Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος

Σχολιάστε

b21587

 

Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1994,ISBN 960-325-096-1.

 

Ι
[…] Όταν τον σκέφτομαι, ξέρω ότι ακόμη δεν τον σκέφτομαι. Αναμονή, εγγύτητα και άποπτον της αναμονής, αύξηση που μας κάνει ελάχιστους, καταφάνεια που θωπεύεται μέσα μας και θωπεύει εκεί μέσα την χίμαιρα.
Όχι απών: περιβαλλόμενος από απουσία, περιβάλλοντας μας με το αίσθημα της απουσίας του. […]

Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1994, σελ.58.

[πηγή]

ΙΙ

[…] Γιατί  δεν θέλεις να με σκεφτείς; Είναι αδυναμία, αδιαφορία, βούληση τυφλή; Μήπως είσαι απ’ τη μια πλευρά κι εγώ από την άλλη; Μήπως και οι δυο είμαστε η ίδια σκέψη, εξ ίσου σοβαρή, μοναχική και ακίνητη, που αυτή η αποχωρισμένη ταυτότητα απωθεί για πάντα την μία απ’ την άλλη, ξένες για να μη συγχωνευτούν και για να διατηρήσουν την ισότητα της ισορροπίας; Μήπως είσαι μες στη νύχτα η σκέψη ότι είμαι μες στην άλλη νύχτα;

Μήπως μόνη εσύ μιλάς, μου θέτεις όλες αυτές τις ερωτήσεις στις οποίες δεν αποκρίνομαι παρά με μια σιωπή που δεν αποκρίνεται; Μήπως είσαι πάντα σοβαρή αλλοτινή σκέψη της οποίας έχω προηγηθεί; […]

Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1994, σελ. 134-135.

Advertisements

Alain Badiou, Nicola Truong: Εγκώμιο για τον έρωτα

1 σχόλιο

Alain Badiou, Nicola Truong, Εγκώμιο για τον έρωτα,μετάφραση: Φώτης Σιατίτσας, Δημήτρις Βεργέτης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, ISBN 978-960-16-4727-2.

b187578

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Τι είναι ο έρωτας και τι διακυβεύεται σε μια ερωτική συνάντηση; Σ’ αυτό το ερώτημα ο Badiou δίνει μια πρωτόγνωρη απάντηση. Βασιζόμενος στο δίπολο φιλοσοφία ψυχανάλυση, ανασκευάζει με τρόπο ιδιαίτερα πειστικό όλες τις καθιερωμένες απαντήσεις: τη ρομαντική μυθολογία του έρωτα ως εκστατικής συνένωσης των ερωτευμένων, τη θεολογική σύλληψη του έρωτα ως εμπειρίας της ετερότητας, τη μοραλιστική προσέγγιση του έρωτα ως εργαλειοποιημένης αυταπάτης στην υπηρεσία της σεξουαλικότητας και, τέλος, τον μεταμοντέρνο εκφυλισμό του σε συμβόλαιο και εφήμερη περιπέτεια. Αναδεικνύει ότι ο έρωτας έχει δομή συμβάντος και αποτελεί υπέρβαση του χάσματος των δύο φύλων, η οποία ωστόσο δεν αίρει την ασυμμετρία των έμφυλων υποκειμενικών στάσεων. Τον διαφοροποιεί από την επιθυμία και την απόλαυση και χαρτογραφεί τη σχέση του με τη φιλοσοφία και την πολιτική.

«Η παραδεδομένη αντίληψη σήμερα είναι πως ο καθένας κυνηγάει μόνο το συμφέρον του. Ο έρωτας είναι όμως η απόδειξη του αντιθέτου, καθώς πρόκειται για την εμπιστοσύνη στο τυχαίο και το άγνωστο…».

Α. Β.

***

Αποσπάσματα από το βιβλίο (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες):

Ι

[σελ. 18] (…)θεωρώ και είμαι πεπεισμένος ότι ο έρωτας, στον βαθμό που συνιστά μια συλλογική κλίση, στον βαθμό που είναι, σχεδόν για τους πάντες, αυτό που προσδίδει ένταση και σημασία στη ζωή, δεν μπορεί να είναι αυτό το δώρο που προσφέρεται στην ύπαρξη υπό καθεστώς πλήρους απουσίας ρίσκου. (…)

ΙΙ

[σελ.28] (…) Πιστεύω (…) ότι στον έρωτα υπάρχει η εμπειρία του δυνατού [possible] περάσματος από την καθαρή ενικότητα του τυχαίου σε ένα στοιχείο που έχει καθολική αξία. Έχοντας ως σημείο αφετηρίας κάτι που, αναγόμενο στην ατομικότητα του, δεν είναι παρά μια συνάντηση, δηλαδή σχεδόν τίποτα, μαθαίνουμε ότι μπορούμε να αποκτήσουμε μια εμπειρία του κόσμου με βάση τη διαφορά και όχι με βάση την ταυτότητα. Και μπορούμε μάλιστα να αποδεχτούμε διάφορες δοκιμασίες, μπορούμε να δεχτούμε ακόμα και να υποφέρουμε γι’  αυτό. (…)

ΙΙΙ

[σελ.30] (…)Το σεξουαλικό δεν συνδέει, χωρίζει. Το να είστε γυμνός(-ή), κολλημένος(-η) πάνω στον άλλον είναι μια εικόνα, μια φαντασιακή παράσταση. Το πραγματικό είναι ότι η απόλαυση σας παρασύρει μακριά, πολύ μακριά από τον άλλον. Το πραγματικό είναι ναρκισσιστικό, ο δεσμός είναι φαντασιακός. Άρα, συμπεραίνει ο Λακάν, δεν υπάρχει διάφυλη σχέση. Μια διατύπωση που προκάλεσε σκάνδαλο, γιατί εκείνη την εποχή όλοι μιλούσαν ακριβώς για «διάφυλες σχέσεις». Εάν δεν υπάρχουν διάφυλες σχέσεις στη σεξουαλικότητα, ο έρωτας είναι αυτό που έρχεται να αναπληρώσει την έλλειψη διάφυλης σχέσης. Ο Λακάν δεν λέει καθόλου ότι ο έρωτας είναι η μεταμφίεση της διάφυλης σχέσης, λέει ότι δεν υπάρχει διάφυλη σχέση, ότι ο έρωτας είναι αυτό που έρχεται στη θέση της μη σχέσης. Είναι πολύ πιο ενδιαφέρον. Αυτή η ιδέα τον οδηγεί να πει ότι στον έρωτα το υποκείμενο επιχειρεί να προσεγγίσει το «είναι του άλλου». Στον έρωτα ακριβώς το υποκείμενο εκ-τίθεται πέραν του ίδιου του εαυτού του, πέραν του ναρκισσισμού. Στο σεξ, σε τελική ανάλυση, είστε σε σχέση με τον ίδιο σας τον εαυτό μέσα από τη διαμεσολάβηση του άλλου. Ο άλλος σας χρησιμεύει για να ανακαλύψετε το πραγματικό της απόλαυσης. Στον έρωτα, αντίθετα, η μεσολάβηση του άλλου έχει προσίδια αξία. Αυτό είναι [σελ. 31] η ερωτική συνάντηση: εφορμάτε προς κατάκτηση του άλλου, προκειμένου να τον κάνετε να υπάρξει μαζί σας όπως ακριβώς είναι. Πρόκειται για μια σύλληψη πολύ πιο βαθυστόχαστη από εκείνη την τελείως κοινότοπη, σύμφωνα με την οποία ο έρωτας δεν θα ήταν παρά μια φαντασιακή παράσταση πάνω στο πραγματικό τού φύλου.

Στην πραγματικότητα, και ο Λακάν επίσης εγκαθίσταται στα φιλοσοφικά διφορούμενα που αφορούν τον έρωτα. Η ρήση του ότι ο έρωτας «αναπληρώνει την έλλειψη της διάφυλης σχέσης» μπορεί πράγματι να κατανοηθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Σύμφωνα με τον πρώτο, τον πιο κοινότοπο, ο έρωτας έρχεται να καλύψει φαντασιακά το κενό της σεξουαλικότητας. Τελικά, είναι αλήθεια ότι η σεξουαλικότητα, όσο θαυμάσια κι αν είναι, και μπορεί να είναι, καταλήγει μέσα σ’ ένα είδος κενού. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο διέπεται από τον νόμο της επανάληψης: πρέπει να ξαναρχίζουμε, ξανά και ξανά από την αρχή. Κάθε μέρα, όταν είμαστε νέοι! Έτσι, ο έρωτας θα ήταν η ιδέα ότι κάτι παραμένει μέσα σ’ αυτό το κενό, και αυτό που συνδέει τους εραστές είναι κάτι άλλο και όχι αυτή η σχέση, η οποία δεν υπάρχει. (…)

[σελ. 32] (…)Αλλά ο Λακάν πιστεύει επίσης το εντελώς αντίθετο, δηλαδή ότι ο έρωτας διαθέτει μια εμβέλεια την οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε οντολογική. Ενώ η επιθυμία απευθύνεται στον άλλον, με έναν τρόπο πάντοτε λίγο φετιχιστικό,  (…) ο έρωτας απευθύνεται στο ίδιο το είναι του άλλου, στον άλλον όπως αυτός αναδύεται, με την πλήρη εξάρτυση του είναι του, στη ζωή μου, η οποία κατ’ αυτό τον τρόπο διαρρηγνύεται και ανασυντίθεται.(…)

Alain Badiou, Nicola Truong, Εγκώμιο για τον έρωτα,μετάφραση: Φώτης Σιατίτσας, Δημήτρις Βεργέτης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013,σελ.18, 28,30-32 (αποσπάσματα).

Ο Πέτρος Π. Θεοδωρίδης για τη λατρεία του εφήμερου στις σύγχρονες κοινωνίες

2 Σχόλια

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN: 978-960-9708-00-5.

Μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο πρώτο δοκίμιο του βιβλίου (πρώτη δημοσίευση στην επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ, τ.8-9, Φθινόπωρο 2007):

(…) Οι κοινωνίες όπου ζούμε βυθίζονται όλο και περισσότερο στη λατρεία του εφήμερου, μέσα από αλλαγές που αφορούν στην ίδια τη φύση της σύγχρονης οικονομίας, της πολιτικής, της διάκρισης του δημοσίου από τον ιδιωτικό χώρο και κυρίως την αίσθηση ταυτότητας και του εαυτού. Η λατρεία του εφήμερου διαλύει τη σύγχρονη (μετα)νεωτερική κοινωνία. (…)

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012,σελ.18.

Ο Κ. Τσουκαλάς για την ανοικτή έννοια της «μετα-κυριαρχίας» και την ετερονομία της πολιτικής εξουσίας

3 Σχόλια

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η επινόηση της ετερότητας: «Ταυτότητες» και «διαφορές» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2010, ISBN:  978-960-03-5170-5.

Περί κυριαρχίας και «μετα-κυριαρχίας»

(αποσπάσματα από τις σελ. 83-86 του βιβλίου)

[σελ. 83] […] Δεν είναι τυχαίο ότι η κλειστή έννοια της κυριαρχίας δίνει τη θέση της στην απροσδιόριστη και ανοικτή έννοια της «μετα-κυριαρχίας». Πράγματι, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, φαίνεται να μετατοπίζονται αποφασιστικά οι κοινωνικές προϋποθέσεις του κλασικού ορισμού του Καρλ Σμιτ ότι «κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την έκτακτη περίσταση». Η ετερονομία της πολιτικής εξουσίας τείνει να εξηγείται, να δικαιώνεται και να εκλογικεύεται [σελ. 84] ως μονίμως εμποτισμένη σε εξωγενώς επικαθοριζόμενες «διαρκείς καταστάσεις αναπτυξιακής ανάγκης», που θα αντιμετωπιστούν με προδιαγεγραμμένες πλέον συνταγές. Η πολιτική αλαλία και αβουλία των ημερών μας συνδέεται με τη θεαματική συρρίκνωση των προκείμενων επιλογών. Αυτήν ακριβώς την εξέλιξη σηματοδοτεί το θατσερικής έμπνευσης σύνδρομο ΤΙΝΑ (there is no alternative). Επικαλούμενη την πάντα «ανυπέρθετη» (πραγματική ή προσχηματική) ανάγκη, η πολιτική εξουσία θεωρεί πλέον δεδομένο ότι οφείλει να διεκπεραιώνει τις τρέχουσες υποθέσεις με μόνο γνώμονα τις αναπτυξιακές προτεραιότητες. Όλα τα άλλα μπορούν να περιμένουν. Ως απαλλαγμένος από όλα τα ηθικά, αισθητικά και πολιτικά διλήμματα, ο Κάλιμπαν μπορεί να κοιτά τον εαυτό του στον καθρέφτη δίχως να πτοείται από την ασχήμια του ειδώλου του. Εγκλωβισμένο στον άχαρο ρόλο του ευσυνείδητου ίσως αλλά άβουλου και αποστασιοποιημένου διαμεσολαβητή ανάμεσα στην άθλια πραγματικότητα και την αποτελεσματική της διαχείριση, το πολιτικό μπορεί πλέον να οχυρώνεται πίσω από την αξιακή αχρωματοψία του.

Έτσι, μέσα από την συνεχή επίκληση αυτής της εξωγενούς «ανάγκης» θεσμοποιείται μια νεόκοπη κυβερνητική-διοικητική τεχνική αναπαραγωγής μιας ετερόνομης πολιτικής εξουσίας που συναποδέχεται πως δεν είναι πλέον σε θέση να λαμβάνει πρωτογενώς αδέσμευτες αποφάσεις. Τα «εξορθολογισμένα» πολιτι-[σελ.85] κά συστήματα αρκούνται στο να «χειρίζονται» ή να «δια-χειρίζονται» τις απρόβλεπτες και έξωθεν οριοθετούμενες ανάγκες, αντιξοότητες και κρίσεις επί τη βάσει προδιαγεγραμμένων κριτηρίων προτεραιοτήτων και συνταγών. Η οικουμενική ολίσθηση του πολιτικού λεξιλογίου δεν είναι λοιπόν τυχαία. Έτσι κι αλλιώς οι λέξεις δεν είναι ποτέ αθώες. Η γενικής χρήσεως λέξη «δια-κυβέρνηση» δεν είναι παρά μια κυβέρνηση που συνομολογεί ότι δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ποτέ πια δυνατόν να κυβερνά ως πρωτογενώς κυρίαρχη. Έτσι, σηματοδοτείται η αψευδέστερη μεταλλαγή στους όρους σήμανσης, πρόσληψης και άσκησης του πολιτικού. Μέχρι σήμερα η αντιφατική σχέση ανάμεσα στην «κυριαρχία» και στη «διαχείριση» μπορούσε ακόμα να εντάσσεται σε μιαν ενιαία σημασιακή μήτρα   στο πλαίσιο της οποίας η πρώτη κρατούσε ακόμα τα ηνία. Με την ανάδυση της αναπτυξιακής αγοραίας οικονομίας ως απαράκαμπτου εξωπολιτικού κέντρου λήψης αποφάσεων η πανάρχαια ιδιαιτερότητα του πολιτικού φαινομένου μετατίθεται αποφασιστικά. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την «πρόοδο», έτσι και το υπό αίρεσιν πλέον «γενικό συμφέρον» και μαζί του και το πλάσμα της κοινής βούλησης» δεν αναζητούνται πια[σελ. 86] ουσιαστικά, αλλά ορίζονται αποφαντικά. Αυτό ακριβώς είναι άλλωστε και το αιτούμενο.[…]

[…] Οι απομειωμένες, ευνουχισμένες και παρακμάζουσες τάξεις των κατεστημένων πολιτικών εξουσιών φαίνεται να συμπληρώνονται και εν πολλοίς να αντικαθίστανται από τις ανονόμαστες ακόμα τάξεις των ακανονάρχητων εξουσιαστικών πλεγμάτων που αντλούν την νομιμοποίηση τους από μιαν «αυτονοήτως» πλέον ισχύουσα «έλλογη αναπτυξιακή τάξη πραγμάτων». Και έτσι κατοχυρώνεται και οριστικοποιείται η μόνη δυνατή έλλογη μορφή σχέσεων ανάμεσα στην πολιτική και στην οικονομία.[…]

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η επινόηση της ετερότητας: «Ταυτότητες» και «διαφορές» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2010, σελ. 83-86 (αποσπάσματα).

 

Ένα βιβλίο όχι για «απαιτητικούς αναγνώστες», αλλά λίαν απαιτητικό ad intra: Giorgio Agamben, Η κοινότητα που έρχεται

Σχολιάστε

Giorgio Agamben, Η κοινότητα που έρχεται, εισαγωγή-μετάφραση: Θάνος Ζαρταλούδης, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007, ISBN:978-960-518-309-7.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου  διαβάζουμε τα εξής:

Πότε ήταν η τελευταία φορά άραγε που ήρθατε πρόσωπο με πρόσωπο με ένα βιβλίο; Σπάνια ένα βιβλίο αποζητά και προϋποθέτει την αλλαγή του τρόπου σκέψης του αναγνώστη κατά την διάρκεια της ανάγνωσης, όσο και πέραν αυτής. Διότι περί τούτου πρόκειται το βιβλίο αυτό. Προσθέτει εντός του ο συγγραφέας μία νέα προτροπή και μάθηση. Μία επανεξέταση της ήδη προχωρημένης και κουρασμένης διαδικασίας που επιβάλλει η δυτική φιλοσοφία, και συγκεκριμένα η μεταφυσική της εμβέλεια, στην σκέψη. Πόσο κουρασμένοι είμαστε! Η μεταφυσική πρόταση της δυτικο-ευρωπαϊκής φιλοσοφίας έχει ταξιδέψει τους δρόμους της ερώτησης, της απάντησης και της απορίας εδώ και κάποιους αιώνες μεταδίδοντας (αλήθεια τί;) κανόνες, προτρεπτικότητες, απαγορεύσεις, μεταγραφές, συναλλαγές, προκλήσεις, τοποθετήσεις και αρχές κυριαρχικότητας επί παντός επιστητού. Τα ερωτήματα του λόγου, της φύσης, της κουλτούρας, του είναι, του μη-είναι, της ενδεχομενικότητας, της αναγκαιότητας, του αυτού καθ’ αυτού, της κυριαρχίας, της εποχής και της μεταεποχής, του χρόνου και της αντιπαραβολής, που διατυπώνει η μεταφυσική κουρασμένα, αναζητούν εκ φύσεως απαντήσεις. Μόνο που δύναται να παρατηρήσει κανείς πως εδώ και καιρό οι ερωτήσεις αυτές παρουσιάζονται κουρασμένες, κορεσμένες, ίσως, διαφορετικές προς τον καιρό μας. Η σκέψη καλείται να παρατηρήσει τον αναχρονισμό της. Αλήθεια, ποιο ερώτημα τίθεται στον καιρό μας, από τον καιρό μας και πως να το σκεφτούμε αυτό; Ποια είναι, πλέον, η τύχη της ακροαματικής διαδικασίας αυτών των μεγάλων ερωτημάτων; Σε ποιόν τόπο βρίσκουν σκέπη, μετά την κριτική που ασκείται στην ίδια την μεταφυσική και την φιλοσοφία στην εποχή μας; Τούτο δεν ήταν και το ερώτημα της φιλοσοφίας, άλλωστε, από την αρχή της; H αναζήτηση ενός τόπου, του «νέου», για την σκέψη και την σοφία. Πως όμως να σκεφτούμε μετά το «τέλος» της σοφίας; Tο κύριο ερώτημα του βιβλίου αυτού είναι το εξής: Σήμερα που όλα συμβιβάζονται κοινωνικά και πολιτικά με όλα τα «άλλα» (η αριστερά με την δεξιά, η δικαιοσύνη με τον πόλεμο, η ειρήνη με τον συνεχή εμφύλιο, η φτώχεια με τον πλούτο, το δικαίωμα με την απουσία του, κ.τ.λ.) τι λογίζεται και τι πράττει η κοινωνία; Ποιο είναι το είναι που ενώνει την κοινωνία; Tι μας κοινωνεί;

Ένα βιβλίο λίαν απαιτητικό ad intra. Δεν είναι για «απαιτητικούς αναγνώστες». Αντιθέτως: απαιτεί όλη την προσοχή του αναγνώστη,  απαιτεί όλον τον αναγνωστικό του χρόνο, απαιτεί μετοχή σε έναν άλλον τρόπο σκέψης και μάθησης. Εξάλλου ο Agamben  με άλλη αφορμή έχει εισάγει στην σκέψη του την έννοια της απαίτησης .

Αποσπάσματα από το βιβλίο (συνίσταται ολόκληρη η ανάγνωση του βιβλίου):

Ι

[σελ. 133] (…) Το είναι-τοιουτοτρόπως δεν είναι μια ουσία της οποίας το τοιουτοτρόπως θα αποτελούσε προκαθορισμό ή χαρακτηρισμό. Το είναι δεν είναι μια προϋπόθεση που έγκειται πρίν  ή μετά των ιδιοτήτων του. Το είναι είναι ανεπανόρθωτα, έτσι, το τοιουτοτρόπως του: είναι μονάχα ο τρόπος του είναι του. (Το τοιουτοτρόπως δεν είναι μια ουσία που προσδιορίζει μια ύπαρξη, αλλά ανακαλύπτει την ουσία του εντός του τρόπου του είναι-τοιουτοτρόπως του, στο ότι είναι ο ίδιος ο καθορισμός του). Το τοιουτοτρόπως σημαίνει «όχι διαφορετικά»(…)

ΙΙ

[σελ. 135] (…) Η εκθετική σχέση μεταξύ ύπαρξης και ουσίας, μεταξύ δήλωσης και νοήματος, δεν είναι μια σχέση ταυτότητας (το ίδιο πράγμα, idem), αλλά μιας αυτότητας (ipseitas,το ίδιο πράγμα, ipsum). Πολλές παρεξηγήσεις στη φιλοσοφία έχουν προέλθει από τη σύγχυση του ενός με το άλλο. Το πράγμα της σκέψης δεν είναι η ταυτότητα, αλλά το πράγμα καθ’ αυτό(…).

ΙΙΙ

[σελ. 144] (…)Αντικρίζοντας κάτι απλώς στο είναι-τοιουτοτρόπως του

-ανεπανόρθωτο, αλλά όχι για τούτο τον λόγο αναγκαίο ∙

τοιουτοτρόπως, αλλά όχι για αυτό τον λόγο τυχαίο-

είναι η αγάπη.

Εκείνη τη στιγμή που συλλαμβάνεις το ανεπανόρθωτο του κόσμου, σε εκείνη τη στιγμή είναι υπερβατικός.

Το πως είναι ο κόσμος- τούτο είναι εκτός του κόσμου.

Giorgio Agamben, Η κοινότητα που έρχεται, εισαγωγή-μετάφραση: Θάνος Ζαρταλούδης, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007, αποσπάσματα από τις σελ.133, 135, 144.

Διαβάστε επίσης:

Νοσφεράτος, εγώ δηλαδή ενας άλλος

2 Σχόλια

Εγώ δηλαδή ένας άλλος,
δεν είμαι παρά ένα σημαδάκι,
μια αιχμηρή ακρούλα σ’ αυτό το τεράστιο πλάσμα του εαυτού
κολυμπώ μες την αλλότητα μου,
βουλιάζω μέσα στις δίνες του μυαλού μου: όταν ονειρεύομαι, αναδύονται θρυμματισμένες μνήμες, αισθάνομαι ξανά τις μυρωδιές, τις γεύσεις πού ένιωθα μικρός: να είσαι παιδί επτά χρόνων, κοκαλιάρικο και να κοιτάς αστέρια ένα βράδυ, μέσα στα χόρτα τόσο ψηλά, τόσο μεγάλα-ακούρευτα χόρτα
να είσαι τόσο μικρός και ο κήπος να σου φαίνεται μεγάλος και τα αστέρια πολλά,  παρά πολλά: τρεις χιλιάδες ακριβώς.
Κι εγώ ριγούσα από ευχαρίστηση χωμένος μεσ’ τη θαλπωρή του χόρτου και τη μυρωδιά του χώματος, μυρίζοντας εκείνη τη θεσπέσια νυχτιά, τα αστέρια-μικρές τρυπίτσες στον ουράνιο θόλο πού αφήνουνε να φανεί λίγη από τη λάμψη του αληθινού θεού- μήπως τότε ή πιο παλιά ήξερα ή μάλλον ένιωθα πραγματικά την αλήθεια; Λίμναζα ευτυχισμένος μεσ’  τις ανομάτιστες ακόμα επιθυμίες σαν αδαής νάρκισσος πού δεν είδε ακόμα το πρόσωπο του στα νερά της λίμνης .Και όλη η μετέπειτα επιθυμία, δεν ήταν παρά το πένθος για εκείνη τη στιγμή, πού δεν ξέρω αν έζησα ή ονειρεύτηκα ή μήπως τώρα αναπλάθω σαν μαγικό πεδίο αναφοράς: ου-τόπο πού να συντηρεί τον μύθο μιας χαμένης ευτυχίας, νοσταλγίας: αρνήθηκα την ενηλικίωση μου εξαρχής- αρνούμαι, είπα, να παραιτηθώ από αυτό το –υποτιθέμενο- βίωμα ευτυχίας πού ακόμα και τώρα φαίνεται τόσο ζωντανό σαν να έγινε χθες και πλέει μέσα στο μυαλό μου σαν ένα ευτυχισμένο καρυδότσουφλο-ακυβέρνητο, μάταιο, αυθόρμητο και ειλικρινές, ορθάνοιχτο,….Γιατί αργότερα περιπλέχθηκα σε μαιάνδρους και στριφνά περάσματα, ενώ οι επιθυμίες μου ήταν τόσο φωτεινά απλές;
Νοσφεράτος
*****
Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ, 13-6-2011. Θερμές ευχαριστίες οφείλουμε στον φίλο των «Αναγνώσεων» Νοσφεράτο που επέτρεψε την αναδημοσίευση του πονήματος του εδώ.

Αρέσει σε %d bloggers: