Ανοιχτή συζήτηση με αφορμή το νέο βιβλίο του Γ. Κοντογιώργη «Γνώση και Μέθοδος: 29 ερωτήματα για την κοσμοσυστημική γνωσιολογία» την Τετάρτη 13/12/2017 στην Αθήνα

Σχολιάστε

Μια ελεύθερη συζήτηση με τους πολίτες, με αφορμή το νέο βιβλίο του Γιώργου Κοντογιώργη, Γνώση και μέθοδος: 29 ερωτήματα για την κοσμοσυστημική γνωσιολογία.

Με αντικείμενο την αυτογνωσία, την αυτοσυνειδησία, τον αυτοπροσδιορισμό μας ως ανθρώπων και ως κοινωνίας και την γνωστική μας απελευθέρωση.

Την Τετάρτη 13/12/2017 στις 18:00 στο Πόλις Art Cafe στην Αθήνα.

Στη συζήτηση θα συμμετάσχει και ο Σωτήρης Αμάραντος.

Ο Πέτρος Θεοδωρίδης για τις απαγορεύσεις που επιβάλλονται στο όνομα της συμπόνιας

Σχολιάστε

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN: 978-960-9708-00-5.

12857_541646669195059_1409438088_n

Απόσπασμα από το έβδομο δοκίμιο του βιβλίου με τίτλο «Ταυτότητες και ξένοι«. [Πρώτη δημοσίευση στην επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 4, Καλοκαίρι 2006]:

(…) Η δεκαετία του 1990 σημαδεύτηκε και από μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα φόβου και ένα συντριπτικό αίσθημα αβεβαιότητας. Το «άλλο» και ο φόβος που το συνοδεύει βρέθηκε στον δυτικό κόσμο ως μετανάστης ή πρόσφυγας, ως φόβος της ανεργίας και της κοινωνικής υποβάθμισης. Επανήλθαν διλήμματα που είχαν ξεχαστεί ή απωθηθεί κάτω από το πάπλωμα της αισιοδοξίας και της πίστης στην πρόοδο της μεταπολεμικής εποχής.  Αρχικά η δεκαετία του 1990 φαινόταν  να είναι η δεκαετία της πολυπολιτισμικής αρμονικής συμφωνίας εθνών κάτω από την  μπαγκέτα ενός μεγάλου μαέστρου, του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου που, ως «γενικό ισοδύναμο», εξισώνει τις διαφορές μέσα από την αποδοχή της κυριαρχίας του. Νομιμοποιημένος «κοσμοπολίτης» κατέληξε να θεωρείται ο νομαδικού τύπου υπηρέτης του κεφαλαίου, ο πολύχρωμος, άοσμος άνθρωπος που σύμφωνα με μια παλιότερη διαφήμιση του CNN, το πρωί βρίσκεται στη Μόσχα, το μεσημέρι τη Νέα Υόρκη και το βράδυ στο Παρίσι.

Η παγκοσμιοποιημένη εκδοχή της πολυπολιτισμικότητας αναδεικνύει ως κυριότερη ηθική αρετή την ανεκτικότητα, η οποία εύκολα γλιστρά στην αδιαφορία.Όλοι είναι ίσοι! Καμία ηθική στάση δεν είναι καλύτερη από την άλλη!

Και έτσι υπηρετώντας τάχα την ανοχή μπαίνουμε σε απαγορεύσεις που επιβάλλονται στο όνομα της συμπόνιας, σε μια κατάσταση παράλογης μισαλλοδοξίας. (…)

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, σελ.147.

Giorgio Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης

1 σχόλιο

b127467Giorgio Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης: Όταν η «έκτακτη ανάγκη» μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, μετάφραση: Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007, ISBN 978-960-16-2508-9.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

H κατάσταση εξαίρεσης -έννοια που αντλεί την καταγωγή της από την «exceptio» του ρωμαϊκού δικονομικού συστήματος και την οποία ο Αγκάμπεν θεωρεί ταυτόσημη με την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης»- έχει αρχίσει σήμερα να μετατρέπεται, και με τη δική μας ανοχή, σε «φυσιολογικό» τρόπο διακυβέρνησης, τρόπο ο οποίος καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τόσο την εξωτερική όσο και την εσωτερική πολιτική των κρατών. (…) Όταν η κατάσταση εξαίρεσης τείνει να γίνει ο κανόνας, οι θεσμοί και οι ισορροπίες των δημοκρατικών συνταγμάτων δεν μπορούν να λειτουργήσουν και το ίδιο το όριο ανάμεσα στη δημοκρατία και τον απολυταρχισμό μοιάζει να καταλύεται. Κινούμενος σ’ έναν, εν πολλοίς, αχαρτογράφητο χώρο ανάμεσα στην πολιτική και το δίκαιο, ανάμεσα στην έννομη τάξη και την καθημερινή ζωή, χώρο τον οποίο οι περισσότεροι ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες αρνούνται να μελετήσουν, ο Αγκάμπεν εξετάζει μία προς μία τις νομικές θεωρίες που αφορούν την κατάσταση εξαίρεσης και φωτίζει με έναν ουσιαστικό και ριζοσπαστικό τρόπο τη σκοτεινή σχέση που συνδέει τη βία με το δίκαιο.

Απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου («Η κατάσταση εξαίρεσης ως παράδειγμα διακυβέρνησης»):

[σελ. 26]  Το πρόβλημα της κατάστασης εξαίρεσης παρουσιάζει εμφανείς αναλογίες με το πρόβλήμα του δικαιώματος αντίστασης. Πράγματι, έχει συζητηθεί πολύ, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια συντακτικών συνελεύσεων, η σκοπιμότητα εισαγωγής του δικαιώματος αντίστασης στο συνταγματικό κείμενο. (…)

[σελ. 27] (…) Οπωσδήποτε είναι βέβαιο πως αν η αντίσταση γινόταν δικαίωμα, ή ακόμα περισσότερο καθήκον (η παράλειψη του οποίου θα μπορούσε και να τιμωρείται), το σύνταγμα όχι μόνο θα προβαλλόταν ως μια απρόσβλητη και κατανοητή απ’ όλους αξία, αλλά και οι πολιτικές επιλογές των πολιτών θα ήταν νομικά θεσμοθετημένες. Γεγονός όμως είναι πως, τόσο στο δικαίωμα της αντίστασης όσο και στην κατάσταση εξαίρεσης, υπό αμφισβήτηση τίθεται τελικά το ζήτημα της νομικής σημασίας ενός πεδίου δράσης που καθεαυτό δεν προβλέπεται νομικώς. Έρχονται δηλαδή σε αντίθεση η άποψη που υποστηρίζει ότι το δίκαιο πρέπει να συμπίπτει με τον κανόνα και εκείνη που διατείνεται ότι το δικαιικό πλαίσιο υπερβαίνει τον κανόνα. Σε τελική όμως ανάλυση και οι δύο απόψεις αποκλείουν την ύπαρξη ενός πεδίου ανθρώπινης δράσης που εκφεύγει εντελώς του δικαίου. (…)

Giorgio Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης:Όταν η «έκτακτη ανάγκη» μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, μετάφραση: Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007,σελ. 26-27 (αποσπάσματα).

Δείτε και:

G. Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης και αποφατική θεολογία

ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ, Λαϊκισμός, Αντιλαϊκισμός και Κρίση, εκδόσεις Νεφέλη

2 Σχόλια

σσ

Νικόλας Σεβαστάκης, Γιάννης Σταυρακάκης, Λαϊκισμός, Αντιλαϊκισμός και Κρίση, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2012, ISBN 978-960-504-046-8.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Το θέμα αυτής της μελέτης είναι συγκεκριμένο: η συγκρότηση του σημερινού αντιλαϊκιστικού λόγου. Σε αυτόν τον λόγο, η αυτόματη σχεδόν διάγνωση (κάποιου είδους) λαϊκισμού συνυπάρχει με ευρύτερες αξιώσεις για την ερμηνεία της κρίσης και των αιτίων της. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, ο αντιλαϊκιστικός λόγος ενεργοποιεί μια βασική αφετηριακή πεποίθηση: ότι ο λαϊκισμός, και ιδιαίτερα ένας αριστερόστροφος ή προοδευτικός/αντιστασιακός λαϊκισμός, συνιστά εδώ και καιρό τον κύριο στρατηγικό εχθρό κάθε έλλογης πολιτικής, κάθε μεταρρυθμιστικής αγαθής βούλησης. […] Ο αντιλαϊκιστικός λόγος διεκδικεί πια με τη μεγαλύτερη ένταση το μονοπώλιο της ορθής χρήσης του δημόσιου λόγου και της πρακτικής πολιτικής φρόνησης. Εκδηλώνεται συγχρόνως ως η αυταπόδεικτη αλήθεια του πραγματικού, των όρων ύπαρξης και συγκρότησης της πραγματικής ζωής απέναντι στις «ονειροβασίες» των αντιπάλων του. […] Η κυρίαρχη πολιτική κλίση του σημερινού αντιλαϊκισμού είναι ένας ολιγαρχικός ελιτισμός σε απόκλιση από τον πυρήνα αξιών μιας φιλελεύθερης και κοινωνικής δημοκρατίας.
(Νικόλας Σεβαστάκης)

Η διαμάχη λαϊκισμού-αντιλαϊκισμού αναδύεται πλέον σε αξονική διαιρετική τομή της ελληνικής δημόσιας σφαίρας. Από τη μία, όπως ήταν αναμενόμενο, τα αιτήματα των κοινωνικών στρωμάτων και των πολιτών που βιώνουν τη βίαιη καθοδική κοινωνική κινητικότητα σταδιακά συντάσσονται μεταξύ τους σε ένα διεκδικητικό πλαίσιο που αντιπαραθέτει τον «λαό» στις εγχώριες και ευρωπαϊκές πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Από την άλλη, όπως δεν ήταν το ίδιο αναμενόμενο, ανίκανες και απρόθυμες να οικειοποιηθούν παραγωγικά και να μετουσιώσουν το «λαϊκό», οι εν λόγω ελίτ επιχειρούν να το απωθήσουν ανάγοντάς το στο σύστοιχό του «λαϊκιστικό», στο οποίο βολικά φορτώνουν κάθε κακοδαιμονία. […] Το κρίσιμο ερώτημα είναι μάλλον το εξής: πώς είναι δυνατόν να καλλιεργηθεί ένας υπεύθυνος λαϊκός-δημοκρατικός πόλος – ένας υπεύθυνος, δημοκρατικός λαϊκισμός; […] Πρόκειται για ένα στοίχημα ανοιχτό, μιας και ο δεσμός ανάμεσα στα λαϊκά-δημοκρατικά αιτήματα και τον φορέα, το πολιτικό υποκείμενο, που θα κατορθώσει να αναλάβει την αντιπροσώπευσή τους είναι αμφίδρομος, χαρακτηρίζεται από πλαστικότητα. Ο πολιτικός φορέας κατασκευάζει, επινοεί εκείνο που συγχρόνως αντιπροσωπεύει· προσφέρει στον «λαό» μορφή και προσανατολισμό.
(Γιάννης Σταυρακάκης)

Δείτε και:

Μόλις κυκλοφόρησε: Γ.Κοντογιώργης, Κομματοκρατία και δυναστικό κράτος

6 Σχόλια

Γιώργος Κοντογιώργης, Κομματοκρατία και δυναστικό κράτος:  Μια ερμηνεία του ελληνικού αδιεξόδου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-16-4545-2.

Στο οπισθόφυλλο του νέου βιβλίου του Γ.Κοντογιώργη διαβάζουμε:

Η ελληνική κρίση, που σοβεί επί σχεδόν δυο αιώνες, έχει ως πρωτογενή αιτία την αποδόμηση της κοινωνικής συλλογικότητας, η οποία οδήγησε στην πελατειακή της εξατομίκευση και, παραπέρα, στην αδυναμία της να βαρύνει στους πολιτικούς συσχετισμούς. Η κομματοκρατία, έχοντας ιππεύσει επί του κράτους, μετέβαλε την πολιτική τάξη σε δυνάστη της σύνολης κοινωνίας. Η σημερινή κρίση μπορεί να χαρακτηρισθεί ωε ένα απλό επεισόδιο στην αλυσίδα των καταστροφών που επισώρευσε η δυναστική κομματοκρατία στον ελληνισμό, η οποία, τη φορά αυτή, απειλεί την ίδια την ύπαρξή του.

Μας λένε να δει ο καθένας τον εαυτό του υπό το πρίσμα της ευθύνης του απέναντι στο κοινωνικό σύνολο, Λάθος. Οι κοινωνίες που βασίσθηκαν στην ατομική ηθική ευθύνη ή στην καλή προαίρεση ενός εκάστου χάθηκαν στον δρόμο ή, στην καλύτερη περίπτωση, βίωσαν ένα καθεστώς εσωτερικής ή εξωτερικής κατοχής. Το συλλογικό υπάρχει από τη στιγμή που το ατομικό εγγράφεται σε μια κανονιστική πραγματικότητα, την οποία ενσαρκώνει η πολιτεία. Η ίδια η ατομικότητα διαμορφώνεται μέσα στην πολιτεία και αποδίδει την ηθική της. Οι πολιτείες που δεν είναι εναρμονισμένες κανονιστικά με το συλλογικό υποκείμενο γίνονται αντικείμενο ιδιοποίησης από τους ισχυρούς και/ή από τους νομείς του κράτους. Η έξοδος από την κρίση δεν είναι εφικτή παρά μόνο εάν η ελληνική κοινωνία αποτινάξει το δυναστικό κράτος, εάν, με άλλα λόγια, ελευθερωθεί, με την ανάκτηση της πολιτειακής της συλλογικότητας.

Παραθέτουμε την περιγραφή του περιεχομένου του βιβλίου από την ιστοσελίδα του εκδότη:

Στο επίκαιρο αυτό βιβλίο, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι το δραματικό περιεχόμενο με το οποίο σημάνθηκε η ελληνική κρίση ανάγεται ευθέως στον χαρακτήρα της. Ενώ στις άλλες χώρες (ΗΠΑ, Ιρλανδία κ.ά.) η οικονομική κρίση συνδέεται με την ανατροπή της ισορροπίας που επήλθε μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς στο παγκόσμιο σύστημα, στην ελληνική περίπτωση το κράτος είναι πρωτογενής αιτία της κρίσης. Η ελληνική οικονομία, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών, δεν ενεπλάκη ούτε άμεσα ούτε, σχεδόν, έμμεσα στη διεθνή κρίση. Το κράτος μετακύλησε την κρίση στη χώρα, την εξέθεσε στο διεθνές πεδίο, τη μετέβαλε σε παρία της πολιτικής Ευρώπης, σε «παίγνιο» και, εν πολλοίς, σε «πειραματόζωο» των εξελίξεων που συντελούνται στον κόσμο.

Για να κατανοήσουμε το «ελληνικό πρόβλημα», πρέπει να έχουμε επίγνωση του χαρακτήρα του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εγκαλείται για τη βαθιά ριζωμένη ιδιοποίησή του και, συνάμα, για τον εκφαυλισμό του κρατικού μηχανισμού από το πολιτικό προσωπικό και τις δυνάμεις της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής. Εγκαλείται επίσης για την εγκατάσταση μιας σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής που διέρχεται από την «απο-συλλογικοποίηση» του κοινωνικού ιστού και, συγκεκριμένα, από την προσωπική εξάρτηση του πολίτη από τον πολιτικό.

Απόσπασμα από τη σελ. 49 του βιβλίου:


(…)Εν κατακλείδι, καταλήγουμε ότι η έξοδος από την κρίση συνδέεται, περισσότερο από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν, με την άρση των αιτίων της και, συγκεκριμένα, με την εκ θεμελίων κατάλυση του πολιτικού συστήματος της κομματοκρατίας, το οποίο συναιρείται με την έννοια του κατοχικού κράτους(…).

Γιώργος Κοντογιώργης, Κομματοκρατία και δυναστικό κράτος:  Μια ερμηνεία του ελληνικού αδιεξόδου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, σελ.49.

 

[update 2-4-2012] Δείτε και: 

Ολιγαρχικές συμμορίες

Μια πικρή διαπίστωση του Κόλιν Κράουτς για τις «Αγορές» στη μεταδημοκρατία

1 σχόλιο

Colin Crouch, Μεταδημοκρατία, εισαγωγή-μετάφραση:Αλέξανδρος Κιουπκιολής,εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2006, ISBN 960-7651-51-0.

(…) Μια από τις κυριότερες πολιτικές επιδιώξεις των εταιρικών ολιγαρχιών είναι αναμφίβολα η ήττα του αγώνα υπέρ της ισότητας.

Colin Crouch, Μεταδημοκρατία, εισαγωγή-μετάφραση:Αλέξανδρος Κιουπκιολής,εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2006,σελ.116.

 

Πέτρος Θεοδωρίδης,Η δημοκρατία στη νεωτερικότητα

2 Σχόλια

Απόσπασμα από το δοκίμιο του Πέτρου Π. Θεοδωρίδη «Δυσφορία στη δημοκρατία» που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 18 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.

[Αρχική δημοσίευση στο ιστολόγιο Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ(8-3-2012). Σύνδεσμος: http://nosferatos.blogspot.com/2012/03/blog-post_3860.html. Θερμές ευχαριστίες οφείλουμε στο φίλο Νοσφεράτο που επέτρεψε την αναδημοσίευση στις Αναγνώσεις].

(…)

Η δημοκρατία στη νεωτερικότητα
Οι αρχαίες δημοκρατίες ήταν απομονωμένες νησίδες ισότητας μεταξύ ομοίων, ανδρών μικροϊδιοκτητών, δουλοκτητών, εν μέσω μιας γενικευμένης ανισότητας. Αντίθετα, στη νεωτερικότητα συνεχίζουν βέβαια να υπάρχουν και να βαθαίνουν οι κοινωνικές ανισότητες, όμως συνυπάρχουν με μια γενικευμένη προσδοκία ισότητας. Η νεώτερη κοινωνία απαιτεί από τους ανθρώπους να είναι «συμβατοί» και «ομοιογενείς» ώστε να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της έντονης κοινωνικής κινητικότητας.
Η νεωτερικότητα σημαδεύτηκε από τη Γαλλική Επανάσταση, την επανεμφάνιση της δημοκρατίας αλλά και του μίσους εναντίον της. Το 1790 ο Έντμουντ Μπερκ δημοσίευσε τους Στοχασμούς για την Επανάσταση στη Γαλλία υποστηρίζοντας ότι οι γαιοκτήμονες αριστοκράτες ήσαν οι φυσικοί άρχοντες της Γαλλίας. Ο ποιητής Νοβάλις στο έργο του Χριστιανοσύνη ή Ευρώπη; (1799) ύμνησε τις «υπέροχες εκείνες ημέρες», όταν η Ευρώπη «ήταν ένα μια απέραντη πολιτική κι ηθική αυτοκρατορία του πνεύματος». Για τον Ντε Μαιστρ που το 1796 γράφει τους Συλλογισμούς για τη Γαλλία «το θέλημα του Θεού και όχι ο ανθρώπινος λόγος είχε πλάσει τους νόμους, θεσμούς και κοινωνίες».
Η θεωρία του φιλελευθερισμού, όπως τη διατυπώνει ο Τζον Λοκ, θεμελιώνεται στα ατομικά συμφέροντα. Ο βασικός στόχος των ενωμένων σε μια κοινότητα ανθρώπων υπό την αιγίδα μιας κυβέρνησης γίνεται η διαφύλαξη της ιδιοκτησίας τους και η νεωτερική δημοκρατία εμφανίζεται πλέον με τη μορφή της αντιπροσώπευσης. Κατά τον 18ο αιώνα δεν τίθεται πλέον θέμα άμεσης δημοκρατίας και ο ίδιος ο Ρουσσώ ήταν πεπεισμένος ότι μόνο μικρές κοινότητες θα την πλησίαζαν .
Οι φιλελεύθεροι υποστήριζαν ότι κάθε είδους κυριαρχία πρέπει να στηρίζεται στη βούληση του λαού. Από την άλλη όμως ήθελαν να διαφυλάξουν το δημοκρατικό πολίτευμα που προοριζόταν για δική τους χρήση. Η αρχή της εκπροσώπησης ήρθε να ρυθμίσει το πρόβλημα της λαϊκής κυριαρχίας. Επέτρεψε να αφαιρεθούν οι εξουσίες από τον κυρίαρχο λαό χωρίς να υπερβούν την αδιαίρετη φύση του. Έτσι περάσαμε από τη λαϊκή κυριαρχία στην κοινοβουλευτική κυριαρχία και η εκλογική διαδικασία σήμανε την επιστροφή στην καθησυχαστική επιλογή εκείνων που ο Τζον Άνταμς ονόμαζε «Οι Άριστοι και οι πιο σοφοί».
Μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ πολλών, δύο βασικές παραλλαγές της νεωτερικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Τη φιλελεύθερη και τη ρεπουμπλικανική. Η φιλελεύθερη εκδοχή καταγόταν από την Αγγλία και έθετε ως αρχή την υπεροχή της κοινωνίας. Το κράτος δεν μπορούσε να παίρνει πρωτοβουλίες που να υπερβαίνουν τις περιορισμένες αρμοδιότητες που του έχουν παραχωρηθεί από τους πολίτες. Η ρεπουμπλικανική εκδοχή υποστήριξε ότι οι πολίτες θα έπρεπε να υποταχθούν στην ιδέα της «κοινής βούλησης». Το κράτος εμφανίζεται πια ως ένα εκπαιδευτικό σχέδιο, ως προσηλυτισμός στη θρησκεία της αρετής του πολίτη. Στη ρεπουμπλικανική εκδοχή ο απωθημένος πλατωνικός πολιτικός επιστρέφει.
Πώς εξελίχθηκε η ιδιότητα του πολίτη στη φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία; Ο Μακφέρσον το 1977 διέκρινε τρία ιστορικά θεωρητικά μοντέλα φιλελευθερισμού από ένα τέταρτο —ως ευχή μάλλον παρά ως ιστορικό προηγούμενο, τη δημοκρατία της συμμετοχής. Ως πρώτο ιστορικό μοντέλο θεώρησε την προστατευτική δημοκρατία με κύριους εκφραστές τους εκπρόσωπους του ωφελιμιστικού φιλελευθερισμού τον Bentham και τον Jameς Mill. Στο μοντέλο αυτό επιχείρημα ήταν η προστασία του κυβερνωμένου από την κρατική καταπίεση. Το δεύτερο μοντέλο —με κύριο εκπρόσωπο τον John Stuart Mill— το ονομάζει αναπτυξιακή δημοκρατία. Εδώ δίνεται μια νέα ηθική θεώρηση της δημοκρατίας ως μέσου για την αυτό- ανάπτυξη του ατόμου. Στο τρίτο μοντέλο —δημοκρατία της Ισορροπίας, με κύριο εκπρόσωπο τον Joseph Schumpeter και το βιβλίο του Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία— το ηθικό αίτημα εγκαταλείπεται. Οι θεωρητικοί της ισορροπίας αντιπροτείνουν εδώ μια περιγραφή της δημοκρατίας ως ανταγωνισμού μεταξύ ελίτ, χωρίς εκτεταμένη λαϊκή συμμετοχή. Η δημοκρατία δεν αποτελεί σύνολο ηθικών σκοπών αλλά απλώς μηχανισμό επιλογής και εξουσιοδότησης κυβερνήσεων που συνίσταται σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοεπιλεγόμενων ομάδων πολιτικών ελίτ. Ο ρόλος των εκλογέων δεν είναι να παίρνουν αποφάσεις αλλά να εκλέγουν τους ανθρώπους που θα αποφασίζουν.
Το κλασικό πια έργο του βρετανού κοινωνιολόγου Thomas Humphrey Marshall (1893-1981), Citizenship and social class (1950) βασίζεται στη διάκριση μεταξύ αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Για τον Μάρσαλ η συμφιλίωση των αστικών, (18ος αιώνας) πολιτικών (19ος) και κοινωνικών δικαιωμάτων (20ός) κατέληξε στο κράτος πρόνοιας ως απόρροια μιας εξελικτικής διαδικασίας. Στην πλοκή της αφήγησης του Μάρσαλ, το επιστέγασμα των δικαιωμάτων, δηλαδή τα κοινωνικά δικαιώματα ενέχουν χαρακτήρα ενισχυτικό μιας αρχής ισότητας που οδηγεί στην άμεση αίσθηση συμμετοχής στην κοινότητα, τη βασισμένη στην προσήλωση σε έναν κοινό πολιτισμό. Θεωρώντας ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι αποτέλεσμα μιας σταδιακής εξέλιξης ο Μάρσαλ μοιάζει να αγνοεί την ασυνέχεια και τη διάσταση της πάλης των τάξεων στη διαμόρφωση της ιδιότητας του πολίτη καθώς και τον ρόλο εξωτερικών     παραγόντων π.χ. του πολέμου. Η ιστορική αλήθεια είναι ότι τα δικαιώματα ακολούθησαν μια πολύπλοκη και αντιφατική ιστορική πορεία και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πια, στην εποχή των μεταναστών το προφανές. Ο «γυμνός άνθρωπος, ο άνθρωπος που δεν ανήκει σε μια συγκροτημένη εθνική κοινότητα, δεν έχει κανένα δικαίωμα».
Η φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελεί ένα σχετικά πρόσφατο ιστορικό μόρφωμα. Δημοκρατία με ελεύθερες εκλογές, καθολική, ισότιμη και μυστική ψηφοφορία για άνδρες και γυναίκες, ελευθερίες του λόγου, της συνείδησης, του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι και της έκφρασης, την απαγόρευση της φυλάκισης χωρίς δίκη δεν υπήρχε σε κανένα μέρος της γης τον 19ο αιώνα, ενώ πριν από το 1914 επιβλήθηκε σε τέσσερις μόνο χώρες σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Στη Νέα Ζηλανδία το 1893, στην Αυστραλία το 1903, στη Φιλανδία το 1906 και στη Νορβηγία το 1913 και ως ένα βαθμό στις ανδροκρατούμενες δημοκρατίες της Γαλλίας και της Ελβετίας.
Αρχικά η εγκαθίδρυση της σύγχρονης δημοκρατίας συνοδεύτηκε  από έναν δραστικό περιορισμό της ιδιότητας του πολίτη με τη μορφή της τιμοκρατικής ψήφου. Εκλογείς θεωρούνταν μόνον εκείνοι οι πολίτες μιας χώρας που κατέβαλλαν έναν ελάχιστο φόρο ή που ήταν ιδιοκτήτες. Στα 1885, μόνον το 56% των βρετανών ενηλίκων ανδρών είχαν γίνει δεκτοί στο εκλογικό σύστημα. Για την καθολική ψηφοφορία έπρεπε να περιμένουν έως το 1918. Το Γαλλικό Επαναστατικό Σύνταγμα του 1791 διαχώρισε αρχικά τα τέσσερα εκατομμύρια τετρακόσιες χιλιάδες «ενεργούς» πολίτες από τα δύο εκατομμύρια χωρίς περιουσία και ψήφο. Φυσικά οι γυναίκες αποκλείονταν από την ιδιότητα του πολίτη και όπως διαμαρτυρήθηκε η Ολυμπία ντε Γκουζ, στο άρθρο 10 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων της γυναίκας και της πολίτισσας: «Η γυναίκα που έχει τα δικαίωμα να ανέβει στο ικρίωμα πρέπει να έχει εξίσου το δικαίωμα να ανέβει στο βήμα του κοινοβουλίου».
Το 1791 επήλθε μια νέα μορφή αποκλεισμού, η ψήφος κατά εκλογικά σώματα. Εν τέλει η καθολική ψηφοφορία συμπεριλήφθηκε στο Σύνταγμα της Γαλλικής Δεύτερης Δημοκρατίας όμως αντί να λειτουργήσει ως δούρειος ίππος της μεγάλης επαναστατικής πλημμυρίδας —όπως πίστευε ο Μαρξ— η καθολική ψηφοφορία εμφανίστηκε ως το πιο αποτελεσματικό φράγμα κατά της επαναστατικής ανατροπής απ’ ό,τι η στρατιωτική καταστολή. Στις προεδρικές εκλογές του 1848 και στη συνέχεια οι βουλευτικές εκλογές του Μαΐου του 1849 εξασφάλισαν τη νίκη του Λουδοβίκου Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Συχνά ξεχνάμε ότι αρχιτέκτονας του κράτους πρόνοιας ήταν ο Μπίσμαρκ που το επινόησε προκειμένου να εμποδίσει τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων. Μόλις τα έτη 1911-1913 άρχισε να διαμορφώνεται ένα υποτυπώδες πρόγραμμα κοινωνικής προστασίας στη Γαλλία και Σουηδία (σύνταξη) και τη Μεγάλη Βρετανία (ιατρική περίθαλψη). Και είναι μάλλον ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος που πιέζει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία να στραφεί προς μια κατεύθυνση ανακατανομής του πλούτου, αν θυμηθούμε την υπόσχεση της «αναφοράς Μπέβεριτζ» το 1942, στους Βρετανούς στρατιώτες —ένα κρατικό σύστημα δωρεάν ιατρικής περίθαλψης— που πολύ αργότερα θα εμπνεύσει στον Μισέλ Φουκώ τη ρήση «Πηγαίνετε λοιπόν να σφαχτείτε σας υποσχόμεθα μακρά κι ευχάριστη ζωή».
Η «εκλογική κωμωδία» για έναν αιώνα περίπου εμφανιζόταν ως απάτη που επέτρεπε τη συγκάλυψη των κοινωνικών ανισοτήτων. Οι αναρχικοί αντιμετώπιζαν τη δημοκρατία με τον ίδιο σεβασμό που θα έδειχναν σε οποιαδήποτε δικτατορία. Οι μαρξιστές είδαν στα δικαιώματα του πολίτη τη συγκάλυψη της πραγματικότητας του ιδιοκτήτη, ο οποίος επιβάλλει τον νόμο του πλούτου, κάτω από το προσωπείο των ίσων δικαιωμάτων αν και ο ίδιος ο Μαρξ είχε πιστέψει κάποτε ότι η καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας στη Μεγάλη Βρετανία μπορούσε να συντελέσει σε ένα ειρηνικό πέρασμα προς τον σοσιαλισμό. Εν γένει ο φορμαλισμός των εκλογών θεωρήθηκε από τους μαρξιστές ως αστικό τέχνασμα. Υπήρχαν φορές όπου οι εργάτες ψηφοφόροι κινητοποιούνταν για την ενίσχυση των εργατικών κομμάτων και άλλες που αρνούνταν να αναγνωρίσουν μια «εκλογική κωμωδία». Ήταν η μαρξιστική πειθαρχία της γερμανικής και αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας που περιόρισαν ως έναν βαθμό την περιφρόνηση προς την εκλογική διαδικασία.

Ύστερη Δημοκρατία

Η αρχή της δεκαετία του 1990 χαιρετίστηκε ως ο θρίαμβος της δημοκρατίας και του ατομικισμού. Βέβαια ήταν ο Τοκβίλ που προανήγγειλε την «προσεχή αναπότρεπτη και καθολική επικράτηση της Δημοκρατίας στον κόσμο» και επισήμανε «τους κίνδυνους της τυραννίας της πλειοψηφίας» την έλλειψη ανεκτικότητας, την αποθέωση της μετριότητας, την έλλειψη ανοχής στην διαφοροποίηση, την παραγωγή μορφών πολιτικής νωθρότητας. «Το πρώτο πράγμα που μου έλκει την προσοχή», έγραφε ο Τοκβίλ, «είναι ένα αναρίθμητο πλήθος ανθρώπων, όλων ισότιμων και παρόμοιων, διαρκώς αναζητούντων τις ποταπές και ευτελείς ηδονές. Καθένας από αυτούς, ζώντας απομονωμένος είναι αδιάφορος για την μοίρα όλων των άλλων. Υπάρχει μόνο στον εαυτό  του και για τον εαυτό του. Πάνω από αυτό το είδος των ανθρώπων βρίσκεται μια τεράστια και προστατευτική δύναμη απόλυτη, ακριβής, σταθερή, προνοητική και ήπια. Προσιδιάζει προς την εξουσία ενός γονέα. Αλλά, επιδιώκει να τους κρατήσει διαρκώς στην παιδική ηλικία. Είναι ικανοποιημένη που οι άνθρωποι μπορούν να χαίρονται υπό τον όρο πως δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο πέρα από την απόλαυση».
Στα τέλη του περασμένου αιώνα συγγραφείς σαν τον Λιποβέτσκι θεωρούσαν την προφητεία του Τοκβίλ πραγματοποιημένη. «Ποτέ», δήλωναν, «όσο σήμερα η δημοκρατία δεν ήταν τόσο σίγουρη για την εγκυρότητα των πλουραλιστικών θεσμών τόσο εναρμονισμένη με τα ήθη, με το προφίλ ενός ατόμου αλλεργικού στον αυταρχισμό και τη βία, ανεκτικού και διψασμένου για συχνές αλλά όχι επικίνδυνες αλλαγές». Ο ατομικισμός εμποδίστηκε μέχρι πρόσφατα από σκληρές ιδεολογικές πανοπλίες, θεσμούς και ήθη παραδοσιακά ή πειθαρχικά- εξουσιαστικά. «Αυτό ακριβώς το έσχατο σύνορο καταρρέει σήμερα με τρομερή ταχύτητα. Η διαδικασία προσωποποίησης, που την ωθούν η επιτάχυνση των τεχνικών, το management, η μαζική κατανάλωση, τα ΜΜΕ, ο ψυχολογισμός, φέρει στο αποκορύφωμά της τη βασιλεία του ατόμου, ρίχνει τους τελευταίους φραγμούς». Η μεταηθική κοινωνία, για τον Λιποβέτσκι, «φέρνει την εποχή όπου το καθήκον είναι γλυκανάλατο και αναιμικό, όπου η ηθική δεν απαιτεί πλέον την αφοσίωση σε κάποιον υπέρτατο αυτοσκοπό όπου τα υποκειμενικά δικαιώματα υπερισχύουν των επιτακτικών προσταγών, όπου τα ηθικά διδάγματα παρακάμπτονται από τα μηνύματα για καλύτερη ζωή, τον ήλιο των διακοπών, την μεντιακή ψυχαγωγία».
«Όμως στις αρχές του 21ου αιώνα αρκεί κανείς να απαριθμήσει», λέει ο Jacques Rancière, «τους κανόνες οι οποίοι επιτρέπουν στο αντιπροσωπευτικό σύστημα να ανακηρύσσεται δημοκρατικό για να προκαλέσει θυμηδία… Αυτό που αποκαλούμε δημοκρατία είναι ένας τρόπος κυβερνητικής λειτουργίας ολωσδιόλου αντίστροφος: αιώνιοι εκλεγμένοι που συσσωρεύουν αξιώματα, κυβερνήσεις που φτιάχνουν οι ίδιες τους νόμους, υπουργοί ή συνεργάτες υπουργών που βολεύονται σε δημόσιες επιχειρήσεις, κόμματα που χρηματοδοτούνται από απάτες». Και ο Colin Crouch, μας θυμίζει μερικά πολύ αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά της σύγχρονης «μετα-δημοκρατίας»· προεκλογικός αγώνας είναι ένα πλήρως ελεγχόμενο θέαμα που ενορχηστρώνεται από ειδικευμένους επαγγελματίες. Η πλειοψηφία των πολιτών κρατά μια απαθή στάση. Η πολιτική διαμορφώνεται με συνδιαλλαγές ανάμεσα στις εκλεγμένες κυβερνήσεις και τα κυρίαρχα συμφέροντα των επιχειρήσεων, οι πολιτικοί σύρονται πίσω από τις δημοσκοπήσεις, η προσωποποίηση της εκλογικής διαμάχης τείνει να υποκαταστήσει τον διάλογο, ασήμαντα γεγονότα της ιδιωτικής ζωής των πολιτικών καθίστανται κεντρικά ζητήματα από τα ΜΜΕ. Το κενό που άφησε η πολυδιάσπαση της εργατικής τάξης το κατέλαβαν οι εταιρίες, οι πολιτικοί σύμβουλοι και οι επικοινωνιολόγοι, με το κράτος να εκχωρεί όλο και περισσότερες εξουσίες στα επιχειρηματικά συμφέροντα. Η εκχώρηση όλο και μεγαλύτερων αρμοδιοτήτων του δημόσιου τομέα στον ιδιωτικό, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, την περιθωριοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, την αύξηση των ανισοτήτων, τη μεταβίβαση φορολογικών βαρών στους ασθενέστερους.
   Η δυσφορία στις δημοκρατίες μας γίνεται όλο και πιο έντονη. Η παγκόσμια κοινωνία γίνεται όλο και περισσότερο «Κοινωνία του ρίσκου», έννοια που πρώτος εισήγαγε ο Urlich Beck, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Oι συγκρούσεις για την κατανομή του πλούτου έχουν επικαλυφθεί από τις συγκρούσεις για την κατανομή των κινδύνων, που προκαλούνται από την ανάπτυξη.
   Σήμερα, καθώς μεγάλο μέρος της εξουσίας μεταβιβάζεται στο πολιτικά ανεξέλεγκτο παγκόσμιο χώρο, η πολιτική δράση και ο ατομικός βίος οδηγούνται στον κατακερματισμό, σε μια σειρά από βραχυπρόθεσμα προγράμματα και επεισόδια: στον «πρωτεϊκό» άνθρωπο της νέας εποχής που αναπτύσσει πολλαπλούς χαρακτήρες-ρόλους, που πορεύεται με θρύμματα μιας βραχύβιας συνείδησης πού χρησιμοποιούνται γα την εκάστοτε επικοινωνία του με τους εικονικούς του κόσμους.
Για τον Καρλ Πόπερ, η δημοκρατία ως «ανοιχτή κοινωνία» ορίζεται ως το αντίθετο της πλατωνικής ουτοπίας και ο Καστοριάδης επέμενε στην άρνηση κάθε απόπειρας ορισμού της τέλειας κοινωνίας. «Πρέπει να αποσκοπούμε στην εξεύρεση της πολιτείας που επιτρέπει κάθε φορά στην αυτοαλλοιούμενη κοινωνικοϊστορική πραγματικότητα, να δώσει στον εαυτό της τη νομοθεσία που της αντιστοιχεί».
Όμως στις μέρες μας η «ανοιχτή κοινωνία» αντί για την αυτοδιάθεση μιας ελεύθερης κοινωνίας, όπως την φαντάστηκε ο Καρλ Πόπερ, φέρει στο νου των ανθρώπων την εμπειρία ενός ευάλωτου πληθυσμού που κατακλύζεται από δυνάμεις που δεν ελέγχει. Στις μετανεωτερικές κοινωνίες μας ο φόβος μεταλλάσσεται σε αγωνία. Ο φόβος έχει ένα προσδιορισμένο αντικείμενο. Η αγωνία παραβλέπει το αντικείμενο και διακρίνεται από τον φόβο, από το γεγονός ότι ο φόβος προκαλείται από τα όντα του κόσμου, ενώ η αγωνία από το εγώ (Σαρτρ). Η αγωνία μεταλλάσσει και την έννοια της ιδιότητας του πολίτη. Η ιδιότητα του πολίτη ενείχε στη νεωτερικότητα μια συνδήλωση ενεργούς συμμετοχής στα κοινά. Η (μετα)νεωτερικότητα μετατοπίζει το περιεχόμενο της έννοιας στον «υπεύθυνο πολίτη», ο οποίος συνεκτιμά «σενάρια» και επιλέγει από την ποικιλία των πολιτικών «life-styles». Ο κίνδυνος για το χειρότερο κλείνει και τον ορίζοντά του. Αυτός ο φοβικά υπεύθυνος, μελαγχολικός πολίτης διαθέτει ακόμα τον «εχθρό» του που κινείται πια στον νεφελώδη χώρο της «ανευθυνότητας» που περιέχει όσους δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο νέο, γεμάτο κινδύνους κοινωνικό-πολιτικό περιβάλλον. Το άτομο γίνεται θεατής και καταναλωτής. «Στην κοινωνία των καταναλωτών κανείς δεν μπορεί να γίνει υποκείμενο χωρίς να μετατραπεί πρώτα σε εμπόρευμα και κανείς δεν μπορεί να κρατήσει την υποκειμενικότητα του ασφαλή χωρίς να ανακινεί, να ανασταίνει και να ανανεώνει τις ικανότητες που αναμένονται και απαιτούνται από ένα εμπόρευμα προς πώληση». Ταχύτητα, καινοτομία, ανία, απόρριψη γίνονται σήμερα το μαγικό τετράπτυχο της κουλτούρας του καταναλωτισμού. Υπερβολή, ασωτία και εξωφρενική σπατάλη, τα ψυχοφάρμακά της. «Στην κοινωνία της κατανάλωσης», γράφει ο Γιάννης Σταυρακάκης, «το κύριο κοινωνικό καθήκον συνίσταται στην όλο και μεγαλύτερη απόλαυση». Όμως «όπως το θέτει ο Λακάν στο σεμινάριο του Encore, “Δεν είναι αυτό!” Αυτή είναι η ίδια η κραυγή μέσω της οποίας η απόλαυση (jouissance) που λαμβάνουμε διαφοροποιείται από την απόλαυση που περιμέναμε». Η ικανοποίηση της επιθυμίας αναβάλλεται από φαντασίωση σε φαντασίωση, από προϊόν σε προϊόν. Είναι μάλιστα αυτή η «συνεχής, άπληστη και ακόρεστη μετάθεση που συνιστά την ουσία του καταναλωτισμού».
Η Δυσφορία στον Πολιτισμό στην εποχή του Φρόιντ προερχόταν από τις επιταγές ενός σκληρού Υπερ-εγώ και τις απαγορεύσεις που αυτό έθετε. Η μεταμοντέρνα δυσφορία, όμως, γεννιέται μάλλον από τoν ίλιγγο της καταναλωτικής ελευθερίας. Όμως ο μετανεωτερικός «υπεύθυνος» καταναλωτής-πολίτης συνεχίζει να αγνοεί τους «αόρατους», τους πρόσφυγες, που θεωρούνται σήμερα «περιττές» υπάρξεις αλλά και την, κατά Μπάουμαν, «υποτάξη» (underclass)· μια αφιλόξενη ομαδοποίηση για μεγάλες και ετερόκλητες κατηγορίες ανθρώπων όπου  στοιβάζονται εγκληματίες και ανύπαντρες μητέρες που ζουν από την κοινωνική πρόνοια, νεαροί παραβάτες και τοξικομανείς, αποφυλακισθέντες και άστεγοι, βαποράκια και επαίτες που το μόνο κοινό χαρακτηριστικό είναι η αποτυχία τους να είναι καταναλωτές.
Ο όρος λαϊκισμός αναφέρεται σε ρητορικές και ιδεολογίες στις οποίες ο «λαός» λειτουργεί ως κομβικό σημείο. Όμως ο σύγχρονος λαϊκισμός που πλήττει τις δυτικές μεταδημοκρατίες μας έχει ελάχιστη σχέση με την ιστορικοπολιτική έννοια του λαού. Πολύ περισσότερο σχετίζεται με ότι η Hannah Arendt αποκαλούσε «υπόλειμμα όλων των τάξεων» όχλο (mob) διακρίνοντας σ’ αυτόν χαρακτηριστικά «μαζάνθρωπου» και ενός ακραίου ατομικισμού. Ο σύγχρονος λαϊκισμός θυμίζει και τον αγροτικό λαϊκισμό των μεσοδυτικών και νότιων περιοχών των ΗΠΑ όπου υπεύθυνοι για την τραγική κατάσταση των φτωχών αγροτών θεωρούνται «η κυβέρνηση, οι τραπεζίτες, σιδηροδρομικές εταιρείες, η Καθολική Εκκλησία, οι Εβραίοι κι οι Μαύροι». Σήμερα, σε μια εποχή όλο και πιο απρόσωπου και ακατανόητου για τους πολλούς κοινωνικού ανταγωνισμού οι εκπρόσωποι της Νέας Ακροδεξιάς εμφανίζονται σαν να λένε: «η πραγματικότητα είναι απλή, επίτηδες την κάνουν να φαίνεται περίπλοκη γιατί υπάρχει συνομωσία», σε μια επίδειξη δήθεν ειλικρίνειας. Έτσι ο ακροδεξιός λόγος αποκτά ένα σχεδόν σαρκικό πλεονέκτημα. Ο αποδιοπομπαίος τράγος, ο εχθρός, είναι εξαθλιωμένος, κακοντυμένος, μυρίζει άσχημα, μας κλέβει τις δουλειές: αποκτά το πρόσωπο του μετανάστη.

Τηλελαϊκισμός και δημοκρατία

Το 1859 ο John Stuart Mill στο περίφημο δοκίμιό του On Liberty διατύπωσε τρία επιχειρήματα υπέρ της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιδεών μέσω του Τύπου: oι απόψεις που αποσιωπούνται από την κυβέρνηση ή την κοινωνία μπορεί να αποδειχτούν σωστές. Ακόμα και αν μια άποψη αποδειχθεί λανθασμένη, συχνά περιέχει ψήγματα αλήθειας και τέλος ακόμα και αν κάποια άποψη ταυτίζεται με την αλήθεια, αν δεν αμφισβητηθεί σύντομα, θα μετατραπεί σε νεκρό δόγμα αντί για ζώσα αλήθεια. Ο Mill διατυπώνοντας τη θεωρία της ελευθερίας του τύπου δεν μπορούσε να φανταστεί τους πολύπλοκους τρόπους με τους οποίους τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας κατασκευάζουν την κοινωνική πραγματικότητα, περιορίζουν το εύρος των νοημάτων και διαμορφώνουν καθημερινά το περιεχόμενο των σκέψεων, συζητήσεων και πράξεων των ατόμων.
Στην τηλεδημοκρατία των ημερών μας η διαφήμιση μεταμορφώνει τις εκπομπές σε υπηρέτες της. Τα τηλεοπτικά προγράμματα σχεδιάζονται για να προβάλουν διαφημίσεις. Για να προσελκύσουν την προσοχή του κοινού και να υπάρξει χώρος για την επόμενη σειρά διαφημίσεων, οι απόψεις πρέπει να αναπτύσσονται γρήγορα, τα πλάνα να είναι σύντομα και τα ηχητικά σήματα συντομότερα. Οι αφηγήσεις περικόπτονται. Κι έτσι προκύπτει και η αλλαγή του τρόπου σκέψης. Το να σκέφτεσαι, σήμερα, ορθά σημαίνει να σκέφτεσαι με ισομέρεια και ταχύτητα, να αφαιρείς το βάθος των πραγμάτων, να αρκείσαι σε μια γρήγορη ανάγνωση των αναφορών και στοιχείων, να μην βουλιάζεις στην υποκειμενικότητα του πάθους.
Στο 1984 του Όργουελ το Mintrue (Ministry of Τrue) διέθετε ειδικό τμήμα για την «προλετροφή» που στη «Νέα ομιλία» της Ωκεανίας σήμαινε τα ηλίθια θεάματα που προσέφερε το κράτος στις μάζες. Σήμερα τα reality shows είναι ίσως η πιο παραδειγματική έκφραση του σύγχρονου ατομικιστικού τηλελαϊκισμού. Δημιουργούν την εντύπωση του νατουραλισμού καθώς παρατηρούμε τους άλλους όπως τους εαυτούς μας. Το κοινότοπο βαφτίζεται «αυθεντικό». Τα realities δίνουν στους θεατές την ψευδαίσθηση της λαϊκής εξουσίας, επιβάλλοντας καταδίκες για το ποιος θα αποχωρήσει. Ως ενσάρκωση της κραυγαλέας ασημαντότητας, τα reality shows δίνουν την ευκαιρία στο ανώνυμο «μοναχικό» πλήθος να αντικρίσει τηλεναρκισσιστικά την ίδια του την κενότητα.

(…)

Δείτε και:

Δυσφορία στη Δημοκρατία(Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ)

Ο Νικόλας Σεβαστάκης για την θεωρία του F. Jameson και τον μεταμοντερνισμό

2 Σχόλια

 

Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη χώρα: Όψεις του δημοσίου χώρου και αντινομίες αξιών στη σημερινή Ελλάδα, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2004, ISBN:960-423-476-5.

Απόσπασμα από τις σελ. 25-26  του βιβλίου:

[σελ. 25] (…) Είναι γνωστό ότι ειδικά στην εργασία του Jameson, η οποία αφορά κατά κύριο λόγο τις μητροπόλεις της Δύσης, ο «μεταμοντερνισμός» αποτιμάται ως η κυρίαρχη πολιτισμική λογική στις κοινωνίες του ύστερου πολυεθνικού καπιταλισμού. Αντίθετα, ο μοντερνισμός, ως σύνθετο αισθητικό, πολιτικό και ιδεολογικό φαινόμενο στενά συνδεδεμένο με την πρώιμη και μέση περίοδο του καπιταλισμού, θεωρείται πλέον ως [σελ. 26] ένα πολιτισμικό κατάλοιπο στις ώριμες δυτικές κοινωνίες. Η κριτική ακτινογραφία των χαρακτηριστικών του μεταμοντερνισμού, έτσι όπως την προτείνει ο Jameson, δεν αφήνει περιθώρια για κάποια θετική αξιολόγηση της συμβολής του στο ύφος και στους προσανατολισμούς της σημερινής εποχής. Δεν υφίσταται εδώ η διάκριση στην οποία έχουν προβεί άλλοι σύγχρονοι μελετητές μεταξύ ενός «αντιστασιακού» και ενός αντιδραστικού μεταμοντερνισμού, όπου ο μεν πρώτος αποδομεί τις αφηγήσεις της νεωτερικότητας με σκοπό να ιχνηλατήσει νέους τόπους αντίστασης, ενώ ο δεύτερος εκθειάζει και αποδέχεται άκριτα τις αυθόρμητες διεργασίες της πολιτιστικής βιομηχανίας του όψιμου καπιταλισμού. Τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά τα οποία υπερτονίζει ο Jameson σε σχέση με τον μεταμοντερνισμό είναι τα εξής:

1. ένα είδος ιστορικής αμνησίας και αδιαφορίας,

2. η καθήλωση σε ένα ασυνεχές, υπερτροφικό και διεσταλμένο παρόν,

3. το αμάλγαμα και η παρωδία της «συμπαράθεσης» και της εκλεκτικής ανάμειξης των υφών στα έργα τέχνης, στη σκέψη και στη θεωρία,

4. η αποθέωση του καταναλωτισμού και του φετιχισμού του εμπορεύματος στη σφαίρα της καθημερινότητας.

Είναι προφανές πως αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αφήνουν αμφιβολίες για το βασικό συμπέρασμα του συγγραφέα ότι ο μεταμοντερνισμός όχι μόνο αναπαράγει αλλά και εντατικοποιεί τη λογική του καταναλωτικού καπιταλισμού. Η πολιτισμική λογική του μεταμοντερνισμού φαίνεται, επιπλέον, να υπονομεύει τις δυνατότητες μιας έλλογης κριτικής και αντιπαράθεσης στις σύγχρονες και καθορισμένες από το πολυεθνικό κεφάλαιο κοινωνικές σχέσεις. Η κυριαρχία του μεταμοντερνισμού συνοδεύεται από ένταση της κρίσης όλων των προσπαθειών για έλλογους σχεδιασμούς με στόχο τη συστημική αλλαγή. (…)

Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη χώρα: Όψεις του δημοσίου χώρου και αντινομίες αξιών στη σημερινή Ελλάδα, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2004, σελ. 25-26.

Διαβάστε επίσης:

 

Προς έναν «εγκάρδιο» ορθολογισμό: από την κλειστή μονοτροπία στο «ηδέως ζην»-Σκέψεις και αναγνώσεις με αφορμή την «Αλχημεία της ευτυχίας» του Νικόλα Σεβαστάκη

3 Σχόλια

Νικόλας Σεβαστάκης, Η αλχημεία της ευτυχίας– Δοκίμιο για τη σοφία της εποχής, εκδόσεις  Πόλις, 4η έκδοση, Αθήνα 2001,ISBN: 960-8132-06-1

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Το βιβλίο του Ν. Σεβαστάκη Η αλχημεία της ευτυχίας (εκδ. Πόλις, Αθήνα 2001) περιλαμβάνει 19 δοκίμια και ένα υστερόγραφο. Απέναντι στις απλουστευμένες «συνταγές ευτυχίας» της νεοεποχίτικης «ειδωλολατρίας», του νεοπαγανισμού και του άκρατου οικονομισμού ο συγγραφέας προτείνει έναν «εγκάρδιο ορθολογισμό», που δεν είναι δογματικός, ούτε φανατικός αλλά γνωρίζει τα όρια του και του «αρέσει» η διαλεκτική σύνθεση. Και το κυριότερο: «αναγνωρίζει τη σημασία του μυστηρίου και της μεταφυσικής μέσα στα όρια της δημοκρατίας».

Πόνημα εργώδες, γλώσσα που γοητεύει με την ποιητικότητα της, πολιτική ανάλυση ουσιαστική, υπαρξιακή διάσταση απτή σε κάθε σελίδα.

Ένα βιβλίο ακατάλληλο για όσους έχουν βυθιστεί στην «ησυχία» τους και δεν ψάχνουν να βρουν τις ατραπούς που τρέφουν την κριτική σκέψη, για τους νεοπαγανιστές που δεν βλέπουν τίποτα πέρα από τον «κόσμο», για τους θιασώτες της υπαρξιακής «ευκολίας» και «βολής».

Αντίθετα το βιβλίο είναι κατάλληλο για όσους -με κόντρα τον καιρό- εξακολουθούν να είναι πνευματικά ανήσυχοι, για όσους δεν περιορίζουν την έννοια της πολιτικής μόνο στην κομματοκρατία αλλά γνωρίζουν τις πολυποίκιλες προκείμενες της, για όσους δεν εμμένουν πεισματικά στην «αλήθεια» τους, για όσους συνεχώς αναζητούν το νόημα της υπάρξεως.

Τα υπαρξιακά –και όχι μόνο- ερωτήματα είναι εύκολο να διατυπωθούν, αλλά δύσκολο να απαντηθούν (κάποια μένουν αναπάντητα εις το διηνεκές). Μπροστά στο φαινομενικό αδιέξοδο ο συγγραφέας προτείνει τη δύσκολο οδό: μελέτη, μόχθο, έρευνα, διάκριση, συνεχή πνευματική εγρήγορση, αξιολογική σύνθεση.

Δίνοντας χώρο και στη μεταφυσική μέσα στα όρια της πολιτικής δείχνει ανοικτά ότι αποστασιοποιείται από τη συνήθη «Βουλγάτα» των επιδερμικών μονισμών και της κυρίαρχης μονοτροπίας.

Η περιγραφή του σύγχρονου πολιτικού-υπαρξιακού διακυβεύματος  είναι χαρακτηριστική: «Η απειλή σήμερα στρέφεται αδιακρίτως και εξίσου εναντίον του κριτικού, τραγικού και δημοκρατικού ατόμου που κατανοήθηκε ως πρόσωπο, ως σχέση με τον άλλον άνθρωπο» (μν. έργον, σελ. 36).

Με γλώσσα που ξαφνιάζει ο συγγραφέας περιγράφει το «μενού της παγκοσμιοποίησης»: «Αυτό το αγωνιώδες και αγωνιστικό πνεύμα που αποστραγγίζεται στη θρησκεία της εποχής, σε τούτο το μείγμα δεισιδαιμονίας και υπερκαπιταλιστικής ειδωλολατρίας, είναι αυτό που συνοδεύει το μενού της παγκοσμιοποίησης» (ό.π., σελ. 44).

Ως αντίβαρο στο πολιτικό διακύβευμα της «νέας εποχής» ο συγγραφέας προτείνει μια «δημιουργική πολυπραγμοσύνη». Ας δούμε την πρόταση του: «Στην ενδοσκοπική, αυτοαναφορική και υποχονδριακή «εσωτερικότητα» της νέας εποχής αντιπροτείνουμε μια δημιουργική πολυπραγμοσύνη: μετοχή στη διπλή αλήθεια του κοινωνικού ατόμου, στην αμφίτροπη αρμονία-δυσαρμονία ποιητικού και πολιτικού ανθρώπου. Τούτο δεν έχει σχέση με την επαναφορά της φιγούρας του «στρατευμένου» πολίτη(…)[αλλά] «μπορεί να συνοψιστεί στο εξής: για να δώσει κανείς νόημα και πλούτο στην εσωτερικότητα του χρειάζεται, συχνά, να βγει απ’ αυτή, να περιπλανηθεί, να ταξιδέψει στη βία της ιστορίας, να μεσολαβήσει τα ακριβά του αιτήματα με τις μορφές της συλλογικής ζωής. Η πολιτική είναι μια τέτοια περιπλάνηση και παραπλάνηση του εσωτερικού των ανθρώπων μέσα στην ανάγκη. Περιπλάνηση που συνιστά όμως συγκεκριμένη ελευθερία, ελευθερία και απώλεια μαζί, άρνηση της πλήρους κατοχής, του αποκλειστικού και μοναχικού κέρδους. Εκεί που υπερβαίνουμε την ιδέα ότι θα είμαστε πάντα κερδισμένοι, πως θα κατέχουμε εσαεί το όλο νόημα της ζωής μας, εκεί προετοιμαζόμαστε για την αυθεντική πολυπραγμοσύνη» (ό. π., σελ. 183-184).

Συνελόντι ειπείν η «Αλχημεία της ευτυχίας» είναι ένα αξιοεντρύφητο  ανάγνωσμα, ένα βιβλίο αναφοράς που αξίζει να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί. Από τη δική μας «διπλή ανάγνωση» παραθέτουμε ένα μικρό χρονολόγιο:

 

Ημερολόγιο ανάγνωσης

1

 «Η δοσολογία της Σωτηρίας και άλλα ευτράπελα» (σελ.18-25)

Η ανάλυση του συγγραφέα στο εν λόγω δοκίμιο είναι καταλυτική. Ο συγγραφέας προσεγγίζει κριτικά τη στοχοθεσία της Νew Αge «νέο-ειδωλολατρίας», υπογραμμίζοντας ότι το διακύβευμα είναι η υποθήκευση της -κατά Καστοριάδη-«ανοικτής ερώτησης», που είναι η ερώτηση για το νόημα της ελευθερίας.

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός επαναφέρει τη «δεσποτική μοίρα», υπονομεύει το πρόσωπο και αναδεικνύει το νεοφιλελεύθερο άτομο. Καλλιεργεί έναν «πειθαρχημένο» και υπάκουο ανθρωπολογικό τύπο και συνθέτει νηπιώδη μεταφυσική και οικονομισμό. Κατά συνέπεια δεν είναι  καθόλου τυχαίο ότι ο τύπος διανοούμενου που προβάλλει είναι ο «γκουρού».

Αλλά καλύτερα ας μιλήσει ο συγγραφέας (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

 (…)[σελ.22]Η υπόθεση που κάνουμε είναι ότι οι αλχημείες της ευτυχίας και οι ανορθολογικές ειδωλολατρίες υποθηκεύουν τη δυνατότητα της «ανοικτής ερώτησης» (Καστοριάδης) που είναι η ερώτηση για το νόημα της ελευθερίας. Αυτή η προδοσία είναι διπλή, εκ των ένδον και εκ των έξω.

Εσωτερικά προέρχεται από το είδωλο του νεοφιλελεύθερου ατόμου και των κοινωνικών-πολιτισμικών μηχανισμών που του αντιστοιχούν.

Εξωτερικά, εμφανίζεται ως άρνηση των βασικών αξιών του πολιτικού ανθρώπου και του χριστιανικού προσώπου, αξίες που γεννήθηκαν γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου και ταυτίστηκαν με τη μοίρα της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας(…)

 (…) [σελ.24] Ζούμε στο μυστικισμό της παγκόσμιας τεχνοαγοράς αλλά κατοικούμε και μια δημοκρατική ιστορία που δεν έχει τελειώσει. Η ελευθερία έχει κάνει τεράστια άλματα, όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζουν περισσότερο και καλύτερα, παρά τις ανισότητες, τις φτώχιες, τις μελανές κηλίδες στο σώμα του πλανήτη.

Θέλω να επιμείνω στην ιδέα πως ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός της παγκοσμιοποίησης προδίδει τη δημοκρατική υπόσχεση σε ό, τι θεμελιωδέστερο έχει: αποκαθιστά την «ιδέα» μιας δεσποτικής μοίρας, ενός δικτύου από ανεξέλεγκτα συμβάντα, ιδέα που είναι ουσιαστικά ξένη στην ελληνοδυτική αλλά και στη χριστιανική πνευματικότητα. Γι’ αυτό και ο τύπος διανοουμένου που αντιστοιχεί στο σύστημα αυτό είναι ο γκουρού(…)

(…)Πειθαρχία είναι το σύνθημα του. Έλεγχος της ανα-[σελ.25]πνοής, τεχνικές χαλάρωσης, διευρυμένη συνείδηση. Πειθαρχία και εβδομήντα ώρες εργασίας την εβδομάδα για υπερδικτυωμένα στελέχη. Ιδού το νέο ανθρωπολογικό μοντέλο ενάντια στη «φυγοπονία»!(…)

(…)Αυτό είναι το καινούργιο μήνυμα των καιρών. Η σύνθεση της απλουστευτικής μεταφυσικής και του οικονομισμού, η απόσπαση της οικονομίας από την πολιτική και ο έρωτας της με τη… θεραπευτική θρησκεία. Μόνο που αυτή η θρησκεία μοιάζει όλο και περισσότερο με την πορνογραφία: δεν αφήνει καμία έκπληξη, κανένα χώρο πραγματικής ελευθερίας στον κοινωνό της. Τον αφήνει απλώς «ελεύθερο» να παίξει την προγραμματισμένη του φάση και να επιδοθεί στη μηχανική τελειότητα των διαλογισμών ή των ασκήσεων του. Τον προορίζει για μια σωτηρία που προκύπτει από τη βέλτιστη συνδυαστική τεχνικών και ασκήσεων. Μέχρι τον αεροβικό θάνατο ή την ανορεξική φθίση.

Αποσπάσματα από το 1ο δοκίμιο:

«Η δοσολογία της Σωτηρίας και άλλα ευτράπελα», σελ. 22,24-25

***

2

«Η Ασιατική Μαγγανεία» (σελ.26-37)

Καίριες επισημάνσεις για τα κύματα του «νεοασιατισμού» στη δυτική κουλτούρα και της γενικευμένης ακρισίας που στην ουσία «ευαγγελίζεται» ο σύγχρονος καπιταλιστικός λόγος, περιλαμβάνονται στο προκείμενο δοκίμιο. Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

 [σελ.28] Οι ανατολικοί μυστικισμοί έρχονται λοιπόν να γεμίσουν τα κενά της ιδιωτικής ηθικής του σύγχρονου ανθρώπου. Και εδώ είναι το πρώτο μεγάλο παράδοξο: φιλοσοφίες ζωής που συνδέονται με κοινωνίες οι οποίες αγνοούν το άτομο, με τη δυτική έννοια του υπεύθυνου υποκειμένου και φορέα δικαιωμάτων, του ατόμου ως αυταξίας και μοναδικότητας, ανακαλύπτονται για να καλύψουν τις πνευματικές ανάγκες αυτού του ατόμου! Παράδοξο που ωστόσο δεν είναι τόσο ανεξήγητο αν σκεφτεί κανείς δυο πράγματα:

Πρώτον, ότι ο μεταμοντέρνος καπιταλισμός την ίδια στιγμή που δοξολογεί τον ατομικισμό εγκαταλείπει το [σελ.29] άτομο ως ιδιαιτερότητα και μοναδικότητα. Στη θέση του αναγνωρίζει μόνο τον οικονομικό δρώντα, το μέλος της παγκόσμιας αγοράς.

Δεύτερον, ότι η παρακμή των θεσμών και συμβόλων κύρους ευνοεί τον άγονο υποκειμενισμό και τις μορφές έκφρασης που έχουν θολό ή αυθαίρετο θεσμικό χαρακτήρα.

Υπάρχει λοιπόν μια συνάφεια μεταξύ του σύγχρονου καπιταλιστικού λόγου και της διαρκούς εμφύτευσης του ανατολικού μυστικισμού στη δυτική κουλτούρα. Η αμοιβαία έλξη των δυο φαινομένων έχει να κάνει με μια ιδέα της ευδαιμονίας αποσπασμένης από το πρόβλημα της ελευθερίας και της πολιτικής ζωής. (…)

 [σελ.32](…) Μια άβυσσος χωρίζει λοιπόν τον άνθρωπο της μη-κρίσης από τον δημοκρατικό άνθρωπο. Και αυτή η άβυσσος δεν αφορά μόνο τη δημόσια αρετή, την πολιτική ευψυχία αλλά και την υπαρξιακή ανάπτυξη, την άνθηση του προσωπικού ευαισθησιακού χώρου. Υποστηρίζω δηλαδή ότι μια ηθική της μη- κρίσης και της αποδοχής του παντός είναι ξένη και εχθρική προς την ίδια τη δυνατότητα της προσωπικής ευδαιμονίας εντός της κοινωνίας. (…)

Αποσπάσματα από το 2ο  δοκίμιο:

«Η Ασιατική Μαγγανεία», σελ.28-29, 32.

***

3

«Ο μουσικός άνθρωπος» (σελ.77-85)

Ο λόγος στο συγγραφέα(σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

[σελ.79](…) Οι άγιοι, παρά το σκυθρωπό των αγιογραφιών, εικαστικών ή γραπτών, είχαν πάντοτε μια συγκινητική απλότητα: έκαναν το καλό και το δίκαιο «δίχως το ψέμα του μεγάλου στυλ», δίχως τη μανιέρα του μεγάλου μάγου ή της απρόσιτης ιδιοφυίας(…)

[σελ.80] (…)Η ιστορία του ενσαρκωμένου πνεύματος –πρακτικού και μεταφυσικού- έχει λοιπόν μια δική της μουσικότητα, φτιαγμένη από συγχορδίες, διέσεις, αντιστίξεις και ημιτόνια.(…).Έχουμε έτσι πολλές μουσικές οντότητες σε αυτή την ιστορία: τη μουσική του πιστού και τη μουσική του σκεπτικιστή, την τονική κλίμακα της αρετής και αυτής των παθών, τη μουσική της ελευθερίας και εκείνη της υποδούλωσης ή της δουλοπρέπειας.

Όλα αυτά μπορούν να θεωρηθούν μια μεταφορά, ένα λίγο πολύ ποιητικό δάνειο για να μιλήσουμε περί «ιστορίας». Όμως το υποκείμενο στο οποίο αναφερόμαστε αρχίζει με μια πράξη ακρόασης. Το Εν Αρχή Ην ο Λόγος εμπεριέχει ήδη τη δυνατότητα της ακρόασης μιας σημαίνουσας αγγελίας: τη δυνατότητα της ποίησης και της μουσικής ως πρωτεύουσα διάσταση της σχέσης του ανθρώπου με το Λόγο. Αυτή η σχέση με το Λόγο του Θεού υποδεικνύει πως, εξαρχής, ο δικός μας κόσμος εγγράφεται σε μια «προσαγόρευση», μια σχέση ιδίας ακρόασης και υπ-ακοής. Η μουσική σε τούτη την απαρκτήρια προσαγόρευση, συδαυλίζει και επιτελεί συγχρόνως μια σχέση με το υπερβατικό, με το ά-μετρο. Το άμετρο του κάλλους, της αγάπης ή της δικαιοσύνης ανάλογα με τον κόσμο μέσα στον οποίο αρτιώνεται η μουσική της πράξης.(…)

[σελ.83](…)Η μετανεωτερικότητα μοιάζει ωστόσο να υποκαθιστά τον πληθυντικό με τον κατακερματισμένο εαυτό ο οποίος δεν επιτυγχάνει τη συνοχή του ψυχικού του κόσμου αλλά τη συρραφή των κομματιών του σε πρόχειρες ή ετοιμόρροπες συνθέσεις. Ή ακόμα, φτάνει σε μια συνοχή μονιστικού χαρακτήρα με σοβαρές απώλειες στις άλλες πλευρές της ύπαρξης του(…).

Αποσπάσματα από το 7ο  δοκίμιο:

 «Ο μουσικός άνθρωπος»,σελ.79,80,83

***

4

«Η μεταφυσική της παρηγοριάς» (σελ.118-130)

Στο παρόν δοκίμιο ο αναγνώστης θα βρει απαντήσεις, μεταξύ άλλων, στα παρακάτω ερωτήματα:

Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος καταφεύγει σε μια σχεδόν νηπιώδη μεταφυσική; Για ποιους λόγους ο νεοπαγανισμός και η νεοειδωλολατρία είναι σε έξαρση στην εποχή μας; Γιατί ανθούν η παρα-ιστορία, η παρα-φιλολογία και οι θεωρίες συνωμοσίας; Γιατί η προσωποκεντρική μεταφυσική δεν δίνει «έτοιμες λύσεις»; Τι νοηματοδοτεί  η μεταφυσική του προσώπου; Γιατί ο νέο-γνωστικισμός επανεμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο;

Παραθέτουμε εν συνεχεία ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το δοκίμιο (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

[σελ. 119] (…) Η πνευματική ανησυχία είναι πάντως το λιγότερο που θα περίμενε κανείς σε έναν κόσμο που θέλει παρηγοριά και λήθη. Η αχίλλειος πτέρνα των στρατευμένων λόγων είναι συνήθως η περιφρόνηση της για την κόπωση των ανθρώπων, για την ανάγκη της να αποσύρονται, έστω για λίγο, έξω από την σκληρότητα των λέξεων, των πράξεων, των αποφάσεων, των λογισμών. Σκέφτομαι πως ένα μέρος της γοητείας που ασκούν οι ανορθολογικές «σοφίες» στους σύγχρονους οφείλεται σε τούτο: επιτρέπουν στο άτομο να νιώσει λίγο απαλλαγμένο από την ιστορία και της θορύβους της, του παραχωρούν ένα άνετο κάθισμα στην παρα-ιστορία ή στη μετα-ιστορία. Εξ ου και η τεράστια επιτυχία των συνωμοσιολογικών θεωριών, της [σελ.120] αστρολογικής εξήγησης ή της παραεπιστημονικής φιλολογίας που «ανατρέπει»  με εξωφρενικούς συλλογισμούς τα κατεστημένα παραδείγματα της επιστήμης(…).  

[σελ.121] (…) Ακόμα και οι μεταφυσικές που δεν απορρίπτουν την ιστορία αλλά διατηρούν μια πιο περίπλοκη σχέση μαζί της, αντιμετωπίζουν την αδιαφορία των συγχρόνων οι οποίοι προτιμούν άλλες, περισσότερο εξωφρενικές και «πιπεράτες» αφηγήσεις(…)

[σελ. 123] (…) Ο Λόγος όμως γίνεται εγκάρδιος και λυτρωτικός όταν (…) αναγνωρίζει το ανείπωτο, τα ίδια του τα όρια και τις ευθύνες των ελευθεριών που επιτρέπει στην πράξη, στη σκέψη, στο σώμα των ανθρώπων. Η ανοησία του υλισμού βρίσκεται συνεπώς όχι στο γεγονός πως αρνείται την αξιοπρέπεια του πνεύματος αλλά στο ότι γι’ αυτόν ιστορία και φύση περικλείουν τα πάντα, όλο το νόημα στο εσωτερικό τους. Μα αν ο δογματικός υλισμός παλαιού τύπου έχει εξαφανιστεί από το προσκήνιο, ο σύγχρονος παγανισμός έχει καταλάβει την ηγεμονία προσπαθώντας να δολοφονήσει τα γονιμότερα στοιχεία του αστικού πνεύματος (…).

[σελ.126] (…) Το πρόβλημα που επισημάναμε σχετικά με τον (νεο)παγανισμό δεν είναι θεολογικό αλλά πολιτισμικό: ότι καταλήγει σχεδόν πάντοτε στον αντιανθρωπισμό και στην απάρνηση του πολιτικού λόγου. Τούτο συμβαίνει ακριβώς επειδή ο νεοπαγανισμός δεν μπορεί να αναγνωρίσει άλλο από το είναι του ανθρώπου και του κόσμου και έτσι διαφθείρει το άνοιγμα του ανθρώπου στο άπειρο. (…)

[σελ. 127] Αντίθετα, η μεταφυσική εμπειρία που υπερασπιζόμαστε δεν είναι αστροναυτική αλλά προσωποπλευστική. Γίνεται χαρά του κόσμου μέσα στο όριο του, αυτό που πέραν του κόσμου και των γεγονότων χαρίζει τη δίψα της αγάπης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας.

Από αυτή την άποψη, επανεκτιμούμε τη χριστιανική εξαγγελία ως ορίζοντα όπου τα έσχατα ερωτήματα (ο θάνατος και η νίκη επί του θανάτου, το νόημα της ύπαρξης, η αγάπη, η σχέση με τον Πλησίον) δεν ευτελίζονται σε ψυχολογικές και μυστικιστικές κατηγορίες αλλά συγκροτούν την ίδια την αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου. Μια αξιοπρέπεια μεταφυσική που νοηματοδοτείται μεν από το πέραν του κόσμου αλλά όχι από ένα μαγικό «υπερφυσικό» Πράγμα.(…)

[σελ. 128](…) Μόνο οι «σοφίες» που διαβλέπουν σε κάθε ενσάρκωση μια πτώση, μια καταστροφή και αλλοίωση του Λόγου, μόνον αυτές αντιστρατεύονται δομικά τον ανθρωπισμό. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε εδώ για μια Γνωστική τάση (με την έννοια της αναφοράς της αντιλήψεις του Γνωστικισμού) η οποία επανεμφανίζεται σταθερά στην ιστορία(…).

Το μόνο που αξίζει να σημειώσουμε εδώ είναι πως το άνοιγμα στην υπέρβαση όπως νοείται στη χριστιανική παράδοση και ο «υπερβατισμός» όπως πωλείται της Γνωστικές σοφίες, παλαιές και μοντέρνες, διαφέρουν ριζικά και τούτη η διαφορά είναι σημαντική. Στην πρώτη περίπτωση η υπέρβαση και η επιθυμία της δεν αναιρούν την προσωπική ευθύνη και δεν επιτάσσουν την άρνηση της ιστορίας χάριν μιας φαντασιακής καθαρότητας και τελειότητας. Ενώ ο «υπερβατισμός» προσφέρει πάντα μιαν υπόσχεση απαλλαγής του εαυτού από το βάρος της μετοχής του στην κοινωνία. Γι’ αυτό και στις σύγχρονες ευτελείς εκδοχές του, στα πλαίσια των συνταγών Ευτυχίας και εσωτερικής Αλήθειας, φαντάζει γοητευτικός και παραμυθητικός. Συναρμόζεται δηλαδή εύκολα με τον ατομικισμό του συρμού στο βαθμό που τόσο ο «υπερβατισμός» [σελ. 129] όσο και ο «νατουραλισμός», τόσο ο φωτισμένος όσο και ο οικονομικός εαυτός διεκδικούν τη φυγή από την ευθύνη, τη δραπέτευση από το κάλεσμα του άλλου.(…)

Αποσπάσματα από το 12ο  δοκίμιο:

«Η μεταφυσική της παρηγοριάς», σελ.119-121,123,126-129.

***

5

«Εγκώμιο των μορφών» (σελ.153-166)

Στο δοκίμιο αυτό εξετάζονται ο σύγχρονος ανορθολογισμός, η συναλληλία «διαλογισμού» και σύγχρονου μάρκετινγκ και η συμμαχία τους στην περιφρόνηση της μορφής, των θεσμών και των αξιών (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου):

[σελ.155](…) Ο σύγχρονος ανορθολογισμός, όποια κι αν είναι η έκφραση του, απομονώνει το αίτημα της ευτυχίας, το φετιχοποιεί και το αντιδιαστέλλει στην κριτική σκέψη. Στη θέση της κριτικής σκέψης ενθρονίζει το «διαλογισμό» ή τη θεοποίηση του ενστικτώδους βιώματος. Στην περίπτωση των διαλογιστικών εμπειριών ο «εσωτερικός εαυτός» αναδιπλώνεται στα ωκεάνια βάθη του, αποσύρεται από τους θορύβους της κοινωνίας ή τις οχλήσεις της πολιτικής πραγματικότητας αναζητώντας μια γαλήνη εργαστηρίου: γαλήνη τεχνητή, αδιάφορη δεκτικότητα στο Παν, απορρόφηση του εαυτού στην ανιστορική του ψυχή. Όσο για τη λατρεία του βιώματος και του ενστίκτου, η αλλεργία για την κριτική σκέψη διαπιστώνεται ακόμα πιο έκδηλη. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα «σκέψεις» των εγχειριδίων του  μάρκετινγκ και όλους τους συνταγογραφικούς οδηγούς του καλού πωλητή.(…)

(…) τόσο οι διαλογιστικοί όσο και οι ενστικτο-καπιταλιστικοί λόγοι δονούνται από όμοια περιφρόνηση για τις μορφές. Συλλαμβάνουν τη ζωή ως μια ενεργειακή ροή που καταστρέφει κάθε «νόμο» και κάθε αξία, κάθε στατική και [σελ.156] αφηρημένη μορφή. Αυτό που προτάσσουν είναι η παρακολούθηση της κίνησης των αναγκών της αγοράς ή των αναγκών του εαυτού, η φυσική προσχώρηση της σκέψης στη «ροή» του έσω ή έξω κόσμου. Στη συνήθη περιφρόνηση του χρηματιστή για τις ρυθμιστικές νομοθεσίες και στη χλεύη του γκουρού για τα ηθικά και πολιτικά κριτήρια του «ακάθαρτου και αφώτιστου κόσμου» πρυτανεύει τελικά η ίδια αντιθεσμική και ζωική (βιταλιστική) απάρνηση της σκέψης και των τόπων της (…).

(…) Ο σύγχρονος ανορθολογισμός αφορά περισσότερο την προώθηση μορφών ζωής ασύμβατων με την πολιτική συνείδηση, την ηθική δέσμευση και την κριτική δραστηριότητα των ανθρώπων. Είναι ένα ρευστό πλαίσιο λόγων και πρακτικών που αποσυνδέουν το αίτημα της ευτυχίας από την έγνοια για τη δημόσια σφαίρα με την υπερεπένδυση των μικρόκοσμων εις βάρος της συνολικής δημοκρατικής πολιτείας (…).

Αποσπάσματα από το 16ο  δοκίμιο:

«Εγκώμιο των μορφών», σελ. 155-156.

 

23-30 Ιουνίου 2011

Γιώργου Κοντογιώργη: Έθνος και «εκσυγχρονιστική» νεοτερικότητα

Σχολιάστε

kontogiwrgis

του Λαοκράτη Βάσση

Πηγή: ιστολόγιο Γ. Κοντογιώργη

Ο Γιώργος Κοντογιώργης επί χρόνια αποπειράται τη δική του μεγάλη αφήγηση της σύνολης πορείας του ελληνισμού. Κι αυτό σε μια εποχή που κάθε άλλο παρά δέχεται τις μεγάλες «αφηγήσεις».
Το βιβλίο του ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ «ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΙΚΗ» ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ, που είναι μια πρόγευση του εκδιδόμενου 4τομου έργου του: ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΑ (ήδη κυκλοφορεί ο πρώτος τόμος απ’ τις Εκδ. Σιδέρη), θέτει επί τάπητος μείζονα και εξακολουθητικώς ανοιχτά ζητήματα της εθνικης, ιστορικής και πολιτιστικής αυτογνωσίας μας, με πολύ επίκαιρα τα περί ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού και τα συνακόλουθα περί νεοελληνικού ειδικότερα έθνους.
Η ως τώρα αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών καταδεικνύει τόσο την επιστημονική μας υστέρηση όσο και τις χρόνιες κακοδαιμονίες της πνευματικής μας ζωής.
Γιατί δεν είναι καθόλου τυχαίο που, ενώ πλησιάζουμε τους δυο αιώνες εθνικής ανεξαρτησίας, δεν έχουμε αναδειχτεί ούτε καν σε σοβαρό κέντρο νεοελληνικών σπουδών, πολλώ δε μάλλον σε σοβαρό κέντρο μελέτης όλων των περιόδων της ιστορίας μας και του πολιτισμού μας. Όπως δεν είναι καθόλου τυχαία η έρπουσα ταυτοτική αμηχανία και ανασφάλειά μας, που συνήθως εκδηλώνεται με διλημματικά διχαστικές αντιπαραθέσεις, βραχυκυκλώνοντας και ταλανίζοντας την πνευματική και τη συνολικότερη ζωή μας.
Δυστυχώς ούτε και στα χρόνια της Μεταπολίτευσης μπορέσαμε επί της ουσίας να μπούμε σε τροχιά ωρίμανσης, παρά τις πολύ ευνοϊκές συνθήκες. Αντιθέτως, παραμένουμε παγιδευμένοι στο δίπολο των ελληνοκεντρικών και των αντιελληνοκεντρικών ακροτήτων, με τις δεύτερες όμως τώρα, προοδευτικοφανείς (ενίοτε και αριστεροφανείς!) και εξόχως αποδομητικές… παντός του ελληνικού, να είναι οι ηγεμονεύουσες και να συνιστούν μιαν ιδιότυπη «εθνικοφροσύνη» υπό εκσυγχρονιστικό και ευρωπαϊστικό μανδύα (χωρίς να φταίει γι’ αυτό ο εκσυγχρονισμος, η Ευρώπη και η Δύση!).
Στο κλίμα μάλιστα αυτής της ιδιότυπης «εθνικοφροσύνης» δεν μπορούσε παρά να προκαλέσει απαξιωτικές αντιδράσεις το «θράσος» ενός εγχώριου διανοούμενου, του Γιώργου Κοντογιώργη, να αποτολμήσει αντίλογο στον διαπρεπή ΄Αγγλο ιστορικό Έρικ Χομπσμπάουμ και στις περί νεοελληνικού έθνους απόψεις του, όπως κατατέθηκαν σε συνέντευξή του στην εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (27/3/’ 95).
Η περιώνυμη αυτή συνέντευξη (Μύθος η συνέχεια 3000 χρόνων ελληνικού έθνους, σελ.170-81) και η απάντηση Κοντογιώργη (Η μυθοπλασία στην ιστορία. Η περίπτωση Χομπσμπάουμ, σελ. 79-104), τα δύο πρώτα θεωρητικά κείμενα (Ο ελληνισμος ως έθνος-κοσμοσύστημα, σελ. 14-51, και Η νεωτερικότητα, η παράδοση και η πρόοδος, σελ. 55-75) και τέλος ο πολύ έντονος σχολιασμός των απαξιωτικών αντιδράσεων (υπό τον ευρηματικο τίτλο: Ο μετακενωτικός μηρυκασμός ως επιστημονικό επιχείρημα, σελ. 107-166) συνθέτουν τις τρεις αλληλοσυμπληρούμενες ενότητες προβληματισμού αυτού του πολύ ενδιαφέροντος τόμου, που αν μη τι άλλο ξαφνιάζει με τις πολύ ιδιαίτερες θεωρήσεις της ιστορίας μας αλλά και του νεωτερικού φαινομένου.
Γιατί τα «καινά» που εισάγει σχετίζονται με μια ρηξικέλευθη ανάγνωση και εντελώς νέα ερμηνεία της πορείας του ελληνισμού με βασικό κλειδί τη σύνθετη έννοια του «ελληνικού κοσμοσυστήματος», αλλά και με μια αρκούντως προκλητική… και βέβηλη ανάγνωση των εδραιωμένων και «ιδεολογικά» κυρίαρχων στερεοτύπων της νεωτερικότητας, τα προτάγματα της οποίας, σύμφωνα με τις απόψεις του, προδιαγράφουν και συνυφαίνονται με την πορεία της φεουδαλικής Ευρώπης προς τον ανθρωποκεντρισμό, κάτι που για τον ελληνικό χώρο ήταν μια εξακολουθητικά βιούμενη πολιτικο/πολιτισμική πραγματικότητα. ΄Αρα δεν υπήρχε λόγος τέτοιας μετάβασης: «Η ελληνική κοινωνία, διατείνεται ο Γ.Κ., παρέμεινε βαθιά ανθρωποκεντρική και δεν περιήλθε στη φεουδαρχία, ώστε να χρειαστεί στη συνέχεια να διέλθει απ’ την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό».
Με τη σκευή του πολιτικού και κοινωνικού επιστήμονα δεν ερμηνεύει την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού με τη μέθοδο των εθνικών μας ιστορικών και λαογράφων, αλλά φωτίζοντας τον εκτυλισσόμενο διαμέσου των αιώνων πολιτικο/πολιτισμικό μίτο και τα συνακόλουθά του στοιχεία, που όλα μαζί συνθέτουν το αξιακό πολύεδρο του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού και της ελευθερίας.
Στηριζόμενος στα στοιχεία αυτά παρακολουθεί το ελληνικό παράδειγμα στη διαχρονία του, απ’ την κρητο/μυκηναϊκή του αφετηρία ως τις παρυφές του 20ου αιώνα. Κι είναι, ανεξάρτητα από συνολικές ή μερικές συμφωνίες ή διαφωνίες, μια άκρως ενδιαφέρουσα, θα έλεγα και συναρπαστική συνολική αφήγηση, διανθισμένη και με ένα πλήθος ακόμα πιο συναρπαστικών επί μέρους ερμηνευτικών απόψεων, που τη δυσκολεύουν όμως αρκούντως οι νεολογικοί όροι στους οποίους κατά κόρον καταφεύγει ο συγγραφέας, προφανώς για να σπονδυλώσει τη σύνολη θεωρία και θεώρησή του.
α. Κρίσιμο μέρος αυτής της θεωρίας και θεώρησης είναι και τα περί ελληνισμού ως έθνους-κοσμοσυστήματος, τα οποία συνθέτουν τη βάση πάνω στην οποία στήριξε και την αντίκρουση των περί νεοελληνικού έθνους απόψεων του Χομπσμπάουμ, αλλά και στηρίζει τη συνολικότερη αντίκρουση των εθνογενετικών αντιλήψεων της νεωτερικότητας, που έχουν ως δόγμα τους την «κατασκευή» του έθνους απ’ το κράτος. Κατά τον Γ.Κ.: «Το ελληνικό έθνος αποτελεί πολιτική έννοια όχι γιατί εξισώνεται ταυτολογικά με ένα συγκεκριμένο κράτος και ιστορείται δι’ αυτού – όπως το θέλει η νεωτερικότητα – αλλά επειδή συγκροτεί μια συνείδηση “κοινωνίας”, δυνάμει του ανήκειν σε έναν ανθρωποκεντρικά δομημένο κοινό πολιτισμικό χώρο. Η έννοια της συνείδησης κοινωνίας είναι θεμελιωδώς πολιτισμική, ανάγεται εντούτοις στο γινόμενο της ελευθερίας του “όλου” και αποκτά σάρκα και οστά από τη στιγμή που το “όλον” αυτό διατυπώνει “πολιτικό λόγο”».
Όπως κρίσιμο μέρος των απόψεών του είναι και τα περί «νεωτερικότητας, παράδοσης και προόδου», όπου κυριολεκτικώς αναποδογυρίζει τις στερεοτυπικές προσλήψεις και παραδοχές μας: «Σε ό,τι αφορά στον ελληνισμό», γράφει, «στη διαδικασία μετάβασης στο νεότερο κράτος-έθνος αλλά και στο πλαίσιο της κράτους-έθνους, παράδοση, με την έννοια της συντήρησης αποτέλεσε το σύστημα της νεωτερικότητας, ενώ νεωτερικότητα, με την έννοια της προοδευτικής σήμανσης, αποτέλεσε η ελληνική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία εκσυγχρονίστηκε και εξακολουθεί να εκσυγχρονίζεται – να προσαρμόζεται στο σημερινό – οπισθοδρομώντας ανθρωποκεντρικά… Ο εξευρωπαϊσμός ως επιχείρημα εκσυγχρονισμού υπηρέτησε θεμελιωδώς την αποδόμηση όχι μόνο του ελληνικού ανθρωποκεντρικού παραδείγματος αλλά και του ελληνισμού ως εθνικής αναφοράς… Η ελληνική «εκσυγχρονιστική» νεωτερικότητα ουδέποτε διανοήθηκε ότι η έννοια της προόδου μπορεί να διαχωρισθεί απ’ το περιεχόμενο του εξευρωπαϊσμού».
β. Η απάντηση στον Χομπσμπάουμ έχει την πολύ ιδιαίτερη σημασία της. Κι αυτό κυρίως γιατί δεν είναι ένα, σύνηθες στα καθ’ ημάς, καταγγελτικό κείμενο αμυντικού και εθνοκεντρικού περιεχομένου, αλλά μια ολοκληρωμένη επιστημονική αντίκρουση τόσο της βαθύτερης νεωτερικής λογικής του, όσο και των επί μέρους απόψεων του για τη νεοελληνική εθνογένεση, που αποτελούν μια τυπική προέκτασή της. Περίπου δηλαδή εφαρμόζει μηχανιστικά το δόγμα: Επειδή το κράτος κατασκευάζει το έθνος, το νεοελληνικό κράτος… κατασκεύασε το νεοελληνικό έθνος. Για να οδηγηθεί και σε πολύ απλοϊκές αποφάνσεις του είδους: «Το ελληνικό έθνος δεν υπήρχε πριν απ’ τον 19ο αιώνα – Στον πόλεμο της ανεξαρτησίας οι ΄Ελληνες δεν πολέμησαν εναντίον των Τούρκων ως «΄Ελληνες» εναντίον «Τούρκων». Πολέμησαν ως χριστιανοί εναντίον μουσουλμάνων».
Σίγουρα οι απόψεις ενός μεγάλου ιστορικού, όπως ο Χομπσμπάουμ, έχουν καθεαυτές τη βαρύτητά τους. Αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει πως είναι αξιωματικές, απόψεις αυθεντίας, που δεν υπόκεινται σε κριτική αντίκρουση. Κάτι τέτοιο μάλιστα θα ήταν και αρκούντως… αντινεωτερικό.
Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να αναγνώσει κανείς αντιπαραθετικά και νηφάλια τόσο τη συνέντευξη Χομπσμπάουμ για το νεοελληνικό έθνος όσο και την πολύ σταθμισμένη απάντηση Κοντογιώργη, ιδίως μάλιστα τώρα που τα περί έθνους-κράτους γενικότερα και νεοελληνικού έθνους ειδικότερα είναι και πάλι στο επίκεντρο ενός πολύ αυξημένου ενδιαφέροντος.
γ. Αλλά και ο ακήρυκτος… «διάλογος» με ένα μέρος των εγχώριων «εκσυγχρονιστών» (σελ. 107-166) έχει επίσης τη σημασία του, έστω κι αν ο ανταπαντητικός του λόγος επιβαρύνεται από αχρείαστη προσωπική ένταση.
Κι έχει τη σημασία του αυτός ο «διάλογος» όχι γιατί αναδεικνύει τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, αλλά γιατί «φωτίζει» τις ανακυκλούμενες νοσηρότητες της πνευματικής μας ζωής, όπως για παράδειγμα, τη μεταπρατική (παραρτηματική) λειτουργία ενός κρισίμου μέρους της «εκσυγχρονιστικής» επιστημονικής μας κοινότητας, κατ’ εικόνα και ομοίωση της μεταπρατικής αστικής μας τάξης, αλλά και τη δυναστευτική κυριαρχία των εναλλασσόμενων «ορθοδοξιών», εθνοκεντρικών παλαιότερα, με τους ιδιοκτήτες των εθνικών αληθειών να ζυγίζουν τα φρονήματά μας, εκσυγχρονιστικών κατά τις τελευταίες δεκαετίες, με τους ιδιοκτήτες της «προοδευτικότητας» και του «ευρωπαϊσμού» να ασκούν, τηρουμένων των αναλογιών, τη δική τους ιδεολογική τρομοκρατία προς τους αποκλίνοντες απ’ τον κανόνα τους (και που θεωρούνται, το αθωότερο, ύποπτοι συντηρητισμού!).
Ο παρουσιαζόμενος μικρός τόμος του Γ. Κοντογιώργη, που «προκαλεί» όχι μόνο αυτούς που υφίστανται τον «αιρετικό» του αντίλογο, αλλά κι αυτούς που δεν είναι εκ των προτέρων «απέναντι», έρχεται σε μια καλή συγκυρία, που μάλλον προοιωνίζεται μετάβαση απ’ τον «ακήρυκτο» στο συντεταγμένο και ώριμο διάλογο, όπως δείχνουν τα συναφούς περιεχομένου βιβλία που έχουν τελευταία εκδοθεί (Για παράδειγμα, Νίκου Σβορώνου : Το Ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού – Παναγιώτη Νούτσου: Κόμβοι στη συζήτηση για το έθνος – Γιώργη Καραμπελιά : 1204 – Η διαμόρφωση του νέου ελληνισμού).
Δικαιούται να κριθεί, όπως κάθε βιβλίο, πολύ μάλιστα περισσότερο όταν αυτό εισάγει μια εντελώς νέα ερμηνευτική θεωρία περί έθνους, περί ελληνισμού και περί νεωτερικότητας, που στο σύνολό της θα κριθεί με την αναμενόμενη ολοκλήρωση του προειρημένου «Ελληνικού Κοσμοσυστήματος».-

Δείτε επίσης: Η εθνική μας αυτογνωσία (Καθημερινή, 11-2-2007).

Share

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Γιώργου Κοντογιώργη

2 Σχόλια

Κοντογιώργης 12 2008

Ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης θα παρουσιάσει το βιβλίο του «12/2008 Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος» και θα συζητήσει με τους πολίτες που θα παρίστανται, για τα θέματα του βιβλίου, την Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009, στις 20.30, στο café του Βιβλιοπωλείου IANOS (Σταδίου 24).

Από τις εκδόσεις IANOS κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη «12/2008, Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος», στο οποίο ανατέμνει την κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος και τον χαρακτήρα του αδιεξόδου της νεοτερικότητας με αφορμή την πρόσφατη εξέγερση της νεολαίας και την παγκόσμια χρηματοπιστωτική αναταραχή. Συγχρόνως διαλογίζεται για την κατεύθυνση της εξέλιξης που αναμένεται να λάβει ο κόσμος στο περιβάλλον του 21ου αιώνα.
Όντως ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι η στασιαστική έκφραση της οργής των νέων του περασμένου Δεκεμβρίου, ανεξαρτήτως της αφορμής που την προκάλεσε και της άμεσης αιτιολογίας της, ανέδειξε με μεγάλη καθαρότητα το αδιέξοδο της εποχής μας. Αδιέξοδο που οφείλεται στην ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς, υπέρ της πολιτικής κυριαρχίας της τελευταίας. Αδιέξοδο με ειδικότερα ελληνικά χαρακτηριστικά, τα οποία τη φορά αυτή προέβαλαν στην παγκόσμια σκηνή ως προάγγελος γενικότερων εξελίξεων που δεν εγγράφονται στην περιοχή της παραδοσιακής αμφισβήτησης. Το γεγονός αυτό εξηγεί, άλλωστε, γιατί οι πολιτικές δυνάμεις παρακάμφθηκαν με τόση ευκολία από τους νέους, στα συναισθήματα των οποίων οι διακινητές της ιδεολογίας της καταστροφής επικράτησαν κατά κράτος και καρπώθηκαν εξ ολοκλήρου την οργή τους, δίδοντάς της διαστάσεις τυπικής εξέγερσης. Με δεδομένη την αίσθηση του αδιεξόδου, που έγινε εμφανής στο πρόταγμα της ελληνικής νεολαίας, είναι όμως εξίσου κατάδηλη στο σύνολο της νεοτερικής σκέψης, ο συγγραφέας επέλεξε να επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στη διερώτηση για τη σημειολογία της κρίσης, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη μιας προβληματικής για την κατεύθυνση της εξέλιξης. Στο πλαίσιο αυτό, διεξάγει ένα γόνιμο διάλογο με θεμελιώδεις έννοιες της εποχής μας, όπως της δημοκρατίας και της αντιπροσώπευσης, της αγοράς και του οικονομικού συστήματος, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων, της αναρχίας και της ιδεολογίας της καταστροφής, της συλλογικής ταυτότητας και της κοσμο-πολιτειότητας, προκειμένου να αναδείξει το βάθος του γνωσιολογικού αδιεξόδου και του συντηρητικού εγκιβωτισμού της νεοτερικότητας. Πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι να κατευθύνει τη σκέψη των νέων, αλλά να συμβάλλει στην αποδέσμευσή της από τα απολιθωμένα στερεότυπα της νεοτερικής γνωσιολογίας που την κρατούν δέσμια ποικίλλων όσων αναχρονισμών και προκαταλήψεων.

Share

Αρέσει σε %d bloggers: