Νικόλας Σεβαστάκης, Ταξίδι στο άγνωστο

Σχολιάστε

Νικόλας Σεβαστάκης, Ταξίδι στο άγνωστο: Φιλελεύθερη δημοκρατία και κρίση πολιτισμού, εκδόσεις Στερέωμα, Αθήνα 2020, ISBN: 978-960-8061-81-1.

Από την ιστοσελίδα του εκδότη: 

Παλιές ενστάσεις για τον αδύναμο χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας επιστρέφουν δριμύτερες. Ο συγγραφέας βλέπει καχύποπτα την εύκολη αποκαθήλωση των φιλελεύθερων δημοκρατιών τονίζει όμως ότι οι συναγερμοί είναι αναγκαίοι και πιστεύει ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στις πολιτικές αποτυχίες και στις πολιτισμικές προκλήσεις που μας περιβάλλουν.

Στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού πρώτου αιώνα πολιτικοί θεωρητικοί, καλλιτέχνες και μυθιστοριογράφοι βεβαιώνουν ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία βρίσκεται σε αποσύνθεση. Παλιές ενστάσεις για τον ρηχό και αδύναμο χαρακτήρα αυτής της δημοκρατίας επιστρέφουν δριμύτερες σε συνδυασμό με μια σοβαρή κρίση ταυτότητας του δυτικού παραδείγματος. 

Στο καινούριο του δοκίμιο ο Νικόλας Σεβαστάκης επανέρχεται στο θέμα της κριτικής του πολιτισμού και στο πώς αυτή τέμνεται με τις απαιτήσεις της πολιτικής σκέψης. Περνώντας από τους αφορισμούς του Μισέλ Ουελμπέκ και τις αφηγήσεις για την παρακμή της Δύσης στις ψυχρές διαγνώσεις των πολιτικών αναλυτών, ο συγγραφέας συζητεί τις διαφιλονικούμενες ταυτότητες της δημοκρατίας. 

Δυο ερωτήματα διατρέχουν το βιβλίο: μπορούν άραγε ιδέες και ρυθμίσεις κληρονομημένες από προγενέστερες αστικές εποχές να αντέξουν το σοκ των σημερινών ανελέητων μετασχηματισμών; Μπορεί η πολιτική συζήτηση για τη δημοκρατία να αφήσει έξω τα βαθιά, ανθρωπολογικά ερωτήματα για τον προορισμό μας; Ο συγγραφέας βλέπει καχύποπτα την εύκολη αποκαθήλωση των φιλελεύθερων δημοκρατιών από κάποιους θεωρητικούς και ανθρώπους της τέχνης. Την ίδια στιγμή όμως τονίζει ότι οι συναγερμοί είναι αναγκαίοι και πιστεύει ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στις πολιτικές αποτυχίες και στις πολιτισμικές προκλήσεις που μας περιβάλλουν.

https://www.stereoma-sa.gr/p/dokimio/taksidi-sto-agnwsto/

***

Μικρό απόσπασμα από το βιβλίο: 

[σελ.21] […] Ανάμεσα στο 2000 και στο σήμερα, παρατηρούμε την εμφανή συρρίκνωση όλων των υπερεθνικών υποσχέσεων ή μάλλον τον περιορισμό τους σε όλο και πιο μειοψηφικά  ακροατήρια στο πολιτικό κέντρο ή σε κύκλους της φιλελεύθερης αριστεράς.  Την προσοχή κερδίζουν διάφοροι ρεαλιστικοί σκεπτικισμοί που πιέζουν, όπως φαίνεται, όλους τους δρώντες παράγοντες της πολιτικής να αναπροσαρμόσουν τις «ευρωπαϊστικές» τους αυταπάτες. Η δημοκρατία ξαναγίνεται πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στη ρητορική για κάποια ριζοσπαστική της επανίδρυ-[σελ.22]ση και στη ράθυμη συνέχιση των κεκτημένων τελετουργιών της. Αυτό που υποχωρεί είναι η ανακαινιστική ορμή στην οποία αναγνωρίζονταν τόσο η ακτινοβολία ορισμένων θεσπισμένων αρχών και κανόνων όσο και οι στιγμές της δημιουργικής δράσης οι οποίες έφερναν συχνά νέες ερμηνείες «στο τραπέζι». Αναγνωρίζονταν, για παράδειγμα, τόσο η ανάγκη για μια ιδέα του κοινού καλού όσο και οι δημιουργικές πολιτικές συγκρούσεις ως δύο πτυχές μιας ενιαίας κίνησης. Αυτή, ωστόσο, η πρόσληψη της δημοκρατικής ισορροπίας ανάμεσα σε στοιχεία τάξης και δυναμικές κίνησης, σε ρουτίνες και πειραματισμούς, θεωρείται πλέον είτε ξεπερασμένη από τον ρου της Ιστορίας είτε αδύναμη να εμπνεύσει τις διεκδικήσεις ατόμων και κοινοτήτων στις σημερινές πολυκερματισμένες κοινωνίες. Σε μια τέτοια κλινική διάγνωση αμηχανίας βρισκόμαστε εδώ και κάποια χρόνια, ιδίως από τότε που η ύστατη έξαρση της φιλελεύθερης δημοκρατικής αισιοδοξίας στην τελευταία δεκαετία του εικοστού αιώνα καταλάγιασε για να μετατραπεί πια σε άσχημο προαίσθημα και απαισιόδοξη προφητεία για το μέλλον. […]

Νικόλας Σεβαστάκης, Ταξίδι στο άγνωστο: Φιλελεύθερη δημοκρατία και κρίση πολιτισμού, εκδόσεις Στερέωμα, Αθήνα 2020, σελ. 21-22 (απόσπασμα)

***

Πρβλ. και:

Πρόλογος-Η αχανής ήπειρος

(εκτενές απόσπασμα από τις σελ. 11-22 του βιβλίου στην ιστοσελίδα του εκδότη)

Νικόλας Σεβαστάκης, [Μυστήριο και Δημοκρατία]

Σχολιάστε

Νικόλας Σεβαστάκης, Η αλχημεία της ευτυχίας: Δοκίμιο για τη σοφία της εποχής, εκδόσεις Πόλις, τέταρτη έκδοση, Αθήνα 2001, ISBN: 960-8132-06-01.

Απόσπασμα από το 3ο δοκίμιο του βιβλίου με τίτλο «Έχασε ο κόσμος τη μαγεία του;» [σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου]: 

(…)[σελ.42] Ο δημοκρατικός άνθρωπος – σε αντίθεση με το καπιταλιστικό είδωλο του- κατασκευάζει το μυστήριο στη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους και όχι τόσο στη σχέση του με τα πράγματα. Ως προς αυτό παραμένει θεμελιωδώς χριστιανός: αν το παγανιστικό μυστήριο είναι φυσικό ή οντολογικό -αστρικό, γαλαξιακό, νεραϊδοβακχικό, αριθμοσοφιστικό- το μυστήριο με την χριστιανική έννοια του όρου είναι ηθικό και αγαπητικό. Δεν παράγεται από μια συναρπαστική κοσμολογική ή μεταφυσική αλήθεια αλλά από την αλήθεια του αγαπημένου, τη μηδέποτε κτησθείσα, την απεριχώρητη και αστάθμητη. Αντίθετα η ειδωλολατρεία του μυστικού και μαγικού δεν περιλαμβάνει παρά δύο όρους: τον εαυτό και τα πράγματα, το εγώ και το σύμπαν μέσα στο οποίο στοιβάζονται οι “άλλοι” άνθρωποι σαν δείγματα μιας κοσμικής πανίδας και χλωρίδας πλάι στα φυτά, στις θάλασσες, στους εξωγήινους, στα κουάρκς και στα νετρόνια.

[σελ.43] Για τη δημοκρατική σοφία το μυστήριο βρίσκεται με τη σειρά του στη μεσίτευση, όχι στην αμεσότητα. Δεν επικεντρώνεται στον ένα ή στον άλλο αλλά στη σχέση τους, σε αυτό που διαφεύγει από τους δυο, στην ακριβή και πολύτιμη τρίτη διάσταση. Είναι μια αλήθεια τριαδική και γι’ αυτό τραγική. Ο χορός στην αρχαία τραγωδία, το Άγιο Πνεύμα στη χριστιανική εμπειρία, ο “αφηγητής” στο σύγχρονο μυθιστόρημα, οι ενδιάμεσοι σταθμοί ελέγχου στη νεότερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τι άλλο είναι παρά ενσαρκώσεις αυτού του τριαδισμού που εισάγει το μυστήριο και το δράμα της ενσάρκωσης; Η μεσιτεία (η ενσάρκωση) είναι συγχρόνως πόνος και ελευθερία, έλλειψις και πλήρωσις, στρέφεται διψασμένη προς την αλήθεια αλλά ποτέ δεν την κατέχει πλήρη και αρτιμελή.

Η ανθρωπιστική σοφία μπορεί να συνοψιστεί σε μια μόνο λέξη: ενσάρκωση. Ενσάρκωση που σημαίνει πως θα πρέπει να κατοικήσουμε το τραγικό, όχι να το μισήσουμε ούτε να το αρνηθούμε για το Τέλειο. Ενσάρκωση που σημαίνει πως θα μας λείπει πάντοτε το “όλον σώμα”, το όλον της αλήθειας, το όλον της ευτυχίας, το όλον της υγείας, το όλον του ανθρώπου και του αγαπημένου. Αυτό δεν υπονοεί πως δοξάζουμε την αρνητικότητα και τη μοναξιά των διαφορών ή των ελλείψεων. Κάθε άλλο. Η ανθρωπιστική σοφία κατανοεί απλώς πως δεν υπάρχει ενσάρκωση δίχως πάθος και έλλειψη. Ενώ σε κάθε μονιστική σο- [σελ.44] φία (οντολογική, θεολογική ή πολιτική) περιφρονείται η αλήθεια της ενσάρκωσης: δοξάζεται η αρμονία δίχως ελλείψεις, η αφθονία της παραγωγής, η πλήρης κοινωνία, η μεγιστοποιημένη επίδοση.

Υπερασπίζομαι την ιουδαιοχριστιανική και ελληνοδυτική σοφία στην ποικιλία και στον εσωτερικό πλούτο της, με όλες της τις αντιθέσεις και ετερότητες: αυτό σημαίνει πως αναγνωρίζω στα σπουδαιότερα έργα του ευρωπαϊκού και μεσογειακού πολιτισμού την πικρή και ζείδωρη αλήθεια της ενσάρκωσης. Με αυτή την έννοια μπορώ να υποδεχτώ στην παράδοση μου παρουσίες τόσο διαφορετικές και “ξένες” μεταξύ τους όπως τον ιουδαϊκό νόμο, το αρχαιοελληνικό δράμα, το χριστολογικό μήνυμα, τη νεωτερική φιλοσοφία, την πολιτική δημοκρατία, την ψυχαναλυτική έρευνα, το μυθιστόρημα, το δίκαιο και την κριτική του, την επιστημονική ερώτηση και τη μεταφυσική αντερώτηση.

Σε κάθε μια από αυτές τις περιοχές κάτι πραγματώνεται και κάτι λείπει, έτσι ώστε να ανοίγεται η δυνατότητα της αντίστασης, της απορίας, της αγωνίας. Αυτό το αγωνιώδες και αγωνιστικό πνεύμα που αποστραγγίζεται στη θρησκεία της εποχής, σε τούτο το μείγμα δεισιδαιμονίας και υπερκαπιταλιστικής ειδωλολατρείας, είναι αυτό που συνοδεύει το μενού της παγκοσμιοποίησης.

Νικόλας Σεβαστάκης, Η αλχημεία της ευτυχίας: Δοκίμιο για τη σοφία της εποχής, εκδόσεις Πόλις, τέταρτη έκδοση, Αθήνα 2001, σελ.42-44 (απόσπασμα)

Παρουσίαση του βιβλίου «Λεωφόρος ΝΑΤΟ: Δοκιμή περιπλάνησης» του Νικήτα Σινιόσογλου το Σάββατο 15/2/2020 στην Αθήνα

Σχολιάστε

Ο Στρατής Δούκας για τον ζωγράφο Σπύρο Παπαλουκά

Σχολιάστε

Στρατής Δούκας, Μαρτυρίες και κρίσεις, εκδόσεις Κέδρος, γ΄ έκδοση, Αθήνα 1977

[…] Μετά τον Παρθένη, το έμπειρο μάτι δεν μπορεί παρά να σταθεί, υπερπηδώντας, στην προσωπικότητα του Παπαλουκά. Βουβός και δυσκολοδιάβαστος, αβοήθητος από κάθε άλλο μέσο εξωτερίκευσης, έξω από την καθαρή τεχνική του, δεν είναι άπορο, πως άφησε άναυδη την κριτική. Το διάχυτο φως του, τον δείχνει σαν τον πιο γνήσιο μετεμπρεσσιονιστή, που δεν δοκιμάστηκε από το κυβιστικό και μετακυβιστικό κίνημα. Ο διανοητικισμός, του στάθηκε πάντοτε ξένος. Ωστόσο μια αρχιτεκτονική, πλαστική, ενεργεί από μέσα με ακρίβεια των χαράξεων. Το πινέλο του δρά βροχή από φως και σκιά. Αντοχή στην πλοκή των στοιχείων, είναι εκείνο που τον χαρακτηρίζει: φως, τόνος, χρώμα, σχήμα, -αντίνομες δυνάμεις- στα σημεία ακριβώς που αλληλοεπιδρούν και αλληλοεπηρεάζονται. Μια διαλεκτική -θα λέγαμε- αντιμετώπιση των αντιθέσεων, που τα θέλει όλα να υπάρχουν και όλα να εξείρονται. Η ύλη δεν υπάρχει για να αναδείξει το πνεύμα, η ίδια η ύλη στέκει σαν ύμνος στο πνεύμα, Δεν είναι μεταφυσικός αλλά φυσικός. Η ανδρική και δώρια φύση του, αποκρούει την ένταση, ζητώντας την ισορροπία. Πνεύμα αντικειμενικό με αίσθημα βαθύτατα κοινωνικό, μας παρουσιάζει ένα έργο ακόμη στην εξέλιξη του, ένα έργο που είναι προορισμένο όχι μόνο να διδάξει αλλά και να συνεχισθεί. Είναι η πιο πραγματική κατάθεση για μια ζωγραφική παράδοση. […]

Σπύρος Παπαλουκάς, Πύργος Ουρανουπόλεως (1952)

Στρατής Δούκας, Μαρτυρίες και κρίσεις, εκδόσεις Κέδρος, γ’ έκδοση, Αθήνα 1977, σελ. 87-88 (απόσπασμα)

HENRI CARTIER-BRESSON, H ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ

Σχολιάστε

[…]Η φωτογραφία είναι για μένα η αναγνώριση μέσα στην ίδια την πραγματικότητα ενός ρυθμού επιφανειών, γραμμών ή αξιών∙ το μάτι αποσπά το θέμα κι η μηχανή δεν έχει παρά να κάνει τη δουλειά της, να αποτυπώσει στο φιλμ την απόφαση του ματιού. Μια φωτογραφία βλέπεται στο σύνολό της, με μια ματιά, σαν πίνακας∙ η σύνθεση είναι μια συγχρονισμένη συμμαχία, ο οργανικός συντονισμός κάποιων ορατών στοιχείων. Δεν συνθέτουμε δίχως λόγο, χρειάζεται μια αναγκαιότητα, και δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τη μορφή από το περιεχόμενο. Στη φωτογραφία υπάρχει μια καινούργια πλαστική, έργο των στιγμιαίων γραμμών∙ δουλεύουμε με την κίνηση, μ’ ένα είδος προαισθήματος της ζωής, και η φωτογραφία οφείλει να αγγίζει μέσω της κίνησης την εκφραστική ισορροπία[…].

Henri Cartier-Bresson, Η αποφασιστική στιγμή: Λόγος για τη φωτογραφία, μετάφραση: Σοφία Διονυσοπούλου, εκδόσεις Άγρα (σειρά: Ο άτακτος λαγός β’-11), μετάφραση: Σοφία Διονυσοπούλου, Αθήνα 2013, σελ. 19 (απόσπασμα)

  [πηγή]

Richard Sennett, Η τυραννία της οικειότητας

Σχολιάστε

Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας: Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό, μετάφραση: Γιώργος Ν. Μέρτικας, επιμέλεια: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999, ISBN: 960-211-480-0.

1173843_573775492681897_778512002_n

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Αξιολογώντας με ευαισθησία ένα πλήθος πηγών και παραδειγμάτων από τους τρεις τελευταίους αιώνες της ιστορίας του δυτικού πολιτισμού, ο Sennett ζητά να φωτίσει μιαν ουσιώδη στροφή: εκείνη που οδήγησε από την εναρμόνιση της δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας στην σύγκρουσή τους και στη σημερινή πρόταξη του ιδιωτικού στοιχείου απέναντι στο δημόσιο ως συνέπεια του κατακερματισμού της κοινωνίας σε άτομα. Η δημόσια σφαίρα ήταν ένας αυτονόητος χώρος εκδίπλωσης του ατόμου πέρα από τον στενό κύκλο της οικογένειας και των προσωπικών του φίλων· η επαφή με ξένους και συνάμα η απόσταση απ’ αυτούς, όπως την καθόριζαν κανόνες ευγενείας και συμπεριφοράς, αποτελούσε το φυσικό πεδίο ανάπτυξης δραστηριοτήτων, όχι απλώς επαγγελματικών, αλλά και πολιτισμικών, πολιτικών και κοινωνικών με την ευρύτερη έννοια. Η πρόταξη του προσωπικού και ιδιωτικού στοιχείου, συχνά υπό το πρόσχημα της αμεσότητας, γκρεμίζει ακριβώς τις λεπτές εκείνες αποστάσεις και συμβάσεις, οι οποίες καθιστούν δυνατή τη λειτουργία της δημόσιας σφαίρας. Ενώ φαίνεται να γκρεμίζονται τείχη, στην πραγματικότητα εγκαθιδρύεται η «τυραννία της οικειότητας», η ανελέητη πάλη των ναρκισσισμών – η ίδια η πολιτική βλέπεται υπό το πρίσμα ιδιωτικών και ψυχολογικών παραγόντων. Ο Sennett παρακολουθεί τη διαμόρφωση αυτών των φαινομένων, που συνιστούν την καθημερινή μας εμπειρία στις σύγχρονες δυτικές μαζικές δημοκρατίες, σε πολλές εκφάνσεις και διεργασίες ήδη από τον 19ο αι.: στη ζωή της πόλης και στην οικογένεια, στη μόδα και στην εμπορευματοποίηση, στην πολιτική ρητορική και στο θέατρο, στη λογοτεχνική κίνηση και στην αρχιτεκτονική.

Απόσπασμα από τη σελ. 66 του βιβλίου:

[Απόδειξη ή ευλογοφάνεια;]

Η λέξη «απόδειξη» κατέληξε στις εμπειρικές κοινωνικές σπουδές να έχει ένα ατυχές νόημα: καμμία άλλη εξήγηση δεν είναι εφικτή πέραν αυτής που προκύπτει ύστερα από μια δεδομένη διαδικασία έρευνας. Παλίνδρομες αναλύσεις, μέτρα του χί  και του γάμμα, χρησιμοποιούνται πλέον σε ποσοτικές μελέτες προκειμένου να γίνει επιλογή μεταξύ εναλλακτικών ερμηνειών, κατασκευάζοντας μιάν ιεραρχία εξαιρέσεων. Οι ποιοτικές μελέτες συχνά κι εσφαλμένα πασχίζουν ν’ αποδείξουν επιχειρήματα με τον ίδιο τρόπο. Ο ερευνητής οφείλει να προσπαθεί να εξαντλήσει όλο το φάσμα γνωστών λεπτομερειών περί του αντικειμένου. Ειδάλλως ίσως να υφίστανται δεδομένα άγνωστα για τον ερευνητή τα οποία «αναιρούν» το επιχείρημα του. Σε μια κλίμακα αλήθειας στηριγμένη σε εξαιρέσεις, η αντίφαση λόγω της ανακάλυψης μιας νέας μαρτυρίας πρέπει να σημαίνει ακύρωση του αρχικού επιχειρήματος, γιατί πώς είναι δυνατόν δύο αντίθετες ερμηνείες του ίδιου αντικειμένου ν’ αληθεύουν εξίσου;

Αυτός ο εμπειρικισμός, βασιζόμενος σε αποκλεισμό μέσω εξάντλησης των μαρτυριών, αντιτίθεται σε κάθε πραγματική ιδέα πνευματικής ειλικρίνειας. Φθάνουμε στην πνευματική ειλικρίνεια αφού παραδεχθούμε, κυριολεκτικά, την πραγματικότητα της αντίφασης, και διαγράψουμε κάθε ελπίδα πως θα καταλήξουμε σε μια αμετάβλητη απόφανση. Ο κανόνας που ορίζει ότι πρέπει να εξαντλείται το θέμα είναι πρακτικά ιδιόμορφος ∙ φαίνεται να είναι συνδεδεμένος με μια προϊούσα μικρογράφηση της εστίας του ζητήματος, έτσι ώστε όσα περισσότερα «γνωρίζουμε» περί του θέματος, τόσο περισσότερες λεπτομέρειες γνωρίζουμε. Η αναισθητοποίηση της διάνοιας είναι το αναπόφευκτο προϊόν αυτής της μορφής απόδειξης, γιατί απαιτεί να μην γίνουν κρίσεις μέχρις ότου ληφθούν υπ’ όψιν όλα τα γεγονότα – οψέποτε.

Στην ποιοτική έρευνα, η «απόδειξη», εάν πρέπει να χρησιμοποιούμε διόλου αυτήν τη φορτισμένη με ανησυχία λέξη, αποτελεί θέμα κατάδειξης μιας λογικής σχέσης∙ ο ποιοτικός ερευνητής έχει αναλάβει το βάρος της ευλογοφάνειας. Έφθασα να πιστεύω ότι αυτό το βάρος είναι μεγαλύτερο και πιο άτεγκτο απ’ ό,τι οι δεσμεύσεις που νιώθει κάποιος ερευνητής αποκλείοντας μιαν εξήγηση χάριν μιας άλλης, ανεξάρτητα από την αντίστοιχη δύναμη λογικής συνοχής τους. Η εμπειρική ευλογοφάνεια αφορά την κατάδειξη της εμπειρικής συνάφειας ανάμεσα σε φαινόμενα τα οποία μπορούν να περιγραφούν συγκεκριμένα. […]

Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας: Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό, μετάφραση: Γιώργος Ν. Μέρτικας, επιμέλεια: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999,σελ.66.

Δείτε και:

Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας (Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ)

Πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός

Σχολιάστε

ΕΥΑΓΓΕΛΗ ΑΡ. ΝΤΑΤΣΗ

Πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός

Ο «ετεροχρονισμένος διάλογος» του ιερομονάχου Κοσμά και του αγωνιστή Μακρυγιάννη

 εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, σσ. 263

 

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Θεολόγου Καθηγητή – DEA Εκκλησιαστικής Ιστορίας – Δρ Θεολογίας ΑΠΘ

  Η γοητεία της σπουδής σε όποιον σελίδα-σελίδα περιδιαβεί τη συγκεκριμένη μελέτη, θα σηματοδοτηθεί από την ανακάλυψη μιας διαφορετικής συνιστώσας των ιστορικών τεκμηρίων, στις τάσεις των οποίων σήμερα η ιστορική επιστήμη όλο και περισσότερο θητεύει. Είναι πράγματι γεγονός ότι η σύγχρονη ιστοριογραφία, απαλλαγμένη από αδυναμίες παλαιότερων εποχών, έχει καταφέρει να αποτυπώσει ένα διαφορετικό λόγο, που συνεχώς ιχνηλατεί πρόσωπα και γεγονότα, συνεργαζόμενη άμεσα με όμορες προς σ’ αυτήν επιστήμες: Λαογραφία, Κοινωνική Ανθρωπολογία, Αρχαιολογία, Γεωγραφία, Θεολογία.

                Όσον αφορά τώρα την παρουσίαση της μελέτης της κ. Ντάτση, ευθύς εξ αρχής, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω δύο θεωρητικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά στον τίτλο: «πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός». Η χρησιμοποίηση των δύο αυτών όρων, έρχεται να εφαρμοστεί με τον καλύτερο τρόπο, στα εξεταζόμενα πρόσωπα, στην παγιωμένη πνευματική παράδοση του Γένους που εκπροσωπούσε ο Πατροκοσμάς – «επίσημου και ανώτερου πολιτισμού» που μόρφωνε και εκπολίτιζε αγράμματους Έλληνες – αυτή ήταν η ταυτότητα του ακροατηρίου του – και στο «λαϊκό και κατώτερο» πολιτισμό που πραγμάτωνε ο ατόφιος αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 Μακρυγιάννης. Η «προφορική παράδοση του λαϊκού κηρύγματος» που διαχύθηκε με τις ετερόγραφες Διδαχές του ιερομονάχου Κοσμά σε αναλφάβητες ομάδες Ελλήνων της Τουρκοκρατίας, «διασταυρώνεται και διαλέγεται» με έναν ολόκληρο «συμβολικό σύστημα» αξιών, τη «μαγική σκέψη» (τρόπο που διανοούνται οι αναλφάβητοι πληθυσμοί), που κι αυτή διαχύθηκε με τα Απομνημονεύματα και τα Οράματα και Θάματα του Μακρυγιάννη, σε μία «διαχρονική συλλογικότητα», διαφορετική όμως, αναλφάβητη για τον Πατροκοσμά, «επώνυμη και εγγράμματη» για τον Μακρυγιάννη.

                Το δεύτερο θεωρητικό ζήτημα αφορά στον υπότιτλο του έργου, την ταυτότητα του «ετεροχρονισμένου διαλόγου». Και τα δύο πρόσωπα ζουν σε διαφορετικές εποχές. Πρώτος, ο ιερομόναχος Κοσμάς με τον «αποτρεπτικό λόγο του» προς καθετί που ερχόταν σε αντίθεση με τη χριστιανική κοσμολογία και ανθρωπολογία, επεδίωξε να επαναπροσδιορίσει το ορθοδοξοπατερικό υπόβαθρο της παράδοσης, μέσα από τρία επίπεδα: το «ιεραρχικό σχήμα του κόσμου», τον «καταστατικό χάρτη σύμφωνα με τον οποίο οφείλουν να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους» μόνο οι Χριστιανοί, και το σωτηριολογικό χαρακτήρα του κηρύγματός του. Θεωρητικό εφαλτήριο του αφυπνιστικού και αναγεννητικού έργου του, υπήρξε η εντελέχεια της ορθόδοξης θεολογικής διδασκαλίας. Από την άλλη πλευρά, δεύτερος, ο Μακρυγιάννης με το γραπτό λόγο του, αυτοβιογραφούμενος και «μετέωρος ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς», αυτόν της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής Ελλάδας, βαπτισμένος στον απόηχο του κηρύγματος του Πατροκοσμά – πολύ ορθά η συγγραφέας εδώ θεωρεί ότι ο νεαρός Μακρυγιάννης γαλουχήθηκε με τον παιδαγωγικό λόγο του, γι’ αυτό κατά τη  άποψή μου, η σχέση του με την Ορθοδοξία υπήρξε καθάρια και βιωματική – εξέφραζε τις παραδοσιακές συνισταμένες του βίου των Νεοελλήνων, υιοθέτησε και αυτός, με κάποιες βέβαια αποκλίσεις, την «ιεραρχική αντίληψη του κόσμου» και κινήθηκε με άνεση στην «καθημερινότητα της λαϊκής παράδοσης».

                Αξιοσημείωτη είναι η άποψη της συγγραφέως για την «προνομιακή αντίληψη της ιστορίας» που ως «παράμετρος της πολιτισμικής ηγεμονίας» έγινε το κυρίαρχο πολιτισμικό ιδεώδες της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται, για το ιδεολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο η Εκκλησία των χρόνων της Τουρκοκρατίας, με εκφραστή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στήριξε  ιδεολογικά και κατοχύρωσε την «εθελοδουλία» και την «αυτοπροστασία» της, όχι μόνο από τον Τούρκο κατακτητή, αλλά και από τον κίνδυνο του διαφωτιστικού ιδεολογικού ρεύματος, με κύριους εκφραστές τους Κολλυβάδες Πατέρες του Αγίου Όρους. Ο Πατροκοσμάς και σε ανάλογο επίπεδο ο Μακρυγιάννης, δείχνουν να αντιπροσωπεύουν και να υιοθετούν την πατροπαράδοτη βυζαντινή προοπτική, βάση της οποίας κάθε «συμβιβασμός» με την εκάστοτε πολιτική δύναμη, βασιζόταν στο σύστημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, που είχε διαμορφωθεί από τα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου.

                Το βιβλίο της Ευαγγελής Ντάτση, αν και «παλαιά» ως έκδοση, αποτελεί ευπρόσδεκτη συμβολή στην ιστορία των ιδεολογιών και νοοτροπιών του πνευματικού μας βίου, στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: