.

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις το νέο, εξαιρετικά ενδιαφέρον  βιβλίο του Θάνου Λίποβατς. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

Ο Λόγος περί του κακού αποτελεί, για έναν συγγραφέα, μια πρόκληση και ένα στοίχημα. Προσπάθησα να εντοπίσω τα σημεία εκείνα που καθιστούν το κακό αντικείμενο της απώθησης, της απάρνησης ή της απόρριψης, και τα οποία το δικαιολογούν, το ωραιοποιούν και το λατρεύουν. Το κακό είναι αυτό που αποτελεί σε όλους μας το πιο οικείο αλλά και το πιο ανοίκειο κομμάτι του εαυτού μας.

Το Πρώτο Μέρος αναφέρεται στη φιλοσοφική και θεολογική προσέγγιση του κακού από την Ύστερη Αρχαιότητα μέχρι τον Ύστερο Μεσαίωνα.

Το Δεύτερο Μέρος επικεντρώνεται στο κορύφωμα της νεωτερικής κλασικής φιλοσοφίας, στον γερμανικό ιδεαλισμό και στην υπέρβασή του. Παρουσιάζονται τρία κλασικά κείμενα αναφορικά με το κακό: του Kant, του Schelling και του Kierkegaard, σε κριτικό διάλογο με τη σκέψη του Hegel.

Το Τρίτο Μέρος εντοπίζεται στη θέση της ψυχανάλυσης αναφορικά με το κακό στην ύστερη νεωτερικότητα. Ο Freud μετέθεσε το κέντρο βάρους της συζήτησης στις έννοιες του Ασυνείδητου, των Ορμών και των Φαντασιώσεων. Ο Lacan, από την άλλη, ανέδειξε παραπέρα τη σημασία της Γλώσσας, του Άλλου, της Έλλειψης, της Επιθυμίας και του Πράγματος.

Το Τέταρτο Μέρος επιχειρεί τη σύνθεση των τεσσάρων Λόγων (Discours) οι οποίοι «συν-θέτουν» το κείμενο. Αποτελεί τη μορφή μιας «Com-position», όπως αυτή της μουσικής φούγκας με τέσσερις φωνές. Οι επαναλήψεις είναι θεμελιακό στοιχείο και τελούνται συνειδητά. Οι τέσσερις Λόγοι είναι: η θεολογία, η πολιτική φιλοσοφία, η φιλοσοφία της ύπαρξης, η ψυχανάλυση. Η σύνθεση επικεντρώνεται στη σχέση ανάμεσα στα συναισθήματα, ιδιαίτερα το Άγχος, την Επιθυμία, τη Θέληση και την Αγάπη.

Το Πέμπτο Μέρος αναφέρεται στην ανανέωση της θεολογίας του 20ού αιώνα και στον διάλογο ανάμεσα στην καθολική και την προτεσταντική θεολογία.

Το Έκτο Μέρος εντοπίζεται στο κακό μέσα στο πλαίσιο του Πολιτικού στον 20ό αιώνα. Το ανοίκειο χαρακτήρισε εδώ το Πολιτικό πρώτα με το Άουσβιτς και τα γκουλάγκ, αλλά η διάλυση των αξιών και των ταυτοτήτων που τα συνόδευσε υπάρχει και σήμερα με άλλο τρόπο, και συγκαλύπτεται από τις αυταπάτες της προόδου του πολιτισμού.

Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα απ’ το βιβλίο:

(…) [σελ. 396] Η αγάπη δεν δωρίζει απλώς κάτι στον Άλλο, αλλά τον ίδιο του τον εαυτό. Ο αγαπών, όμως, είναι ευάλωτος: αγάπη και πάσχειν πηγαίνουν μαζί. Η αμφιροπία εδώ έγκειται στο ότι ο Θεός εγκαταλείπεται ενεργά στο άγγιγμα του Άλλου. Ο Σταυρός, έτσι, είναι το σύμβολο της εσχατολογικής δοξολογίας. Η αιώνια ενδοθεϊκή διαφορά Πατέρας-Υιός αποτελεί την υπερβατολογική θεολογική προϋπόθεση της δυνατότητας αυτοεξωτερίκευσης του Θεού στην Ενσάρκωση και στη Σταύρωση.

Θάνος Λίποβατς, Η απατηλή σαγήνη και η διαβρωτική βία του κακού, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2012, σελ. 396.

Το νέο πόνημα του Θάνου Λίποβατς αξίζει την προσοχή μας. Μην το χάσετε!

Αγγελική Μπολουδάκη:Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα

Σχολιάστε

Αγγελική Μπολουδάκη, Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα: Το βλέμμα των γονιών δίνει μορφή στην εικόνα των παιδιών ή την αφανίζει, εκδόσεις Αραξοβόλι, Χανιά 2011, ISBN 978-960-9654-00-5.

πηγή: Βιβλιονέτ

Το βιβλίο απευθύνεται σε γονείς που επιθυμούν να διερευνήσουν πώς τα μηνύματά τους διαπερνούν τον ψυχισμό των παιδιών τους, μορφοποιούν την εικόνα τους και υφαίνουν την προσωπικότητά τους και σε όσους νοσταλγικά επιστρέφουν στην παιδική τους ηλικία, για να αναζητήσουν απαντήσεις στους γρίφους τους, που περιμένουν καρτερικά να γίνουν εικόνες γεμάτες με σύμβολα, άρωμα και ζωή.

Το βιβλίο εστιάζεται επίσης στις δύσκολες σελίδες της παιδικής ηλικίας ενός γονιού που διαμορφώνουν ένα ψυχισμό ευάλωτο, ο οποίος αναπαράγει τις συμπεριφορές που υπέστη. Ένας φαύλος κύκλος επανάληψης κάνουν το βιβλίο της ζωής του δυσανάγνωστο με τα τραύματα ανοιχτά να γυρεύουν ίαση μέσα από ερωτηματικά, διλήμματα, φόβους, ανασφάλειες, που τον στοιχειώνουν και τον κρατούν έγκλειστό τους.

Η μόνη διέξοδος είναι η επαφή με την αλήθεια, ο αποχαιρετισμός σε ό,τι έκλεισε τον κύκλο του, η αποδοχή ενός εαυτού που απομακρύνεται από λάθος μηνύματα που τον προσδιόρισαν και το καλωσόρισμα ενός καθρέφτη που απεικονίζει ένα πρόσωπο τυλιγμένο με το χάδι της ζωής, το οποίο αγκαλιάζει το δικό του παιδί αγαπώντας το.

Marc Augé, Εγκώμιο του ποδηλάτου

1 σχόλιο

Marc Augé, Εγκώμιο του ποδηλάτου, μετάφραση: Διονύσης Παπαδουκάκης, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης,  Αθήνα 2011,  ISBN: 978-960-87756-3-3.

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε :

Το εγκώμιο του ποδηλάτου περνάει από τρεις στιγμές: το μύθο, την εποποιία και την ουτοπία. Το ποδήλατο διαθέτει μια μυθική διάσταση που είναι συγχρόνως ατομική και συλλογική. Στις μέρες μας, ο μύθος έχει υποστεί πλήγματα. Το ποδήλατο, όμως, επανέρχεται στο προσκήνιο μέσω της έμφασης στην ποιότητα ζωής στην πόλη, ενώ η εικόνα του αποτελεί πηγή ενθουσιασμού.

Συχνά πιάνουμε τον εαυτό μας να ονειρεύεται και να χαράζει το περίγραμμα της ουτοπικής πόλης του μέλλοντος, όπου η δημόσια συγκοινωνία και το ποδήλατο θα είναι τα μόνα μέσα μετακίνησης στην πόλη και όπου η ειρήνη, η ισότητα και το κέφι θα δεσπόζουν στον κόσμο μετά την κατάρρευση των μεγιστάνων του πετρελαίου. Μπορούμε να ονειρευόμαστε έναν κόσμο, όπου οι απαιτήσεις των ποδηλατών θα γονατίζουν τις πολιτικές δυνάμεις.

Όλα αυτά δεν είναι παρά όνειρα και πρέπει να ξαναπροσγειωθούμε στην πραγματικότητα. Το ποδήλατο μάς μαθαίνει να εναρμονιζόμαστε με το χρόνο και με το χώρο. Χάρη σε αυτό ανακαλύπτουμε ξανά την αρχή της πραγματικότητας σε ένα κόσμο που κυριαρχείται από την εικονικότητα.

Η ποδηλασία είναι ανθρωπισμός και ανοίγει εκ νέου τις πύλες του ονείρου και του μέλλοντος.

Μικρό απόσπασμα από τη σελίδα 12 του βιβλίου:
(…)Την ίδια στιγμή που η αστικοποίηση του κόσμου καταδικάζει τα όνειρα για υπαίθρια ζωή να  βρούν καταφύγιο στα στερεότυπα της οργανωμένης φύσης (περιφερειακά πάρκα) ή στα ομοιώματα της τεχνητής φύσης (ψυχαγωγικά πάρκα), το θαύμα της ποδηλασίας ξανακάνει την πόλη μια γή περιπέτειας ή, τουλάχιστον, ταξιδιών.(…)

Αρέσει σε %d bloggers: