Charles Taylor, [Χριστιανισμός και Στωικισμός]

Σχολιάστε

Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας, μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007, ISBN 978-960-518-284-7.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

O Charles Taylor, γεννημένος τον Nοέμβριο του 1931 στον Kαναδά, είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή φιλόσοφους-καθηγητές που ασχολήθηκαν ενδελεχώς με το ζήτημα της προέλευσης και εξέλιξης αυτού που ονομάζουμε «νεωτερική ταυτότητα». Στο παρόν έργο του, που κατέχει πια θέση κλασικής μελέτης επί του θέματος, εξετάζει με τρόπο εξαντλητικό τις ρίζες του νεωτερικού φαινομένου, αναδεικνύοντας τις συνάφειες που κρύβονται στην φιλοσοφική σκέψη παλαιότερων διανοητών, έτσι όπως τις συναντά κανείς στην ιστορία της Φιλοσοφίας. O Iερός Aυγουστίνος, ο Kαρτέσιος, ο Λούθηρος, παραλαμβάνουν τις φιλοσοφικές αποσκευές του παρελθόντος και τις παραδίδουν στους νεώτερους ορίζοντας τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση στη Nεωτερικότητα που θα καθορίσει τα βήματα του σύγχρονου ανθρώπου στον βίο, τη σκέψη, την τέχνη και τον πολιτισμό. Oι Πηγές του Eαυτού είναι ένα ταξίδι από τον Πλάτωνα μέχρι τον Derrida, από την Hθική έως την Aποδόμηση, που ο Taylor το προσφέρει με τρόπο συναρπαστικό σε όλους μας, καλώντας μας να σταθούμε σε όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς της διαδρομής ώστε να φωτιστεί η κατάληξή της.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

[Χριστιανισμός και Στωικισμός]

[σελ.353] (…) Ο χριστιανισμός, ιδίως στις πιο ασκητικές παραλλαγές του, παρουσιάζεται ως συνέχεια του Στωικισμού με άλλα μέσα, ή (όπως λέει καμμιά φορά ο Nietzsche) ως μια προέκταση του Πλατωνισμού. Παρά τις έντονες, ωστόσο, ομοιότητες με τον Στωικισμό -λόγου χάριν στον οικουμενισμό του, στην έννοια της πρόνοιας, στην εξύψωση της αυταπάρνησης- υπάρχει μεταξύ τους μεγάλο χάσμα. Στην πραγματικότητα, το νόημα της αυταπάρνησης είναι εντελώς διαφορετικό. Ο στωικός σοφός είναι πρόθυμος να παραιτηθεί από κάποιο «προτιμώμενο» αγαθό, λ.χ. την υγεία, την ελευθερία ή την ζωή, διότι το θεωρεί ειλικρινά άνευ αξίας, αφού αξία έχει μόνο σύνολη η τάξη των συμβάντων, η οποία τυγχάνει βέβαια να συμπεριλαμβάνει και την άρνηση ή την απώλεια του. Ο χριστιανός μάρτυρας, παραιτούμενος από την υγεία, την ελευθερία ή την ζωή δεν αποφαίνεται ότι τα πράγματα είναι ανάξια.  Απεναντίας, η πράξη θα έχανε το νόημα της αν δεν ήταν μεγάλης αξίας. Το να λες ότι κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από εκείνον που θυσιάζει τη ζωή του υπέρ των φίλων του, υποδηλώνει ότι η ζωή είναι ένα μεγάλο αγαθό. Η πρόταση θα έχανε την ουσία της αναφερόμενη σε κάποιον που απαρνιέται τη ζωή από μία αίσθηση απάθειας ·προϋποθέτει ότι θυσιάζει κάτι.  (…)

[σελ.354] (…) Η μεγάλη διαφορά μεταξύ στωικής και χριστιανικής απάρνησης είναι τούτη: για τον Στωικό αυτό που απαρνείται κανείς, αν σωστά το απαρνηθεί, δεν αποτελεί ipso facto μέρος του αγαθού. Για τον Χριστιανό,αυτό που απαρνείται κανείς, εκ του γεγονότος και μόνο της απάρνησης του, καταφάσκεται ως αγαθό -τόσο υπό την έννοια ότι η απάρνηση θα έχανε το νόημα της αν το πράγμα ήταν αδιάφορο όσο και υπό την έννοια ότι η απάρνηση προάγει το θέλημα του Θεού, το οποίο ακριβώς επιβεβαιώνει την αγαθότητα των πραγμάτων εκείνων που απαρνείται κανείς: της υγείας, της ελευθερίας, της ζωής. Κατά παράδοξο τρόπο, η χριστιανική απάρνηση είναι μια επιβεβαίωση της αγαθότητας αυτού που απαρνείται κανείς. Για τον Στωικό, η απώλεια της υγείας, της ελευθερίας. της ζωής, δεν επηρεάζει την ακεραιότητα του αγαθού. Απεναντίας, η απώλεια είναι μέρος ενός όλου που είναι καθ’ ολοκληρίαν αγαθό και δεν θα μπορούσε να αλλάξει δίχως να καταστεί λιγότερο αγαθό. Οι Στωικοί έλκονται από εικόνες όπως εκείνη της σκιάς που είναι απαραίτητη προκειμένου να αναδειχθεί εξ αντιθέσεως η λαμπρότητα του φωτός. Στην [σελ.355] χριστιανική προοπτική, ωστόσο, η απώλεια είναι ένα ρήγμα στην ακεραιότητα του καλού. Αυτός είναι ο λόγος που ο χριστιανισμός απαιτεί μια εσχατολογική προοπτική αποκατάστασης της ακεραιότητας αυτής, αν και τούτο έχει κατανοηθεί ποικιλοτρόπως (…).

Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας, μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007,σελ. 353-355 (αποσπάσματα)

 

Advertisements

Giorgio Agamben, Πιλάτος και Ιησούς

2 Σχόλια

12993411_1081146011944840_5001374342085988875_n

 

Giorgio Agamben, Πιλάτος και Ιησούςμετάφραση: Δέσποινα Λαμπαδά, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2016, ISBN 978-618-5118-17-4.

Από το οπισθόφυλλο  του βιβλίου:

Ποιος είναι ο Πόντιος Πιλάτος, ο επίτροπος της Ιουδαίας ενώπιον του οποίου έγινε η δίκη του Ιησού, που οδήγησε στη Σταύρωση; Ένας σκληρός και ανελέητος τύραννος ή ένας δειλός και διστακτικός υπάλληλος που πείθεται τελικά από το Συνέδριο να καταδικάσει έναν άνθρωπο, έστω κι αν ο ίδιος τον θεωρεί αθώο; Ένα σαρκαστικό και αποδομητικό προσωπείο που εκφωνεί μερικές αξιομνημόνευτες φράσεις («Τι εστιν αλήθεια;», «Ίδε ο άνθρωπος!», «Ο γέγραφα, γέγραφα») ή μια αυστηρή θεολογική μορφή, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί το δράμα του Πάθους; Παρακολουθώντας τη δίκη σκηνή προς σκηνή, ο Αγκάμπεν προτείνει μια πρωτότυπη και ακριβολόγο ανάγνωση. Στον διάλογο του Πιλάτου και του Ιησού έρχονται αντιμέτωποι δύο κόσμοι και δύο βασίλεια: η ιστορία και η αιωνιότητα, το ιερό και το βέβηλο, η κρίση και η σωτηρία.

Μικρό απόσπασμα (συνίσταται η ανάγνωση ολοκλήρου του βιβλίου): 

[…] Δικαιοσύνη και σωτηρία δεν μπορούν να συμβιβαστούν, καταλήγουν κάθε φορά να αλληλοαποκλείονται και να αλληλοεγκαλούνται. Η κρίση είναι εξίσου αμείλικτη όσο και ανέφικτη, γιατί σε αυτήν τα πράγματα εμφανίζονται χαμένα και μη διασώσιμα· η σωτηρία είναι σπλαχνική κι ωστόσο ανεπαρκής, γιατί σ’ αυτήν τα πράγματα εμφανίζονται ως αδύνατο να τεθούν σε κρίση. […]

Giorgio Agamben, Πιλάτος και Ιησούςμετάφραση: Δέσποινα Λαμπαδά, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2016,σελ.58 (απόσπασμα)

Jean – Luc Marion, Ο Θεός χωρίς το Είναι

Σχολιάστε

b183779

Jean – Luc Marion,  Ο Θεός χωρίς το Είναι, μετάφραση: Χρήστος Μαρσέλλος, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2012, ISBN 978-960-435-367-5.

Αναδημοσίευση της κριτικής του π. Ευαγγέλου Γκανά (αρχική δημοσίευση: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-7-2013)

π. Ευάγγελος Γκανάς

Η ελευθερία στη θεολογία δικαίως μας τρομάζει

(Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-7-2013)

Η πρώτη φράση του Ζαν Λυκ Μαριόν από το βιβλίο του «Ο Θεός χωρίς το Είναι» (σε ιδιαίτερα επιμελημένη μετάφραση του Χρήστου Μαρσέλλου) στοιχειώνει τη φαντασία του φιλοσόφου και του θεολόγου εξίσου: «Θα έπρεπε να ομολογήσουμε κάποτε ότι η θεολογία, από όλες τις μορφές γραφής, είναι εκείνη που προκαλεί μάλλον τη μεγαλύτερη απόλαυση. Μάλιστα όχι την απόλαυση του κειμένου, αλλά την απόλαυση -εκτός αν πούμε ήδη τη χαρά- που αισθάνεται κανείς όταν το υπερβαίνει: πηγαίνοντας από τα verba στο Verbum». Από το πλήθος των τεκμηρίων που προσκομίζει το πυκνό και γόνιμο αυτό δοκίμιο εις επίρρωσιν του παραπάνω ισχυρισμού θα αρκεστώ σε τρία.

Πέρα από τη μεταφυσική

Το πρώτο μέλημα του Μαριόν είναι να καταστήσει προβληματικό το προφανές, αυτό στο οποίο συμφωνούν τόσο οι παλαιοί μεταφυσικοί όσο και ορισμένοι σύγχρονοι νεοθωμιστές: ότι ο Θεός, πριν από οτιδήποτε άλλο οφείλει να είναι. Επικαλούμενος μια γνωστή ρήση του Χάιντεγκερ, ο Μαριόν μας λέει πως σε έναν Θεό που νοείται ως αιτία του εαυτού τoυ (causa sui) ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσευχηθεί, δεν μπορεί να πέσει στα γόνατα περιδεής, προσφέροντας αίνο και λατρεία. Θεϊσμός και αθεϊσμός μάχονται αενάως ως αντίπαλοι, αν και στην πραγματικότητα είναι αδελφοί-εχθροί: κοινή τους μήτρα η ανυπέρβλητη ειδωλολατρία. Αντιθέτως ο χριστιανισμός σκέπτεται τον Θεό βάσει του ίδιου του Θεού και μόνο, στο μέτρο που Αυτός αποκαλύπτεται. Για την αρχαία χριστιανική πίστη η φιλοσοφία ήταν μωρία. Αυτό δεν φανερώνει γνωσιοθεωρητική αλαζονεία, αλλά την πεποίθηση ότι η θεολογία καθίσταται η ίδια μωρία αν δεχθεί ως αναγκαία θεραπαινίδα της τη φιλοσοφία. Η θεολογία δεν αφορά τον Θεό, αλλά το γεγονός της πίστης στον εσταυρωμένο και αναστάντα Χριστό.

Η επιδίωξη της ισχύος πλάθει «θεούς», σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που η παρουσία των «θεών» καταλήγει κοινότοπη και οδηγεί τον άνθρωπο στη δυσφορία και τους «θεούς» στο λυκόφως τους. Ομως ταυτόχρονα, κάθε στιγμή της ζωής, η ανθρώπινη κατάσταση απαιτεί και παράγει νέους «θεούς», όσο και αν δυσφορεί για τους παλαιούς. Η επιδίωξη της ισχύος δεν παύει να επιθυμεί τον εαυτό της και αυτό ισχύει τόσο όταν παράγει «θεούς» όσο κι όταν τους αποκαθηλώνει από το βάθρο τους. Επιδίωξη της ισχύος και μεταφυσική αλληλοπεριχωρούνται.

Στη διαπίστωση του Τσέλαν πως κανείς δεν μαρτυρεί για τον μάρτυρα, ο Μαριόν αντιτείνει ότι ο χριστιανός δεν μαρτυρείται τέτοιος λέγοντας μόνος του ότι είναι χριστιανός, αλλά περιμένει από τον Ιησού να επιβεβαιώσει την απόφανση αυτή. Η ομολογία προϋποθέτει την πίστη ότι ο Ιησούς είναι πραγματικά ο Κύριος. Κύριος του κόσμου και της Ιστορίας, διαρκώς παρών με τις ενέργειές του και ότι ο ομολογών έχει πραγματικά αναδημιουργηθεί κατ’ εικόνα του Χριστού. Υπάρχει πάντοτε μια ένταση, ένα χάσμα, ανάμεσα στην ομολογία, όπου το εγώ λέει υπερβολικά πολλά, και την μαρτυρία, οπού το εγώ αφήνεται σιωπηλά στην ενατένιση της δόξας του Ιησού.

Η μαρτυρία αυτή καθιστά συχνά τους χριστιανούς μειοψηφία υπό διωγμό. Ετσι ξαναβρίσκουμε τον συσχετισμό ομολογίας και μαρτυρίου. Σε αυτόν που ομολογεί, το μαρτύριο δίνει, όπως στην περίπτωση του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, τη χάρη να εισέλθει σε μια κατάσταση όπου η ομολογία πίστεως είναι απολύτως σωστή. Γιατί ο μάρτυρας αφενός αναλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του Χριστού και αφετέρου έχει αναληφθεί από αυτά: αφήνει το πνεύμα του στον Θεό και συγχωρεί τους θύτες του. Υιοθετώντας τη βιβλική και πατερική αντίληψη, ο Μαριόν οδηγείται στο συμπέρασμα ότι ο θεολόγος δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιζητεί ένα «επιστημονικό» κύρος, δεν μπορεί παρά να γίνει ο ίδιος άγιος, γιατί μόνο ο άγιος γνωρίζει για τι μιλά όταν κάνει θεολογία.

Σκοπός της θεολογίας

Ο Λόγος έχει ολοκληρώσει το έργο του και κάθεται ήδη στα δεξιά του Πατρός (εξ ου και η τελευταία λέξη του επί του σταυρού: τετέλεσται). Ετσι στη θεολογία δεν υπάρχει δυνατότητα για πρόοδο και ανακάλυψη παρά μόνο για μεταστροφή (conversion) στον Λόγο. Η θεολογία αστοχεί όταν υφαρπάζει την ανθρωπολογία από τον αυστηρά φαινομενολογικό (επομένως φιλοσοφικό) στόχο μιας αναλυτικής του Dasein. Αντικείμενο της θεολογίας είναι το Dasein ως πιστό. Σκοπός της θεολογίας, με άλλα λόγια, είναι να δείξει στον κόσμο τι σημαίνει ότι είναι ο κόσμος και όχι η Εκκλησία. Στην Εκκλησία έχει δοθεί και χώρος και χρόνος. Χώρος είναι τα έθνη που εγκεντρίζονται στον Ισραήλ. Χρόνος είναι το saeculum, o χρόνος που απομένει (βλ. Αγκάμπεν), μέχρι την Παρουσία του Κυρίου.

Ας κλείσουμε με τα λόγια του ίδιου του Μαριόν: «Είμαστε απείρως ελεύθεροι στη θεολογία: βρίσκουμε τα πάντα ήδη δεδομένα, κεκτημένα, διαθέσιμα. Δεν μένει παρά να καταλάβουμε, να πούμε και να γιορτάσουμε. Τόση ελευθερία, δικαίως, μας τρομάζει».

http://www.kathimerini.gr/492554/article/politismos/arxeio-politismoy/h-eley8eria-sth-8eologia-dikaiws-mas-tromazei

Μάξ Σέλερ, Ο μνησίκακος άνθρωπος

Σχολιάστε

Μαξ Σέλερ, Ο μνησίκακος άνθρωπος, μετάφραση: Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2002, ISBN 960-518-122-3. 

9605181223M[1]

Απόσπασμα από τις σελ. 14-15 του βιβλίου:

(…)Η λαχτάρα για εκδίκηση είναι η πιο σημαντική από τις πηγές της μνησικακίας. Η λέξη «μνησικακία» υποδεικνύει αφ’ εαυτής ότι έχουμε μια θυμική παρόρμηση που άρχεται από τη σύλληψη της θυμικής κατάστασης ενός άλλου προσώπου, ότι πρόκειται δηλαδή για μιαν αντί-δραση. Και για να διαπιστώσουμε ότι η λαχτάρα για εκδίκηση ανήκει όντως σε αυτήν την τάξη, αρκεί να την αντιτάξουμε στις άμεσες και ενεργείς ροπές, στην εχθρότητα ή στη φιλία. Η λαχτάρα για εκδίκηση συνεπάγεται προσβολή ή πρότερη βλασφημία. Σημειωτέον όμως ότι, εν προκειμένω, αυτή η λαχτάρα δεν συγχέεται επ’ ουδενί με μια ροπή για απόκρουση ή άμυνα, που θα συνοδεύεται από θυμό, λύσσα ή αγανάκτηση. Το ζώο που πιάστηκε και δαγκώνει τον κηνυγό δεν ζητάει να εκδικηθεί. Παρόμοια, η άμεση ανταπόδοση μιας γροθιάς δεν συνιστά εκδίκηση. Για να υπάρξει αληθινή εκδίκηση απαιτείται ένα μακρύ σχετικά «διάστημα χρόνου», στη διάρκεια του οποίου η ροπή για άμεση ανταπόδοση και οι συναφείς ορμές του μίσους και του θυμού θα παραμείνουν συγκρατημένες και ανεσταλμένες∙ από την άλλη μεριά, απαιτείται η πράξη της ανταπόδοσης να επιχειρηθεί σε πιο κατάλληλη ευκαιρία και στιγμή («περίμενε και θα δεις την άλλη φορά!»). Μάλιστα αυτό που συγκρατεί την άμεση ανταπόδοση είναι η πρόβλεψη για μιαν ενδεχόμενη αποτυχία η οποία υποθάλπεται από ένα διακριτό συναίσθημα «ανημποριάς» και «ανικανότητας». Συνεπώς βλέπουμε ότι η εκδίκηση καθ’ εαυτή βασίζεται σε ένα αίσθημα ανημποριάς ανήκει πάντα και προπάντων σε κάποιον «αδύναμο» (όποια κι αν είναι η μορφή της αδυναμίας του). Κατ’ ουσίαν δεν περιέχει ποτέ το φρόνημα του ανθρώπου που αντιδρά επί τόπου και ουδέποτε εκδηλώνεται σαν θυμική αντίδραση. Ετούτα τα γνωρίσματα καθιστούν τη λαχτάρα για εκδίκηση ένα πεδίο τόσο ευνοϊκό για το θέριεμα της μνησικακίας. (…)

Μαξ Σέλερ, Ο μνησίκακος άνθρωπος, μετάφραση: Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2002,σελ. 14-15 (αποσπάσματα).

G.W.F.Hegel, Το πνεύμα του χριστιανισμού και το πεπρωμένο του

Σχολιάστε

b191074

G.W.F.Hegel, Το πνεύμα του χριστιανισμού και το πεπρωμένο του, μετάφραση: Γιώργος Σαγκριώτης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2013, ISBN: 978-960-05-1580-0.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ο νεαρός Έγελος (G.W.F. Hegel, 1770-1831), στην περίοδο κατά την οποία κατοικεί στη Φραγκφούρτη (1797-1800), αναπτύσσει καινούργιους τρόπους σκέψης που θα φέρουν έπειτα στο φως έναν νέο τρόπο του φιλοσοφείν. Χαρακτηριστικό της περιόδου είναι ότι τότε προσφεύγει σε ένα νέο λεξιλόγιο για να περιγράψει τις δομές σκέψης που αποκαλύπτει, ενώ αργότερα θα επιλέξει, αντίστροφα, να διευρύνει τις παραδοσιακές έννοιες εμπλουτίζοντάς τες με τις δομές σκέψης που έχει ανακαλύψει. Εδώ ονομάζει «αγάπη» τη σχέση δύο αυτοσχετιζόμενων όρων που αργότερα θα θεωρήσει ότι είναι χαρακτηριστική της «έννοιας». Εδώ ονομάζει «πεπρωμένο» το γεγονός ότι η πραγματικότητα αντιδρά στη φιλοδοξία μιας μεμονωμένης όψης της να αποσπασθεί από την κοινή μοίρα, ενώ αργότερα θα εισαγάγει την ανάλυση των εννοιών βάσει της «διαδικασίας» που ενώνει τις όψεις τους.

Σκοπός της σκέψης του Έγελου στη Φραγκφούρτη είναι η απελευθέρωση της ανθρωπότητας. Αντικείμενο της κριτικής του η εβραϊκή θρησκεία και κυρίως η χριστιανική. Ο εβραϊσμός υποτάσσει τον άνθρωπο σε έναν δεδομένο νόμο, αποκόπτοντάς τον από τη φύση. Αλλά υφίσταται ως «πεπρωμένο» την αντίδραση της αποκλεισμένης πραγματικότητας. Ο χριστιανισμός έχει ως αφετηρία την προσπάθεια του ιδρυτή του να αποσυρθεί από τη σφαίρα του δούναι και λαβείν, των συμφερόντων, της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, ώστε να γλυτώσει από μια τέτοια αντίδραση. Αλλά εν τέλει υφίσταται ένα χειρότερο ακόμη «πεπρωμένο», καθώς μετατρέπεται σε όργανο καταπίεσης και εκμετάλλευσης ο ίδιος.

Ορισμένοι θεωρούν ότι το κείμενο αυτό προτρέχει την υλιστική κριτική του άθεου Φόυερμπαχ (Ludwig Feuerbach, 1804-1872) στον χριστιανισμό, άλλοι ότι εισάγει, αντίθετα, μια υπαρξιστική πρόσληψη του χριστιανισμού όπως αυτή του πιστού Κίρκεγκωρ (Sοren Kierkegaard, 1813-1855). Είναι εντυπωσιακό βέβαια ότι δημοσιεύθηκε μόνο το 1907, οπότε κανένας από τους δύο δεν το είχε διαβάσει. Και είναι ενδιαφέρον ότι κι οι δύο θεωρούν τις απόψεις τους κατ’εξοχήν αντιεγελιανές…

Απόσπασμα από τη σελ. 145 (συνίσταται η ανάγνωση ολόκληρου του βιβλίου):

(…)Η ουσία του Ιησού, ως μια σχέση του γιού προς τον πατέρα, δεν μπορεί να συλληφθεί ἐν τῇ ἀληθείᾳ παρά μόνο με την πίστη, και εκείνο που ζητούσε ο Ιησούς από τον λαό του ήταν πίστη καθ’ εαυτήν. Η πίστη αυτή χαρακτηρίζεται από το αντικείμενο της, το θείο∙ η πίστη σε κάτι πραγματικό είναι η γνώση ενός οποιουδήποτε αντικειμένου, ενός περιορισμένου  [πράγματος]∙ και όσο ένα  αντικείμενο είναι κάτι άλλο από τον Θεό, τόσο η γνώση αυτή διαφέρει από την πίστη στο θεϊκό [στοιχείο] (…)

G.W.F.Hegel, Το πνεύμα του χριστιανισμού και το πεπρωμένο του, μετάφραση: Γιώργος Σαγκριώτης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2013,σελ. 145 (απόσπασμα)

Δείτε και:

Γιώργος Σαγκριώτης, Ο νεαρός Χέγκελ, ο χριστιανισμός και οι απορίες της νεωτερικότητας, (Ελευθεροτυπία, 19/11/2011)

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ποιος Θεός και ποιος άνθρωπος;

1 σχόλιο

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ποιος Θεός και ποιος άνθρωπος; Φιλοσοφικά Δοκίμια, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013,ISBN: 978-960-435-412-2.

1236192_515708341857445_765426442_nΑπό το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ο Θεός για τον οποίο γίνεται λόγος σε αυτό το βιβλίο είναι ο Θεός της Βίβλου, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης αξεχώριστα, ο Θεός δηλαδή που εξέρχεται σε αναζήτηση του ανθρώπου, ο Θεός που κλείνει συμφωνίες μαζί του, που γίνεται τελικά άνθρωπος ο ίδιος. Ο άνθρωπος από την άλλη είναι ο άνθρωπος της ευθύνης απέναντι στον συνάνθρωπο, ο άνθρωπος του ελέους και της αλληλεγγύης. Ο άνθρωπος που, όταν είναι πιστός, ξέρει ότι ο δρόμος για τη συνάντηση με τον Θεό περνάει μέσα από την έμπρακτη αγάπη για τον πλησίον, είναι δηλαδή ο δρόμος της ηθικής.

Η σχέση τους είναι θυελλώδης: ο Θεός φανερώνεται και κρύβεται, μιλάει και σωπαίνει, ελεεί και τιμωρεί – ο άνθρωπος λατρεύει και αποστατεί, υπακούει και εξεγείρεται. Το θέατρο της σχέσης τους δεν είναι μόνο ο προσωπικός βίος του καθενός, είναι και η ιστορία, επηρεάζεται άρα καθοριστικά ετούτη η ούτως ή άλλως δύσκολη σχέση και από τους ανέμους που φυσάνε εκεί.

Η συζήτηση της σχέσης αυτού του Θεού και αυτού του ανθρώπου σε τούτο το βιβλίο γίνεται μέσα από το έργο φιλοσόφων και στοχαστών της εποχής μας, τοποθετείται άρα στο ιστορικό και πολιτιστικό πλαίσιο της ανάπτυξης της επιστήμης και της αυτονομίας του ατόμου.

Τα δοκίμια υποτιτλοφορούνται φιλοσοφικά, όχι επειδή θέλω να σφετεριστώ μια ιδιότητα, που δεν έχω, την ιδιότητα του φιλοσόφου, αλλά για να διευκρινιστεί απλώς εξαρχής ότι δεν είναι θεολογικά, ότι δεν εκκινούν δηλαδή από βεβαιότητες ούτε, πολύ περισσότερο, καταλήγουν σε βεβαιότητες. Συζητούν ερωτήματα που παραμένουν και για μένα τον ίδιο ανοιχτά, ακόμη και όταν φαίνεται να λαβαίνουν μια κάποια απάντηση.

Στ. Ζ.

Απόσπασμα (σε παρένθεση οι σελίδες του βιβλίου) από τό πρώτο δοκίμιο του βιβλίου («Αθήνα και Ιερουσαλήμ: Πού κατοικεί τελικά ο Σεστώφ;»):

(σελ.21)[…]Το 1928 ο Σεστώφ θα γνωρίσει το έργο του Κίκεργκωρ, μετά από επίμονη προτροπή, παραδόξως του Χούσσερλ[…]

[…]η συνάντηση του Σεστώφ με το έργο του Κίκεργκωρ, το οποίο διαβάζει στα γερμανικά, ήταν, όπως αναμενόταν, συγκλονιστική. Καρπό αυτής της συνάντησης θα αποτελέσει το βιβλίο του Ο Κίκεργκωρ και η υπαρξιακή φιλοσοφία (Φωνή βοώντος εν τη ερήμω).

(σελ. 22) Το βιβλίο είναι γραμμένο με ένταση και θέρμη, καθώς ο Σεστώφ θα βρεί στον Κίκεργκωρ πράγματα που πιστεύει και ο ίδιος, θα συναντήσει στον μοναχικό πνευματικό δρόμο του μια μαρτυρική, αδελφική φωνή. Ο Κίκεργκωρ είναι, κατά τον Σεστώφ, ο μεγάλος στοχαστής της υπαρξιακής φιλοσοφίας, η οποία αντίθετα από ό,τι η θεωρητική (speculativa), δεν επιδιώκει να κατανοήσει, αλλά να οδηγήσει τον άνθρωπο να ζήσει, να τον οδηγήσει να δρέψει τον καρπό του δέντρου της ζωής, και όχι του δέντρου της γνώσης (που οδηγεί στο θάνατο). Ο μόνος δρόμος για αυτό είναι ο δρόμος της πίστης, γιατί μόνο η πίστη, δηλαδή το Παράλογο (Absurdum), μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο από τη δεσποτεία της λογικής και της ηθικής και να τον οδηγήσει στην Ελευθερία της απεριόριστης δυνατότητας, δηλαδή στον Θεό. Σε τούτο τον κόσμο της κυριαρχίας της λογικής, η φωνή του Κίκεργκωρ ήταν βεβαίως μοιραίο να μείνει για πάντα μοναχική, φωνή βοώντος εν τη ερήμω, vox clamantis in deserto[…]

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ποιος Θεός και ποιος άνθρωπος; Φιλοσοφικά Δοκίμια, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013,σελ. 21-22 (αποσπάσματα)

Jacques Rancière, Ο μερισμός του αισθητού: Αισθητική και Πολιτική

2 Σχόλια

0283740

Jacques Rancière, Ο μερισμός του αισθητού: Αισθητική και Πολιτική, μετάφραση: Θεόδωρος Παραδέλλης, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2012, ISBN 978-960-8219-85-4.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Πέρα από τις διαμάχες σχετικά με την κρίση της τέχνης ή το θάνατο της εικόνας που αναπαράγουν την ατέρμονη σκηνή του «τέλους της ουτοπίας», το κείμενο αυτό θέτει μερικούς από τους όρους κατανόησης του δεσμού που συνδέει την αισθητική με την πολιτική. Προτείνει, προς τον σκοπό αυτό, να επανέλθουμε στην αρχική εγγραφή των καλλιτεχνικών πρακτικών στον καταμερισμό των χρόνων και των χώρων, του ορατού και του μη ορατού, του λόγου και του θορύβου, που ορίζει ταυτόχρονα τον τόπο και το διακύβευμα της πολιτικής. Μπορούμε τότε να διακρίνουμε τα ιστορικά καθεστώτα των τεχνών ως ιδιαίτερες μορφές αυτής της σχέσης και να παραπέμψουμε τις θεωρήσεις σχετικά με το ένδοξο ή μοιραίο πεπρωμένο της «νεωτερικότητας» στην ανάλυση μιας από τις ιδιαίτερες αυτές μορφές. Μπορούμε επίσης να κατανοήσουμε πώς ένα και το αυτό καθεστώς σκέψης θεμελιώνει την ανακήρυξη της αυτονομίας της τέχνης και την ταύτισή της με μια συλλογική εμπειρία.

Jacques Ranciere

Απόσπασμα από τη σελ. 42 του βιβλίου:

[…]Το αισθητικό καθεστώς των τεχνών δεν αντιπαραθέτει το παλιό στο νέο. Αντιπαραθέτει, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, δυο είδη ιστορικότητας. Το παλιό αντιπαρατίθεται στο νέο μόνο στο πλαίσιο του μιμητικού καθεστώτος. Στο αισθητικό καθεστώς της τέχνης, το μέλλον της τέχνης, ο χωρισμός της από το παρόν της μη τέχνης, επαναφέρει συνεχώς στο προσκήνιο το παρελθόν.

Αυτοί που εξυμνούν ή καταγγέλουν την «παράδοση του νέου», στην πραγματικότητα ξεχνούν ότι αυτή η παράδοση έχει ως απόλυτο συμπλήρωμα της «την καινότητα της παράδοσης». Το αισθητικό καθεστώς των τεχνών δεν ξεκίνησε με πρόθεση να επιφέρει μια καλλιτεχνική τομή. Ξεκίνησε με πρόθεση να επανερμηνεύσει το τι κάνει την τέχνη ή τι κάνει η τέχνη[…].

Jacques Rancière, Ο μερισμός του αισθητού: Αισθητική και Πολιτική, μετάφραση: Θεόδωρος Παραδέλλης, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2012,σελ. 42.

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: