Σταύρος Ζουμπουλάκης, Άσπονδοι αδελφοί

Σχολιάστε

Σταύρος ΖουμπουλάκηςΆσπονδοι αδελφοί: Εβραίοι, χριστιανοί, μουσουλμάνοιεκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-16-8357-7.

 

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Τα περισσότερα κείµενα αυτού του βιβλίου συζητούν µια σκοτεινή πλευρά των τριών µονοθεϊσµών, εκείνη που αφορά τη µεταξύ τους σχέση, η οποία είχε για κύριο γνώρισµά της τη µισαλλοδοξία και σφραγίστηκε συχνά από το χυµένοαίµα, και ας αναγνωρίζουν και οι τρεις ως κοινό πατέρα της πίστης τους τον Αβραάµ. Το πρότυπο αυτού του µίσους είναι ο χριστιανικός αντιιουδαϊσµός. Εχθρότητα, συχνά µάλιστα σφοδρότερη, χώρισε και τους πιστούς της ίδιας θρησκείας µεταξύ τους: η Ευρώπη έχει πικρή πείρα αυτής της εχθρότητας µε τους οµολογιακούς θρησκευτικούς πολέµους του 16ου αιώνα και σήµερα είµαστε µάρτυρες αιµατηρής εχθρότητας στο εσωτερικό του Ισλάµ. Γίνεται ωστόσο λόγος στις σελίδες του βιβλίου και για ορισµένες φωτεινές περιπτώσεις ανθρώπων, χριστιανών περισσότερο, που άφησαν πίσω τους αιώνες µισαλλοδοξίας και έζησαν και πέθαναν για έναν κόσµο φιλοξενίας και ελευθερίας. Την ειρηνική συνύπαρξη των πιστών των διαφόρων θρησκειών, την οποία δεν µπόρεσαν να την εγγυηθούν οι ίδιες, την εγγυάται το δηµοκρατικό, ουδετερόθρησκο κράτος, γι’ αυτό θα έπρεπε και οι ίδιες οι θρησκείες να το υπερασπίζονται παντού και χωρίς εξαιρέσεις.

***

Παραθέτουμε την κριτική του Μιχάλη Πάγκαλου που δημοσιεύθηκε στην «Εφημερίδα των συντακτών» στις 19/10/2019: 

Ο Θεός στον αδελφό

Του Μιχάλη Πάγκαλου

Με το Άσπονδοι αδελφοί ο Σταύρος Ζουμπουλάκης μελετά, μεταξύ άλλων, το παρελθόν και το παρόν των μονοθεϊστικών θρησκειών, καθώς και τις μεταξύ τους αντιφορές και συγκρούσεις. Διανοούμενος πρώτης γραμμής ο Ζουμπουλάκης, πιστός χριστιανός και βαθιά αριστερός –αλλά αριστερός με αφανάτιστη και αδογμάτιστη σκέψη–, δεν μιλά ως αποστασιοποιημένος παρατηρητής, δεν γράφει ακαδημαϊκά: διαθέτει προσωπικό ερώτημα. Όπως σε όλα του τα γραπτά, έτσι και εδώ ο προσεκτικός αναγνώστης διακρίνει πίσω από τις γραμμές την έντονη αγωνία του συγγραφέα για το μέλλον της θρησκείας και της ηθικής στον κόσμο μας. Ο συγγραφέας ξαναπιάνει έτσι το νήμα του προβληματισμού που είχε καταθέσει στο Ο Θεός στην πόλη (Εστία, 2002).

Οι χριστιανοί διώκονται στις μουσουλμανικές χώρες μέσα στη γενική αδιαφορία. «Ο χριστιανισμός -λέει ο Ζουμπουλάκης- είναι σήμερα η πλέον διωκόμενη θρησκεία στον πλανήτη» (203). Ποιο είναι το μέλλον των μονοθεϊστικών θρησκειών σε μια άθεη Ευρώπη που, αφενός, αδιαφορεί για τους διωγμούς των χριστιανών και, αφετέρου, μισεί η ίδια –αναβιώνοντας αρχαϊκούς φόβους– τον πρόσφυγα, τον ξένο και τον μουσουλμάνο; Ο μονοθεϊσμός, ως σχολείο «φιλοξενίας και αντιρατσισμού» (Λεβινάς), θα μπορούσε να αποδυναμώσει την ευρωπαϊκή Ακροδεξιά.

Ο Ζουμπουλάκης δεν εξωραΐζει, αλλά μιλά με βαθιά γνώση και επιχειρήματα. Το βιβλίο εξετάζει τη «σκοτεινή πλευρά» των τριών μονοθεϊσμών, δηλαδή, την αμοιβαία μισαλλοδοξία που οδηγεί στο χυμένο αίμα. Οι σχέσεις μεταξύ των τριών «τέκνων του Αβραάμ», ιουδαϊσμού, χριστιανισμού και ισλάμ, υπήρξαν συχνά μέσα στην Ιστορία σχέσεις φανατισμού και μίσους.

Τέσσερις από τις μελέτες του είναι αφιερωμένες στο πρόβλημα του χριστιανικού αντιιουδαϊσμού και του αντισημιτισμού. Με παρρησία, θεωρεί μάλιστα τον χριστιανικό αντιιουδαϊσμό το «πρότυπο» των μορφών που λαμβάνει η θρησκευτική μισαλλοδοξία. Στο ερώτημα του Ρεζίς Ντεμπρέ «πώς είναι δυνατόν να λατρεύεις τον Θεό του ελέους και ταυτόχρονα να σκοτώνεις και μάλιστα εν ονόματι αυτού ακριβώς του Θεού;» ο Ζουμπουλάκης προτιμά να μη δώσει μια βολική, ιδεολογική απάντηση, αλλά να το κρατήσει ανοιχτό:

«[το ερώτημα] μένει πάντα εκεί, αναπάντητο, για να τυραννά τη συνείδηση και να την κρατάει άγρυπνη. (…). Η Βίβλος λοιπόν πρώτη, χιλιάδες χρόνια πριν από τον Ντεμπρέ, έφερε στο φως της συνείδησης το φοβερό ενδεχόμενο να λατρεύεις τον Θεό και να σκοτώνεις τον αδελφό σου» (37, 40).

Τα κείμενα αυτά του βιβλίου για τον χριστιανικό αντιιουδαϊσμό και τον αντισημιτισμό αποτελούν πρωτοποριακές για τη χώρα μας μελέτες των ζητημάτων αυτών. Ο Ζουμπουλάκης θεωρεί ότι το ιστορικό αίνιγμα είναι ο αντιιουδαϊσμός. Ο συγγραφέας διαφοροποιείται εδώ από διεθνούς κύρους μελετητές του αντιιουδαϊσμού, όπως ο Ντέιβιντ Νίρεμπεργκ. Πράγματι, στο σπουδαίο βιβλίο του Anti-Judaism: The Western Tradition (2014), ο Νίρεμπεργκ θεωρεί ότι με την αντιιουδαϊκή πολεμική η Δύση εξήγησε και πολέμησε «ό,τι ήθελε εκάστοτε να εξηγήσει και να πολεμήσει» (131). Σύμφωνα με τον Ζουμπουλάκη, όμως, η γενική ερμηνεία αυτή του Νίρεμπεργκ υποτιμά την τεράστια σημασία που έχει για τη χριστιανική συνείδηση και τον πολιτισμό της Ευρώπης το ιδρυτικό κείμενο της Καινής Διαθήκης. Δεν βλέπει έτσι ότι η πηγή του αντιιουδαϊσμού της χριστιανικής Εκκλησίας βρίσκεται μέσα στην ίδια την Καινή Διαθήκη:

Αν η πηγή αυτή βρίσκεται, όπως πιστεύω, στην Καινή Διαθήκη, το ερώτημα γίνεται εξαιρετικά δυσαπάντητο και για ορισμένους μας τραγικό. […] ανάμεσα στις δύο θρησκείες [ιουδαϊκή και χριστιανική] θα υπάρχει πάντα ένταση και σύγκρουση (71).

Οσο δύσκολη και τραγική και αν είναι η διαπίστωση αυτή, μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για μια στάση αυτοκριτικής και μετάνοιας των χριστιανικών Εκκλησιών στο ζήτημα της ιστορικής τους σχέσης με τον εβραϊκό κόσμο. Η αυτοκριτική αυτή διεργασία μάλιστα έχει ήδη γίνει από την Καθολική και τις Προτεσταντικές Εκκλησίες, δίνοντάς μας σπουδαία κείμενα και Διακηρύξεις, όπως η Nostra Aetate (1965) της Β’ Βατικανής: «όλα όσα ορίζει η Nostra Aetate αποτελούν πλέον στοιχειώδεις πεποιθήσεις ενός σημερινού χριστιανού της Δύσης» (107). Αντίθετα, για την Ορθόδοξη Εκκλησία ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι «η φρικτή είδηση της εξόντωσης των Εβραίων στο Αουσβιτς δεν έχει ακόμη φτάσει στα αυτιά της» (71).

Το βιβλίο συμπληρώνεται και από άλλα κείμενα (είκοσι τρία συνολικά), εντελώς ξεχωριστά το καθένα τους. Σε ένα από αυτά («Χριστιανική μαρτυρία στη Γάζα»), ο συγγραφέας αναφέρεται στον Παλαιστίνιο καθολικό Μανουέλ Μουσαλάμ, ιερέα μιας μικρής κοινότητας διακοσίων ψυχών στη Γάζα, σε αυτήν την «ανοιχτή φυλακή ενάμισι εκατομμυρίου μουσουλμάνων, διαρκώς σε εμπόλεμη κατάσταση» (171). Το καθοριστικό βίωμα του Μουσαλάμ είναι το βίωμα της εξορίας, το βίωμα του ίδιου του Χριστού, του «κατεξοχήν Εξόριστου» (Ιω 1:10-11). Σε αυτήν την τρομακτικά δύσκολη συνθήκη, ο αμπουνά Μανουέλ Μουσαλάμ πορεύεται ξαρμάτωτος, με μοναδικό του στήριγμα την πίστη του στον Χριστό:

Είμαι ένα άγριο δέντρο μπολιασμένο στο μοναδικό δέντρο που είναι ο Χριστός. Στη ζωή μου φοβήθηκα, αρρώστησα, συνάντησα δυσκολία με το Ισραήλ, αλλά ταυτόχρονα δούλεψα, βοήθησα παιδιά να μεγαλώσουν, φρόντισα φτωχούς, αρρώστους, λαβωμένους της ζωής, κήρυξα το Ευαγγέλιο (181).

Εν κατακλείδι, οι φωτεινές αυτές περιπτώσεις ανθρώπων, χριστιανών κατά βάση, που αφήνοντας πίσω τους αιώνες μισαλλοδοξίας έζησαν και πέθαναν για έναν κόσμο αγάπης και ελευθερίας, έρχονται να φωτίσουν με ένα άλλο φως ολόκληρο το βιβλίο. Χωρίς υπερβολή, οι Άσπονδοι αδελφοί αποτελούν πολύτιμο βοήθημα και, θα τολμούσα να πω, στήριγμα για κάθε άνθρωπο που αντιλαμβάνεται ότι η πίστη στον Θεό οφείλει να συνομιλεί με την εποχή της και, κυρίως, να αντιπαλεύει τη δεισιδαιμονία και τον φανατισμό που οδηγούν στο μίσος του άλλου ανθρώπου. Το βιβλίο είναι φωτεινό. Το φως της πίστης δεν σβήνει αλλά δυναμώνει με το φως του λόγου και της αλήθειας.

Σωστά, ο Ζουμπουλάκης επισημαίνει ότι ο εγγυητής της ειρηνικής συνύπαρξης των μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών δεν είναι άλλος από το ουδετερόθρησκο (laïc) δημοκρατικό κράτος. Μόνο η δημοκρατία μπορεί να εγγυηθεί την ελευθερία, το ελεύθερο φρόνημα που είναι προϋπόθεση μιας συνειδητής αφιέρωσης στον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι η δημοκρατία δεν είναι μόνο «διαδικασία»: δεν μπορεί να «συναντιόμαστε μέσα στην παραίτηση από αυτό που είμαστε» [Αντρέ Νεέρ] (71). Αν αυτό ισχύει για όλες τις μονοθεϊστικές θρησκείες, ο λόγος και η δημοκρατία αποτελούν σήμερα προϋπόθεση και για έναν φωτεινότερο και ευαγγελικότερο χριστιανισμό.

https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/anoihto-biblio/215374_o-theos-ston-adelfo

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

Σχολιάστε

 

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Θεολόγου 3ου ΓΕΛ Ηρακλείου

 

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα»αρ. φ. 15808/13-7-2019, σελ. 42]

Θ. Ι. Ρηγινιώτης, Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο: Δοκίμιο πνευματικής και κοινωνικής αναζήτησης, εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2019, σσ. 250, ISBN: 978-960-597-204-2.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον» το νέο πόνημα του γνωστού θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο». Η προβληματική που απασχόλησε το συγγραφέα στο μυθιστόρημα του Εναντίον του Θεού (εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006, βλ. σχετικό σημείωμα μας για το βιβλίο στην εφημερίδα «Πατρίς», αρ. φ. 17991/20-12-2006, σελ. 16) εδώ επεκτείνεται και διευρύνεται σε μια εξαντλητική διαπραγμάτευση. Στόχος του συγγραφέα είναι να πραγματώσει έναν οιονεί διάλογο με τον «σκεπτόμενο άθεο» της εποχής μας. Ο παραπάνω όρος δεν χρησιμοποιείται τυχαία από το συγγραφέα, δοθέντος του γεγονότος, ότι υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως «άθεοι» αλλά εμφορούνται από τέτοιο βαθμό φανατισμού και καχυποψίας που καθιστούν απαγορευτική κάθε καλοπροαίρετη απόπειρα διαλόγου. Τα άτομα αυτά εμμένοντας με δογματισμό στις αθεϊστικές τους βεβαιότητες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στην «απόλυτη αλήθεια» της «πίστης» τους στην ανυπαρξία του Θεού. Το οντολογικό ερώτημα, ωστόσο, είναι διαχρονικό και δεν προσφέρεται για επιδερμικές προσεγγίσεις ή ιδεολογικοποιημένες απολυτοποιήσεις του τύπου «άσπρο-μαύρο». Πέραν τούτου, σαφώς υπάρχουν και καλοπροαίρετοι άνθρωποι που μπορεί να δηλώνουν άθεοι, άθρησκοι, άπιστοι, αγνωστικιστές, σχετικιστές, σκεπτικιστές κ.α.π. (δικαίωμα τους βεβαίως, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, δεν είναι εδώ Ιράν, όπως διατείνονται ορισμένοι) αλλά είναι ανοικτοί έμπρακτα στο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων. Οι συγκεκριμένοι έχουν μια αρετή: έχουν μάθει να ακούνε και να σέβονται τη γνώμη του άλλου, ακόμα κι αν διαφωνούν· είναι με άλλα λόγια απροκατάληπτοι,γεγονός καθόλου αυτονόητο στους χαλεπούς καιρούς μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν ενίοτε και για όσους δηλώνουν «ένθεοι», «πιστοί» κ.α.π., που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν την αντίθετη άποψη αλλά θωρακίζονται πίσω από τις «βεβαιότητες» τους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εν λόγω έχουν κατασκευάσει έναν χριστιανισμό «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» τους, έναν χριστιανισμό φονταμενταλιστικό και παραδοσιαρχικό, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθεντικό χριστιανισμό.

Ο συγγραφέας προσπάθησε με τρόπο τω όντι εξαντλητικό να παρουσιάσει στα δοκίμια του την αυθεντική ορθοδοξία (αποστασιοποιούμενος επιτυχημένα από τις πολυποίκιλλες παραφθορές της), δίδοντας τη ζωντανή μαρτυρία της στους ρευστούς μετανεωτερικούς καιρούς μας. Είναι νομίζουμε γνωστό ότι λάθος εικόνα περί ορθοδοξίας έχουν διαμορφώσει τόσο οι «ένθεοι», όσο και οι «άθεοι». Οι πρώτοι εμμένουν σε μια παραδοσιαρχία που εκβάλλει στη λογική των αλήστου μνήμης θρησκευτικών οργανώσεων ή σε έναν πιετισμό προτεσταντικού τύπου ή σε έναν υφέρποντα φονταμενταλισμό που εγγίζει τα όρια του παλαιοημερολογητισμού. Φαίνεται, ωστόσο, να απουσιάζει η μέση οδός αφού από την άλλη πλευρά υπάρχει η λεγόμενη «εκσυγχρονιστική» μερίδα που εμμένει σε μια ελιτίστικη πρόσληψη της θεολογίας, καθιστώντας την τελευταία «θεολογία του σαλονιού», μια θεολογία για λίγους και εκλεκτούς θεολογίζοντες, στα όρια της σέκτας, μη έχουσα σχέση με τα προβλήματα, τα βάσανα, τις ανάγκες και τις πνευματικές ανησυχίες του λαού μας. «Αλλά ταύτα περιττά», καθότι γνωστά για να θυμηθώ την εισαγωγή του βιβλίου (σελ. 11). Από την άλλη πλευρά, η μερίδα των «αθέων» προσλαμβάνει στη συντριπτική της πλειοψηφία το χριστιανισμό με τους όρους της δυτικής σκέψης και διανόησης αγνοώντας το κοσμοσυστημικό ελληνικό παράδειγμα: αγνοούν πεισματικά και με ιδεολογική προκατάληψη το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο ποτέ δεν βιώσαμε φεουδαρχία, ιερά εξέταση, θρησκευτικούς πολέμους κ.α.π. αλλά αντιθέτως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας άκμασαν οι ελληνικές κοινότητες, τα λεγόμενα κοινά, που όπως επαρκώς έχει αποδείξει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ήταν αυτοδιοίκητες, ήταν «κοινωνίες εν ελευθερία». Όλα αυτά αγνοούνται παντελώς και υιοθετούνται μεταπρατικά τα δυτικά ιδεολογήματα (E. Hobsbawm, B. Anderson, J. P.Fallmerayer κλπ)

Ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι ζούμε σε καιρούς μεταχριστιανικούς (βλ. σελ. 11) αλλά εκείνο που θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη είναι η αυθεντική ορθοδοξία, η πνευματική κληρονομιά της καθ’ ημάς Ανατολής, η παρακαταθήκη της νηπτικής και ασκητικής θεολογίας των αγίων, των οσίων και όλων όσοι διέβησαν τη χαρισματική οδό μέσω των τριών σταδίων (κάθαρση, φωτισμός, θέωση, βλ. μεταξύ πολλών, σελ. 221 κ.ε.), που όμως δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να ιδεολογικοποιούνται.

Eνθυμούμενος τις πολυποίκιλλες παραφθορές του χριστιανισμού ο συγγραφέας παραθέτει τα παρακάτω σοφά λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τις καίριες επισημάνσεις του Χρήστου Γιανναρά: «Ἄν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἤ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα». (Χρ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2003, σελ.101)

Το βιβλίο περιλαμβάνει δοκίμια του συγγραφέα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο αλλά έχουν ξαναδουλευθεί και πήραν την τελική τους μορφή στο εν λόγω έργο.

Στο Α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 15-125) με τίτλο «Η περί Θεού επιστήμη» ο συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει το περί Θεού ερώτημα μέσα από την ορθόδοξη προοπτική. Αναλύονται εξαντλητικά πλήθος συναφών θεμάτων εκ των οποίων σταχυολογούμε ελάχιστα μόνο εν συνεχεία: α) Ο νεώτερος αθεϊσμός (σελ. 18-22), β) Η γνώση του Θεού (σελ. 19, 45 κ.ε. και αλλ.), γ) Ορθοδοξία και Δύση (σελ. 22-28), δ) Περί αγάπης (σελ. 28 κ.ε., σελ. 40 κ.ε. και αλλ.), ε) Ήθος και ηθικισμός (σελ. 30-39), στ) Το ασκητικό βίωμα στο χριστιανισμό (σελ. 50 κ.ε., σελ. 59 κ.ε.), ζ) Η αποφατική θεολογία (σελ. 52), η) Η θεολογία ως θεοπτία (σελ. 55), θ) Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία (σελ. 73 κ.ε.), ι) Η διάκριση των πνευμάτων (σελ. 90 κ.ε.), ια) Περί πίστεως (σελ. 105 κ.ε.).

Στο Β΄ μέρος του βιβλίου (σελ. 129-232) με τίτλο «Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια» ο συγγραφέας αναφέρεται σε ορισμένους αντιχριστιανικούς μύθους, τους οποίους και ανατρέπει τεκμηριωμένα, ενώ παράλληλα τον απασχολούν δογματικά και λειτουργικά θέματα. Ο πιο κλασικός εξ αυτών των μύθων, που επανέφερε στο προσκήνιο προ ετών η -ήδη ξεπερασμένη- μόδα του «ντανμπραουνισμού», αναφέρει ότι δήθεν ο χριστιανισμός που ξέρουμε πήρε την τελική του μορφή στην Α’ Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο συγγραφέας ανατρέπει με πλήρη τεκμηρίωση τον εν λόγω μύθο (σελ. 129-134).

Τα ζητήματα της τριαδολογίας και της χριστολογίας, που αποτελούν την πεμπτουσία της ορθοδόξου διδασκαλίας, απασχολούν ιδιαίτερα το συγγραφέα (σελ. 135-162). Αναφέρεται αναλυτικά στις μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) και στις μαρτυρίες των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της μεταποστολικής εποχής.

Το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και επιστήμης απασχολεί ιδιαίτερα το συγγραφέα (βλ. σελ. 162-182), ο οποίος αναφέρεται στην εικονολογική γλώσσα του βιβλίου της Γενέσεως, στους ποικίλλους ανθρωπομορφισμούς αλλά και στις σχετικές αναφορές της πατερικής ερμηνευτικής, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στο απαράδεκτο του δημιουργισμού και του εξ ΗΠΑ ορμώμενου «ευφυούς σχεδιασμού» (σελ. 179). Παράλληλα τονίζει ότι θρησκεία και επιστήμη έχουν διακριτούς ρόλους και δεν πρέπει να εμπλέκεται η μια στα ζητήματα της άλλης. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει απόλυτη εμμένεια στις επιστημονικές διατυπώσεις (πρβλ π.χ. κβαντομηχανική, εντροπία, απροσδιοριστία κλπ): «(…) ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας -η πιο θεμελιώδης- απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία(…)» (σελ. 171). Κατά συνέπεια η ενδεχομενικότητα και η πιθανότητα αμβλύνουν τις όποιες θετικιστικές βεβαιότητες, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies: «Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη» (Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67).

Το συγγραφέα απασχολούν ακόμη καίρια θέματα λειτουργικής θεολογίας (σελ. 182-197), ιεραποστολικής στην Αφρική (Ουγκάντα- Κένυα, σελ. 197-207) και σωτηριολογίας (ένα σημαντικό δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελ. 208-232). Σχετικά με τη «μέση κατάσταση των ψυχών» (σελ. 225 κ.ε.) υπενθυμίζουμε ότι συνιστά θεολογούμενο για την ορθόδοξη εκκλησία.

Στον Επίλογο του βιβλίου δημοσιεύεται μια λίαν ενδιαφέρουσα «Επιστολή σε γονιό, που η έφηβη κόρη του είναι έγκυος» (σελ. 233-237) και ακολουθεί αναλυτική Βιβλιογραφία.

Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό οδηγό για τον αυθεντικό χριστιανισμό μακριά από παραφθορές, παραναγνώσεις, «ιδιωτικές θεολογίες», θεολογισμούς, ηθικισμούς και εστετισμούς. Θα κλείσουμε με μια σπουδαία φράση του συγγραφέα: «(…) ο άνθρωπος καθώς γίνεται άγιος, είναι ουσιαστικά ελεύθερος, άσχετα από τις εξωτερικές συνθήκες ζωής του» (σελ. 33, υποσημείωση 24). Τεράστιο το διακύβευμα. Αντέχετε;

Ηράκλειο, 10 Ιουλίου 2019

[πηγή]

Charles Taylor, [Χριστιανισμός και Στωικισμός]

Σχολιάστε

Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας, μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007, ISBN 978-960-518-284-7.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

O Charles Taylor, γεννημένος τον Nοέμβριο του 1931 στον Kαναδά, είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή φιλόσοφους-καθηγητές που ασχολήθηκαν ενδελεχώς με το ζήτημα της προέλευσης και εξέλιξης αυτού που ονομάζουμε «νεωτερική ταυτότητα». Στο παρόν έργο του, που κατέχει πια θέση κλασικής μελέτης επί του θέματος, εξετάζει με τρόπο εξαντλητικό τις ρίζες του νεωτερικού φαινομένου, αναδεικνύοντας τις συνάφειες που κρύβονται στην φιλοσοφική σκέψη παλαιότερων διανοητών, έτσι όπως τις συναντά κανείς στην ιστορία της Φιλοσοφίας. O Iερός Aυγουστίνος, ο Kαρτέσιος, ο Λούθηρος, παραλαμβάνουν τις φιλοσοφικές αποσκευές του παρελθόντος και τις παραδίδουν στους νεώτερους ορίζοντας τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση στη Nεωτερικότητα που θα καθορίσει τα βήματα του σύγχρονου ανθρώπου στον βίο, τη σκέψη, την τέχνη και τον πολιτισμό. Oι Πηγές του Eαυτού είναι ένα ταξίδι από τον Πλάτωνα μέχρι τον Derrida, από την Hθική έως την Aποδόμηση, που ο Taylor το προσφέρει με τρόπο συναρπαστικό σε όλους μας, καλώντας μας να σταθούμε σε όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς της διαδρομής ώστε να φωτιστεί η κατάληξή της.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

[Χριστιανισμός και Στωικισμός]

[σελ.353] (…) Ο χριστιανισμός, ιδίως στις πιο ασκητικές παραλλαγές του, παρουσιάζεται ως συνέχεια του Στωικισμού με άλλα μέσα, ή (όπως λέει καμμιά φορά ο Nietzsche) ως μια προέκταση του Πλατωνισμού. Παρά τις έντονες, ωστόσο, ομοιότητες με τον Στωικισμό -λόγου χάριν στον οικουμενισμό του, στην έννοια της πρόνοιας, στην εξύψωση της αυταπάρνησης- υπάρχει μεταξύ τους μεγάλο χάσμα. Στην πραγματικότητα, το νόημα της αυταπάρνησης είναι εντελώς διαφορετικό. Ο στωικός σοφός είναι πρόθυμος να παραιτηθεί από κάποιο «προτιμώμενο» αγαθό, λ.χ. την υγεία, την ελευθερία ή την ζωή, διότι το θεωρεί ειλικρινά άνευ αξίας, αφού αξία έχει μόνο σύνολη η τάξη των συμβάντων, η οποία τυγχάνει βέβαια να συμπεριλαμβάνει και την άρνηση ή την απώλεια του. Ο χριστιανός μάρτυρας, παραιτούμενος από την υγεία, την ελευθερία ή την ζωή δεν αποφαίνεται ότι τα πράγματα είναι ανάξια.  Απεναντίας, η πράξη θα έχανε το νόημα της αν δεν ήταν μεγάλης αξίας. Το να λες ότι κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από εκείνον που θυσιάζει τη ζωή του υπέρ των φίλων του, υποδηλώνει ότι η ζωή είναι ένα μεγάλο αγαθό. Η πρόταση θα έχανε την ουσία της αναφερόμενη σε κάποιον που απαρνιέται τη ζωή από μία αίσθηση απάθειας ·προϋποθέτει ότι θυσιάζει κάτι.  (…)

[σελ.354] (…) Η μεγάλη διαφορά μεταξύ στωικής και χριστιανικής απάρνησης είναι τούτη: για τον Στωικό αυτό που απαρνείται κανείς, αν σωστά το απαρνηθεί, δεν αποτελεί ipso facto μέρος του αγαθού. Για τον Χριστιανό,αυτό που απαρνείται κανείς, εκ του γεγονότος και μόνο της απάρνησης του, καταφάσκεται ως αγαθό -τόσο υπό την έννοια ότι η απάρνηση θα έχανε το νόημα της αν το πράγμα ήταν αδιάφορο όσο και υπό την έννοια ότι η απάρνηση προάγει το θέλημα του Θεού, το οποίο ακριβώς επιβεβαιώνει την αγαθότητα των πραγμάτων εκείνων που απαρνείται κανείς: της υγείας, της ελευθερίας, της ζωής. Κατά παράδοξο τρόπο, η χριστιανική απάρνηση είναι μια επιβεβαίωση της αγαθότητας αυτού που απαρνείται κανείς. Για τον Στωικό, η απώλεια της υγείας, της ελευθερίας. της ζωής, δεν επηρεάζει την ακεραιότητα του αγαθού. Απεναντίας, η απώλεια είναι μέρος ενός όλου που είναι καθ’ ολοκληρίαν αγαθό και δεν θα μπορούσε να αλλάξει δίχως να καταστεί λιγότερο αγαθό. Οι Στωικοί έλκονται από εικόνες όπως εκείνη της σκιάς που είναι απαραίτητη προκειμένου να αναδειχθεί εξ αντιθέσεως η λαμπρότητα του φωτός. Στην [σελ.355] χριστιανική προοπτική, ωστόσο, η απώλεια είναι ένα ρήγμα στην ακεραιότητα του καλού. Αυτός είναι ο λόγος που ο χριστιανισμός απαιτεί μια εσχατολογική προοπτική αποκατάστασης της ακεραιότητας αυτής, αν και τούτο έχει κατανοηθεί ποικιλοτρόπως (…).

Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας, μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007,σελ. 353-355 (αποσπάσματα)

 

Giorgio Agamben, Πιλάτος και Ιησούς

2 Σχόλια

12993411_1081146011944840_5001374342085988875_n

 

Giorgio Agamben, Πιλάτος και Ιησούςμετάφραση: Δέσποινα Λαμπαδά, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2016, ISBN 978-618-5118-17-4.

Από το οπισθόφυλλο  του βιβλίου:

Ποιος είναι ο Πόντιος Πιλάτος, ο επίτροπος της Ιουδαίας ενώπιον του οποίου έγινε η δίκη του Ιησού, που οδήγησε στη Σταύρωση; Ένας σκληρός και ανελέητος τύραννος ή ένας δειλός και διστακτικός υπάλληλος που πείθεται τελικά από το Συνέδριο να καταδικάσει έναν άνθρωπο, έστω κι αν ο ίδιος τον θεωρεί αθώο; Ένα σαρκαστικό και αποδομητικό προσωπείο που εκφωνεί μερικές αξιομνημόνευτες φράσεις («Τι εστιν αλήθεια;», «Ίδε ο άνθρωπος!», «Ο γέγραφα, γέγραφα») ή μια αυστηρή θεολογική μορφή, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί το δράμα του Πάθους; Παρακολουθώντας τη δίκη σκηνή προς σκηνή, ο Αγκάμπεν προτείνει μια πρωτότυπη και ακριβολόγο ανάγνωση. Στον διάλογο του Πιλάτου και του Ιησού έρχονται αντιμέτωποι δύο κόσμοι και δύο βασίλεια: η ιστορία και η αιωνιότητα, το ιερό και το βέβηλο, η κρίση και η σωτηρία.

Μικρό απόσπασμα (συνίσταται η ανάγνωση ολοκλήρου του βιβλίου): 

[…] Δικαιοσύνη και σωτηρία δεν μπορούν να συμβιβαστούν, καταλήγουν κάθε φορά να αλληλοαποκλείονται και να αλληλοεγκαλούνται. Η κρίση είναι εξίσου αμείλικτη όσο και ανέφικτη, γιατί σε αυτήν τα πράγματα εμφανίζονται χαμένα και μη διασώσιμα· η σωτηρία είναι σπλαχνική κι ωστόσο ανεπαρκής, γιατί σ’ αυτήν τα πράγματα εμφανίζονται ως αδύνατο να τεθούν σε κρίση. […]

Giorgio Agamben, Πιλάτος και Ιησούςμετάφραση: Δέσποινα Λαμπαδά, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2016,σελ.58 (απόσπασμα)

Νεοφιλελευθερισμός και Χριστιανισμός στον καιρό της Αυτοκρατορίας (ένα σημαντικό δοκίμιο του Δ. Σταματόπουλου)

Σχολιάστε

t131

Σύναξη: Τριμηνιαία έκδοση σπουδής στην Ορθοδοξία, τεύχος 131, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2014.

Απόσπασμα από το Προλογικό σημείωμα (σελ. 3-4):

(…) Η οικονομική δοκιμασία και η αποσάθρωση που ζουν χώρες ολόκληρες, εκπλήσσουν, μα στην πραγματικότητα δεν είναι διόλου έκπληξη. Όλο αυτό που ονομάζεται κρίση δεν είναι ένας μετεωρίτης από το υπερπέραν, αλλά πλευρά της ίδιας της λειτουργίας του κυρίαρχου οικονομικού συστήματος. Το να τρώει τα παιδιά του ο μανιακός καπιταλισμός συμπίπτει με το ότι είναι αυτός που είναι. (…)

(…) Για να συζητήσει κανείς τον Νεοφιλελευθερισμό ως συγκεκριμένη, σημερινή ιδεολογία και πρακτική, πρέπει να επικεντρωθεί στα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του και να μην παρασύρεται από την παλαιότερη, πολύ γενική και καθημερινή χρήση του όρου «φιλελεύθερος», η οποία αόριστα δηλώνει τον εραστή ελευθεριών και αντίπαλο τυραννικών καθεστώτων, με πολύ μεγάλη ποικιλία όσον αφορά το ιδεολογικό περιεχόμενο και τις κοινωνικές συγκυρίες.(…) Υπάρχει διαφορά μεταξύ του Νεοφιλελευθερισμού και του Φιλελευθερισμού, ο οποίος είναι επίσης σύγχρονος όρος, που χαρακτήρισε τα πολιτικά και οικονομικά πράγματα επί πολλές δεκαετίες. Αντίθετα προς τον πρώτο, ο δεύτερος αναγνωρίζει ρυθμιστικό ρόλο στο κράτος και στον κοινοβουλευτισμό, σε διάφορες μεν ποσοστώσεις και παραλλαγές, αλλά πάντως δεν τα θεωρεί ενεργούμενα της αγοράς.(…)

***

Απόσπασμα από το σημαντικό  δοκίμιο του Δ. Σταματόπουλου «Νεοφιλελευθερισμός και Χριστιανισμός στον καιρό της Αυτοκρατορίας»  (Σύναξη 131, σελ. 52-57):

[Σύναξη 131, σελ. 55] (…) Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού σημάδεψε ακριβώς το πέρασμα από τα κλειστά σύνορα των εθνικών κρατών του 20ου αιώνα στον ανοιχτό αποεδαφικοποιημένο αυτοκρατορικό χώρο του σύγχρονου κόσμου. Εκ των πραγμάτων ο Νεοφιλελευθερισμός θα δει και τον Χριστιανισμό και τη θρησκεία γενικά ως «αγαθό», και μάλιστα καταναλωτικό αγαθό. Δεν θα αρκεστεί να αμφισβητήσει το κρατικό μονοπώλιο της θρησκείας αλλά θα αποδεχθεί την αναγκαιότητα της για τη συναισθηματική ολοκλήρωση των κατακερματισμένων ψυχών που ο ίδιος δημιουργεί. Όπως κάποτε η χεγκελιανή προοπτική έβλεπε στη θρησκεία, και ειδικά στον Χριστιανισμό, την αναπλήρωση της ηθικής τελειότητας του αστικού κράτους, έτσι και ο Νεοφιλελευθερισμός στη γενική του επίθεση εναντίον του τελευταίου θα αναγνωρίσει την παραπληρωματικότητα της θρησκείας στην θεραπευτική λειτουργία πασχόντων καταναλωτικών υποκειμένων. Ωστόσο αυτή η υποβίβαση  της θρησκείας από την εργαλειακότητα του κράτους στην εργαλειακότητα της αγοράς δεν πρέπει να μας εμποδίσει να σκεφτούμε πάνω στη μεγάλη ομοιότητα των δυο, Χριστιανισμού και Νεοφιλελευθερισμού: ότι αποτέλεσαν ιδεολογικά οχήματα μέσα από τα οποία εμπεδώνονται αυτοκρατορικοί κόσμοι.(…)

Δ. Σταματόπουλου, «Νεοφιλελευθερισμός και Χριστιανισμός στον καιρό της Αυτοκρατορίας», Σύναξη 131, σελ. 55 (απόσπασμα).

——————————————

Ο Δημήτρης Σταματόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Βαλκανικής και Ύστερης Οθωμανικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

***

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ του τεύχους 131  της  Σύναξης

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΕΚΟΣ, Ἡ κρίση τῆς οἰκονομίας καὶ ἄρα τῆς πολιτικῆς

π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΘΕΡΜΟΣ, Οἱ μεταστάσεις τοῦ ἀτομικισμοῦ. Ψυχὴ καὶ οἰκονομία μπροστὰ στὸν ὁλοκληρωτισμὸ τῆς ἀπόλαυσης

ΠΑΝΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, Νεοφιλελευθερισμὸς καὶ πνευματικὴ ἐλευθερία

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΚΛΗΡΗΣ, Οἱ ἀνύπαρκτοι ποὺ διάλεξε ὁ Θεός

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, Νεοφιλελευθερισμὸς καὶ Χριστιανισμὸς στὸν καιρὸ τῆς Αὐτοκρατορίας

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΡΓΥΡΙΑΔΗΣ, Θανάσιμη… ψαλίδα

π. ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΓΚΑΝΑΣ, Κοινωνικὴ δικαιοσύνη καὶ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Μάτια σχιστὰ κι ὀρθάνοιχτα. Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἰαπωνία

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β. ΖΟΡΜΠΑΣ, ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΚΑΡΑΜΟΥΖΗΣ, ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΤΣΙΡΑΣ π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Θανατίζοντας τὴν Ἀνάσταση

 

 

Χριστιανοί και ναζισμός

Σχολιάστε

Σύναξη: Τριμηνιαία έκδοση σπουδής στην Ορθοδοξία, τεύχος 125, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013.

t125

Κυκλοφόρησε το νέο (αρ. 125) τεύχος του περιοδικού Σύναξη, αφιερωμένο σε ένα διάπυρο ζήτημα: την ανάδυση του Ναζισμού και τη στάση των Χριστιανών απέναντί του. Με απερίφραστη αφετηριακή θέση, ότι Ναζισμός και Ευαγγέλιο είναι μεγέθη ασύμβατα και αντιθετικά, το τεύχος προσεγγίζει διάφορες πλευρές του ζητήματος.

Με ένα ιστορικό μελέτημα εξόχως χρήσιμο για την κατανόηση του σήμερα, ο Χάινριχ Χόλτσε φωτίζει τη διάβρωση της χριστιανικής συνείδησης στη ναζιστική Γερμανία. Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου εντοπίζει χρόνιες αλλοιώσεις του εκκλησιαστικού φρονήματος, οι οποίες στις μέρες μας διευκολύνουν τη διείσδυση της εθνικοσοσιαλιστικής οπτικής σε ορισμένους εκκλησιαστικούς χώρους. Στη χιτλερική περίοδο εστιάζει και ο Δημήτρης Μόσχος, για να δείξει πόσο εναργή και πόσο συγκεχυμένα, κατά περίπτωση, υπήρξαν τα αντανακλαστικά των Ορθοδόξων. Ο Θάνος Λίποβατς ερμηνεύει ψυχαναλυτικά και πολιτισμικά τον εθνικοσοσιαλισμό και τον αντισημιτισμό. Ο Βασίλης Αργυριάδης διαβάζει τη «Μαύρη Βίβλο» της «Χρυσής Αυγής». Η Ελένη Ταμαρέση παρουσιάζει τον τάφο του αγίου Αλεξάνδρου Σμορέλ και άλλων Χριστιανών αντιναζιστών Γερμανών μαρτύρων. Η φωνή, τέλος, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη έρχεται ως πονεμένη μαρτυρία κατά του αντισημιτισμού.

 [πηγή]

***

Από το προλογικό σημείωμα του τεύχους 125:

Για τους Χριστιανούς η ιστορία προχωρά ως εκτύλιξη μιας αναμέτρησης: κάθε λεπτό –ασταμάτητα– η Ανάσταση αναμετράται με τη θανατίλα του παλιού κόσμου. Υπάρχουν, ωστόσο, και στιγμές με μια ένταση ξεχωριστή ένταση, με μια κρισιμότητα αποκαλυπτική: Είναι οι στιγμές στις οποίες εγείρεται με ορμή ένα αντι-ευαγγέλιο και ο άνθρωπος καλείται να διακρίνει μεταξύ αυτού του αντι-ευαγγελίου και του ευαγγελίου του Χριστού, και να ξεκαθαρίσει με ποιο συντάσσεται, ποιο αποτάσσεται.

Ο Ναζισμός, μόρφωμα του 20ού αιώνα και ήδη παρών στον 21ο, εδράζεται στην αρχαία αποστασία. Στην αυτοθέωση μέσω της ισχύος, στην απόρριψη της «εξ ενός αίματος» συγγένειας πάντων των ανθρώπων, στην εξολόθρευση του αδύναμου ως ελαττωματικού. Αυτή η πίστη, που συμποσούται στην ανακήρυξη της γενέθλιας γης και του φυλετικού αίματος σε πηγές του νοήματος, αποτελεί αντίποδα του εκκλησιαστικού γεγονότος. Η χριστιανική συνείδηση οφείλει να είναι σαφής. Και ακριβώς γι’ αυτό προκύπτει θεόρατο πρόβλημα όταν, ευθέως ή εμμέσως, με θράσος ή με κρυφτούλι λέξεων, συνειδήσεις Χριστιανών συντάσσονται με αυτό(ν) που εκ της ταυτότητός τους αποτάσσονται.

Ενδεικτικό αυτής της αποκαλυπτικής έντασης είναι ο τρόπος με τον οποίον αντιμετώπισε το ανίερο αγκάλιασμα εθνικισμού και εκκλησίας ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, δέκα χρόνια πριν την άνοδο του Χίτλερ στην καγκελαρία. Τα σχετικά αποσπάσματα έχουν αναδημοσιευτεί πολλάκις. Η συγκυρία, όμως, στην οποία βρίσκεται η χώρα μας σήμερα, μας ικανώνει να προσέξουμε ιδιαίτερα τους σκληρούς και ατόφια θεολογικούς χαρακτηρισμούς τους, με τους οποίους δείχνει ότι το ζήτημα δεν αφορά ένα σφάλμα παραπάνω, ένα σφάλμα παρακάτω, αλλά καθαυτή την παραμονή των εκκλησιαστικών ανθρώπων στην αλήθεια του Χριστού ή την έξοδό τους από αυτήν.

«Αποτελεί βλασφημίαν, ασυγχώρητον βλασφημίαν εναντίον του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, το να κάμωμεν την Εκκλησίαν ένα εθνικόν ίδρυμα […]. Ο σκοπός της είναι υπερεθνικός, οικουμενικός, πανανθρώπινος: να ενώση εν τω Χριστώ όλους τους ανθρώπους, όλους άνευ εξαιρέσεως εθνικότητος ή φυλής ή κοινωνικού στρώματος. “Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην […]”».

«Είναι πλέον καιρός, είναι η δωδεκάτη ώρα, να παύσουν οι εκκλησιαστικοί μας αντιπρόσωποι να είναι αποκλειστικά δούλοι του εθνικισμού, και να γίνουν αρχιερείς και ιερείς της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Η από τον Χριστόν δοσμένη και από τους Αγίους Πατέρας πραγματοποιημένη αποστολή της Εκκλησίας είναι: να φυτεύεται και να καλλιεργήται μέσα εις την ψυχήν του λαού μας η αίσθησις και η επίγνωσις ότι κάθε μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι πρόσωπον καθολικόν, πρόσωπον αιώνιον και θεανθρώπινον· ότι είναι του Χριστού και δια τούτο αδελφός όλων των ανθρώπων και διάκονος όλων των ανθρώπων και των κτισμάτων. Αυτός είναι ο από Χριστού δεδομένος σκοπός της Εκκλησίας· κάθε άλλος σκοπός δεν είναι από τον Χριστόν αλλ’ από τον αντίχριστον».[1]

Ο π. Ιουστίνος δεν περιμένει να βρει τον αριθμό 666 πάνω στον εθνικισμό, για να τον χαρακτηρίσει προϊόν του αντιχρίστου! Και ποιος χαρακτηρισμός θα μπορούσε να είναι πιο εύστοχος από το «αντί-χριστος» για να σημάνει με διαύγεια την παντελή διαστροφή της εκκλησιαστικής συνείδησης, την οποία μάλιστα ο Πόποβιτς τολμηρά εξισώνει με το μοναδικό ασυγχώρητο –κατά το ευαγγέλιο- αμάρτημα, δηλαδή τη βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος; Ούτε και γιατρεύει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν το να βρίσκεται κάποιος στον επισκοπικό θρόνο. Αυτομάτως συμβαίνουν όλα τα πράγματα στη μαγεία, αλλά ουδέν στην Εκκλησία. Ο οιοσδήποτε χειροτονημένος, λοιπόν, που κομπάζει ότι είναι προεστώς του ευχαριστιακού δείπνου και ταυτοχρόνως επαινεί τον εθνικισμό ως πατριωτισμό, δεν είναι και αληθώς επίσκοπος της Εκκλησίας του Χριστού! Καλείται να μετανοήσει, ώστε να δυνηθεί έτσι να γίνει αληθινά ιερωμένος της! Επί πλέον, στο ευαγγέλιο η «ενδεκάτη ώρα» σημαίνει αυτό που σήμερα λέμε «στο παρά πέντε», σημαίνει δηλαδή την έσχατη ευκαιρία του ανθρώπου για να ανταποκριθεί στο χρέος του. «Δωδέκατη ώρα» είναι η επόμενη στιγμή, η στιγμή της Κρίσης. Ο Πόποβιτς, λοιπόν, θεωρεί ότι με την κρισιμότητα του ζητήματος αυτού βρισκόμαστε στη δωδεκάτη ώρα! Με αυτήν, άλλωστε, την αίσθηση η Σύναξη έχει δημόσια ζητήσει από τον Νοέμβριο του περασμένου έτους την καταδίκη του ναζισμού, σε κάθε του εκδοχή και μεταμφίεση (τ. 124 / 2012, σ. 82) […].

Στις σελίδες […] που ακολουθούν προσεγγίζονται παράμετροι του ζητήματος, όπως αυτό ορθώνεται μπροστά μας σήμερα. Από τη μια αναζητούνται οι χρόνιες αλλοιώσεις του εκκλησιαστικού φρονήματος, οι οποίες ευθύνονται για τη σημερινή απήχηση του εθνικοσοσιαλιστικού πνεύματος σε εκκλησιαστικούς χώρους, και από την άλλη φωτίζεται η ιστορία, για να διδάξει πότε και πώς τα αντανακλαστικά των Χριστιανών ίστανται εναργή ή βουλιάζουν μέσα στη σύγχυση και την εθελοδουλία. Με βαθειά την πεποίθηση ότι κάθε ολοκληρωτισμός είναι απανθρωπία, τα κείμενα του τεύχος πασχίζουν να είναι ταυτόχρονα μαρτυρία και σπουδή, ώστε να συνδράμουν ουσιαστικά την ορθοστασία όσων δεν είναι πρόθυμοι να κλίνουν γόνυ στα είδωλα των ταγμάτων εφόδου.

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία, πιστή στο Αρχέτυπό της [την Αγία Τριάδα], καλείται […] να κηρύττη με θάρρος μέσα στον ενθουσιασμό και του πιο δίκαιου πολέμου την αγάπη, την κατανόηση, την Ειρήνη, αλλά και μέσα στο πιο στυγνό δικτατορικό καθεστώς το απαραβίαστο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την ιερότητα του ανθρωπίνου προσώπου, την Ελευθερία. Το αν δε μιά Εκκλησία κρύττει παντού και πάντοτε, ανεξάρτητα από τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες βρίσκεται, το ιδανικό αυτό και στις δυό του πτυχές, αποτελεί κριτήριο της ορθοδοξίας της…»[2].

 

Θ.Ν.Π.

 


[1] Αρχιμ. Ιουστίνου Πάποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος. Μελετήματα Ορθοδόξου θεολογίας (μτφρ. ιερομ. Αθανασίου Γιέβτιτς), εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1974, σσ. 55-56.

[2] Παναγιώτης Νέλλας, «Τρεις βιβλικές προϋποθέσεις στο πρόβλημα Ορθοδοξία και Πολιτική», Μαρτυρία Ορθοδοξίας 1971, εκδ. Εστίας, σ. 179.

[πηγή]

***

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ του τεύχους 125 της Σύναξης

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ 

ΧΑΪΝΡΙΧ ΧΟΛΤΣΕ, Προσεγγίζοντας ἕνα δύσκολο παρελθόν

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Σημεῖα ἐθνικοσοσιαλισμοῦ στὴν ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία;

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ, Ὄψεις ἀντιπαράθεσης Ὀρθοδοξίας καὶ γερμανικοῦ ναζισμοῦ κατὰ τὴν περίοδο τοῦ μεσοπολέμου

ΘΑΝΟΣ ΛΙΠΟΒΑΤΣ, Ψυχαναλυτικὴ καὶ πολιτισμικὴ ἀνάλυση τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ καὶ τοῦ ἀντισημιτισμοῦ

ΕΛΕΝΗ ΤΑΜΑΡΕΣΗ-ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Μνήματα μαρτύρων

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΡΓΥΡΙΑΔΗΣ, Τέσσερις πλάνες κι ἕνα βιβλίο

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, Ὁ ἀντίκτυπος τοῦ νοῦ

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ, Παῦλος: Βίος καὶ Θεολογία

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ, Μνήμη Γιώργου Τσανανᾶ

Διάλογος μὲ τοὺς ἀναγνῶστες

Το Βιβλίο

[πηγή]

Ο Richard Kearny για τον Ιησού-ξένο

Σχολιάστε

544Ένα σημαντικό απόσπασμα από το άρθρο του Richard Kearny, «Οι μεγαλύτερες προκλήσεις για τη χριστιανοσύνη στον 21ο αιώνα«, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Ευθύνη» (τεύχος 15, Ιανουάριος- Φεβρουάριος 2013):

[Νέα Ευθύνη, τ.15, σελ.111] (…) Όπως μας διδάσκουν οι σπουδαίες ιστορίες της Βίβλου, από τον Αβραάμ που τάισε τους τρεις ξένους μέχρι τον Ιησού- ξένο, που τάισε τους οικοδεσπότες του στην Εμμαούς, η μετουσίωση [μεταβολή]* του άρτου και του οίνου είναι πρωταρχικά μετουσίωση [μεταβολή]* της  εχθρότητας σε φιλοξενία. Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη  πρόκληση για τη Χριστιανοσύνη στο μέλλον, όπως ήταν άλλωστε και στο παρελθόν.

Richard Kearny, «Οι μεγαλύτερες προκλήσεις για τη χριστιανοσύνη στον 21ο αιώνα», μετάφραση: Ούρσουλα Φώσκολου, στο περιοδικό «Νέα Ευθύνη», τεύχος 15, Ιαν.- Φεβρ.2013, σελ. 109-111 (εδώ: σελ.111).

——————————-
*[Σημ. δική μας: προτιμητέος κατά την γνώμη μας ο όρος «μεταβολή» αντί «μετουσίωση»]

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: