Ο Νικόλας Σεβαστάκης για την θεωρία του F. Jameson και τον μεταμοντερνισμό

Γράψτε ένα σχόλιο

 

Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη χώρα: Όψεις του δημοσίου χώρου και αντινομίες αξιών στη σημερινή Ελλάδα, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2004, ISBN:960-423-476-5.

Απόσπασμα από τις σελ. 25-26  του βιβλίου:

[σελ. 25] (…) Είναι γνωστό ότι ειδικά στην εργασία του Jameson, η οποία αφορά κατά κύριο λόγο τις μητροπόλεις της Δύσης, ο “μεταμοντερνισμός” αποτιμάται ως η κυρίαρχη πολιτισμική λογική στις κοινωνίες του ύστερου πολυεθνικού καπιταλισμού. Αντίθετα, ο μοντερνισμός, ως σύνθετο αισθητικό, πολιτικό και ιδεολογικό φαινόμενο στενά συνδεδεμένο με την πρώιμη και μέση περίοδο του καπιταλισμού, θεωρείται πλέον ως [σελ. 26] ένα πολιτισμικό κατάλοιπο στις ώριμες δυτικές κοινωνίες. Η κριτική ακτινογραφία των χαρακτηριστικών του μεταμοντερνισμού, έτσι όπως την προτείνει ο Jameson, δεν αφήνει περιθώρια για κάποια θετική αξιολόγηση της συμβολής του στο ύφος και στους προσανατολισμούς της σημερινής εποχής. Δεν υφίσταται εδώ η διάκριση στην οποία έχουν προβεί άλλοι σύγχρονοι μελετητές μεταξύ ενός “αντιστασιακού” και ενός αντιδραστικού μεταμοντερνισμού, όπου ο μεν πρώτος αποδομεί τις αφηγήσεις της νεωτερικότητας με σκοπό να ιχνηλατήσει νέους τόπους αντίστασης, ενώ ο δεύτερος εκθειάζει και αποδέχεται άκριτα τις αυθόρμητες διεργασίες της πολιτιστικής βιομηχανίας του όψιμου καπιταλισμού. Τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά τα οποία υπερτονίζει ο Jameson σε σχέση με τον μεταμοντερνισμό είναι τα εξής:

1. ένα είδος ιστορικής αμνησίας και αδιαφορίας,

2. η καθήλωση σε ένα ασυνεχές, υπερτροφικό και διεσταλμένο παρόν,

3. το αμάλγαμα και η παρωδία της “συμπαράθεσης” και της εκλεκτικής ανάμειξης των υφών στα έργα τέχνης, στη σκέψη και στη θεωρία,

4. η αποθέωση του καταναλωτισμού και του φετιχισμού του εμπορεύματος στη σφαίρα της καθημερινότητας.

Είναι προφανές πως αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αφήνουν αμφιβολίες για το βασικό συμπέρασμα του συγγραφέα ότι ο μεταμοντερνισμός όχι μόνο αναπαράγει αλλά και εντατικοποιεί τη λογική του καταναλωτικού καπιταλισμού. Η πολιτισμική λογική του μεταμοντερνισμού φαίνεται, επιπλέον, να υπονομεύει τις δυνατότητες μιας έλλογης κριτικής και αντιπαράθεσης στις σύγχρονες και καθορισμένες από το πολυεθνικό κεφάλαιο κοινωνικές σχέσεις. Η κυριαρχία του μεταμοντερνισμού συνοδεύεται από ένταση της κρίσης όλων των προσπαθειών για έλλογους σχεδιασμούς με στόχο τη συστημική αλλαγή. (…)

Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη χώρα: Όψεις του δημοσίου χώρου και αντινομίες αξιών στη σημερινή Ελλάδα, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2004, σελ. 25-26.

Διαβάστε επίσης:

 

Μόλις κυκλοφόρησε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο: Θάνος Λίποβατς,Η απατηλή σαγήνη και η διαβρωτική βία του κακού

Γράψτε ένα σχόλιο

Θάνος Λίποβατς, Η απατηλή σαγήνη και η διαβρωτική βία του κακού, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2012, ISBN:978-960-435-340-8.

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις το νέο, εξαιρετικά ενδιαφέρον  βιβλίο του Θάνου Λίποβατς. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

Ο Λόγος περί του κακού αποτελεί, για έναν συγγραφέα, μια πρόκληση και ένα στοίχημα. Προσπάθησα να εντοπίσω τα σημεία εκείνα που καθιστούν το κακό αντικείμενο της απώθησης, της απάρνησης ή της απόρριψης, και τα οποία το δικαιολογούν, το ωραιοποιούν και το λατρεύουν. Το κακό είναι αυτό που αποτελεί σε όλους μας το πιο οικείο αλλά και το πιο ανοίκειο κομμάτι του εαυτού μας.

Το Πρώτο Μέρος αναφέρεται στη φιλοσοφική και θεολογική προσέγγιση του κακού από την Ύστερη Αρχαιότητα μέχρι τον Ύστερο Μεσαίωνα.

Το Δεύτερο Μέρος επικεντρώνεται στο κορύφωμα της νεωτερικής κλασικής φιλοσοφίας, στον γερμανικό ιδεαλισμό και στην υπέρβασή του. Παρουσιάζονται τρία κλασικά κείμενα αναφορικά με το κακό: του Kant, του Schelling και του Kierkegaard, σε κριτικό διάλογο με τη σκέψη του Hegel.

Το Τρίτο Μέρος εντοπίζεται στη θέση της ψυχανάλυσης αναφορικά με το κακό στην ύστερη νεωτερικότητα. Ο Freud μετέθεσε το κέντρο βάρους της συζήτησης στις έννοιες του Ασυνείδητου, των Ορμών και των Φαντασιώσεων. Ο Lacan, από την άλλη, ανέδειξε παραπέρα τη σημασία της Γλώσσας, του Άλλου, της Έλλειψης, της Επιθυμίας και του Πράγματος.

Το Τέταρτο Μέρος επιχειρεί τη σύνθεση των τεσσάρων Λόγων (Discours) οι οποίοι “συν-θέτουν” το κείμενο. Αποτελεί τη μορφή μιας “Com-position”, όπως αυτή της μουσικής φούγκας με τέσσερις φωνές. Οι επαναλήψεις είναι θεμελιακό στοιχείο και τελούνται συνειδητά. Οι τέσσερις Λόγοι είναι: η θεολογία, η πολιτική φιλοσοφία, η φιλοσοφία της ύπαρξης, η ψυχανάλυση. Η σύνθεση επικεντρώνεται στη σχέση ανάμεσα στα συναισθήματα, ιδιαίτερα το Άγχος, την Επιθυμία, τη Θέληση και την Αγάπη.

Το Πέμπτο Μέρος αναφέρεται στην ανανέωση της θεολογίας του 20ού αιώνα και στον διάλογο ανάμεσα στην καθολική και την προτεσταντική θεολογία.

Το Έκτο Μέρος εντοπίζεται στο κακό μέσα στο πλαίσιο του Πολιτικού στον 20ό αιώνα. Το ανοίκειο χαρακτήρισε εδώ το Πολιτικό πρώτα με το Άουσβιτς και τα γκουλάγκ, αλλά η διάλυση των αξιών και των ταυτοτήτων που τα συνόδευσε υπάρχει και σήμερα με άλλο τρόπο, και συγκαλύπτεται από τις αυταπάτες της προόδου του πολιτισμού.

Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα απ’ το βιβλίο:

(…) [σελ. 396] Η αγάπη δεν δωρίζει απλώς κάτι στον Άλλο, αλλά τον ίδιο του τον εαυτό. Ο αγαπών, όμως, είναι ευάλωτος: αγάπη και πάσχειν πηγαίνουν μαζί. Η αμφιροπία εδώ έγκειται στο ότι ο Θεός εγκαταλείπεται ενεργά στο άγγιγμα του Άλλου. Ο Σταυρός, έτσι, είναι το σύμβολο της εσχατολογικής δοξολογίας. Η αιώνια ενδοθεϊκή διαφορά Πατέρας-Υιός αποτελεί την υπερβατολογική θεολογική προϋπόθεση της δυνατότητας αυτοεξωτερίκευσης του Θεού στην Ενσάρκωση και στη Σταύρωση.

Θάνος Λίποβατς, Η απατηλή σαγήνη και η διαβρωτική βία του κακού, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2012, σελ. 396.

Το νέο πόνημα του Θάνου Λίποβατς αξίζει την προσοχή μας. Μην το χάσετε!

Αγγελική Μπολουδάκη:Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα

Γράψτε ένα σχόλιο

Αγγελική Μπολουδάκη, Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα: Το βλέμμα των γονιών δίνει μορφή στην εικόνα των παιδιών ή την αφανίζει, εκδόσεις Αραξοβόλι, Χανιά 2011, ISBN 978-960-9654-00-5.

πηγή: Βιβλιονέτ

Το βιβλίο απευθύνεται σε γονείς που επιθυμούν να διερευνήσουν πώς τα μηνύματά τους διαπερνούν τον ψυχισμό των παιδιών τους, μορφοποιούν την εικόνα τους και υφαίνουν την προσωπικότητά τους και σε όσους νοσταλγικά επιστρέφουν στην παιδική τους ηλικία, για να αναζητήσουν απαντήσεις στους γρίφους τους, που περιμένουν καρτερικά να γίνουν εικόνες γεμάτες με σύμβολα, άρωμα και ζωή.

Το βιβλίο εστιάζεται επίσης στις δύσκολες σελίδες της παιδικής ηλικίας ενός γονιού που διαμορφώνουν ένα ψυχισμό ευάλωτο, ο οποίος αναπαράγει τις συμπεριφορές που υπέστη. Ένας φαύλος κύκλος επανάληψης κάνουν το βιβλίο της ζωής του δυσανάγνωστο με τα τραύματα ανοιχτά να γυρεύουν ίαση μέσα από ερωτηματικά, διλήμματα, φόβους, ανασφάλειες, που τον στοιχειώνουν και τον κρατούν έγκλειστό τους.

Η μόνη διέξοδος είναι η επαφή με την αλήθεια, ο αποχαιρετισμός σε ό,τι έκλεισε τον κύκλο του, η αποδοχή ενός εαυτού που απομακρύνεται από λάθος μηνύματα που τον προσδιόρισαν και το καλωσόρισμα ενός καθρέφτη που απεικονίζει ένα πρόσωπο τυλιγμένο με το χάδι της ζωής, το οποίο αγκαλιάζει το δικό του παιδί αγαπώντας το.

Marc Augé, Εγκώμιο του ποδηλάτου

Γράψτε ένα σχόλιο

Marc Augé, Εγκώμιο του ποδηλάτου, μετάφραση: Διονύσης Παπαδουκάκης, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης,  Αθήνα 2011,  ISBN: 978-960-87756-3-3.

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε :

Το εγκώμιο του ποδηλάτου περνάει από τρεις στιγμές: το μύθο, την εποποιία και την ουτοπία. Το ποδήλατο διαθέτει μια μυθική διάσταση που είναι συγχρόνως ατομική και συλλογική. Στις μέρες μας, ο μύθος έχει υποστεί πλήγματα. Το ποδήλατο, όμως, επανέρχεται στο προσκήνιο μέσω της έμφασης στην ποιότητα ζωής στην πόλη, ενώ η εικόνα του αποτελεί πηγή ενθουσιασμού.

Συχνά πιάνουμε τον εαυτό μας να ονειρεύεται και να χαράζει το περίγραμμα της ουτοπικής πόλης του μέλλοντος, όπου η δημόσια συγκοινωνία και το ποδήλατο θα είναι τα μόνα μέσα μετακίνησης στην πόλη και όπου η ειρήνη, η ισότητα και το κέφι θα δεσπόζουν στον κόσμο μετά την κατάρρευση των μεγιστάνων του πετρελαίου. Μπορούμε να ονειρευόμαστε έναν κόσμο, όπου οι απαιτήσεις των ποδηλατών θα γονατίζουν τις πολιτικές δυνάμεις.

Όλα αυτά δεν είναι παρά όνειρα και πρέπει να ξαναπροσγειωθούμε στην πραγματικότητα. Το ποδήλατο μάς μαθαίνει να εναρμονιζόμαστε με το χρόνο και με το χώρο. Χάρη σε αυτό ανακαλύπτουμε ξανά την αρχή της πραγματικότητας σε ένα κόσμο που κυριαρχείται από την εικονικότητα.

Η ποδηλασία είναι ανθρωπισμός και ανοίγει εκ νέου τις πύλες του ονείρου και του μέλλοντος.

Μικρό απόσπασμα από τη σελίδα 12 του βιβλίου:
(…)Την ίδια στιγμή που η αστικοποίηση του κόσμου καταδικάζει τα όνειρα για υπαίθρια ζωή να  βρούν καταφύγιο στα στερεότυπα της οργανωμένης φύσης (περιφερειακά πάρκα) ή στα ομοιώματα της τεχνητής φύσης (ψυχαγωγικά πάρκα), το θαύμα της ποδηλασίας ξανακάνει την πόλη μια γή περιπέτειας ή, τουλάχιστον, ταξιδιών.(…)

Εκδότες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης

Γράψτε ένα σχόλιο

του Ανταίου Χρυσοστομίδη

Πηγή: Η ΑΥΓΗ, 15-1-2012

Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει ένα από τα αγαπημένα θέματα των δημοσιογράφων που ασχολούνται με το βιβλίο και τα πολιτιστικά θέματα γενικότερα. Η κρίση και το βιβλίο, η κρίση πάνω από το βιβλίο, το βιβλίο κάτω από την κρίση, το βιβλίο μέσα στην κρίση. Δεκάδες μικρά και μεγάλα άρθρα, μερικά σοβαρά, άλλα όχι, κάποια κατατοπιστικά, άλλα καθόλου, που προσπαθούν να ανιχνεύσουν μια κατάσταση που ανησυχεί όλους όσοι δουλεύουν στον χώρο αυτόν αλλά και όσους αγαπούν το βιβλίο ως απλοί αναγνώστες. Είναι αλήθεια, ένας από τους λίγους χώρους που στην Ελλάδα λειτουργούσε καλά, τώρα κινδυνεύει να γίνει από τους πιο εμβληματικούς χώρους της κρίσης που μαστίζει την Ελλάδα.

Λειτουργούσε καλά; Αν η διαπίστωση αυτή υπονοεί έναν χώρο που λειτουργούσε ορθολογικά, με θεσμοθετημένους κανόνες, με έλεγχο και με αυτοέλεγχο, με επαγγελματική συνέπεια, καθώς και με οργανωμένη παραγωγή και διακίνηση, όχι, ο χώρος του βιβλίου, στην Ελλάδα, δεν λειτούργησε ποτέ σωστά. Αν όμως η διαπίστωση αφορά έναν χώρο που, σε σύγκριση με άλλους τομείς της ελληνικής αγοράς και παρά τις πολλές αδυναμίες του, είχε αξιοθαύμαστη δυναμικότητα, μπορούσε να παρακολουθεί τι συμβαίνει στο εξωτερικό, να προωθεί σχετικά αποτελεσματικά τα προϊόντα του, να δίνει μάχες και να τις κερδίζει, τότε ναι, ο χώρος του βιβλίου ήταν ένας ζωντανός οργανισμός.

***

Οι αδυναμίες πολλές αλλά όχι αυτές που πολλοί δημοσιογράφοι καταλογίζουν στον χώρο. Δεν είναι αλήθεια, για παράδειγμα, ότι η κρίση ήταν μοιραίο να ενσκήψει επειδή υπήρχε υπερπαραγωγή βιβλίων: η Ελλάδα όχι μόνο δεν ξεπέρασε αλλά ούτε έφτανε, αναλογικά, τα ποσοστά βιβλίων που παράγονται και διακινούνται κάθε χρόνο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες – και στις χώρες αυτές περιλαμβάνονται και συγγενικές χώρες όπως η Ιταλία, όπου όλοι επίσης γκρινιάζουν ότι ο κόσμος δεν διαβάζει αρκετά.

Δεν είναι, επίσης, αλήθεια ότι το ελληνικό βιβλίο είναι (ή ήταν) ακριβό προϊόν. Κατ’ αρχάς σε μια χώρα όπου οποιαδήποτε ταβέρνα δεν κοστίζει λιγότερο από 20 ευρώ κι ένα ποτό σε ένα μέτριο μπαρ 10 ευρώ, το βιβλίο των 10, 15, 20, άντε και 25 ευρώ για τα πολυσέλιδα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ακριβό, αν κρίνουμε τη διάρκεια (αλλά και την ποιότητα) της απόλαυσης που προσφέρει σε σχέση με μια μπριζόλα ή ένα τζιν τόνικ. Άλλωστε, εδώ το κόστος δεν έχει σχέση με τη μάρκα, ο Σαραμάγκου δεν πουλιέται ακριβότερα από τη Μαντά επειδή γράφει καλύτερη λογοτεχνία. Τα κόστη στα βιβλία έχουν σχέση βεβαίως με το χαρτί ή την καλή βιβλιοδεσία, αλλά κυρίως με την καλή μετάφραση, την καλή επιμέλεια, τη φροντισμένη γενικά έκδοση ενός βιβλίου. Ήδη οι μεταφραστές, σε αυτή τη χώρα, πληρώνονται λιγότερο (πολύ λιγότερο) από τους συναδέλφους τους στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αφού τα τιράζ εδώ είναι αναγκαστικά μικρά και οι καλοί λογαριασμοί μπορεί να κάνουν καλούς φίλους αλλά σίγουρα δεν παράγουν καλά βιβλία.

(Τις προάλλες δημοσιογράφος κυριακάτικης εφημερίδας αναρωτιόταν γιατί δεν μπορούμε να έχουμε κι εδώ βιβλία τσέπης με φτηνό χαρτί και φτηνή τιμή όπως στο εξωτερικό. Το ίδιο ερωτηματικό γεννήθηκε και σε ιδιοκτήτρια μεγάλου βιβλιοπωλείου της Αθήνας, που προφανώς είχε διαβάσει το άρθρο του συναδέλφου. Σαν να μην ήξεραν και οι δύο, παρά τα χρόνια που έχουν ζήσει ανάμεσα σε βιβλία, μερικές βασικές αλήθειες: Κατ’ αρχάς, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, τα βιβλία στο εξωτερικό βγαίνουν με χοντρό εξώφυλλο και πολύ ακριβότερη από την ελληνική τιμή. Αν έχουν εμπορική επιτυχία, τότε ναι, φωτογραφίζονται (δηλαδή με μηδενικό επιπλέον κόστος) και βγαίνουν σε βιβλία τσέπης. Δεύτερον: Στο εξωτερικό υπάρχουν οι μηχανές βαθυτυπίας που, σε σχέση με τις μηχανές όφσετ, είναι πολύ φτηνές και γρήγορες. Σου ξεπετάνε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα σε μερικά λεπτά. Όταν λοιπόν το κανονικό τιράζ ενός βιβλίου στην Ελλάδα είναι μόλις 2.000 αντίτυπα, ενώ, αντίστοιχα, στο εξωτερικό -μιλάμε πάντα για τις εμπορικές επιτυχίες που μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα γίνονται και βιβλία τσέπης- ξεκινούν με 100.000, είναι φανερό ότι τα μεγέθη είναι διαφορετικά. Η βαθυτυπία δεν «σηκώνει» 2.000 αντίτυπα, χρειάζονται οι μηχανές όφσετ. Βιβλίο τσέπης σημαίνει πολλούς αναγνώστες, γι’ αυτό και μετά τα Βίπερ όσοι εκδότες προσπάθησαν να δοκιμάσουν, επέστρεψαν γρήγορα στο γνωστό, μπαστάρδικο ελληνικό τρόπο βιβλίου που δεν έχει ούτε το σκληρό εξώφυλλο και την άψογη εμφάνιση των ξένων βιβλίων ούτε την οικονομική λύση των -ευτελών- βιβλίων τσέπης.

***

Πώς όμως εκφράζεται σήμερα η κρίση στον χώρο του βιβλίου;

Κατ’ αρχάς υπάρχει σημαντική πτώση του αριθμού πωλήσεων, πτώση που κυμαίνεται γύρω στα 30-35%. Οι Έλληνες, που έτσι κι αλλιώς δεν έμαθαν ποτέ τους να διαβάζουν (ακόμα κι ο αριθμός των βιβλίων που διαβάζει ένας τυπικός Έλληνας διανοούμενος είναι εντυπωσιακά μικρότερος από αυτόν ενός Ιταλού π.χ. διανοουμένου), εξακολουθούν να έχουν την αντίληψη ότι το βιβλίο αποτελεί είδος πολυτελείας, πράγμα που δεν θεωρεί για την μπίρα ή για τη βενζίνη του αυτοκινήτου του. Και επειδή η κρίση που ζούμε είναι εν πολλοίς και ψυχολογική, το βιβλίο κόβεται, κι ας έπρεπε θεωρητικώς να έχει αύξηση, αφού όλοι έχουμε μειώσει τις εξόδους μας και αφού η τηλεόραση, φέτος περισσότερο από ποτέ, έχει ελάχιστα πράγματα να προσφέρει.

Αρνητική και επικίνδυνη η μείωση των πωλήσεων, αλλά δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Ή, για να είμαστε πιο σαφείς, δεν είναι αυτό το σοβαρότερο πρόβλημα.

***

Οι σχέσεις εκδοτών και βιβλιοπωλών, στην Ελλάδα, ήταν πάντα περίεργες. Σε όλο τον κόσμο οι εκδότες μοιράζονται τα κόστη, τις ευθύνες και τα κέρδη με τους βιβλιοπώλες. Όχι πως έχουν κοινές εταιρείες ή είναι συνέταιροι. Απλώς οι βιβλιοπώλες, στο εξωτερικό, αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για την προώθηση των βιβλίων, γίνονται συμμέτοχοι και συνυπεύθυνοι στον κύκλο της διακίνησης του βιβλίου, έχουν έναν δικό τους χαρακτήρα, δημιουργούν κι αυτοί τους δικούς τους αναγνώστες-αγοραστές. Εδώ, ποιος ξέρει γιατί και πώς, στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι βιβλιοπώλες είναι απλώς μεσάζοντες που ενδιαφέρονται για το πώς θα αυξήσουν τα ποσοστά τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν πληρώνουν ούτε ένα ευρώ για την προβολή των βιβλίων, θεωρούν ότι είναι, κι αυτή, δουλειά του εκδότη. Πληρώνονται τις βιτρίνες τους, διότι έτσι έμαθαν ότι κάνουν και τα σουπερμάρκετ με τα ράφια που βρίσκονται στο ύψος του ανθρώπινου ματιού. Και συχνά συμβαίνει το παράδοξο να τους πηγαίνεις π.χ. αφίσες και να μην τις δέχονται διότι… δεν έχουν χώρο να τις βάλουν. Όσο για τις λίστες των ευπώλητων βιβλίων που παραδίδουν στις εφημερίδες, αυτές έχουν περισσότερη σχέση με την αντίληψη που έχουν για τις δημόσιες σχέσεις με τους εκδότες παρά με τις πραγματικές τους πωλήσεις.

Τα τελευταία χρόνια είχαμε κι εδώ την εξάπλωση βιβλιοπωλικών αλυσίδων. Γίγαντες με πήλινα πόδια, τα νέα βιβλιοπωλεία που απλώθηκαν σε όλη τη χώρα, δεν έφεραν νέους αναγνώστες και δεν είχαν τα ποθητά αποτελέσματα. Έτσι κάποιες μεγάλες αλυσίδες άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα. Με την κρίση άρχισαν να κλείνουν βιβλιοπωλεία που είχαν ανοίξει μόλις πριν ένα ή δύο χρόνια. Κι άρχισαν να χρωστάνε στους εκδότες χρήματα από βιβλία που είχαν ήδη πουλήσει.

Οι εκδότες, από την άλλη, φοβούμενοι ότι αν κλείσουν τα βιβλιοπωλεία, δεν θα έχουν πλέον σημεία πώλησης των βιβλίων τους, ανέχτηκαν μια τέτοια κατάσταση. Όταν όμως η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη, κι όταν ήταν πλέον φανερό ότι πολλοί μπορούν να εκμεταλλεύονται την ίδια τους την κρίση, ήταν ήδη αργά: τα χρέη κάποιων βιβλιοπωλών σε όλους τους εκδότες μετράνε σήμερα πολλά μηδενικά, υπερβολικά πολλά μηδενικά. Οι ίδιοι οι εκδότες, που βλέπανε τα βιβλία τους να πουλιούνται αλλά να μην παίρνουν πίσω τα χρήματα από τις πωλήσεις, έριξαν -πού αλλού;- το βάρος στους εργαζόμενους και στους πιστωτές τους. Με αποτέλεσμα όλο το σύστημα να κινδυνεύει να καταρρεύσει από τη μια στιγμή στην άλλη.

***

Στην Ελλάδα οι επιχειρηματίες έχουν μάθει τον καιρό των παχιών αγελάδων να βγάζουν χρήματα, να τα κάνουν οικόπεδα ή να τα στέλνουν στην Ελβετία. Όταν όμως οι αγελάδες αδυνατίζουν, κανένας δεν βάζει το χέρι στην τσέπη. Στους βιβλιοπώλες που χρωστάνε αυτή τη στιγμή τα μαλλιά της κεφαλής τους (φωτεινές εξαιρέσεις, ας το γράψουμε κι αυτό, από τα μεγάλα βιβλιοπωλεία της Αθήνας ο Ιανός και η Πολιτεία, που πληρώνουν κανονικά τα βιβλία που πουλάνε), συγκαταλέγονται γόνοι μεγάλων αστικών οικογενειών ή επιχειρηματίες που έγιναν γνωστοί από το τίποτα βγάζοντας λεφτά -καθώς λέγεται- ακόμα και με τη συνδρομή πολιτικών κομμάτων ή μεγάλων δημοσιογραφικών οργανισμών. Τους ανθρώπους αυτούς, χρηματοδοτούν αυτή τη στιγμή, με τους όχι υψηλούς μισθούς τους, οι εργαζόμενοι στους διάφορους χώρους του βιβλίου, αφού, όταν δεν απολύονται, πληρώνονται καθυστερημένα και ευκαιριακά. Οι εκδότες, που θα έπρεπε να τους προστατεύσουν, προστατεύοντας ταυτόχρονα τα συμφέροντά τους, δεν συνασπίζονται μεταξύ τους ώστε να βρουν μια κοινή γραμμή αντιμετώπισης του προβλήματος, διότι κανείς δεν έχει εμπιστοσύνη στον άλλο.

Έτσι, μετά την οικονομική και ψυχολογική κρίση, υπάρχει και μια βαθύτατη ηθική κρίση στον χώρο του βιβλίου. Οι γιορτές που πέρασαν είδαν τους εκδότες, παρά τα προβλήματα, να βγάζουν νέα και καλά βιβλία και τον κόσμο να γεμίζει -επιτέλους!- τα βιβλιοπωλεία. Μέχρι τη στιγμή όμως που γράφονται αυτές οι γραμμές, η κατάσταση με κάποιους μεγάλους βιβλιοπώλες δεν έχει αλλάξει. Λέγεται ότι κάθονται τα βράδια μπροστά στο τζάκι, με κατεβασμένες κουρτίνες, και μετράνε τα χρήματα που βάζουν στην άκρη έτσι ώστε, όταν περάσει με το καλό η κρίση, να έχουν ένα γερό κομπόδεμα και να ξεχυθούν στην αγορά με νέες επιχειρησιακές πρωτοβουλίες. Καλό κι αυτό, αρκεί μέχρι τότε να υπάρχει αγορά βιβλίου στην Ελλάδα.

Η Ariel Levi στην Αθήνα για την παρουσίαση του βιβλίου της “Θηλυκές Φαλλοκράτισσες”(την Πέμπτη 26-1-2012)

Γράψτε ένα σχόλιο

Η Άριελ Λίβι, συγγραφέας του βιβλίου Θηλυκές Φαλλοκράτισσες. Οι γυναίκες και η ανερχόμενη κουλτούρα του ξέκωλου (Επίμετρο: Καρλ Γιουνγκ, «Η γυναίκα στην Ευρώπη» Μετάφραση: Νίκη Σταυρίδη Εκδόσεις Κουκκίδα, Σειρά: Η γυναίκα σήμερα, Αθήνα, Μάιος 2011) θα βρίσκεται στην Αθήνα από τις 22 έως τις 27 Ιανουαρίου 2012 για να παρουσιάσει το βιβλίο της.

H Άριελ Λίβι είναι συνεργάτιδα του περιοδικού The New Yorker από το 2008. Στο παρελθόν έχει συνεργαστεί με το New York Magazine γράφοντας για προσωπικότητες από την Αντρέα Ντβόρκιν ως την Ντονατέλα Βερζάτσε. Έχει επίσης γράψει άρθρα για το New York Times Book Review, το Vogue, το Slate, το Elle, τη Washington Post, το Men’s Journal και το Blender καθώς και για πολλές εφημερίδες και περιοδικά του Ηνωμένου Βασιλείου.
Το Ιούνιο/ Ιούλιο του 2009 συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο «Σαράντα κάτω των 40» ο οποίος αναφέρεται σε άτομα με σημαντική επιρροή.
Τα θέματα που την απασχολούν είναι οι ρόλοι των φύλων, η λεσβιακή κουλτούρα, η χρήση ουσιών, τα είδωλα της λαϊκής κουλτούρας όπως εκφράζονται μέσα από το Sex and the City. Έχει κάνει κριτική στις πορνογραφικού τύπου σειρές της αμερικανικής τηλεόρασης όπως το Girls gone wild.

Για το βιβλίο και τη συγγραφέα έγραψαν:
Έχει σημασία ότι την επίθεση ενάντια στα «θηλυκά φαλλοκρατικά γουρούνια» (κατά το male chauvinist pigs) και στη σύγχρονη κουλτούρα του ξέκωλου δεν την εξαπολύει κάποια υπερσυντηρητική, σεμνότυφη Αμερικανίδα, που θα μπορούσε σήμερα να είναι ακτιβίστρια του Tea Party, αλλά μια νεαρή δημοσιογράφος του περιοδικού The New Yorker (τριάντα ενός ετών ήταν το 2005, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο της), κόρη γονιών με φεμινιστικές ιδέες και φεμινίστρια η ίδια, όπως αυτοπροσδιορίζεται, αλλά με ανοιχτά μάτια για τη μονολιθικότητα και τις ακρότητες του φεμινισμού της προηγούμενης από τη δική της γενιάς.
Δεν είναι άραγε παράδοξο ότι η «νέα σεξουαλική αναρχία» συμπίπτει με την κυριαρχία του πολιτικού συντηρητισμού στον δυτικό κόσμο, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες; Όχι, δεν είναι παράδοξο, απαντάει η Ariel Levy και έχει δίκιο. Η κουλτούρα του ξέκωλου δεν σηματοδοτεί μια εξέγερση ενάντια στις κυρίαρχες αξίες αλλά το αντίθετο, είναι υποδειγματική περίπτωση συμμόρφωσης με την πρώτιστη επιταγή του σύγχρονου καπιταλισμού: για να υπάρχεις, πρέπει να καταναλώνεις συνεχώς, από εμπορεύματα μέχρι εμπειρίες, που και αυτές ανάγονται σε εμπορεύματα.
Δημοσθένης Κούρτοβικ, Τα Νέα/Βιβλιοδρόμιο, 3-4/9/11

Όσο και αν ο τίτλος λειτουργεί παραπλανητικά, έχουµε να κάνουµε µε µια πολύ σοβαρή περίπτωση «πολιτισµικής δηµοσιογραφίας» (cultural journalism), η οποία δεν µας εξηγεί απλώς γιατί πολλές γυναίκες εσχάτως συµπεριφέρονται «σαν άνδρες» (τα κοµµάτια που αφορούν την αµερικανική σειρά «Sex and the City» είναι ενδεικτικά), αλλά προσπαθεί να εντάξει το φαινόµενο στις ιστορικές και κοινωνικές µεταλλάξεις µιας κουλτούρας που µοιάζει µε εµποροπανήγυρη.
Γρηγόρης Μπέκος, ΒΗΜΑβιβλία, 19/6/11

«Η συγγραφέας υπογραμμίζει την αντίθεσή της προς τις γυναίκες που έχουν αποδεχτεί ως λύσεις στα αδιέξοδα των σχέσεών τους με τους άντρες την ένδυση της αντρικής συμπεριφοράς και τη δημιουργία αντίστοιχης αντρικής επίκτητης ψυχολογίας. Η συγγραφέας ανήκει στους θιασώτες της
στρατηγικής του επαναπροσδιορισμού της γυναικείας φύσης. Μιλά για την επανάκτηση της ιερής θηλυκότητας, που είναι εγγύτερα σ’ αυτήν ακριβώς τη γυναικεία φύση και την αυτόφωτη λάμψη της.
Φώτης Θαλασσινός, Ελευθεροτυπία/Βιβλιοθήκη, τχ: 679, 28/10/11

***

Δείτε και την παλιότερη ανάρτηση μας για το βιβλίο,εδώ:

Θηλυκές Φαλλοκράτισσες

Ο Agamben για τις φωτογραφίες που αγαπά και την έννοια της “απαίτησης”

3 σχόλια

GIORGIO AGAMBEN, Βεβηλώσεις, εκδόσεις Άγρα, μετάφραση-σημειώσεις: Παναγιώτης Τσιαμούρας, Αθήνα 2006, ISBN:960-325-637-4.

Αποσπάσματα από το 3ο δοκίμιο του βιβλίου “Η Ημέρα της Κρίσεως“(σελ.35-44).

[σελ. 35]  Τι είναι εκείνο που με γοητεύει, που με σαγηνεύει και μου προκαλεί ισχυρή εντύπωση στις φωτογραφίες που αγαπώ; Νομίζω  πως πρόκειται απλούστατα γι’  αυτό: για μένα η φωτογραφία συνιστά κατά κάποιον τρόπο τον τόπο της Δευτέρας Παρουσίας, αντιπροσωπεύει τον κόσμο όπως φαίνεται κατά την έσχτη μέρα, την Ημέρα της Οργής. (…)

[σελ. 38] (…) Είναι ακριβώς αυτή την εσχατολογική φύση της κίνησης που ο ικανός φωτογράφος είναι σε θέση να συλλαμβάνει. Δίχως όμως να αφαιρεί τίποτα από την ενικότητα και την ιστορικότητα του φωτογραφικού συμβάντος(…)

φωτό: Λουκάς Βασιλικός

[σελ. 39] Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή, στις φωτογραφίες που αγαπώ, που δεν θα ήθελα με τίποτα να παρασιωπήσω. Πρόκειται για μια απαίτηση: το υποκείμενο που συλλαμβάνεται στη φωτογραφία απαιτεί κάτι από εμάς. Η έννοια της απαίτησης με απασχολεί ιδιαίτερα και δεν θα πρέπει να τη συγχέουμε με μια πραγματολογική αναγκαιότητα. Ακόμη κι αν το πρόσωπο που είχε φωτογραφηθεί λησμονήθηκε εντελώς, ακόμη κι αν το όνομα του σβήστηκε για πάντα από τη μνήμη των ανθρώπων, ακόμη και τότε- καλύτερα: ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο- εκείνος ο άνθρωπος, εκείνο το πρόσωπο, αξιώνουν το όνομα τους, απαιτούν να μη λησμονηθούν (…)

GIORGIO AGAMBEN, Βεβηλώσεις, εκδόσεις Άγρα, μετάφραση-σημειώσεις: Παναγιώτης Τσιαμούρας, Αθήνα 2006, σελ. 35,38,39.

Ένας αφορισμός του Λίχτενμπεργκ για τον πρώτο μήνα του χρόνου

2 σχόλια

G. C. Lichtenberg, Πιπέρι καὶ σπασμένες γραμμές-Ἐπιλογὴ ἀπὸ τὰ Sudelbücher,παρουσίαση-μετάφραση-σχόλια: Ἐ.Χ.Γονατᾶς, ἔκδ. Στιγμή, Ἀθήνα 2005.

Ὁ Ἰανουάριος εἶναι ὁ μήνας ὅπου δίνουμε τὶς καλύτερες εὐχὲς στοὺς φίλους μας. Οἱ ἄλλοι εἶναι οἱ μῆνες ὅπου οἱ εὐχὲς αὐτὲς δὲν θὰ πραγματοποιηθοῦν.

G.C. Lichtenberg, Πιπέρι καὶ σπασμένες γραμμές (Ἐπιλογὴ ἀπὸ τὰ Sudelbücher), παρουσίαση-μετάφραση-σχόλια: Ἐ.Χ.Γονατᾶς, ἔκδ. Στιγμή, Ἀθήνα 2005, ἀφορισμὸς 219, σελ. 77.

Ένα βιβλίο που θα σας καθηλώσει: Terry Eagleton, Λογική, Πίστη και Επανάσταση

7 σχόλια

Terry Eagleton, Λογική, πίστη και επανάσταση: Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχη, μετάφραση Πέτρος Γεωργίου,εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2011, ISBN 978-960-16-4209-3.

Ο Terry Eagleton δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι γνωστό ότι πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους σύγχρονους διανοούμενους. Στο νέο του βιβλίο Λογική Πίστη και Επανάσταση ο Eagleton καθηλώνει τον αναγνώστη όχι μόνο με την αντικειμενικότητα και την ευρυμάθεια του, αλλά κυρίως διότι λέει αλήθειες. Αλήθειες που ενοχλούν εκατέρωθεν (ενθέους και αθέους), αλλά αλήθειες αμείλικτες. Απέναντι σε έναν άκρατο επιστημονικό θετικισμό με έντονο δογματισμό και επιδερμική απλοϊκότητα (τύπου Dawkins) ο Eagleton προτείνει μια ριζοσπαστική ανάγνωση του χριστιανισμού, καταδικάζοντας ταυτόχρονα τη θεσμική του έκφραση για προδοσία έναντι των ριζοσπαστικών του καταβολών. Στη διελκυστίνδα πίστης και επιστήμης παρεμβάλλεται η πολιτική:

Το διακύβευμα εν προκειμένω δεν είναι κάποιο συνετά αναμορφωτικό πρόγραμμα, τύπου έγχυσης καινούργιου κρασιού σε παλιά μπουκάλια, αλλά μια πρωτοποριακή αποκάλυψη του απολύτως νέου – ενός καθεστώτος τόσο επαναστατικού, που υπερβαίνει κάθε εικόνα και λόγο, μιας ηγεμονίας της δικαιοσύνης και της αδελφοσύνης που κατά τους περί τα Ευαγγέλια γράφοντες εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα μέσα σε αυτόν τον χρεοκοπημένο, depasse, ναυαγισμένο κόσμο. Καμία μέση οδός δεν επιτρέπεται εδώ: η επιλογή μεταξύ της δικαιοσύνης και των εξουσιών αυτού του κόσμου δεν μπορεί παρά να είναι ξεκάθαρη και απόλυτη, ζήτημα θεμελιακής σύγκρουσης και αντίθεσης. Εδώ το ζητούμενο είναι ένα κοφτερό σπαθί, όχι ειρήνη, συναίνεση και διαπραγμάτευση. Ο Ιησούς δεν φέρνει ούτε κατά διάνοια σε φιλελεύθερο, κάτι που αναμφίβολα του το κρατάει ο Ντίτσκινς*. Δεν θα γινόταν καλό μέλος επιτροπής. Ούτε θα τα πήγαινε καλά στη Γουόλ Στριτ, όπως δεν τα πήγε καλά με τα γραφεία συναλλάγματος στον ναό της Ιερουσαλήμ. (Eagleton,μν.εργ.,σελ. 45).

Η αναμέτρηση με τη σκέψη του Eagleton δεν θα είναι εύκολη για όσους εμμένουν στις “βεβαιότητες” τους (ένθεοι ή άθεοι, αδιάφορον). Παραθέτουμε ένα “νόστιμο” τμήμα από την κριτική του Eagleton στον Dawkins:

Επειδή η ύπαρξη του κόσμου δεν υπόκειται σε καμία αναγκαιότητα, δεν μπορούμε να συναγάγουμε τους νόμους που τον κυβερνούν από απριορικές αρχές, αλλά πρέπει να κοιτάξουμε το πως λειτουργεί στην πραγματικότητα. Αυτό είναι έργο της επιστήμης. Υπάρχει λοιπόν μια περίεργη σχέση ανάμεσα στο δόγμα της δημιουργίας από το τίποτα και στον επαγγελματικό βίο του Ρίτσαρντ Ντόκινς. Χωρίς τον Θεό ο Ντόκινς θα ήταν άνεργος. Οπότε είναι άκρως αγενές εκ μέρους του το να αμφισβητεί την ύπαρξη του εργοδότη του.

(T. Eagleton, μν. έργον,σελ. 26-27).

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που ο Eagleton ορίζει την πίστη:

Οι άνθρωποι καλούνται να μην κάνουν τίποτα περισσότερο από το να αναγνωρίσουν, μέσα από την πράξη της αγαπητικής συγκατάνευσης που ονομάζεται πίστη, το γεγονός ότι ο Θεός είναι με το μέρος τους ό,τι κι αν γίνει. Ο Ιησούς δεν έχει στην πραγματικότητα παρά ελάχιστα πράγματα να πει γύρω από την αμαρτία, αντίθετα με πλήθος φιλοκατήγορων οπαδών του. Η αποστολή του είναι να αποδεχτεί την αδυναμία των ανθρώπων, όχι να τους την τρίψει στη μούρη. (μν. εργ., σελ. 41).

Η εν λόγω ριζοσπαστική “ανάγνωση” του Eagleton δεν σημαίνει ότι αποστασιοποιείται από τις θεμελιακές μαρξιστικές καταβολές του. Στον Πρόλογο του βιβλίου ασκεί σκληρή κριτική στη θρησκεία: “Η θρησκεία έχει επιφέρει ανείπωτη εξαθλίωση στα ανθρώπινα πράγματα. Ως επί το πλείστον έχει υπάρξει μια βρομερή ιστορία μισαλλοδοξίας, δεισιδαιμονίας, ευσεβών πόθων και καταπιεστικής ιδεολογίας” (μν.εργ.,σελ.11). Ωστόσο ασκεί δριμύτατη κριτική και σε όσους επικριτές της  “αγοράζουν την απόρριψη της θρησκείας σε τιμή ευκαιρίας” , ενώ οι ίδιοι “διακατέχονται από τόσο βαθιά άγνοια και προκατάληψη ώστε να συναγωνίζονται τη θρησκεία” (ό.π.).

Ας δούμε τι λέει ο Eagleton περί χριστιανικής αγάπης:

Κατά τη χριστιανική διδασκαλία η αγάπη και η συγχώρεση του Θεού είναι αδίστακτα ανελέητες δυνάμεις, που ξεσπούν βίαια επάνω στην προστατευτική, αυτοεκλογικευτική μικρή μας σφαίρα, διαλύοντας τις συναισθηματικές ψευδαισθήσεις μας και αναποδογυρίζοντας βάναυσα τον κόσμο μας (…)

(…)Αν δεν αγαπάς είσαι νεκρός κι αν αγαπάς θα σε σκοτώσουν. Ορίστε λοιπόν η επαγγελία των παραδείσιων απολαύσεων ή το όπιο των μαζών, η παρηγοριά σας του γλυκού βλέμματος και η ευλάβεια των χλωμών παρειών.(…)

(μν.έργ.,σελ. 43-44)

Είναι τόσο πλούσια η θεματική του βιβλίου που σε κάθε σελίδα του ο αναγνώστης θα βρει κάτι που θα τον ενθουσιάσει, θα τον προβληματίσει ή μπορεί και να τον εκνευρίσει. Έτσι είναι όμως τα μεγάλα έργα. Κλείνοντας τη μικρή αυτή παρουσίαση νομίζουμε ότι αξίζει ο αναγνώστης να δει πως ορίζει ο Eagleton την “οικτρή κατάσταση”(σελ. 46) αλλά και το “μαρτύριο”(σελ. 48).

Σημ.: Οι ανωτέρω επισημάνσεις αφορούν το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου (“Τα αποβράσματα της Γης”, σελ. 17-72). Μια αναλυτική διαπραγμάτευση θα απαιτούσε πάρα πολύ χώρο. Σε τελική ανάλυση, έργα τέτοιας αξίας απαιτούν όχι μόνο την προσοχή, αλλά και την άμεση μετοχή του αναγνώστη στο βαθυστόχαστο περιεχόμενο τους.

——————————

*[Πρόκειται για παιγνιώδη σύμπτυξη των επωνύμων  Ντόκινς-Χίτσενς από το συγγραφέα "χάριν ευκολίας"(μν. έργον, σελ. 19) ].

25-12-2011

Γ.Μ.Βαρδαβάς

***

update 29-12-2011:

Συνέντευξη του  Terry Eagleton για το “Λογική,Πίστη,Επανάσταση”(Αριστερά και Πολιτική Θεολογία)

Θάνος Λίποβατς, Δοκίμιο για τη Γνώση και τον Γνωστικισμό

Γράψτε ένα σχόλιο

Θάνος Λίποβατς , Δοκίμιο για τη γνώση και τον γνωστικισμό, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2006, ISBN 960-435-110-9.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

Η μυστική Γνώση, μέσω της αντίθεσης τόσο με τη μονοθεϊστική Πίστη, όσο και με τον ορθό Λόγο, γίνεται αισθητή όταν το υποκείμενο θέτει με επιμονή το ερώτημα του νοήματος της πεπερασμένης ύπαρξης και του κακού στον κόσμο. Τότε το υποκείμενο μπορεί, με την προσπάθεια αντιμετώπισης της υπαρξιακής έλλειψης, να έρθει σε επαφή με τον ορθό Λόγο, τον ηθικό Νόμο και την ιστορικότητα.

Η Γνώση, από την ύστερη αρχαιότητα μέχρι σήμερα, οδηγεί -αντίθετα- στην απάρνηση της πάντοτε ελλειμματικής πραγματικότητας και στη μυστικιστική φυγή από αυτήν. Αποτέλεσε και αποτελεί, δε, μια απάντηση στο σύμπτωμα της “δυσφορίας μέσα στον πολιτισμό”, όπως αυτό εκφράζεται με τον “θάνατο του Θεού” και τον “θάνατο του ανθρώπου”.

Απαντώντας στο ερώτημα πώς βιώνουν τα υποκείμενα τη σχέση τους με τον εαυτό τους και με τον Άλλο, εμφανίζεται το ηθικό αίτημα, με τις απορίες και τα παράδοξα που παρουσιάζει. Ως συνέχεια αυτού, τίθεται το αίτημα της ορθής πολιτικής πράξης στην υστερονεωτερική εποχή. Θεωρίες της συνωμοσίας, αποκρυφισμός, αποκαλυπτική τρομοκρατία, ρατσισμός, αντισημιτισμός και μηδενισμός φέρουν πάντα ίχνη της Γνώσης.

Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα από τις σελ. 38 και 39 του βιβλίου (οι υπογραμμίσεις  είναι του συγγραφέα):

(…) Η αποκαλυπτική πόλωση χωρίζει όλον τον κόσμο ανάμεσα στο καλό και στο κακό, όπου το “κακό” κυριαρχεί στον κόσμο και την ψυχή του ανθρώπου. Όταν αυτή η απαισιόδοξη, καταθλιπτική στάση περάσει στην πράξη τότε έχει ολέθριες συνέπειες. Κι αυτό, γιατί δεν βλέπει τον σύνθετο, μερικώς αναποφάσιστο και διφορούμενο χαρακτήρα των ανθρωπίνων πραγμάτων, που απαιτούν την ορθή κρίση και καλή θέληση για τη (μερική πάντα) λύση των προβλημάτων και συγκρούσεων που αναπόφευκτα προκύπτουν, εξαιτίας της περατότητας του ανθρώπου. Σε αυτήν τη σκέψη λείπει η διαφοροποίηση και η διαμεσολάβηση ως μέσον αντιμετώπισης των αντιφάσεων και αντιθέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους. Η αποκαλυπτική στάση ήταν και είναι η μήτρα όλων των εξτρεμιστών στην ιστορία.(…)

(…) Η αποκαλυπτική στάση διαφέρει ουσιωδώς από την προφητική εσχατολογία, η οποία είναι γνήσιο στοιχείο του ιουδαϊσμού και του χριστιανισμού. Οι χριστιανοί πρέπει να αγωνίζονται όχι για την “ψυχή” τους και για την “εσωτερική γνώση”, αλλά για μια πιο δίκαιη κοινωνία, καθώς και για την αναγνώριση της αλήθειας του αδιαλείπτως διχασμένου εαυτού τους. Να αγωνίζονται όχι όμως με βίαια μέσα και να μην θεωρούν ότι από μόνοι τους, ως πάντοτε ατελείς άνθρωποι, θα επιφέρουν την “τέλεια κοινωνία”.(…)

Θ.Λίποβατς, Δοκίμιο για τη Γνώση και το Γνωστικισμό, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2006, σελ. 38-39.

Χρήστος Γιανναράς, Το ρητό και το άρρητο

Γράψτε ένα σχόλιο

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Το ρητό και το άρρητο: Τα γλωσσικά όρια ρεαλισμού της μεταφυσικής, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1999, σσ. 324. ISBN: 960-7721-48-9.

Του Αθανασίου Καλαμάτα

[Η παρούσα  βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύθηκε αρχικά στην εφημ. ΑΙΟΛΙΚΑ ΝΕΑ, Μάιος 2000.  Αναδημοσιεύεται εδώ με την άδεια του συγγραφέα].

Κατά την άποψη του συγγραφέα πρόκειται για βιβλίο που αποτελεί το δεύτερο «σταθμό» στην προσωπική πορεία του συγγραφικού μόχθου του, μετά το εναργέστατο σε φιλοσοφικό λόγο βιβλίο του Το πρόσωπο και ο έρως. Λόγος λαγαρός, κοφτερός, ισοδύναμος της προγενέστερης φιλοσοφικής και θεολογικής παράδοσης, ουσιαστικός και συγκλονιστικός, δοκιμάζει τη γλωσσική σήμανση της κριτικής οντολογίας, με συνομιλητή τον κορυφαίο εκπρόσωπο της φιλοσοφίας της «κοινής γλώσσας», αυστριακό φιλόσοφο του πρώτου μισού του αιώνα μας Ludwig Wittgenstein, για τον οποίο ο Χρήστος Γιανναράς γράφει ότι σημάδεψε τη συγγραφική δουλειά του. Αυτή η γόνιμη συντροφιά αλλά και αντιπαράθεση με τη δυτική φιλοσοφική σκέψη, δείχνει να μην εγκλωβίζεται σε ένα σύστημα δογματικών και τετριμμένων αποφάνσεων, αντιθέτως μάλιστα είναι διεισδυτική και αναλυτική, καθώς ρωμαλέα περιγράφει την οντολογία του προσώπου. Βέβαια, ένας τέτοιος λόγος περί φιλοσοφικής γλώσσας, θα ήταν φαινομενικά σκόρπιος και αδύναμος, αν δημιουργικά δεν συναναστρεφόταν με την ορθόδοξη θεολογική παράδοση και μάλιστα με τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.
Το βιβλίο παρουσιάστηκε στις 17 Απριλίου 2000 στην κατάμεστη από κόσμο Αίθουσα Τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με ομιλητές τον Σεβ. Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), κορυφαίο εν ζωή ορθόδοξο θεολόγο, καθηγητή στα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης, της Γλασκόβης, του Εδιμβούργου και του Κινγς Κόλετζ του Λονδίνου, το συγγραφέα Θεόδωρο Ζιάκα και τον Σταύρο Γιαγκάζογλου, Σύμβουλο στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και Διευθυντή του περ. Θεολογία. Τη συζήτηση προλόγισε και συντόνισε ο Λάμπρος Σιάσος Αναπληρωτής Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Ένα βιβλίο που αξίζει την προσοχή μας: Στ. Ζουμπουλάκης, Ανίερη Συγκυβέρνηση

Γράψτε ένα σχόλιο

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ανίερη Συγκυβέρνηση, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2011, ISBN: 978-960-435-336-1.

Από τη ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ πληροφορηθήκαμε ότι μόλις κυκλοφόρησε σε βιβλίο η λίαν σημαντική διάλεξη του Σταύρου Ζουμπουλάκη  στο Γαλλικό Ινστιτούτο, στο πλαίσιο της εκδήλωσης “Αναλύσεις, ελπίδες και προκλήσεις για τη σημερινή Ελλάδα” (16-11-2011).

Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο που λέει μεγάλες αλήθειες:

Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός της δεκαετίας του 1960 και του 1970 μοιάζει να είναι κάτι σαν κομμουνισμός στα μάτια των σημερινών νεοφιλελεύθερων. Η παγκοσμιοποίηση από την άλλη έχει καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη, σχεδόν αδύνατη, τη λήψη μέτρων προστασίας των εθνικών οικονομιών.

(Στ. Ζουμπουλάκης, Ανίερη Συγκυβέρνηση,σελ. 12)

Ένα βιβλίο που αξίζει την προσοχή μας. Μην το χάσετε!

Διαβάστε επίσης:

Ανίερη συγκυβέρνηση (από το ιστολόγιο Against antisemitism – Ενάντια στον αντισημιτισμό)

Simone Weil, Για την κατάργηση των κομμάτων

Γράψτε ένα σχόλιο

Simone  Weil,   Για την κατάργηση των κομμάτων, μετάφραση Σωτήρης Γουνελάς, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2011, ISBN:978-960-527-647-8.

Το βιβλίο περιλαμβάνει σχόλιο του Αντρέ Μπρετόν και επίμετρο του φιλοσόφου Αλαίν. Η γενική επιμέλεια και η μετάφραση είναι του Σωτήρη Γουνελά. Ακολουθεί μικρό απόσπασμα από το βιβλίο:

Εάν ένας ρωτούσε, ζητώντας την κάρτα του μέλους: “Συμφωνώ με το κόμμα στο τάδε, τάδε και τάδε σημείο. Δεν έχω μελετήσει τις άλλες θέσεις του και διατηρώ όλες μου τις επιφυλάξεις, όσο δεν θα το έχω κάνει”, θα τον παρακαλούσαν σίγουρα να ξαναπεράσει αργότερα.

Στην πραγματικότητα όμως, πλην σπανίων εξαιρέσεων, όποιος εισέρχεται σε ένα κόμμα υιοθετεί πειθήνια την πνευματική στάση που θα εκφράσει αργότερα λέγοντας: “Όντας μοναρχικός, όντας σοσιαλιστής, σκέφτομαι ότι…”. Είναι τόσο αναπαυτικό!

Δεν υπάρχει τίποτα πιο αναπαυτικό από το να μη σκέφτεσαι.

Simon Weil, Για την κατάργηση των κομμάτων, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2011, σελ. 40

Νίκος Σαραντάκος, Λέξεις που χάνονται

Γράψτε ένα σχόλιο

Νίκος Σαραντάκος, Λέξεις που χάνονται: Ένα ταξίδι σε 366 σπάνιες λέξεις, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2011, ISBN: 978-960-8219-77-9.

Η εργώδης και επιστημονική ενασχόληση, η εξαντλητική -μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας- επιμέλεια, η μακροχρόνια έρευνα, ο μόχθος, η έγνοια του συγγραφέα για τη γλώσσα είναι γνωστά. Ο “νόστιμος” (ας μας επιτραπεί ο όρος) τρόπος γραφής  και το χωρίς φιοριτούρες ύφος  προσελκύουν κάθε φιλέρευνο αναγνώστη.

Στο νέο του βιβλίο Λέξεις που χάνονται ο Νίκος Σαραντάκος παρουσιάζει 366 σπάνιες λέξεις που δεν συμπεριλαμβάνονται στα καινούργια λεξικά (ΙΝΣ & Μπαμπινιώτη).

Ένα βιβλίο που αξίζει την προσοχή μας. Μόλις κυκλοφόρησε! Μην το χάσετε!

update 30-11-2011: δείτε τη σχετική ανάρτηση στο ιστολόγιο του συγγραφέα:

Λέξεις που χάνονται: ένα ταξίδι σε 366 σπάνιες λέξεις

Ζακ Λακάν, Ο θρίαμβος της θρησκείας

1 σχόλιο

Ζακ Λακάν, Ο θρίαμβος της θρησκείας & Λόγος πρός τους καθολικούς, εισαγωγή: Ζακ-Αλέν Μίλερ, μετάφραση: Νάσια Λινάρδου-Μπλανσέ, Νατάσα Κατσογιάννη, Κυριακή Σαμαρτζή, εκδόσεις Εκκρεμές, σειρά: Λακανικός Προσανατολισμός,  Αθήνα 2011, ISBN: 978-960-7651-88-4.

Μόλις κυκλοφόρησε!  Μικρό απόσπασμα:

ΕΡ.: -Είστε πεπεισμένος ότι η θρησκεία θα θριαμβεύσει;

Ζ.ΛΑΚΑΝ: Ναι. Δεν θα θριαμβεύσει μονάχα επί της ψυχανάλυσης, θα θριαμβεύσει επί πολλών άλλων πραγμάτων. Ούτε που μπορεί κανεις να φανταστεί πόσο ισχυρή είναι η θρησκεία.

Μίλησα πρό ολίγου για το πραγματικό. Όσο περνάει από το χέρι της επιστήμης, το πραγματικό θα εξαπλώνεται και η θρησκεία θα βρίσκει στο σημείο αυτό ολοένα και περισσότερους λόγους για να απαλύνει καρδιές. Η επιστήμη αποτελεί κάτι το καινούργιο και θα εισαγάγει πλήθος συνταρακτικών πραγμάτων στη ζωή του καθενός από μας. Όμως η θρησκεία, η αληθινή κυρίως, έχει πόρους που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε. Μπορεί να το διαπιστώσει κανείς επί του παρόντος βλέποντας την πως απλώνεται. Είναι απολύτως εκπληκτικό.

Τους πήρε καιρό, αλλά οι άνθρωποι της θρησκείας κατάλαβαν ξαφνικά την τύχη που τους έλαχε με την επιστήμη. Θα χρειαστεί σε όλες τις ανατροπές που θα εισαγάγει η επιστήμη να δώσουν ένα νόημα. Και όσον αφορά το νόημα, το θέμα το ξέρουν καλά. Είναι ικανοί να δώσουν νόημα στο οτιδήποτε (…)

Ζακ Λακάν, Ο θρίαμβος της θρησκείας & Λόγος πρός τους καθολικούς, εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2011, σελ. 102.

Μια ενδιαφέρουσα νέα έκδοση-ΟΠΑΔΟΙ ΕΝ ΧΟΡΩ: προσέγγιση στα συνθήματα των Ελλήνων οπαδών

Γράψτε ένα σχόλιο

 Αθανάσιος Κατσώχης, Οπαδοί εν χορώ, εκδ. Αφ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2011,ISBN 978-960-467-297-4.

undefined

Πρόκειται για αθλητικό/κοινωνικό δοκίμιο, το πρώτο στην ελληνική βιβλιογραφία με αναφορά στη συνθηματολογία των γηπέδων. Μπορεί το φαινόμενο της βίας και του χουλιγκανισμού να έχουν αναλυθεί, και συνεχώς να αποτελούν αντικείμενο κοινωνιολογικής έρευνας, όχι όμως και ο… οργανωμένος, μαζικά εκφωνούμενος λόγος των οπαδών στα γήπεδα -και όχι μόνο σ’ αυτά-: λόγος που επηρεάζεται, βέβαια, από τις εξελίξεις στον χώρο του αθλητισμού, στο πλαίσιο της ένταξης του τελευταίου σε μια ολόκληρη βιομηχανία θεάματος. Λόγος αποκαλυπτικός για την όλο και πιο ενεργή συμμετοχή των οπαδών στα αθλητικά πράγματα, εδώ και τρεις δεκαετίες. Και λόγος, επίσης, μεστός από στερεότυπα σεξιστικά και φαλλοκρατικά. Αυτά τα θέματα θίγει η εν λόγω πραγματεία, παρουσιάζοντας, τέλος, -εν είδει χαλαρής ‘εξόδου’ -τις μελωδίες και τους ρυθμούς οι οποίοι διαχρονικά εμπνέουν τους Έλληνες οπαδούς στην κατασκευή των συνθημάτων τους.

Δεν αφορά μόνο τους οπαδούς ή όσους ασχολούνται με τα λαοφιλή αθλήματα: αφορά όλους όσοι ενδιαφέρονται για την καταγραφή της συμπεριφοράς του πλήθους. Και μόνη η ανάγνωση της λίστας, ωστόσο, των συνθημάτων, έρχεται -έστω και προσωρινά- ως ψυχαγωγικό αντίβαρο στα αρνητικά συναισθήματα που μας κατακλύζουν από τις εξόχως επαχθείς καταστάσεις που βιώνουμε καθημερινά.

Ο Νικόλας Σεβαστάκης για την κατά Ζίζεκ “οικολογία του φόβου”

Γράψτε ένα σχόλιο

Νικόλας Σεβαστάκης, Αυτό το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2008, ISBN: 978-960-518-327-1.

Η καχυποψία του Ζίζεκ για αυτό που αποκαλεί οικολογία του φόβου είναι, σε μεγάλο βαθμό, πολιτικά δικαιολογημένη. Υφίσταται πράγματι ο κίνδυνος, η ρητορική περί ορίων και αυτοπεριορισμών σε συνδυασμό με έναν επικοινωνιακό περιβαλλοντισμό -μη ξεπερνάτε τα όρια ταχύτητας, ελαττώστε την σπατάλη ενέργειας, γίνετε υπεύθυνοι!- να αποτελέσει την ηγεμονική ιδεολογία των φωτισμένων ελίτ ενός “εξυπνότερου” -από τον σημερινό-καπιταλισμού. Ενδεχομένως μάλιστα η απαγορευτική προσέγγιση σε κάποιες από τις ακρότητες της τεχνο-επιστήμης, αλλά κυρίως η τάση για τη ρύθμιση των ατομικών συμπεριφορών, να ενισχύσει ακόμα περισσότερο την τάση των νεοφιλελεύθερων καθεστώτων για ένα πυκνότερο και πιο παράλογο νομικό-ποινικό οπλοστάσιο με αυξημένη διατρητική ισχύ σε όλο το φάσμα της καθημερινής ζωής. Όταν, ας πούμε, το πέταμα μιας γόπας στο δρόμο κοστολογείται πενήντα ευρώ, το νεοφιλελεύθερο κράτος θεωρεί ότι ασκεί εφαρμοσμένη πολιτική για την ανάπτυξη μιας περιβαλλοντικής ηθικής. Και είναι μια τέτοια λογική που διαπνέει την ορμή των κυβερνήσεων να εφευρίσκουν καθημερινά νέες κυρώσεις για ανάρμοστες χρήσεις της γλώσσας, απρεπείς (inappropriate) στάσεις ή “οχληρές” συμπεριφορές.

Αλλά ο Σλοβένος φιλόσοφος υπονοεί και κάτι άλλο, μάλλον πολύ σοβαρότερο από την εδραίωση ενός θεραπευτικού κράτους το οποίο φαίνεται πως αποτελεί την απάντηση των κυρίαρχων ελίτ στη συστημική αποδιοργάνωση των παραδοσιακών θεσπίσεων του κοινωνικού κράτους. Η οικολογία του φόβου, υποψιάζεται ο Ζίζεκ, είναι το κοσμικό και μεσοαστικό αντίστοιχο των εγκυκλίων της Καθολικής Εκκλησίας καθώς ενισχύει τη δυσπιστία για κάθε μεγάλη και ανατρεπτική πράξη ‘ επανέρχεται, έτσι, ο γνωστός αντι-ουτοπισμός ο οποίος θέτει εκτός συζήτησης κάθε αληθινά ρηξικέλευθο σχέδιο, κάθε αποφασιστική βούληση ρήξης με την τάξη του κόσμου προκρίνοντας τον συμβιβασμό με το λιγότερο κακό, τη συμμόρφωση με τις διαρθρώσεις της ανισότητας και της εκμετάλλευσης.(…)

Νικόλας Σεβαστάκης, Αυτό το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα, σελ. 67-68.

Λίαν επίκαιρες διαπιστώσεις του Θ.Ι.Ζιάκα για τα στερεότυπα που έχουν διαμορφωθεί για δυο ανθρωπολογικούς τύπους: του “Έλληνα” και του “Γερμανού”

3 σχόλια

 “Έλληνας και Γερμανός”
[Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Πέρα από το άτομο,  σελ. 152-154].
[σελ. 152] Οι Έλληνες γνώρισαν τους Γερμανούς κατά τη ναζιστική κατοχή και στη συνέχεια κατά τη μαζική μετανάστευση τους στη Δυτική Γερμανία. Καταγράφουν τις διαφορές τους με τον “Γερμανό” σε μια σειρά στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία ο δεύτερος είναι ψυχρός, οργανωμένος και πειθαρχημένος, ενώ οι Έλληνες θερμοί, χαοτικοί και απειθάρχητοι. Μια επεξεργασία των στερεοτύπων αυτών δίνει περίπου τον παρακάτω πίνακα.
1) Η προσωπικότητα του Έλληνα θεμελιώνεται στην ελευθερία ή στην παραφθορά της, την ασυδοσία, ενώ του Γερμανού στην πειθαρχία. Ο Έλληνας δεν μπαίνει σε καλούπια. Δεν αντέχει για πολύ τις ρυθμισμένες καταστάσεις. Ψάχνει για καινούργιες ευκαιρίες. Ο Γερμανός θεμελιώνει την προσωπικότητα του εσωτερικά στην ηθική πειθαρχία και εξωτερικά στην πειθαρχία του στο Νόμο, με σκοπό την επίτευξη των εξωτερικών στόχων.
2) Ο Έλληνας δεν έχει ισχυρή παράδοση. Κρατά τις αποστάσεις του από την παράδοση. Έρχεται εύκολα σε ρήξη μαζί της αν ανακύψουν προσωπικοί λόγοι. Σαν τον Αχιλλέα αποσύρεται από τον κοινό αγώνα αν νομίσει ότι τον αδίκησαν στη μοιρασιά. Και προσεύχεται για την ήττα των συμπατριωτών του, ώστε να αναγνωρίσουν την αξία του. Αντιθέτως ο Γερμανός είναι φειδωλός στις αποφάσεις του και συμμορφώνεται επιμελώς με την παραδεδομένη τάξη. Αποφεύγει την εξέγερση και όταν την κάνει αντικαθιστά το παλιό λεπτομερές κανονιστικό σύστημα με ένα καινούργιο, εξ ίσου λεπτομερές. Και με τα ίδια πειθαρχικά χαρακτηριστικά.
3) Ο Έλληνας έχει υπερτροφικό ατομικό Εγώ. Το Εγώ του δεν διαστέλλεται από την επιθυμία και το συναίσθημα. Είναι η ανώτατη αξία του.  Αντιθέτως ο Γερμανός οικοδομεί το Εγώ του στην εσωτερική αυτοκαταπίεση-δαμασμό της επιθυμίας για να αποκτήσει την ικανότητα επίτευξης εξωτερικών στόχων. Ιδεώδες του: το παντοδύναμο και ηρωικό Εγώ. Η επιθυμία δεν είναι το κέντρο της ύπαρξης με το οποίο πρέπει να συνδιαλλαγεί, για να πετύχει τον εξωτερικό σκοπό. Απορρίπτει τις ταλαντεύσεις και τους δισταγμούς που [σελ. 153] φέρνει η ανάμιξη της επιθυμίας και του συναισθήματος με τις σκοποθεσίες του βίου. Είναι επίβουλες και αναξιόπιστες δυνάμεις, που πρέπει να γίνουν υπηρέτριες του Εγώ ή του μεγάλου εξωτερικού Εγώ-Φύρερ.
4) Το ελληνικό συλλογικό υπολαμβάνεται ως προέκταση του Εγώ. Την εξουσία και το κράτος ο Έλληνας τα βλέπει σαν προέκταση του εαυτού του. Ελάχιστοι Έλληνες αρχηγοί απέβλεψαν στο εθνικό καλό. Οι λίγοι που υπηρέτησαν το εθνικό καλό χλευάστηκαν, διώχθηκαν, δολοφονήθηκαν. Οι Αλκιβιάδηδες αγαπήθηκαν. Συνάντησαν την ανοχή. Πάντοτε ο Έλληνας έχει νόμους, θεσμούς, παράδοση, κανόνες συλλογικούς, αλλά όταν δεν τον συμφέρουν τους καταπίνει και εκτιμά τους καταπατητές τους. Το συλλογικό συμφέρον παραγνωρίζεται, πάρεκτος μεγάλου και άμεσου εθνικού κινδύνου και όταν το ατομικό συμφέρον συμβαίνει να ταυτίζεται με το συλλογικό. Αντιθέτως, το γερμανικό άτομο είναι πριν απ’όλα μέλος του συλλογικού. Θέτει σε προτεραιότητα το συλλογικό συμφέρον. Αυτοκατανοείται ως υπήκοος του κράτους. Ενώ τα ελληνικά κράτη είναι συνασπισμοί ιδιωτικών συμφερόντων ιδιοποιούμενων το κράτος, το γερμανικό κράτος είναι συνασπισμός συλλογικών συμφερόντων και στην ιδανική του μορφή η “ενσάρκωση της Λογικής”.
5) Στην ατομική  τους δραστηριότητα οι Έλληνες είναι επιτυχημένοι. Καλλιτέχνες, επιστήμονες, επιχειρηματίες. Ο Γερμανός είναι αξιόπιστος στο έργο του, αλλά άκαμπτος και μη δημιουργικός στις σχέσεις του.
6) Ο Έλληνας χρησιμοποιεί την ελευθερία του για την ατομική του ευδαιμονία. Η ηρωική συμπεριφορά ξεχάστηκε. Οι θεοί του ευδαιμονούσαν. Δεν εργάζονταν για τον κόσμο. Κι ο θεός των φιλοσόφων επίσης. Αρίστιππος, Επίκουρος, Ιερά ησυχία. Ο Γερμανός αντίθετα θεοποιεί την εργασία. Ο Έλληνας δεν βρίσκει τη Χαρά, βρίσκει όμως τις χαρές και τις εκτιμά. Κυνηγώντας την ευδαιμονία πάντα στρογγυλεύει τις γωνίες. Ισορροπεί και στη δυστυχία. Επιπόλαια και μαγικά βρίσκεται στον αφρό. Ο Γερμανός, αντίθετα, βασίζεται σε μια σκέψη αμείλικτα αφαιρετική ακόμα κι αυτού που δεν πρέπει να αφαιρεθεί (συναίσθημα κλπ). Αγαπά τα θεωρητικά νεφελώματα [σελ.154] και τα βάζει καπέλο στη ζωή. Έχει γνήσιο σθένος. Ζεί τα λάθη του ως το τέλος. Έχει την ικανότητα της αυτοδυσαρέσκειας και αναζήτησης νέων λύσεων. Την ικανότητα μαθητείας και προόδου.
7) Ο Έλληνας είναι ικανοποιημένος από τον εαυτό του. Είναι το άλας της γής. Με πλήρη απροθυμία μαθητείας. Το αυτοϊσορροπούμενο σύστημα του υπηρετεί τη μετριότητα του. Ο Γερμανός απορεί πως εμείς γεννήσαμε τις προϋποθέσεις του δικού του πολιτισμού. Ζηλεύει ο Έλληνας τον Γερμανό για την αποτελεσματικότητα του, αλλά πιστεύει πως αυτός έχει νόημα ζωής. Ο Γερμανός ζηλεύει τον Έλληνα για τις χαρές που αυτός δεν έχει.
Τα προβλήματα των δυο τύπων προκύπτουν από τη θεμελίωση της προσωπικότητας σε μια βάση εκ φύσεως τρεπτή:
Ελευθερία=> ελευθεριότητα =>ασυδοσία. 
Πειθαρχία=>εξαναγκασμός=>τυραννία=>ανάλγητη σκληρότητα. 
Ο πολιτισμός τους εκτίθεται έτσι στον κίνδυνο της αποσύνθεσης και της κατάρρευσης, όταν το θεμέλιο αλλοιωθεί. Την ελευθερία την υποκλέπτουν σκοτεινά ένστικτα που σκλαβώνουν το Άτομο (ελληνική περίπτωση). Ο πειθαρχημένος νομίζει ότι αυτός είναι το μέτρο, το απόλυτο (γερμανική περίπτωση).
Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Πέρα από το άτομο, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2003,  σελ. 152-154.

Ο Simon Critchley για τον παρεχόμενο (έναντι αντιτίμου) σκοταδισμό στις δυτικές (και όχι μόνο) κοινωνίες (κινήσεις New Age κλπ)

3 σχόλια

Simon Critchley, Το βιβλίο των νεκρών φιλοσόφων, μετάφραση: Γιάννης Ε. Ανδρέου, εκδόσεις Πατάκη, τέταρτη έκδοση, Αθήνα 2009, ISBN: 978-960-16-3188-2.

(…)Σήμερα μας περιβάλλουν αναρίθμητες σοφιστείες. Οι από τηλεοράσεως ιεραπόστολοι  διατείνονται με ύφος αυθεντίας ότι γνωρίζουν τον αληθή λόγο του Θεού και επιδεικνύουν θαυματουργικές θεραπείες με αντίτιμο τη δέουσα δωρεά στον αγώνα τους. Ταυτόχρονα, έχει αναπτυχθεί ως κλάδος ολόκληρος της οικονομίας αυτό που αποκαλείται Νέα Εποχή (New Age), στο πλαίσιο της οποίας η Γνώση (με Γ) για κάτι το επονομαζόμενο Εαυτός (με Ε) πωλείται συσκευασμένη σε φανταχτερό περιτύλιγμα και στοιχίζει ο κούκος αηδόνι.(…)

Δικαίως, πιστεύω, λέγεται πως οι δυτικές κοινωνίες, και όχι μόνο αυτές, βιώνουν βαθύτατα μια απουσία νοήματος. Πρόκειται για ένα κενό που υπάρχει κίνδυνος να εξελιχτεί σε άβυσσο. Αυτό το χάσμα όμως έρχονται να καλύψουν διάφορες μορφές σκοταδισμού, οι οποίες συνομολογούν στην προώθηση μιας πεποίθησης ότι, πρώτον, είναι εφικτή η επονομαζόμενη αυτογνωσία ∙ ότι, δεύτερον, διατίθεται ελεύθερα έναντι χρηματικού αντιτίμου ∙ και ότι, τρίτον, συνάδει πλήρως με την επιδίωξη του πλουτισμού, της απόλαυσης και της προσωπικής σωτηρίας. (…)

Simon Critchley, Το βιβλίο των νεκρών φιλοσόφων,  εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2009, σελ. 35-36.

Λίαν επίκαιρες διαπιστώσεις του Lars Svendsen περί διαφάνειας

Γράψτε ένα σχόλιο

Lars Svendsen, Η φιλοσοφία της βαρεμάρας, μετάφραση Παναγιώτης Καλαμαράςεκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2006, ISBN: 960-423-865-5.

 

(…)Γεγονότα, αδιάφορο πόσο ασήμαντα μπορεί να είναι, περικυκλώνονται από κάμερες και μικρόφωνα και μπορεί να διογκωθούν σε απίστευτο βαθμό. Όλα είναι δυνάμει ορατά – τίποτα δεν κρύβεται. Μπορούμε να μιλάμε για υπερ-διαφάνεια, με τα πάντα να είναι διαφανή. Η διαφάνεια και οι συσκευασμένες ερμηνείες του κόσμου αλληλοσυνδέονται. Η διαφάνεια είναι ακριβώς μη άμεση, μεσολαβείται συνεχώς καθώς βλέπουμε τον κόσμο μέσα από κάτι, υπάρχει δηλαδή ήδη μια ερμηνεία που τον εκκενώνει από τα μυστικά του. Ο κόσμος γίνεται βαρετός όταν τα πάντα είναι διαφανή. Να γιατί μερικοί άνθρωποι διψούν γι’ αυτό που είναι ριψοκίνδυνο και ακραίο. Αντικαθιστούν το μη διαφανές με το ακραίο (…)

Lars Svedsen, Η φιλοσοφία της βαρεμάρας, μετάφραση Παναγιώτης Καλαμαράς, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2006, σελ.53.

Δείτε και:

Older Entries

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.