Jacques Derrida, Ισχύς νόμου, μετάφραση: Βαγγέλης Μπιτσώρης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015, ISBN: 978-960-16/2982-7.

Στον Αντώνη Βαλεργάκη

Ένα απο τα κεφαλαιώδη ζητήματα που απασχόλησαν τη σκέψη του J. Derrida ήταν το ζήτημα της διαλεκτικής σχέσης δικαίου και νόμου. Η ντεριντιανή ανάγνωση, φυσικώ τω λόγω, είναι εξ ορισμού sui generis. Στο βιβλίο του Ισχύς νόμου ο Ντεριντά μας παραδίδει μια ριζοσπαστική προσέγγιση σε ένα μείζον θέμα της φιλοσοφίας του δικαίου.

Για τον Ντεριντά η ισχύς του δικαίου είναι έννοια καταστατική∙ υποστασιοποιεί την έννοια της δικαιοσύνης ως δικαίου. Ο όρος “ισχύς” κατά τον Ντεριντά είναι διττός: εμφαίνει από την μια πλευρά την εφαρμοσιμότητα του νόμου και από την άλλη την κανονιστική αυθεντία του. Το διακύβευμα βρίσκεται στην εξής διερώτηση: “Τι είναι η δίκαιη ισχύς ή η μη βίαιη ισχύς;” (μν. έργον, σελ. 19). Ωστόσο, όσο κι αν η προσέγγιση του Ντεριντά σε μια επιφανειακή ανάγνωση ενδέχεται να μας θυμίζει την περί δικαίου αντίληψη του Κάρλ Σμιτ, στην πραγματικότητα προσεγγίζει περισσότερο τη σκέψη του H. Kelsen, του μεγάλου ιδεολογικού αντιπάλου του Σμιτ. Στο σημείο αυτό ο Ντεριντά επικαλείται τον γερμανικό όρο “Gewalt”, που σημαίνει “βία και συνάμα νόμιμη εξουσία” (ό.π., σελ. 20). Πρόκειται για την ισχύ ως “διαφωρά” (ό.π., σελ. 22), για τη σχέση μεταξύ ισχύος και μορφής. Ο όρος “διαφωρά” στον Ντεριντά εμφαίνει μια οιονεί αναβολή της ταυτότητας, μια ετεροχρονισμένη αποδόμηση κάθε εμμένειας (βλ. P. Deutscher, Ντερριντά, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, σελ. 59). Στο δίκαιο, κατά τον Ντεριντά, ισχύ έχει ο λόγος. Πρόκειται για μια “βία επιτελεστική και άρα ερμηνευτική που καθεαυτήν δεν είναι ούτε δίκαιη ούτε άδικη” (μν. έργον, σελ. 38).

Ο Ντεριντά διακρίνει δίκαιο και δικαιοσύνη. Κατ’ αυτόν, η δικαιοσύνη προϋποθέτει το ανυπολόγιστο (ό.π., σελ. 45) και την εμπειρία της απορίας (σελ. 44). Κατά συνέπεια, η απαρχή της αυθεντίας, το κανονιστικό πλαίσιο του νόμου συνιστούν κατά τον Ντεριντά μια “βία χωρίς θεμέλιο” (σελ. 39). Κι εδώ ακριβώς εδράζεται η απαρχή της αποδόμησης του δικαίου, είτε λόγω μιας ανοικτής κανονιστικής θεμελίωσης, που δύναται να μετασχηματιστεί και να βελτιωθεί, είτε διότι “το έσχατο θεμέλιο του δικαίου εξ ορισμού δεν είναι θεμελιωμένο” (σελ. 40).

Αντιθέτως – κι εδώ είναι το παράδοξο- η δικαιοσύνη όχι μόνο δεν είναι αποδομήσιμη αλλά συνιστά ειδολογικά την αποδόμηση. Με τα λόγια του συγγραφέα “η αποδόμηση είναι η δικαιοσύνη” (σελ. 41). Έτσι, κατά τον Ντεριντά “η αποδομησιμότητα του δικαίου καθιστά δυνατή την αποδόμηση” (αυτ.). Ταυτοχρόνως “η αποδόμηση λαμβάνει χώρα στο μεσοδιάστημα που χωρίζει τη μη αποδομησιμότητα της δικαιοσύνης και την αποδομησιμότητα του δικαίου” (αυτ.). Με άλλα λόγια, η αποδόμηση ως “εμπειρία του αδυνάτου” είναι δυνατή εκεί που υπάρχει δικαιοσύνη (αυτ.). Συνεπώς, εφόσον ο Ντεριντά ταυτίζει δικαιοσύνη και αποδόμηση συνεπάγεται ότι η δικαιοσύνη είναι μια εμπειρία του αδυνάτου (σελ. 44), μια εμπειρία ανυπολόγιστη (σελ. 45). Εκφράζοντας το πνεύμα του Λεβινάς ο Ντεριντά θα κάνει λόγο για “ευθύνη άνευ ορίου ενώπιον της μνήμης” (σελ. 52)∙ “το μέλημα για μια ιστορική και ερμηνευτική μνήμη βρίσκεται στην καρδιά της αποδόμησης” θα ισχυριστεί μετ’ επιτάσεως ο Ντεριντά στο βιβλίο Ισχύς νόμου (σελ. 52) για να καταλήξει ότι η αποδόμηση είναι δεσμευμένη από την αξίωση για άπειρη δικαιοσύνη (αυτ.). Εντούτοις, ο Ντεριντά δεν είναι αφελής. Προφανώς για να προλάβει τους προπέτες θα επισημάνει λίγο παρακάτω ότι η δικαιοσύνη απευθύνεται “πάντοτε σε ενικότητες” και δη στην “ενικότητα του άλλου” (εδώ νομίζω φαίνεται έκδηλα η μαθητεία του Ντεριντά στον Λεβινάς), μολονότι “προσβλέπει στην καθολικότητα” (σελ. 53). Μάλιστα ο Ντεριντά παραθέτει παρακάτω αυτούσια τη φράση του Λεβινάς από το βιβλίο Ολότητα και άπειρο: “[…] η σχέση με τον άλλο άνθρωπο – δηλαδή η δικαιοσύνη” (σελ. 58).

Για τον Ντεριντά “για να είναι μια απόφαση σωστή – δίκαιη και υπεύθυνη, είναι ανάγκη στην προσίδια στιγμή της […] να ρυθμίζεται σύμφωνα με κανόνες και συνάμα χωρίς κανόνα, να συντηρεί το νόμο και συνάμα να τον καταστρέφει ή να τον αναστέλλει αρκετά, ούτως ώστε να πρέπει σε κάθε περίπτωση να τον επανεπινοεί, να τον επαν-αιτιολογεί, να τον επανεπινοεί τουλάχιστον μέσω της επανεπιβεβαίωσης και της νέας και ελεύθερης επικύρωσης της αρχής του” (σελ. 63). Εδώ ακριβώς, φρονώ, πως είμαστε στην “καρδιά” της ντεριντιανής αποδόμησης, η οποία συνδέεται αλλά δεν τέμνεται με το “ανεπίκριτο”. Κατά τον Ντεριντά, το “ανεπίκριτο” δεν είναι μόνο “η ταλάντευση ή η ένταση ανάμεσα σε δυο αποφάσεις” (σελ. 65). Η απόφαση που δεν έχει υποβληθεί στη δοκιμασία του ανεπίκριτου δεν είναι ούτε ελεύθερη, ούτε δίκαιη (αυτ.). Με κίνδυνο να αυθαιρετήσω θα έλεγα ότι το “ανεπίκριτο” του Ντεριντά θυμίζει mutatis mutandis τη γνωστή θεολογική έννοια του “γνωμικού θελήματος”, που διατυπώθηκε από τον Μάξιμο τον Ομολογητή. Το “γνωμικό θέλημα” εν αντιθέσει με το “φυσικό θέλημα” προϋποθέτει μια οιονεί πάλη αντιρρόπων δυνάμεων, μια αμφιταλάντευση στη λήψη αποφάσεων.

Ο Ντεριντά επισημαίνει τη σημασία του όρου “ορίζοντας” στην κλασική σκέψη: πρόκειται για το “άνοιγμα και συνάμα το όριο του ανοίγματος που προσδιορίζει είτε μια ατελεύτητη πρόοδο είτε μια αναμονή” (σελ. 71). Στον ορίζοντα ο Ντεριντά αντιπαραβάλει τη δικαιοσύνη: “δικαιοσύνη είναι αυτό που δεν πρέπει να αναμένει” (αυτ.). Παραδόξως όμως λόγω του επιτελεστικού και κανονιστικού της ρόλου, η δικαιοσύνη κατά τον Ντεριντά δεν έχει ορίζοντα αναμονής (σελ. 74-75). Ωστόσο, εξαιτίας αυτού “ίσως έχει ένα ερχόμενο μέλλον” (αυτ.). Αυτή η εσχατολογική διάσταση δεν έχει στη σκέψη του Ντεριντά καμία σχέση με μεσσιανισμό. Ο Ντεριντά μάλλον εδώ εννοεί αυτό που έρχεται, αυτό που ενδεχομένως επίκειται ως συμβάν. Σε αυτήν την προοπτική έχει επηρεάσει νομίζω τον Agamben, τουλάχιστον στο έργο του Η κοινότητα που έρχεται.

Στην κριτική που κάνει ο Ντεριντά στο έργο του Μπένγιαμιν Για μια κριτική της βίας λέει κατά λέξη: “Ο νόμος είναι υπερβατικός και θεολογικός, συνεπώς πάντοτε ελευσόμενος, είναι πάντοτε υπεσχημένος, καθ’ ότι εμμενής, πεπερασμένος και συνεπώς ήδη παρελθοντικός” (σελ. 112).

Συνελόντι ειπείν, ο Ντεριντά δεν αντιμάχεται το νόμο, αλλά συνδέει το δίκαιο με την ενικότητα του άλλου. Η δικαιοσύνη είναι Das ganz Andere: είναι εμπειρία του αδυνάτου, εμπειρία της ετερότητας, ελευσόμενη και άπειρη. Η ταύτιση αποδόμησης και δικαιοσύνης, τέλος, οφείλεται στον μη κανονιστικό χαρακτήρα αμφοτέρων.

Ηράκλειο Κρήτης, 28 Οκτωβρίου 2025

Γ.Μ.Βαρδαβάς