Alain Badiou, Nicola Truong: Εγκώμιο για τον έρωτα

1 σχόλιο

Alain Badiou, Nicola Truong, Εγκώμιο για τον έρωτα,μετάφραση: Φώτης Σιατίτσας, Δημήτρις Βεργέτης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, ISBN 978-960-16-4727-2.

b187578

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Τι είναι ο έρωτας και τι διακυβεύεται σε μια ερωτική συνάντηση; Σ’ αυτό το ερώτημα ο Badiou δίνει μια πρωτόγνωρη απάντηση. Βασιζόμενος στο δίπολο φιλοσοφία ψυχανάλυση, ανασκευάζει με τρόπο ιδιαίτερα πειστικό όλες τις καθιερωμένες απαντήσεις: τη ρομαντική μυθολογία του έρωτα ως εκστατικής συνένωσης των ερωτευμένων, τη θεολογική σύλληψη του έρωτα ως εμπειρίας της ετερότητας, τη μοραλιστική προσέγγιση του έρωτα ως εργαλειοποιημένης αυταπάτης στην υπηρεσία της σεξουαλικότητας και, τέλος, τον μεταμοντέρνο εκφυλισμό του σε συμβόλαιο και εφήμερη περιπέτεια. Αναδεικνύει ότι ο έρωτας έχει δομή συμβάντος και αποτελεί υπέρβαση του χάσματος των δύο φύλων, η οποία ωστόσο δεν αίρει την ασυμμετρία των έμφυλων υποκειμενικών στάσεων. Τον διαφοροποιεί από την επιθυμία και την απόλαυση και χαρτογραφεί τη σχέση του με τη φιλοσοφία και την πολιτική.

«Η παραδεδομένη αντίληψη σήμερα είναι πως ο καθένας κυνηγάει μόνο το συμφέρον του. Ο έρωτας είναι όμως η απόδειξη του αντιθέτου, καθώς πρόκειται για την εμπιστοσύνη στο τυχαίο και το άγνωστο…».

Α. Β.

***

Αποσπάσματα από το βιβλίο (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες):

Ι

[σελ. 18] (…)θεωρώ και είμαι πεπεισμένος ότι ο έρωτας, στον βαθμό που συνιστά μια συλλογική κλίση, στον βαθμό που είναι, σχεδόν για τους πάντες, αυτό που προσδίδει ένταση και σημασία στη ζωή, δεν μπορεί να είναι αυτό το δώρο που προσφέρεται στην ύπαρξη υπό καθεστώς πλήρους απουσίας ρίσκου. (…)

ΙΙ

[σελ.28] (…) Πιστεύω (…) ότι στον έρωτα υπάρχει η εμπειρία του δυνατού [possible] περάσματος από την καθαρή ενικότητα του τυχαίου σε ένα στοιχείο που έχει καθολική αξία. Έχοντας ως σημείο αφετηρίας κάτι που, αναγόμενο στην ατομικότητα του, δεν είναι παρά μια συνάντηση, δηλαδή σχεδόν τίποτα, μαθαίνουμε ότι μπορούμε να αποκτήσουμε μια εμπειρία του κόσμου με βάση τη διαφορά και όχι με βάση την ταυτότητα. Και μπορούμε μάλιστα να αποδεχτούμε διάφορες δοκιμασίες, μπορούμε να δεχτούμε ακόμα και να υποφέρουμε γι’  αυτό. (…)

ΙΙΙ

[σελ.30] (…)Το σεξουαλικό δεν συνδέει, χωρίζει. Το να είστε γυμνός(-ή), κολλημένος(-η) πάνω στον άλλον είναι μια εικόνα, μια φαντασιακή παράσταση. Το πραγματικό είναι ότι η απόλαυση σας παρασύρει μακριά, πολύ μακριά από τον άλλον. Το πραγματικό είναι ναρκισσιστικό, ο δεσμός είναι φαντασιακός. Άρα, συμπεραίνει ο Λακάν, δεν υπάρχει διάφυλη σχέση. Μια διατύπωση που προκάλεσε σκάνδαλο, γιατί εκείνη την εποχή όλοι μιλούσαν ακριβώς για «διάφυλες σχέσεις». Εάν δεν υπάρχουν διάφυλες σχέσεις στη σεξουαλικότητα, ο έρωτας είναι αυτό που έρχεται να αναπληρώσει την έλλειψη διάφυλης σχέσης. Ο Λακάν δεν λέει καθόλου ότι ο έρωτας είναι η μεταμφίεση της διάφυλης σχέσης, λέει ότι δεν υπάρχει διάφυλη σχέση, ότι ο έρωτας είναι αυτό που έρχεται στη θέση της μη σχέσης. Είναι πολύ πιο ενδιαφέρον. Αυτή η ιδέα τον οδηγεί να πει ότι στον έρωτα το υποκείμενο επιχειρεί να προσεγγίσει το «είναι του άλλου». Στον έρωτα ακριβώς το υποκείμενο εκ-τίθεται πέραν του ίδιου του εαυτού του, πέραν του ναρκισσισμού. Στο σεξ, σε τελική ανάλυση, είστε σε σχέση με τον ίδιο σας τον εαυτό μέσα από τη διαμεσολάβηση του άλλου. Ο άλλος σας χρησιμεύει για να ανακαλύψετε το πραγματικό της απόλαυσης. Στον έρωτα, αντίθετα, η μεσολάβηση του άλλου έχει προσίδια αξία. Αυτό είναι [σελ. 31] η ερωτική συνάντηση: εφορμάτε προς κατάκτηση του άλλου, προκειμένου να τον κάνετε να υπάρξει μαζί σας όπως ακριβώς είναι. Πρόκειται για μια σύλληψη πολύ πιο βαθυστόχαστη από εκείνη την τελείως κοινότοπη, σύμφωνα με την οποία ο έρωτας δεν θα ήταν παρά μια φαντασιακή παράσταση πάνω στο πραγματικό τού φύλου.

Στην πραγματικότητα, και ο Λακάν επίσης εγκαθίσταται στα φιλοσοφικά διφορούμενα που αφορούν τον έρωτα. Η ρήση του ότι ο έρωτας «αναπληρώνει την έλλειψη της διάφυλης σχέσης» μπορεί πράγματι να κατανοηθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Σύμφωνα με τον πρώτο, τον πιο κοινότοπο, ο έρωτας έρχεται να καλύψει φαντασιακά το κενό της σεξουαλικότητας. Τελικά, είναι αλήθεια ότι η σεξουαλικότητα, όσο θαυμάσια κι αν είναι, και μπορεί να είναι, καταλήγει μέσα σ’ ένα είδος κενού. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο διέπεται από τον νόμο της επανάληψης: πρέπει να ξαναρχίζουμε, ξανά και ξανά από την αρχή. Κάθε μέρα, όταν είμαστε νέοι! Έτσι, ο έρωτας θα ήταν η ιδέα ότι κάτι παραμένει μέσα σ’ αυτό το κενό, και αυτό που συνδέει τους εραστές είναι κάτι άλλο και όχι αυτή η σχέση, η οποία δεν υπάρχει. (…)

[σελ. 32] (…)Αλλά ο Λακάν πιστεύει επίσης το εντελώς αντίθετο, δηλαδή ότι ο έρωτας διαθέτει μια εμβέλεια την οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε οντολογική. Ενώ η επιθυμία απευθύνεται στον άλλον, με έναν τρόπο πάντοτε λίγο φετιχιστικό,  (…) ο έρωτας απευθύνεται στο ίδιο το είναι του άλλου, στον άλλον όπως αυτός αναδύεται, με την πλήρη εξάρτυση του είναι του, στη ζωή μου, η οποία κατ’ αυτό τον τρόπο διαρρηγνύεται και ανασυντίθεται.(…)

Alain Badiou, Nicola Truong, Εγκώμιο για τον έρωτα,μετάφραση: Φώτης Σιατίτσας, Δημήτρις Βεργέτης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013,σελ.18, 28,30-32 (αποσπάσματα).

Ένα βιβλίο όχι για «απαιτητικούς αναγνώστες», αλλά λίαν απαιτητικό ad intra: Giorgio Agamben, Η κοινότητα που έρχεται

Σχολιάστε

Giorgio Agamben, Η κοινότητα που έρχεται, εισαγωγή-μετάφραση: Θάνος Ζαρταλούδης, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007, ISBN:978-960-518-309-7.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου  διαβάζουμε τα εξής:

Πότε ήταν η τελευταία φορά άραγε που ήρθατε πρόσωπο με πρόσωπο με ένα βιβλίο; Σπάνια ένα βιβλίο αποζητά και προϋποθέτει την αλλαγή του τρόπου σκέψης του αναγνώστη κατά την διάρκεια της ανάγνωσης, όσο και πέραν αυτής. Διότι περί τούτου πρόκειται το βιβλίο αυτό. Προσθέτει εντός του ο συγγραφέας μία νέα προτροπή και μάθηση. Μία επανεξέταση της ήδη προχωρημένης και κουρασμένης διαδικασίας που επιβάλλει η δυτική φιλοσοφία, και συγκεκριμένα η μεταφυσική της εμβέλεια, στην σκέψη. Πόσο κουρασμένοι είμαστε! Η μεταφυσική πρόταση της δυτικο-ευρωπαϊκής φιλοσοφίας έχει ταξιδέψει τους δρόμους της ερώτησης, της απάντησης και της απορίας εδώ και κάποιους αιώνες μεταδίδοντας (αλήθεια τί;) κανόνες, προτρεπτικότητες, απαγορεύσεις, μεταγραφές, συναλλαγές, προκλήσεις, τοποθετήσεις και αρχές κυριαρχικότητας επί παντός επιστητού. Τα ερωτήματα του λόγου, της φύσης, της κουλτούρας, του είναι, του μη-είναι, της ενδεχομενικότητας, της αναγκαιότητας, του αυτού καθ’ αυτού, της κυριαρχίας, της εποχής και της μεταεποχής, του χρόνου και της αντιπαραβολής, που διατυπώνει η μεταφυσική κουρασμένα, αναζητούν εκ φύσεως απαντήσεις. Μόνο που δύναται να παρατηρήσει κανείς πως εδώ και καιρό οι ερωτήσεις αυτές παρουσιάζονται κουρασμένες, κορεσμένες, ίσως, διαφορετικές προς τον καιρό μας. Η σκέψη καλείται να παρατηρήσει τον αναχρονισμό της. Αλήθεια, ποιο ερώτημα τίθεται στον καιρό μας, από τον καιρό μας και πως να το σκεφτούμε αυτό; Ποια είναι, πλέον, η τύχη της ακροαματικής διαδικασίας αυτών των μεγάλων ερωτημάτων; Σε ποιόν τόπο βρίσκουν σκέπη, μετά την κριτική που ασκείται στην ίδια την μεταφυσική και την φιλοσοφία στην εποχή μας; Τούτο δεν ήταν και το ερώτημα της φιλοσοφίας, άλλωστε, από την αρχή της; H αναζήτηση ενός τόπου, του «νέου», για την σκέψη και την σοφία. Πως όμως να σκεφτούμε μετά το «τέλος» της σοφίας; Tο κύριο ερώτημα του βιβλίου αυτού είναι το εξής: Σήμερα που όλα συμβιβάζονται κοινωνικά και πολιτικά με όλα τα «άλλα» (η αριστερά με την δεξιά, η δικαιοσύνη με τον πόλεμο, η ειρήνη με τον συνεχή εμφύλιο, η φτώχεια με τον πλούτο, το δικαίωμα με την απουσία του, κ.τ.λ.) τι λογίζεται και τι πράττει η κοινωνία; Ποιο είναι το είναι που ενώνει την κοινωνία; Tι μας κοινωνεί;

Ένα βιβλίο λίαν απαιτητικό ad intra. Δεν είναι για «απαιτητικούς αναγνώστες». Αντιθέτως: απαιτεί όλη την προσοχή του αναγνώστη,  απαιτεί όλον τον αναγνωστικό του χρόνο, απαιτεί μετοχή σε έναν άλλον τρόπο σκέψης και μάθησης. Εξάλλου ο Agamben  με άλλη αφορμή έχει εισάγει στην σκέψη του την έννοια της απαίτησης .

Αποσπάσματα από το βιβλίο (συνίσταται ολόκληρη η ανάγνωση του βιβλίου):

Ι

[σελ. 133] (…) Το είναι-τοιουτοτρόπως δεν είναι μια ουσία της οποίας το τοιουτοτρόπως θα αποτελούσε προκαθορισμό ή χαρακτηρισμό. Το είναι δεν είναι μια προϋπόθεση που έγκειται πρίν  ή μετά των ιδιοτήτων του. Το είναι είναι ανεπανόρθωτα, έτσι, το τοιουτοτρόπως του: είναι μονάχα ο τρόπος του είναι του. (Το τοιουτοτρόπως δεν είναι μια ουσία που προσδιορίζει μια ύπαρξη, αλλά ανακαλύπτει την ουσία του εντός του τρόπου του είναι-τοιουτοτρόπως του, στο ότι είναι ο ίδιος ο καθορισμός του). Το τοιουτοτρόπως σημαίνει «όχι διαφορετικά»(…)

ΙΙ

[σελ. 135] (…) Η εκθετική σχέση μεταξύ ύπαρξης και ουσίας, μεταξύ δήλωσης και νοήματος, δεν είναι μια σχέση ταυτότητας (το ίδιο πράγμα, idem), αλλά μιας αυτότητας (ipseitas,το ίδιο πράγμα, ipsum). Πολλές παρεξηγήσεις στη φιλοσοφία έχουν προέλθει από τη σύγχυση του ενός με το άλλο. Το πράγμα της σκέψης δεν είναι η ταυτότητα, αλλά το πράγμα καθ’ αυτό(…).

ΙΙΙ

[σελ. 144] (…)Αντικρίζοντας κάτι απλώς στο είναι-τοιουτοτρόπως του

-ανεπανόρθωτο, αλλά όχι για τούτο τον λόγο αναγκαίο ∙

τοιουτοτρόπως, αλλά όχι για αυτό τον λόγο τυχαίο-

είναι η αγάπη.

Εκείνη τη στιγμή που συλλαμβάνεις το ανεπανόρθωτο του κόσμου, σε εκείνη τη στιγμή είναι υπερβατικός.

Το πως είναι ο κόσμος- τούτο είναι εκτός του κόσμου.

Giorgio Agamben, Η κοινότητα που έρχεται, εισαγωγή-μετάφραση: Θάνος Ζαρταλούδης, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007, αποσπάσματα από τις σελ.133, 135, 144.

Διαβάστε επίσης:

«Μια στάλα ζωής να ξεδιψάσει η ψυχή της. Μια στάλα ζωής» : Το «ἀεὶ σχοινοβατεῖν» της ύπαρξης μας- Σκέψεις, στιγμές και αναγνώσεις με αφορμή το βιβλίο του π. Χ. Παπαδόπουλου «Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά»

3 Σχόλια

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2011, ISBN:978-960-527-682-9.

Να ζήσεις μόνο μιαν αυγή
τόση ζωή σε φτάνει

ρόδο π’ ανθεί πολύ καιρό
την μυρωδιά του χάνει.

Παραδοσιακή κρητική μαντινάδα

Το είχα προμηθευτεί μόλις κυκλοφόρησε. Πήγα και στην παρουσίαση του. Παρόλα αυτά παρέμενε υπομονετικά στη στοίβα με τα αδιάβαστα. Είναι φορές που δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαβάσεις. Κι όταν εντέλει διαβάζεις ένα πραγματικά σπουδαίο βιβλίο η σκέψη έρχεται αυτόματα: «Μα γιατί, γιατί το άφησα τόσο καιρό στην αναμονή;». Οι βιβλιόφιλοι εν πολλοίς καταλαβαίνουν  τι εννοώ.

Το 2006 γνώρισα για πρώτη φορά τη σκέψη του π. Χ. Παπαδόπουλου. Αφορμή ένα απίστευτης ομορφιάς κείμενο του με τίτλο «Η νεκροψία της ψυχής μας» (εφημ. «Πατρίς», 22-3-2006), που θεωρώ σκόπιμη την υπενθύμιση του εδώ:

Ποιος προφήτης τώρα θ΄ ακουστεί,
σαν φωνή σε στέρνα κλειστή,
σ΄ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό,
ποια κραυγή από τον ουρανό

Μ. Χατζιδάκις, Η μπαλάντα του οδοιπόρου

Καθώς η ελληνική Βουλή ψήφιζε τον νόμο για την καύση των νεκρών, ένας «νεκρός» μιλούσε για την όντως ζωή και ο Θεός καταργούσε τους νόμους της φύσεως.
«Σκήνωμα ιερομονάχου ονόματι Βησσαρίων ευρέθη αναλλοίωτο, άφθαρτο και μυροβλύζον μετά από 15 χρόνια…».
Η ελληνική κοινωνία “παγώνει”, προσπαθεί ν΄ αναθερμάνει την υποθερμία της πίστεως της. Επίσημοι, θρησκευόμενοι και μη, ζητούν την βοήθεια της επιστήμης για να διασφαλίσουν την λογικοφανή «εγκυρότητα» του θαυμαστού, λες και το όνειρο πιστοποιείται ή το θαύμα αναλύεται.
«Όλα είναι μυστήριο, το κάθε τι είναι κι ένα μυστήριο…..το μυστήριο του Θεού είναι παντού…Όλα τα πράγματα και τα πλάσματα και τα πιο ασήμαντα και τα μικρά είναι μυστήρια…Τόσο το καλύτερο αν υπάρχουν μυστήρια. Πιο όμορφο ΄ναι να υπάρχει το μυστήριο. Είναι θαυμαστό και φοβερό για την καρδιά, όσο μικρό κι ακατανόητο φαντάζει για το μυαλό….Ο άνθρωπος ξέρει να καταλαβαίνει πολύ περισσότερα πράγματα, απ΄ όσα μπορεί να εκφράσει.» (Έφηβος, Φ. Ντοστογιέφσκυ)
Ο Βησσαρίων όμως μίλησε γι΄ αυτό που βίωσε, ο Θεός απάντησε και εμείς αδέξιοι χειριστές του λόγου της Αλήθειας πνιγήκαμε στην θάλασσα των ματαίων λογισμών «..φθαρτών δακρύων απόγονοι…».
Ζητείται πλέον άνθρωπος να μιλά την γλώσσα του ουρανού, του θαυμαστού !
Εάν μας κατέστησαν ανέπαφους μπροστά στο Μυστήριο, μπροστά στο θαύμα, φταίμε πρώτα εμείς, που αφήσαμε τους λογής-λογής γδάρτες των ονείρων μας να αποξηράνουν τους χυμούς της υπάρξεως μας.
Ποιος διαμαρτυρήθηκε ή «απήργησε» όταν του είπαν ότι το φεγγάρι δεν είναι σύμβολο του έρωτα, μούσα χρυσοστόλιστη του παραμυθιού, μήτε τυραννικής βραδιάς παραμυθία αλλά ένα μάτσο πέτρες και βουβοί κρατήρες ;
Ποιος φώναξε να τρίξουν τα θεμέλια της γης, όταν μας είπαν ότι ο έρωτας δεν είναι η αποκάλυψη της ζωής, το θαύμα της σχέσης που ξεπερνά την αναγκαιότητα της φύσης αλλά η βιοχημεία των συναισθημάτων μας;
Κανείς δεν έκανε απεργία πείνας υπαρξιακής όταν η μοναδικότητα του προσώπου, το ένα βλέμμα, το ένα άγγιγμα, το ένα χαμόγελο και κλάμα, το ένα και αναλλοίωτο μοναδικό έγινε «κλώνος» στα εργαστήρια της λογικολαγνείας.
Κι΄ ήρθε ο Λάκης (Λαζόπουλος) ν΄ αποκαταστήσει την χαμένη αθωότητα του μύθου, το δέος των ματιών και της ψυχής μπροστά στο θαύμα. Έβγαλε το καπέλο του και υποκλινόμενος μπροστά στον Γέροντα Βησσαρίωνα, ψέλισε την εξομολόγηση μιας ολόκληρης γενιάς.
«Συγχώρεσε Γέροντα την εποχή μου που δεν μπορεί να ψηλαφήσει το θαύμα. Που βρώμισε τόσο πολύ η ψυχή μας ώστε δεν εκπλήσσεται μπροστά στο θαυμαστό. Το θέμα δεν είναι εάν πρόκειται για θαύμα ή όχι αλλά ότι χάσαμε την αίσθηση του θαύματος στην ζωή μας…» Καληνύχτα!

[π. Χ. Παπαδόπουλος, «Η νεκροψία της ψυχής μας«, εφημ. «Πατρίς, 22-3-2006, σύνδεσμος άρθρου: http://www.patris.gr/articles/82216?PHPSESSID=]

Λίγο καιρό αργότερα ανακάλυψα το μπλόγκ του (π. Λίβυος): όαση πραγματική ομορφιάς και αγάπης. Κείμενα πολύ δυνατά, γεμάτα ζωή, σταυραναστάσιμα. Ατμόσφαιρα χαρμολύπης, κατάφασης στην ανθρώπινη κατάσταση, έμφαση στην ουσία της υπάρξεως (στο -κατά Εμμ. Λεβινάς- «υπάρχειν»). Λόγος σημερινός, απτός, χωρίς άσκοπες λεκτικές φιοριτούρες, ζεστός και προσφυής για το πολλαπλώς χειμαζόμενο και κατακερματισμένο σύγχρονο υποκείμενο. Μέσα μου αυτόματα πέρασε η σκέψη: «Υπάρχουν τέτοιοι παπάδες; Τέτοιους παπάδες θέλουμε, δυναμικούς και αγαπητικούς, απλούς, μέσα στη ζωή, δίπλα στον κόσμο και τα σοβούντα προβλήματα του, μακριά από αδιέξοδους ηθικισμούς και βερμπαλισμούς».

Πρόσφατα είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον π. Χαράλαμπο και δια ζώσης. Ήταν κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του Στ. Ράμφου(ενός σπουδαίου διανοούμενου, παρά τις πάμπολλες διαφωνίες μου με τη σκέψη του). Εκεί πέραν της ευρύτητας της παιδείας  και της καλλιέργειας του γνώρισα κάτι σημαντικότερο: τον Άνθρωπο π. Χαράλαμπο. Έναν άνθρωπο ευαίσθητο, ήρεμο, γεμάτο αγάπη, εγκάρδιο. Ένιωσα το μεγαλείο της ευγένειας και της ζεστασιάς του. Την κατάφαση στον Άλλον, καθώς εστί,ως Προσώπον.

Αλλά και στην παρουσίαση του βιβλίου στην Ανδρόγεω πόσο συγκινητική ήταν η παρουσία των συγχωριανών και ενοριτών του! Τι παραπάνω θέλει ένας άνθρωπος από τους λόγους καρδιάς του εκλεκτού φίλου του π. Χ. Κοπανάκη;

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την αλήθεια του κοινωνείν:  «Καθ’ ὅ,τι ἄν κοινωνήσωμεν(…), ἀληθεύομεν, ἅ δε ἄν ἰδιάσωμεν, ψευδόμεθα» (Ηράκλειτος, στο: Diels-Kranz, Fragmente der Vorsokratiker, τόμος Ι, σελ. 148 ).

Το βιβλίο του π. Χ. Παπαδόπουλου περιλαμβάνει 18 διηγήματα. Η αφήγηση συναρπάζει. Ιστορίες από τη ζωή και για τη ζωή.  Άνθρωποι, Θεός, φύση, συναισθήματα, νοσταλγία, αθωότητα, ενοχές, πάθη, πόθοι, λογισμοί, αγώνας, ύπαρξη, ζωή, πόνος, χαρά, στιγμές, πτώσεις και αναβάσεις, απώλειες και υποστροφές, σπαρακτικά διαπλέκονται. Το «Να ζεις» είναι  διακύβευμα, αλλά και ζητούμενο, σχοινοβασία διαρκής και άθλημα ελευθερίας. Διότι «πολλές φορές δεν είναι εύκολο να βρίσκεσαι μπροστά στην ευθύνη των ονείρων σου» (σελ. 13). Μας θυμίζει ο συγγραφέας mutatis mutandis τα λόγια του Όσκαρ Ουάιλντ: «Δυο είναι οι μεγάλες τραγωδίες στη ζωή. Η μια είναι να μην πραγματοποιήσεις το όνειρο σου. Η άλλη, είναι να το πραγματοποιήσεις» (το παραθέτει ο P.Watzlawick στο βιβλίο του «Φτιάξε τη δυστυχία σου μόνος σου«, εκδ. Αλήστου μνήμης, σελ.40). Ο συγγραφέας διαπιστώνει με πικρία, πως όποιος δεν ζει, δεν αφήνει ούτε τον Άλλον να ζήσει:

(…)Ως και την θρησκεία έβαζε στη μέση. Προσπαθούσε να την γεμίσει ενοχές γιατί απλά ένιωθε γυναίκα. Παλιά τέχνη όλων εκείνων που θέλουν να ελέγχουν τους ανθρώπους μέσω των ενοχών. Να μην ζούν αυτοί και να μην αφήνουν και τους άλλους να χαρούν τη ζωή(…).

(απόσπασμα από το διήγημα «Μια στάλα ζωής», σελ. 22).

Θα κλείσουμε το σημείωμα μας με ένα συγκλονιστικό απόσπασμα του βιβλίου αφιερωμένο σε όσους διψούν για ζωή:

(…) Το να ζεις, φίλε Βασίλη, είναι μεγάλη υπόθεση. Είναι η μεγαλύτερη τέχνη πάνω στην γη. Η τέχνη της ύπαρξης. Είναι μια περιπέτεια χωρίς εγγυήσεις και βεβαιότητες. Είναι σχοινοβασία. Και δεν μαθαίνεται ούτε με βιβλία, ούτε με κηρύγματα, ούτε με τσιτάτα. Μονάχα ζώντας μαθαίνεις να ζεις. Θα ανέβεις και θα κατέβεις πολλές φορές στην κόλαση για να φτάσεις στον παράδεισο. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος(…)

(απόσπασμα από το διήγημα «Στην Προκυμαία», σελ. 50-51).

Αντέχετε;

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Μεγάλη Δευτέρα/Μεγάλη Τρίτη

9-10 Απριλίου 2012

Ο Χρήστος Γιανναράς για τον άνθρωπο, την ελευθερία και την «γεγονότητα» των υπαρξιστών φιλόσοφων

Σχολιάστε

 

Χρήστος Γιανναράς, Έξι φιλοσοφικές ζωγραφιές, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2011,  ISBN: 978-960-9527-24-8.

Απόσπασμα από τις σελ. 131 και 132 του βιβλίου:

Οι υπαρξιστές φιλόσοφοι (τουλάχιστον ο Heidegger και ο Satre) μπόρεσαν να αντιληφθούν τη διαφορά της ανθρώπινης ύπαρξης από κάθε άλλη έκφανση του αισθητά υπαρκτού εντοπίζοντας τη διαφορά σε ό,τι αυτοί χαρακτήρισαν ως γεγονότητα (Faktizität, facticité – από το λατινικό factum: γεγονός): Μόνο η ανθρώπινη ύπαρξη συνιστά ένα απροκαθόριστα συντελούμενο γεγονός, ένα συνεχές γίγνεσθαι διαφοροποίησης από τους προκαθορισμούς της φύσης, έναν ειδικό τρόπο υπάρξεως. Εξ-ίσταται, ίσταται-έξω από τις φυσικές προδιαγραφές της η ανθρώπινη ύπαρξη, η ικανότητα της υπαρκτικής έκ-στασης επιτρέπει στον άνθρωπο να είναι (ως ατομικότητα) αυτό που δεν είναι (το νομοτελειακό προκαθορισμένο από τη φυσική ομοείδεια), δηλαδή να μην είναι (ως ύπαρξη) αυτό που είναι (ως φύση). Το συνεχές γίγνεσθαι της ύπαρξης του ανθρώπου (η «γεγονότητα») μηδενίζει συνεχώς τις υπαρκτικές προδιαγραφές που επιβάλλει η φύση και αυτός ο ενεργητικός μηδενισμός του ανθρώπινου είναι από την ανθρώπινη ύπαρξη συνιστά την ελευθερία του ανθρώπου.

Χρήστος Γιανναράς, Έξι φιλοσοφικές ζωγραφιές, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2011, σελ. 131-132.

Αρέσει σε %d bloggers: