HENRI CARTIER-BRESSON, H ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ

Σχολιάστε

[…]Η φωτογραφία είναι για μένα η αναγνώριση μέσα στην ίδια την πραγματικότητα ενός ρυθμού επιφανειών, γραμμών ή αξιών∙ το μάτι αποσπά το θέμα κι η μηχανή δεν έχει παρά να κάνει τη δουλειά της, να αποτυπώσει στο φιλμ την απόφαση του ματιού. Μια φωτογραφία βλέπεται στο σύνολό της, με μια ματιά, σαν πίνακας∙ η σύνθεση είναι μια συγχρονισμένη συμμαχία, ο οργανικός συντονισμός κάποιων ορατών στοιχείων. Δεν συνθέτουμε δίχως λόγο, χρειάζεται μια αναγκαιότητα, και δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τη μορφή από το περιεχόμενο. Στη φωτογραφία υπάρχει μια καινούργια πλαστική, έργο των στιγμιαίων γραμμών∙ δουλεύουμε με την κίνηση, μ’ ένα είδος προαισθήματος της ζωής, και η φωτογραφία οφείλει να αγγίζει μέσω της κίνησης την εκφραστική ισορροπία[…].

Henri Cartier-Bresson, Η αποφασιστική στιγμή: Λόγος για τη φωτογραφία, μετάφραση: Σοφία Διονυσοπούλου, εκδόσεις Άγρα (σειρά: Ο άτακτος λαγός β’-11), μετάφραση: Σοφία Διονυσοπούλου, Αθήνα 2013, σελ. 19 (απόσπασμα)

  [πηγή]

Advertisements

Richard Sennett, Η τυραννία της οικειότητας

Σχολιάστε

Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας: Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό, μετάφραση: Γιώργος Ν. Μέρτικας, επιμέλεια: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999, ISBN: 960-211-480-0.

1173843_573775492681897_778512002_n

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Αξιολογώντας με ευαισθησία ένα πλήθος πηγών και παραδειγμάτων από τους τρεις τελευταίους αιώνες της ιστορίας του δυτικού πολιτισμού, ο Sennett ζητά να φωτίσει μιαν ουσιώδη στροφή: εκείνη που οδήγησε από την εναρμόνιση της δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας στην σύγκρουσή τους και στη σημερινή πρόταξη του ιδιωτικού στοιχείου απέναντι στο δημόσιο ως συνέπεια του κατακερματισμού της κοινωνίας σε άτομα. Η δημόσια σφαίρα ήταν ένας αυτονόητος χώρος εκδίπλωσης του ατόμου πέρα από τον στενό κύκλο της οικογένειας και των προσωπικών του φίλων· η επαφή με ξένους και συνάμα η απόσταση απ’ αυτούς, όπως την καθόριζαν κανόνες ευγενείας και συμπεριφοράς, αποτελούσε το φυσικό πεδίο ανάπτυξης δραστηριοτήτων, όχι απλώς επαγγελματικών, αλλά και πολιτισμικών, πολιτικών και κοινωνικών με την ευρύτερη έννοια. Η πρόταξη του προσωπικού και ιδιωτικού στοιχείου, συχνά υπό το πρόσχημα της αμεσότητας, γκρεμίζει ακριβώς τις λεπτές εκείνες αποστάσεις και συμβάσεις, οι οποίες καθιστούν δυνατή τη λειτουργία της δημόσιας σφαίρας. Ενώ φαίνεται να γκρεμίζονται τείχη, στην πραγματικότητα εγκαθιδρύεται η «τυραννία της οικειότητας», η ανελέητη πάλη των ναρκισσισμών – η ίδια η πολιτική βλέπεται υπό το πρίσμα ιδιωτικών και ψυχολογικών παραγόντων. Ο Sennett παρακολουθεί τη διαμόρφωση αυτών των φαινομένων, που συνιστούν την καθημερινή μας εμπειρία στις σύγχρονες δυτικές μαζικές δημοκρατίες, σε πολλές εκφάνσεις και διεργασίες ήδη από τον 19ο αι.: στη ζωή της πόλης και στην οικογένεια, στη μόδα και στην εμπορευματοποίηση, στην πολιτική ρητορική και στο θέατρο, στη λογοτεχνική κίνηση και στην αρχιτεκτονική.

Απόσπασμα από τη σελ. 66 του βιβλίου:

[Απόδειξη ή ευλογοφάνεια;]

Η λέξη «απόδειξη» κατέληξε στις εμπειρικές κοινωνικές σπουδές να έχει ένα ατυχές νόημα: καμμία άλλη εξήγηση δεν είναι εφικτή πέραν αυτής που προκύπτει ύστερα από μια δεδομένη διαδικασία έρευνας. Παλίνδρομες αναλύσεις, μέτρα του χί  και του γάμμα, χρησιμοποιούνται πλέον σε ποσοτικές μελέτες προκειμένου να γίνει επιλογή μεταξύ εναλλακτικών ερμηνειών, κατασκευάζοντας μιάν ιεραρχία εξαιρέσεων. Οι ποιοτικές μελέτες συχνά κι εσφαλμένα πασχίζουν ν’ αποδείξουν επιχειρήματα με τον ίδιο τρόπο. Ο ερευνητής οφείλει να προσπαθεί να εξαντλήσει όλο το φάσμα γνωστών λεπτομερειών περί του αντικειμένου. Ειδάλλως ίσως να υφίστανται δεδομένα άγνωστα για τον ερευνητή τα οποία «αναιρούν» το επιχείρημα του. Σε μια κλίμακα αλήθειας στηριγμένη σε εξαιρέσεις, η αντίφαση λόγω της ανακάλυψης μιας νέας μαρτυρίας πρέπει να σημαίνει ακύρωση του αρχικού επιχειρήματος, γιατί πώς είναι δυνατόν δύο αντίθετες ερμηνείες του ίδιου αντικειμένου ν’ αληθεύουν εξίσου;

Αυτός ο εμπειρικισμός, βασιζόμενος σε αποκλεισμό μέσω εξάντλησης των μαρτυριών, αντιτίθεται σε κάθε πραγματική ιδέα πνευματικής ειλικρίνειας. Φθάνουμε στην πνευματική ειλικρίνεια αφού παραδεχθούμε, κυριολεκτικά, την πραγματικότητα της αντίφασης, και διαγράψουμε κάθε ελπίδα πως θα καταλήξουμε σε μια αμετάβλητη απόφανση. Ο κανόνας που ορίζει ότι πρέπει να εξαντλείται το θέμα είναι πρακτικά ιδιόμορφος ∙ φαίνεται να είναι συνδεδεμένος με μια προϊούσα μικρογράφηση της εστίας του ζητήματος, έτσι ώστε όσα περισσότερα «γνωρίζουμε» περί του θέματος, τόσο περισσότερες λεπτομέρειες γνωρίζουμε. Η αναισθητοποίηση της διάνοιας είναι το αναπόφευκτο προϊόν αυτής της μορφής απόδειξης, γιατί απαιτεί να μην γίνουν κρίσεις μέχρις ότου ληφθούν υπ’ όψιν όλα τα γεγονότα – οψέποτε.

Στην ποιοτική έρευνα, η «απόδειξη», εάν πρέπει να χρησιμοποιούμε διόλου αυτήν τη φορτισμένη με ανησυχία λέξη, αποτελεί θέμα κατάδειξης μιας λογικής σχέσης∙ ο ποιοτικός ερευνητής έχει αναλάβει το βάρος της ευλογοφάνειας. Έφθασα να πιστεύω ότι αυτό το βάρος είναι μεγαλύτερο και πιο άτεγκτο απ’ ό,τι οι δεσμεύσεις που νιώθει κάποιος ερευνητής αποκλείοντας μιαν εξήγηση χάριν μιας άλλης, ανεξάρτητα από την αντίστοιχη δύναμη λογικής συνοχής τους. Η εμπειρική ευλογοφάνεια αφορά την κατάδειξη της εμπειρικής συνάφειας ανάμεσα σε φαινόμενα τα οποία μπορούν να περιγραφούν συγκεκριμένα. […]

Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας: Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό, μετάφραση: Γιώργος Ν. Μέρτικας, επιμέλεια: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999,σελ.66.

Δείτε και:

Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας (Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ)

Πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός

Σχολιάστε

ΕΥΑΓΓΕΛΗ ΑΡ. ΝΤΑΤΣΗ

Πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός

Ο «ετεροχρονισμένος διάλογος» του ιερομονάχου Κοσμά και του αγωνιστή Μακρυγιάννη

 εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, σσ. 263

 

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Θεολόγου Καθηγητή – DEA Εκκλησιαστικής Ιστορίας – Δρ Θεολογίας ΑΠΘ

  Η γοητεία της σπουδής σε όποιον σελίδα-σελίδα περιδιαβεί τη συγκεκριμένη μελέτη, θα σηματοδοτηθεί από την ανακάλυψη μιας διαφορετικής συνιστώσας των ιστορικών τεκμηρίων, στις τάσεις των οποίων σήμερα η ιστορική επιστήμη όλο και περισσότερο θητεύει. Είναι πράγματι γεγονός ότι η σύγχρονη ιστοριογραφία, απαλλαγμένη από αδυναμίες παλαιότερων εποχών, έχει καταφέρει να αποτυπώσει ένα διαφορετικό λόγο, που συνεχώς ιχνηλατεί πρόσωπα και γεγονότα, συνεργαζόμενη άμεσα με όμορες προς σ’ αυτήν επιστήμες: Λαογραφία, Κοινωνική Ανθρωπολογία, Αρχαιολογία, Γεωγραφία, Θεολογία.

                Όσον αφορά τώρα την παρουσίαση της μελέτης της κ. Ντάτση, ευθύς εξ αρχής, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω δύο θεωρητικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά στον τίτλο: «πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός». Η χρησιμοποίηση των δύο αυτών όρων, έρχεται να εφαρμοστεί με τον καλύτερο τρόπο, στα εξεταζόμενα πρόσωπα, στην παγιωμένη πνευματική παράδοση του Γένους που εκπροσωπούσε ο Πατροκοσμάς – «επίσημου και ανώτερου πολιτισμού» που μόρφωνε και εκπολίτιζε αγράμματους Έλληνες – αυτή ήταν η ταυτότητα του ακροατηρίου του – και στο «λαϊκό και κατώτερο» πολιτισμό που πραγμάτωνε ο ατόφιος αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 Μακρυγιάννης. Η «προφορική παράδοση του λαϊκού κηρύγματος» που διαχύθηκε με τις ετερόγραφες Διδαχές του ιερομονάχου Κοσμά σε αναλφάβητες ομάδες Ελλήνων της Τουρκοκρατίας, «διασταυρώνεται και διαλέγεται» με έναν ολόκληρο «συμβολικό σύστημα» αξιών, τη «μαγική σκέψη» (τρόπο που διανοούνται οι αναλφάβητοι πληθυσμοί), που κι αυτή διαχύθηκε με τα Απομνημονεύματα και τα Οράματα και Θάματα του Μακρυγιάννη, σε μία «διαχρονική συλλογικότητα», διαφορετική όμως, αναλφάβητη για τον Πατροκοσμά, «επώνυμη και εγγράμματη» για τον Μακρυγιάννη.

                Το δεύτερο θεωρητικό ζήτημα αφορά στον υπότιτλο του έργου, την ταυτότητα του «ετεροχρονισμένου διαλόγου». Και τα δύο πρόσωπα ζουν σε διαφορετικές εποχές. Πρώτος, ο ιερομόναχος Κοσμάς με τον «αποτρεπτικό λόγο του» προς καθετί που ερχόταν σε αντίθεση με τη χριστιανική κοσμολογία και ανθρωπολογία, επεδίωξε να επαναπροσδιορίσει το ορθοδοξοπατερικό υπόβαθρο της παράδοσης, μέσα από τρία επίπεδα: το «ιεραρχικό σχήμα του κόσμου», τον «καταστατικό χάρτη σύμφωνα με τον οποίο οφείλουν να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους» μόνο οι Χριστιανοί, και το σωτηριολογικό χαρακτήρα του κηρύγματός του. Θεωρητικό εφαλτήριο του αφυπνιστικού και αναγεννητικού έργου του, υπήρξε η εντελέχεια της ορθόδοξης θεολογικής διδασκαλίας. Από την άλλη πλευρά, δεύτερος, ο Μακρυγιάννης με το γραπτό λόγο του, αυτοβιογραφούμενος και «μετέωρος ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς», αυτόν της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής Ελλάδας, βαπτισμένος στον απόηχο του κηρύγματος του Πατροκοσμά – πολύ ορθά η συγγραφέας εδώ θεωρεί ότι ο νεαρός Μακρυγιάννης γαλουχήθηκε με τον παιδαγωγικό λόγο του, γι’ αυτό κατά τη  άποψή μου, η σχέση του με την Ορθοδοξία υπήρξε καθάρια και βιωματική – εξέφραζε τις παραδοσιακές συνισταμένες του βίου των Νεοελλήνων, υιοθέτησε και αυτός, με κάποιες βέβαια αποκλίσεις, την «ιεραρχική αντίληψη του κόσμου» και κινήθηκε με άνεση στην «καθημερινότητα της λαϊκής παράδοσης».

                Αξιοσημείωτη είναι η άποψη της συγγραφέως για την «προνομιακή αντίληψη της ιστορίας» που ως «παράμετρος της πολιτισμικής ηγεμονίας» έγινε το κυρίαρχο πολιτισμικό ιδεώδες της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται, για το ιδεολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο η Εκκλησία των χρόνων της Τουρκοκρατίας, με εκφραστή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στήριξε  ιδεολογικά και κατοχύρωσε την «εθελοδουλία» και την «αυτοπροστασία» της, όχι μόνο από τον Τούρκο κατακτητή, αλλά και από τον κίνδυνο του διαφωτιστικού ιδεολογικού ρεύματος, με κύριους εκφραστές τους Κολλυβάδες Πατέρες του Αγίου Όρους. Ο Πατροκοσμάς και σε ανάλογο επίπεδο ο Μακρυγιάννης, δείχνουν να αντιπροσωπεύουν και να υιοθετούν την πατροπαράδοτη βυζαντινή προοπτική, βάση της οποίας κάθε «συμβιβασμός» με την εκάστοτε πολιτική δύναμη, βασιζόταν στο σύστημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, που είχε διαμορφωθεί από τα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου.

                Το βιβλίο της Ευαγγελής Ντάτση, αν και «παλαιά» ως έκδοση, αποτελεί ευπρόσδεκτη συμβολή στην ιστορία των ιδεολογιών και νοοτροπιών του πνευματικού μας βίου, στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Τὰ δημόσια καὶ τὰ ἰδιωτικὰ (καίριο ἀπόσπασμα)

Σχολιάστε

076

[…]Τὸ καίριο στὴ ζωὴ αὐτὴ κεῖται πέραν τοῦ ἀτόμου. Μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι, ἄν δὲν ὁλοκληρωθεῖ κανεὶς σὰν ἄτομο –κι ὅλα συνωμοτοῦν στὴν ἐποχή μας γι’ αὐτὸ- ἀδυνατεῖ νὰ τὸ ὑπερβεῖ. […]

imagesδσα
Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Ἐν λευκῷ, ἐκδόσεις Ἴκαρος, πέμπτη ἔκδοση, Ἀθήνα 1999, σελ.367 [Τὸ ἀπόσπασμα εἶναι ἀπὸ τὸ δοκίμιο  Τὰ δημόσια καὶ τὰ ἰδιωτικὰ, ποὺ κυκλοφορεῖ καὶ αὐτοτελῶς ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἴκαρος, Ἀθήνα 1990].

Ο Πιέρ Βιντάλ Νακέ για τον ιουδαϊσμό, τον αντισημιτισμό, τον αρνητισμό και το νόμο Γκεσό

Σχολιάστε

Πιερ Βιντάλ – Νακέ, Αγώνας μου, η Ιστορία: συνομιλίες με τον Ντομινίκ Μπουρέλ και την Ελέν Μονσακρέ, μετάφραση: Σοφία Διονυσοπούλου, εκδ. Ολκός, Αθήνα 2007, ISBN:978-960-8154-55-1.

b118235

Από το οπισθόφυλλο του κύκνειου άσματος του Πιερ Βιντάλ- Νακέ [1930-2006]:

Ο Πιερ Βιντάλ – Νακέ, σύνθετη προσωπικότητα, καθώς ο ίδιος ορίζει τον εαυτό του ως «διττό», ιστορικός και φιλόσοφος, ιστορικός και φιλόλογος, ιστορικός και πολίτης, στο τελευταίο αυτό βιβλίο του, πιστή επιτομή του έργου του, μας μιλάει για το «επάγγελμα» του ιστορικού, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με τη ζωή του, αφού όπως έλεγε: «έγινα ιστορικός γιατί ο αγώνας για την αλήθεια είναι αγώνας για την ιστορία». Τους δικούς του αγώνες (ενάντια στα βασανιστήρια, τον πόλεμο στην Αλγερία, τον αρνητισμό) πάντοτε θέλει να τους διεξάγει ως ιστορικός που αναζητά τα στοιχεία, αποκαθιστά τα γεγονότα, αποδομεί τους μύθους, αρχαίους ή σύγχρονους.

Εξερευνώντας ακαταπόνητα το δρόμο και τις παρακαμπτήριές του, που οδηγούν από την αρχαία Ελλάδα στον κόσμο που ζούμε, ο Πιερ Βιντάλ- Νακέ, με το Αγώνας μου, η Ιστορία, έχτισε ένα ιδιαίτερο, καλειδοσκοπικό έργο οδηγώντας μας σε όλα τα γόνιμα μονοπάτια της σκέψης του.

Αποσπάσματα από το βιβλίο:

Ι

[Περί Ιουδαϊσμού]

– Ο ιουδαϊσμός ήταν για εσάς και κάτι άλλο εκτός από απλός πολιτισμός, όπως των Ελλήνων;

Είπα κάποτε ότι ο ιουδαϊσμός ήταν για μένα ένας τρόπος να παραμείνω διεθνιστής. Με άλλα λόγια, δεν είμαι σιωνιστής. Την πρώτη φορά που πήγα στο Ισραήλ συνάντησα τον Αντρέ Σκεμαμά, ο οποίος ήταν ανταποκριτής της εφημερίδας Le Monde, και κάποιοι τον ρώτησαν τι είμαιεκείνος απάντησε: «Ο Βιντάλ-Νακέ είναι σιωνιστής, όπως όλοι οι Εβραίοι». Εγώ τότε είπα: «Λυπάμαι που θα σας διαψεύσω, όμως όχι, δεν είμαι σιωνιστής». Είμαι φλογερά υπέρ της διασποράς, θεωρώ δηλαδή ότι ο ενδιαφέρων ιουδαϊσμός είναι αυτός της διασποράς.

[Πιερ Βιντάλ – Νακέ, Αγώνας μου, η Ιστορία, εκδ. Ολκός, Αθήνα 2007 σελ. 87, αποσπάσματα].

ΙΙ

[Περί αντισημιτισμού]

– Αντιστρέφοντας την ερώτηση, το μίσος για τον Εβραίο είναι το ίδιο με το μίσος για τον Άραβα και τον νέγρο ή δεν έχει καμία σχέση;

Καμία σχέση. Όλα αυτά έχουν ειπωθεί πολύ συχνά: προσάπτουν στον νέγρο το γεγονός ότι είναι∙ στον Εβραίο προσάπτουν το γεγονός ότι δεν είναι. Με άλλα λόγια, ό,τι κι να έχουν πει οι αντισημίτες, ο Εβραίος δεν διακρίνεται από το πρόσωπο ή τη μύτη. Είναι κάποιος που μοιάζει αλλά δεν είναι. Αυτό ο Σαρτρ το είχε διακρίνει πολύ καλά.

[Πιερ Βιντάλ – Νακέ, Αγώνας μου, η ιστορία, εκδ. Ολκός, Αθήνα 2007 σελ. 97, αποσπάσματα].

ΙΙΙ

[Η μάχη ενάντια στον αρνητισμό]

-Φοβόσαστε ότι σε μερικά χρόνια μπορεί να ξεπηδήσουν καινούργιοι Φωρισόν;

Είμαι πεπεισμένος γι’ αυτό. Πρός το παρόν, εκτιμώ ότι έχουμε νικήσει, πιστεύω όμως πως όλα θα επανέλθουν. Από αυτή την άποψη, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ιράν.

– Η μάχη σας ενάντια στην άρνηση είναι για σας υπόθεση ζωής;

Ναι. Αγωνίστηκα παθιασμένα ενάντια στα βασανιστήρια. παρόμοιο πάθος ένιωσα μονάχα στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, όταν χρειάστηκε να καταγγείλω τους χαλκευτές της Ιστορίας. Το άρθρο μου για το οποίο υπερηφανεύομαι περισσότερο, διότι είμαι ο μόνος που θα μπορούσε να το έχει γράψει, είναι το «Un Eichmann de papier» («Ένας χάρτινος Άιχμαν»).

[Πιερ Βιντάλ – Νακέ, Αγώνας μου, η ιστορία, εκδ. Ολκός, Αθήνα 2007 σελ.107, αποσπάσματα].

IV

[Για το νόμο Γκεσό]

[…] Όσον πεπεισμένος και αν είμαι για την πραγματικότητα της ναζιστικής εξόντωσης -και κανείς δεν μπορεί να είναι περισσότερο πεπεισμένος από εμένα- δεν δέχτηκα το νόμο Γκεσό, διότι εκτιμώ πως το Κράτος δεν πρέπει να ανακατεύεται σ’ αυτά τα πράγματα.

Εκείνο που είναι βέβαιο είναι πως η Ιστορία είναι αφήγηση. Και, εάν είναι αφήγηση, πρέπει, όσο το δυνατόν, να είναι αληθινή. Όμως δώστε την ίδια σειρά στοιχείων σε δυο ιστορικούς: ποτέ δεν θα έχετε την ίδια αφήγηση. […]

[Πιερ Βιντάλ – Νακέ, Αγώνας μου, η ιστορία, εκδ. Ολκός, Αθήνα 2007 σελ.170-171, αποσπάσματα].

Δείτε και:

Πιέρ Βιντάλ-Νακέ (1930-2006): Προδότης κάθε δόγματος (Ελευθεροτυπία, 24-9-2006)

Ειρήνη, Σαλώμ, Σαλάμ: Μνήμη Πιερ Βιντάλ-Νακέ (Ο δρόμος, 15-6-2010)

Jean Clair, Χειμώνας στον πολιτισμό

2 Σχόλια

Jean Clair,  Χειμώνας στον πολιτισμόμετάφραση: Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-8104-37-2.

Παραθέτουμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον απόσπασμα από το σπουδαίο βιβλίο του Jean Clair,  Χειμώνας στον πολιτισμό (σελ. 116-117), που επιχειρεί να αποτυπώσει τη σχέση βιβλικής αφήγησης και τέχνης :

[…]Η παραβολή του γάμου στην Κανά είναι στην Καινή Διαθήκη το σύστοιχο του συμποσίου του Βαλτάσαρ στην Παλαιά. Είναι η φωτεινή του εκδοχή. Στο συμπόσιο του βασιλιά Βαλτάσαρ, η καταστροφή έρχεται ως συνέπεια της ιεροσυλίας: στο γεύμα, το κρασί σερβίρεται στα ιερά ποτήρια. Στον γάμο στην Κανά, όταν το κρασί τελειώνει, ο Ιησούς, που είναι ένας από τους συνδαιτυμόνες, καλεί τους παρισταμένους να πιούν από τις έξι μεγάλες λίθινες υδρίες με το νερό για τους εξαγνισμούς – νερό που θα γίνει κρασί, και μάλιστα «καλό κρασί» όπως προσδιορίζεται, από αυτό που θα έπρεπε να κερνούν στην αρχή του γεύματος.

Στο πρώτο παράδειγμα, την καταστροφή και τη διάλυση την επιφέρουν η ιεροσυλία, η βεβήλωση, η χυδαία χρήση των λατρευτικών σκευών. Στη δεύτερη, την  αλλαγή, τη μετατροπή τρόπον τινά της λάσπης σε χρυσάφι, την επιφέρει η χρήση υλικών ταπεινής προέλευσης -και οικιακής χρήσης-, η πέτρα, το νερό ∙ αυτά προκαλούν την εμφάνιση του εκλεκτού υγρού.

Θα ήταν ελκυστικό να προσπαθήσει κανείς να χρησιμοποιήσει τις δυο αυτές παραβολές για να φωτίσει αφενός μια ιστορία της τέχνης η οποία, στις απαρχές της, βάλθηκε να μετατρέψει στα έργα που παρήγαγε και στο πέρασμα των αιώνων τα ταπεινά υλικά που χρησιμοποιούσε (σκόνες, γαίες, οξείδια των μετάλλων, χρωστικές ουσίες, λάδια, επιχρίσματα) σε πολύτιμα και να δημιουργήσει θησαυρούς ∙ και αφετέρου, τη μοίρα της «σύγχρονης  τέχνης» που δεν χρησιμοποιεί τους ιερούς και καταξιωμένους θησαυρούς της ιστορίας αυτής παρά μόνο για να παρουσιάσει τα υπολείμματά τους.

Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι ως άμεση συνέχεια της αφήγησης του γάμου στην Κανά και στο ίδιο δεύτερο κεφάλαιο του Κατά Ιωάννη Ευαγγελίου εξιστορείται το περιστατικό των εμπόρων που εκδιώκονται από τον Ναό…[…]

Jean Clair,  Χειμώνας στον πολιτισμόμετάφραση: Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2012, σελ. 116-117.

Άσγκερ Γιόρν: Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός

Σχολιάστε

Ἀσγκερ Γιόρν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, μετάφραση: Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2003, ISBN: 960-87756-0-4.

Στο βιβλίο Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός ο Άσγκερ Γιόρν αναλύει την περίφημη τριλεκτική μέθοδο. Το βιβλίο περιλαμβάνει εκτενέστατη και λίαν κατατοπιστική εισαγωγή του Γ. Δ. Ιωαννίδη (σελ. 7-25). Παραθέτουμε ένα απόσπασμα:

(…)Το Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, γραμμένο από τον ίδιο στα γαλλικά (και διορθωμένο από τον Jean-Jacques Rock), ήταν η συνεισφορά τού Γιόρν σ’ ένα συλλογικό έργο, το Signes gravιs sur les ιglises de l’ Eure et du Calvados[Σημεία χαραγμένα πάνω στις εκκλησίες τού Eure και τού Calavados], εκδ. Borgen, Κοπεγχάγη [1964]. Το θέμα αυτού του βιβλίου δεν ήταν τυχαίο. Αφορούσε σε παμπάλαια ακιδογραφήματα (graffiti), που είναι χαραγμένα πάνω στους τοίχους εκκλησιών (Manthelon, Doudeauville, Ste-Marie-du-Mont, Prey, Barquet, Mesnil-Hardy, Berville-la-Campagne, Vendoeuvre, Guichainville, Romilly, Vieux Pont, Bully, Les Ventes, κ.α.) της Νορμανδίας, μιάς περιοχής της Γαλλίας με έντονη την ιστορική παρουσία του σκανδιναβικού στοιχείου. Τυχαία δεν ήταν ούτε η επιλογή τών υπόλοιπων συνεργατών του βιβλίου: οι καθηγητές Glob, Gjessing, de Bouard και Reau, από τη Δανία και τη Γαλλία αντίστοιχα, έδιναν τις δικές τους ερμηνείες παρουσιάζοντας τη γαλλική και τη σκανδιναβική προσέγγιση τού ζητήματος.

[Από την εισαγωγή του Γ. Δ. Ιωαννίδη στο: Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, σελ. 7. Ολόκληρη η εισαγωγή προδημοσιεύθηκε στο Happy Few. Για μετάβαση και μελέτη της εισαγωγής πιέστε εδώ].

Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα από τη σελίδα 56 του βιβλίου:

(…) Η Ιστορία μας μαθαίνει ότι πολλοί από εκείνους που στιγμάτισαν τους Βαρβάρους και τους ανασκολόπισαν δημόσια, άσκησαν και οι ίδιοι και τευτονισμό και βανδαλισμό. Άντλησαν μάλιστα τη δόξα τους και την τέχνη τους από τέτοιες πράξεις, κάτι που οι χρονικογράφοι τους καταγράφουν εν αφθονία. Είναι σαφές ότι το χαμηλό επίπεδο συνείδησης, που μαρτυρά αυτή η καυχησιολογία, χαρακτηρίζει ακριβώς τους βαρβάρους. Πράγματι, η σημασία του βαθμού συνείδησης έχει γίνει πιο κοινά αποδεκτό κριτήριο, με το οποίο διαφοροποιούμε τον βάρβαρο από τον πολιτισμένο(…).

Ἀσγκερ Γιόρν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, μετάφραση: Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2003, σελ. 56.

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: