Νικόλας Κάλας, [Ποίηση και Ιστορία]

1 σχόλιο

Νικόλας Κάλας, Υπερρεαλισμός και η δημιουργία της ιστορίας, μετάφραση: Ανδρέας Παππάς, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2016, ISBN: 978-960-505-248-5.

 

Αν η Ιστορία στις κορυφαίες στιγμές της είναι η πιο ποιητική απ’ όλες τις επιστήμες, η Ποίηση στις πιο βαθιές στιγμές της είναι η πιο απόκρυφη απ’ όλες τις ιστορίες.

 

Νικόλας Κάλας, Υπερρεαλισμός και η δημιουργία της ιστορίας, μετάφραση: Ανδρέας Παππάς, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2016, σελ. 38.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Τὰ δημόσια καὶ τὰ ἰδιωτικὰ (καίριο ἀπόσπασμα)

Σχολιάστε

076

[…]Τὸ καίριο στὴ ζωὴ αὐτὴ κεῖται πέραν τοῦ ἀτόμου. Μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι, ἄν δὲν ὁλοκληρωθεῖ κανεὶς σὰν ἄτομο –κι ὅλα συνωμοτοῦν στὴν ἐποχή μας γι’ αὐτὸ- ἀδυνατεῖ νὰ τὸ ὑπερβεῖ. […]

imagesδσα
Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Ἐν λευκῷ, ἐκδόσεις Ἴκαρος, πέμπτη ἔκδοση, Ἀθήνα 1999, σελ.367 [Τὸ ἀπόσπασμα εἶναι ἀπὸ τὸ δοκίμιο  Τὰ δημόσια καὶ τὰ ἰδιωτικὰ, ποὺ κυκλοφορεῖ καὶ αὐτοτελῶς ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἴκαρος, Ἀθήνα 1990].

Jean Clair, Χειμώνας στον πολιτισμό

2 Σχόλια

Jean Clair,  Χειμώνας στον πολιτισμόμετάφραση: Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-8104-37-2.

Παραθέτουμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον απόσπασμα από το σπουδαίο βιβλίο του Jean Clair,  Χειμώνας στον πολιτισμό (σελ. 116-117), που επιχειρεί να αποτυπώσει τη σχέση βιβλικής αφήγησης και τέχνης :

[…]Η παραβολή του γάμου στην Κανά είναι στην Καινή Διαθήκη το σύστοιχο του συμποσίου του Βαλτάσαρ στην Παλαιά. Είναι η φωτεινή του εκδοχή. Στο συμπόσιο του βασιλιά Βαλτάσαρ, η καταστροφή έρχεται ως συνέπεια της ιεροσυλίας: στο γεύμα, το κρασί σερβίρεται στα ιερά ποτήρια. Στον γάμο στην Κανά, όταν το κρασί τελειώνει, ο Ιησούς, που είναι ένας από τους συνδαιτυμόνες, καλεί τους παρισταμένους να πιούν από τις έξι μεγάλες λίθινες υδρίες με το νερό για τους εξαγνισμούς – νερό που θα γίνει κρασί, και μάλιστα «καλό κρασί» όπως προσδιορίζεται, από αυτό που θα έπρεπε να κερνούν στην αρχή του γεύματος.

Στο πρώτο παράδειγμα, την καταστροφή και τη διάλυση την επιφέρουν η ιεροσυλία, η βεβήλωση, η χυδαία χρήση των λατρευτικών σκευών. Στη δεύτερη, την  αλλαγή, τη μετατροπή τρόπον τινά της λάσπης σε χρυσάφι, την επιφέρει η χρήση υλικών ταπεινής προέλευσης -και οικιακής χρήσης-, η πέτρα, το νερό ∙ αυτά προκαλούν την εμφάνιση του εκλεκτού υγρού.

Θα ήταν ελκυστικό να προσπαθήσει κανείς να χρησιμοποιήσει τις δυο αυτές παραβολές για να φωτίσει αφενός μια ιστορία της τέχνης η οποία, στις απαρχές της, βάλθηκε να μετατρέψει στα έργα που παρήγαγε και στο πέρασμα των αιώνων τα ταπεινά υλικά που χρησιμοποιούσε (σκόνες, γαίες, οξείδια των μετάλλων, χρωστικές ουσίες, λάδια, επιχρίσματα) σε πολύτιμα και να δημιουργήσει θησαυρούς ∙ και αφετέρου, τη μοίρα της «σύγχρονης  τέχνης» που δεν χρησιμοποιεί τους ιερούς και καταξιωμένους θησαυρούς της ιστορίας αυτής παρά μόνο για να παρουσιάσει τα υπολείμματά τους.

Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι ως άμεση συνέχεια της αφήγησης του γάμου στην Κανά και στο ίδιο δεύτερο κεφάλαιο του Κατά Ιωάννη Ευαγγελίου εξιστορείται το περιστατικό των εμπόρων που εκδιώκονται από τον Ναό…[…]

Jean Clair,  Χειμώνας στον πολιτισμόμετάφραση: Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2012, σελ. 116-117.

Άσγκερ Γιόρν: Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός

Σχολιάστε

Ἀσγκερ Γιόρν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, μετάφραση: Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2003, ISBN: 960-87756-0-4.

Στο βιβλίο Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός ο Άσγκερ Γιόρν αναλύει την περίφημη τριλεκτική μέθοδο. Το βιβλίο περιλαμβάνει εκτενέστατη και λίαν κατατοπιστική εισαγωγή του Γ. Δ. Ιωαννίδη (σελ. 7-25). Παραθέτουμε ένα απόσπασμα:

(…)Το Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, γραμμένο από τον ίδιο στα γαλλικά (και διορθωμένο από τον Jean-Jacques Rock), ήταν η συνεισφορά τού Γιόρν σ’ ένα συλλογικό έργο, το Signes gravιs sur les ιglises de l’ Eure et du Calvados[Σημεία χαραγμένα πάνω στις εκκλησίες τού Eure και τού Calavados], εκδ. Borgen, Κοπεγχάγη [1964]. Το θέμα αυτού του βιβλίου δεν ήταν τυχαίο. Αφορούσε σε παμπάλαια ακιδογραφήματα (graffiti), που είναι χαραγμένα πάνω στους τοίχους εκκλησιών (Manthelon, Doudeauville, Ste-Marie-du-Mont, Prey, Barquet, Mesnil-Hardy, Berville-la-Campagne, Vendoeuvre, Guichainville, Romilly, Vieux Pont, Bully, Les Ventes, κ.α.) της Νορμανδίας, μιάς περιοχής της Γαλλίας με έντονη την ιστορική παρουσία του σκανδιναβικού στοιχείου. Τυχαία δεν ήταν ούτε η επιλογή τών υπόλοιπων συνεργατών του βιβλίου: οι καθηγητές Glob, Gjessing, de Bouard και Reau, από τη Δανία και τη Γαλλία αντίστοιχα, έδιναν τις δικές τους ερμηνείες παρουσιάζοντας τη γαλλική και τη σκανδιναβική προσέγγιση τού ζητήματος.

[Από την εισαγωγή του Γ. Δ. Ιωαννίδη στο: Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, σελ. 7. Ολόκληρη η εισαγωγή προδημοσιεύθηκε στο Happy Few. Για μετάβαση και μελέτη της εισαγωγής πιέστε εδώ].

Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα από τη σελίδα 56 του βιβλίου:

(…) Η Ιστορία μας μαθαίνει ότι πολλοί από εκείνους που στιγμάτισαν τους Βαρβάρους και τους ανασκολόπισαν δημόσια, άσκησαν και οι ίδιοι και τευτονισμό και βανδαλισμό. Άντλησαν μάλιστα τη δόξα τους και την τέχνη τους από τέτοιες πράξεις, κάτι που οι χρονικογράφοι τους καταγράφουν εν αφθονία. Είναι σαφές ότι το χαμηλό επίπεδο συνείδησης, που μαρτυρά αυτή η καυχησιολογία, χαρακτηρίζει ακριβώς τους βαρβάρους. Πράγματι, η σημασία του βαθμού συνείδησης έχει γίνει πιο κοινά αποδεκτό κριτήριο, με το οποίο διαφοροποιούμε τον βάρβαρο από τον πολιτισμένο(…).

Ἀσγκερ Γιόρν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, μετάφραση: Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2003, σελ. 56.

ΤΟ ΣΤΥΛ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ Ο ΥΜΕΝΑΣ ΤΟΥ ΥΦΟΥΣ

Σχολιάστε

Σάκης Παπαδημητρίου, Τζαζ ιστορίες και ανησυχίες, εκδ. Απόπειρα, Αθήνα 2003, ISBN: 960-537-057-3.

Σκόρπιες σκέψεις με αφορμή τις «Τζαζ ιστορίες και ανησυχίες»

του Σάκη Παπαδημητρίου.

Του Αθανασίου Ι. Καλαμάτα

Γνωρίζω τον Σάκη Παπαδημητρίου από τη Θεσσαλονίκη. Ήταν η χρονιά του 1994, χρονιά που έκαμε την έκδοση δύο σημαντικών βιβλίων του για την τζαζ. Στον πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο University Studio Press, όπου τότε εργαζόμουν ως υπεύθυνος εκδόσεων, είχε έρθει ο Σάκης για να εκδώσει την Εισαγωγή στην τζαζ και ένα βιβλίο για τον Leonard Bernstein. Πολλές ήταν τότε οι στιγμές – μοναδικές θα τις χαρακτήριζα – που συζητώντας μαζί του, είχα τη χρυσή ευκαιρία να διευρύνω τη σχέση μου με την τζαζ μουσική. Ήξερα, βέβαια, ότι η υπόθεση της τζαζ στην Ελλάδα ήταν, και συνεχίζει βέβαια να είναι, αδιαχώριστα συνδεδεμένη με το όνομα του Σάκη Παπαδημητρίου. Το μόνο ωστόσο, που δεν φανταζόμουν ήταν ότι μουσικός αυτός δημιουργός, ποιητής, πεζογράφος και παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, θα ήταν τόσο απλός και οικείος, αλλά και πρωτοπόρος. Ενθυμούμαι πολύ καλά, τώρα που γράφω αυτές τις σκέψεις, τα θλιβερά γεγονότα της συναυλίας με τη Γεωργία Συλλαίου που είχε κάμει ο Σάκης Παπαδημητρίου στη Ροτόντα, τότε που μαινόμενοι «χριστιανομαθημένοι» χούλιγκαν «πιστοί» είχαν εισβάλλει στο μοναδικό για το είδος του αυτό μνημείο και τα είχαν κάμει γυαλιά καρφιά. Αντιδρούσαν βλέπετε στην «παραβίαση» της ιερότητας του χώρου, ο οποίος όμως για την ίδια την ιστορία της ανεξάντλητης αυτής πόλης, της Θεσσαλονίκης, εγγράφεται ως μνημείο όχι μόνο θρησκευτικό, αλλά και ως μνημείο – σύμβολο της ιστορικής πολυπολιτισμικής φυσιογνωμίας της.

Ο Σάκης Παπαδημητρίου έχει το ακριβό προνόμιο να συνταιριάζει άψογα το ρόλο του μουσικού δημιουργού με αυτόν του κριτικού. Όλα του σχεδόν τα βιβλία και η δράση του, από τη μαγευτική «Διαγώνιο» μέχρι τις ανεπιτήδευτες ραδιοφωνικές παραγωγές του, φέρουν το στίγμα της πρωτοτυπίας και αντιστέκονται στο κυρίαρχο συρμό της βιομηχανοποιημένης μουσικής των ημερών μας. Σ’ αυτό το δέκατο έβδομο βιβλίο του, πάνω απ’ όλα ο αφηγητής Σάκης Παπαδημητρίου, ανήσυχα και απρόβλεπτα μας ξετυλίγει προσωπικές ιστορίες και περιπέτειες του, ταξίδια και φεστιβάλ, πρόσωπα, βιβλία και δίσκους, «ανοίγει» την τζαζ σ’ άλλες καλλιτεχνικές μορφές: τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, το θέατρο, το χορό, τη φωτογραφία. Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου τα κριτήρια αξιολόγησης κυριαρχούνται από το πνεύμα της τζαζ. Διαρθρωμένο σε τρια μέρη, στο μεν πρώτο, με «έδρα τη Θεσσαλονίκη», απεικονίζει μνήμες από τα νεανικά χρόνια του καλλιτέχνη, στο δεύτερο, σχολιάζει βιβλία με θέμα τη τζαζ και βιογραφεί μουσικούς, στο δε τρίτο, επανεκτιμά ορισμένες σύγχρονες κριτικές τάσεις που αφορούν το συγκεκριμένο μουσικό ρεύμα, όπως λόγου χάριν την πολεμική του Adorno, το «νέο πνεύμα» του Le Corbusier και του Δ. Μητρόπουλου.

Είπαν πως η τζαζ είναι κατεξοχήν τέχνη του αυτοσχεδιασμού. Εξού και η πολλαπλότητα των στοιχείων της, της βαριάς κληρονομιάς της: η γέννησή της στη Νέα Ορλεάνη, τα σπιρίτζουαλ, τα μπλουζ, τα μίνστρελ, το σουίνγκ, η αφροκουβανέζικη επίδρασή της. Ο Σάκης Παπαδημητρίου βιώνει εκπληκτικά τον καλλιτεχνικό αυτό ορίζοντα, δίνοντάς μας απλόχερα για άλλη μια φορά, μέσα από ένα μουσικό σχολείο που ξεκινάει από το 1975 στο Β΄ Πρόγραμμα και φτάνει σε εκπομπή της ΕΡΤ 3 με την «παγκοσμιότητα της τζαζ», ένα βιβλίο ουτοπικό.

Ο Agamben για τις φωτογραφίες που αγαπά και την έννοια της «απαίτησης»

6 Σχόλια

GIORGIO AGAMBEN, Βεβηλώσεις, εκδόσεις Άγρα, μετάφραση-σημειώσεις: Παναγιώτης Τσιαμούρας, Αθήνα 2006, ISBN:960-325-637-4.

Αποσπάσματα από το 3ο δοκίμιο του βιβλίου «Η Ημέρα της Κρίσεως«(σελ.35-44).

[σελ. 35]  Τι είναι εκείνο που με γοητεύει, που με σαγηνεύει και μου προκαλεί ισχυρή εντύπωση στις φωτογραφίες που αγαπώ; Νομίζω  πως πρόκειται απλούστατα γι’  αυτό: για μένα η φωτογραφία συνιστά κατά κάποιον τρόπο τον τόπο της Δευτέρας Παρουσίας, αντιπροσωπεύει τον κόσμο όπως φαίνεται κατά την έσχτη μέρα, την Ημέρα της Οργής. (…)

[σελ. 38] (…) Είναι ακριβώς αυτή την εσχατολογική φύση της κίνησης που ο ικανός φωτογράφος είναι σε θέση να συλλαμβάνει. Δίχως όμως να αφαιρεί τίποτα από την ενικότητα και την ιστορικότητα του φωτογραφικού συμβάντος(…)

φωτό: Λουκάς Βασιλικός

[σελ. 39] Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή, στις φωτογραφίες που αγαπώ, που δεν θα ήθελα με τίποτα να παρασιωπήσω. Πρόκειται για μια απαίτηση: το υποκείμενο που συλλαμβάνεται στη φωτογραφία απαιτεί κάτι από εμάς. Η έννοια της απαίτησης με απασχολεί ιδιαίτερα και δεν θα πρέπει να τη συγχέουμε με μια πραγματολογική αναγκαιότητα. Ακόμη κι αν το πρόσωπο που είχε φωτογραφηθεί λησμονήθηκε εντελώς, ακόμη κι αν το όνομα του σβήστηκε για πάντα από τη μνήμη των ανθρώπων, ακόμη και τότε- καλύτερα: ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο- εκείνος ο άνθρωπος, εκείνο το πρόσωπο, αξιώνουν το όνομα τους, απαιτούν να μη λησμονηθούν (…)

GIORGIO AGAMBEN, Βεβηλώσεις, εκδόσεις Άγρα, μετάφραση-σημειώσεις: Παναγιώτης Τσιαμούρας, Αθήνα 2006, σελ. 35,38,39.

Η Susan Sontag για τον φασισμό στην τέχνη (περίπτωση Ρίφενσταλ)

5 Σχόλια

Susan Sontag, Η γοητεία του φασισμού, Αθήνα 2010, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, μετάφραση Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ISBN: 978-960-17-0282-7.

Απόσπασμα από το πρώτο δοκίμιο του βιβλίου με τίτλο “Η γοητεία του φασισμού” (πρώτη δημοσίευση στο New York Review of Books,6-12-1975):

Μπορεί να φαίνεται άχαρη και μνησίκακη η άρνηση μας ν’ αποσυνδέσουμε τους Τελευταίους των Νουμπά από το παρελθόν της Ρίφενσταλ. Ωστόσο πρέπει ν’ αντλήσουμε κάποια χρήσιμα διδάγματα από τη συνέχεια του έργου της όσο κι από τούτο το παράδοξο και αναμφισβήτητο γεγονός -την αποκατάσταση της. Οι σταδιοδρομίες άλλων καλλιτεχνών που προσχώρησαν στον φασισμό,όπως ο Σελίν και ο Γκ. Μπέν, ο Μαρινέττι και ο Πάουντ (για να μην αναφέρουμε κάποιους άλλους, όπως ο Πάμπστ, ο Πιραντέλλο και ο Χάμσουν, που εγκολπώθηκαν τον φασισμό κατά τη δύση του έργου τους) δεν προσφέρονται ως παραδείγματα για σύγκριση. Διότι η Ρίφενσταλ είναι η μοναδική μεγάλη καλλιτέχνις η οποία ταυτίστηκε εντελώς με τη ναζιστική περίοδο και της οποίας το έργο, όχι μόνο κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ  αλλά και τριάντα χρόνια μετά την πτώση του εξακολούθησε να απηχεί πολλά μοτίβα της φασιστικής αισθητικής.

Η φασιστική αισθητική περικλείει αλλά συγχρόνως υπερβαίνει τη μάλλον ιδιαίτερη εξύμνηση που βρίσκουμε στους Τελευταίους των Νουμπά. Γενικότερα, απορρέει από (και δικαιώνει) μια συνεχή ενασχόληση με καταστάσεις αυτοκυριαρχίας, υποτακτικής συμπεριφοράς, ακραίας προσπάθειας και αντοχής στη σωματική καταπόνηση’ υιοθετεί δυο φαινομενικά αντίθετες στάσεις, την εγωμανία και τη δουλικότητα. Οι σχέσεις κυριαρχίας και υποδούλωσης παίρνουν  τη μορφή μιας ορισμένης φαντασμαγορίας που χαρακτηρίζεται από τη μαζικοποίηση των ανθρωπίνων ομάδων, τη μετατροπή των ανθρώπων σε πράγματα, την αναπαραγωγή ή ομοιοτυποποίηση των πραγμάτων και την ομαδοποίηση των ανθρώπων και πραγμάτων γύρω από μια πανίσχυρη υπνωτιστική ηγετική φιγούρα ή δύναμη. Η φασιστική δραματουργία επικεντρώνεται στις οργιαστικές συναλλαγές μεταξύ ισχυρών δυνάμεων και των ανδρεικέλων τους που ομοιόμορφα ντυμένα παρουσιάζονται κατά ολοένα ογκούμενα κύματα. Η χορογραφία εναλλάσσεται ανάμεσα σε μιαν ακατάπαυστη κίνηση και σε μια παγωμένη, στατική “ανδρική” στάση. Η φασιστική τέχνη εξυμνεί την υποταγή, εκθειάζει τη βλακεία, μυθοποιεί το θάνατο.

Susan Sontag, Η γοητεία του φασισμού, εκδ. Ύψιλον,σελ.28-29.

Διαβάστε επίσης:

Τάσος Γουδέλης, Η γοητεία του καταραμένου

Τάσος Γουδέλης,Φαντασμαγορίες του Κακού (Αυγή-Αναγνώσεις)

susan sontag : παράταιρο τέλος (στο σημειωματαριο κηπων)

Susan Sontag, Παρατηρώντας Τον Πόνο των αλλων (H ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ)

Τιτίκα Δημητρούλια, Προσωπεία του φασισμού (Καθημερινή, 22-8-2010)

Αρέσει σε %d bloggers: