Θεοδώρου Δούκα Λασκάρεως, Τα Θεωνύμια

Σχολιάστε

Θεοδώρου Δούκα Λασκάρεως,Τα Θεωνύμια: Λόγος τέταρτος Περί Θεωνυμίας, προοίμιο-επιμέλεια: Αλέξανδρος Κοσματόπουλος,εκδόσεις Άγρα,β’ έκδοση, Αθήνα 2009, ISBN: 978-960-325-789-9.

[…]Ο απαλινώδητος /
ο ατλαντικός /
ο απροσωπόληπτος /
ο προμηθεύς /
ο Ολύμπιος /
ο δημιουργός των μη φαινομένων /
ο αήττητος /
ο υγειοδότης/
ο αδιάβλητος /
ο απαθής /
ο νοσοφθόρος /
ο άαπτος /
ο απροσπέλαστος /
ο ακήρατος […]

Θεοδώρου Δούκα Λασκάρεως, Τα Θεωνύμια: Λόγος τέταρτος Περί Θεωνυμίας, προοίμιο-επιμέλεια: Αλέξανδρος Κοσματόπουλοςεκδόσεις Άγρα, β’ έκδοση, Αθήνα 2009.

Ronald Dworkin, Θρησκεία χωρίς Θεό

Σχολιάστε

Ronald Dworkin, Θρησκεία χωρίς Θεό, μετάφραση: Στέλιος Βιρβιδάκης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-16-8106-1.

Το παρόν βιβλίο, το οποίο ο συγγραφέας του δεν πρόλαβε να δει τυπωµένο, βασίζεται στις Διαλέξεις Αϊνστάιν που έδωσε τον Δεκέµβριο 2011 στο Πανεπιστήµιο της Βέρνης και µπορεί να θεωρηθεί ένα είδος πνευµατικής διαθήκης. Η θρησκευτική στάση την οποία ο Ντουόρκιν προβάλλει εκφράζεται µέσα από την αποδοχή της αλήθειας δύο βασικών και συναφών αξιολογικών κρίσεων. Σύµφωνα µε αυτές, η ανθρώπινη ζωή έχει αντικειµενικό νόηµα και το σύµπαν εγγενή αξία. Η αναγνώριση της αλήθειας αυτών των δύο κρίσεων συνεπάγεται πως κάθε άνθρωπος οφείλει να προσπαθεί να ζει καλά, όπως υπαγορεύουν οι ηθικές υποχρεώσεις προς τον εαυτό του και προς τους συνανθρώπους του, και πως είναι σε θέση να νιώθει δέος µπροστά στην οµορφιά του κόσµου. Αυτές τις πεποιθήσεις τις συµµερίζονται κατά κανόνα οι πιστοί των παραδοσιακών θεϊστικών θρησκειών, αλλά, σύµφωνα µε τον Ντουόρκιν, ο θεϊσµός δεν είναι απαραίτητος για τη στήριξή τους. Και οι άθεοι µπορούν να τις συµµεριστούν, υιοθετώντας µια θρησκεία χωρίς θεό. [πηγή: ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ]

***

Παραθέτουμε την κριτική της Σάρας Θηλυκού που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Αυγή» στις 18/8/2019: 

Σχέση χωρίς σύντροφο

Της Σάρας Θηλυκού*

Τον Μπλεζ Πασκάλ και τους Στοχασμούς του θυμήθηκα από τις πρώτες κιόλας σελίδες της ανά χείρας φιλοσοφικής πραγματείας, ο οποίος βεβαιώνει πως ένας άθεος είναι διατεθειμένος να πιστέψει τα πάντα αρκεί να μην χρειαστεί να πιστέψει σε κάποιον θεό. Για τον Ρόναλντ Ντουόρκιν ο αθεϊσμός είναι θρησκεία, με θεό της -μέσα στα αμερικανικά συμφραζόμενα- από το Σύνταγμα μέχρι το μπέιζμπολ. Ο Αμερικανός διανοητής επιθυμεί να απαλλάξει έννοιες όπως η ιερότητα της ζωής, η αξία της ανθρώπινης ύπαρξης, του σύμπαντος κ.ο.κ. από την παρουσία ενός θεού που να τις κατακυρώνει. Και αυτό γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος κατατρύχεται από τις εμμονές κατεξοχήν του δυτικού πολιτισμού, τη βεβαιότητα και την ανεξαρτησία. Έτσι προτάσσει την έννοια της ηθικής ανεξαρτησίας έναντι της θρησκευτικής ελευθερίας, και το ευ ζην έναντι του θεού, προκειμένου να παρακάμψει την επιλογή για σύναψη σχέσης με έναν προσωπικό θεό -για την ύπαρξη του οποίου δεν είναι βέβαιος- και την ευθύνη που αυτή η σχέση συνεπάγεται -και η οποία θίγει βεβαίως την ανεξαρτησία του.

Μια θρησκεία χωρίς Θεό συνιστά ήδη ο ντεϊσμός από την εποχή του γαλλικού διαφωτισμού, όπου η πίστη σε ένα υπέρτατο ον απομακρυσμένο από τον κόσμο, αποπροσωποποιεί τον κατεξοχήν προσωπικό Θεό-Πατέρα του Χριστιανισμού και βέβαια κλονίζει την έννοια της θείας πρόνοιας. Ο φιλοσοφικός προβληματισμός περί θεοδικίας και υπάρξεως του κακού εν γένει, αλλά και ο αντίστοιχος στοχαστών θρησκευομένων, όπως οι Πασκάλ και Κίρκεγκωρ, υπέσκαψαν την έννοια της πίστης, όπως έδειξε η Χάνα Άρεντ. Στον 20ο αιώνα μια θρησκεία χωρίς Θεό συνιστούν ήδη τα κινήματα της πρωτοπορίας εισηγούμενα μια τέχνη χωρίς Θεό ή υπερβατικό. Η έννοια της θρησκείας ταυτίζεται εν πολλοίς με μια ιδιότυπη τυραννία της βεβαιότητας, θα την αποκαλούσα, τέτοια που και σήμερα ακόμη να αρνείται σχεδόν την άσκηση της τέχνης σε ανθρώπους που πιστεύουν στον Θεό! Ή την άσκηση της θρησκείας σε ανθρώπους που αμφιβάλλουν. Όμως, ζωή και τέχνη, σε πείσμα του ηθικού μανιχαϊσμού, παραμένουν αβέβαιες, για ενθέους και αθέους, και για αυτό απολύτως σαγηνευτικές. Και η πίστη μπορεί να συμβαδίζει με την επιστήμη, όπως η αμφιβολία με τη θρησκεία. Όπως άλλωστε ο Ντουόρκιν βεβαιώνει «η κοσμική επιστήμη έχει γίνει εντυπωσιακώς παρόμοια με τη θρησκευτική διδασκαλία».

Αλλά και η σύγχρονη μαχητική, λεγομένη, αθεΐα, κρίνεται ανεπαρκής, από εκπροσώπους μάλιστα της μαρξιστικής κριτικής, η οποία δια στόματος Τέρρυ Ήγκλετον εγκαλεί τον Ρίτσαρντ Ντόκινς, κορυφαίο εκπρόσωπο της πρώτης, για το ότι ο τελευταίος θεωρεί υπεύθυνο τον μαρξισμό για τα… γκουλάγκ. Η σύγχρονη αθεΐα πράγματι εξαντλεί όλη της τη δυναμική σε έναν ιστορικό ηθικισμό, μια φιλότιμη απαρίθμηση όλων των θρησκευτικών παρεκτροπών ανά τους αιώνες, αποδεικνύοντας αυτό που ο Ήγκλετον (σε συνέντευξή του στον Δημήτρη Δημηρούλη) σημειώνει, «πόσο ανίδεοι περί θεολογίας είναι άνθρωποι όπως οι Χίτζενς, Ντόκινς και Ονφρέ». Οι νέοι θρησκευτικοί πόλεμοι κατά τον Ντουόρκιν διεξάγονται στον χώρο της πολιτικής με θέματα αιχμής τη χρήση των θρησκευτικών συμβόλων στον δημόσιο χώρο και την προσευχή στα σχολεία (με κυρίαρχη την επιταγή περί ουδετερότητας), τη σεξουαλική ηθική (με τη νομοθεσία για τις αμβλώσεις), τη μαντίλα (στη Γαλλία λόγου χάρη οι νόμοι Σαρκοζί για τη μαντίλα και τη γενειάδα για… θρησκευτικούς λόγους, καθώς και οι εικόνες γάλλων αστυνομικών σε πλαζ να προσπαθούν να… γδύσουν μουσουλμάνες λουόμενες από τα μπουρκίνι τους νομίζω πως έδειξαν τα αδιέξοδα του πιο κοσμικού κράτους) και τη διδασκαλία της δαρβινικής εξέλιξης (η οποία στην Αμερική κονταροχτυπήθηκε με τον δημιουργισμό και τον νοήμονα σχεδιασμό).

Πάντως η απόφανση της σύγχρονης Φυσικής διά στόματος Ρίτσαρντ Φάινμαν, μιας ιδιότυπης αθεΐας του θρησκευτικού αθεϊσμού, κατά πώς ο Ντουόρκιν μάς θυμίζει, πως δεν γίνεται να εξηγήσει το «γιατί» λειτουργούν έτσι τα πράγματα (δηλαδή τον σκοπό τους) αλλά μόνο το «πώς» λειτουργούν (δηλαδή τον τρόπο), θυμίζει τη διπλή θεολογική μεθοδολογία των Πατέρων, με την οποία αίρεται κάθε σύγκρουση επιστήμης και θρησκείας. Και πράγματι «ούτε είναι εύλογο να θεωρήσουμε ότι η στάση των καθηγητών επιστημονικών μαθημάτων εκφράζει δέσμευση σε κάποια εκστρατεία προαγωγής του αθεϊσμού».

Αναφερόμενος ακόμη στον Πάουλ Τίλλιχ ο Ντουόρκιν εξαίρει τον… αθεϊσμό του θεολόγου ο οποίος βεβαιώνει πως «χωρίς κάποιο στοιχείο αθεϊσμού κανένας θεϊσμός δεν μπορεί να διατηρηθεί». Ασφαλώς. Ο αποφατισμός και οι αντινομίες συνιστούν θεμελιώδη θεολογικά χαρακτηριστικά, που θα ζήλευαν οι αγνωστικιστές. Έτσι ο Θεός καλείται υπεράγνωστος καθώς όσο περισσότερο ο άνθρωπος Τον γνωρίζει τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί το ακαταληπτο της ουσιας Του. Αλλά και ο πανθεϊσμός του Σπινόζα έχει θέση σε ένα γνήσια θρησκευτικό βίωμα, όπως μπορεί να βεβαιώσει κάθε άνθρωπος που έχει ερωτευτεί έστω και μία φορά στη ζωή του.

Ο κοσμικός, λεγόμενος, ανθρωπισμός δεν επιτρέπει παρά μία προσέγγιση που ταυτίζει τη θρησκεία με την ηθική, για όσους συμμερίζονται το δέος του Καντ απέναντι στον έναστρο ουρανό και τον ηθικό νόμο εντός. Για πολλούς χριστιανούς θεολόγους λόγου χάρη, όμως, ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά υπέρβασή της, είναι δε μια κοινωνία προσώπων και όχι απλώς μια ακόμη πίστη με όρους ιδεολογικής καθαρότητας κ.ο.κ. Έτσι μια τέτοια θεώρηση φαίνεται μάλλον υποβιβαστική. Η επιλογή μιας θρησκείας χωρίς θεό φαντάζει ως η μέση λύση ανάμεσα στη μαχητική αθεΐα και την παραδοσιακή θρησκευτικότητα, για όσους ασπάζονται ένα ισχυρό αξιακό μοντέλο, καθώς αμβλύνει την αιχμηρή φυσιοκρατία έναντι μιας πιο πνευματικής θέασης της ζωής. Ας προσέξουμε, όμως, το ενδεχόμενο μιας… θεϊστικής κοσμικότητας. Δεχόμενοι μια θρησκεία χωρίς θεό μήπως δεχόμαστε έτσι και μια δημοκρατια δίχως… δήμο λόγου χάρη, μια ελέω θεού δημοκρατία; Ο Χασεμί Ραφσατζανί, γνωστός για τη θεωρητική ενασχόλησή του με τις δημοκρατίες της Δύσης (την έδρα του… Σατανά, στην οποία ωστόσο είχε καταφύγει ο ηγέτης της Ισλαμικής Επανάστασης Χομεϊνί), είχε πει πως η ισλαμική δημοκρατία του Ιράν είναι ανώτερη από τις δυτικές γιατί βασίζεται στον Θεό… Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Δημιουργού-Θεού και αυτό συνιστά την εγγενή αξία του, χωρίς η τελευταία να απομειώνεται από την οντολογική εξάρτηση της κτιστής ανθρώπινης φύσης από τον άκτιστο Δημιουργό της, ενώ η ιστορία, η πολιτική, οι τέχνες και οι επιστήμες συνιστούν ανθρώπων έργα.

Ο μεταφραστής του έργου καθηγητής Στέλιος Βιρβιδάκης, στο κριτικό επίμετρό του στο τέλος του βιβλίου προλαμβάνει τόσο τις ενστάσεις των θεϊστών όσο και ενδεχόμενες επιφυλάξεις για την πειστικότητα των επιχειρημάτων του Ντουόρκιν, εξαίροντας βέβαια τη γόνιμη συνεισφορά του στον διάλογο μεταξύ θεϊστών και αθέων. H αθεολόγητη ταύτιση της θρησκείας με την ηθική νομίζω πως καθιστά τη θρησκεία μια μάλλον γλυκερή, άνευρη, ψυχρή, πολιτικώς ορθή καθηκοντολογία, μια σίγουρη συνταγή για μια «πετυχημένη ζωή», χωρίς ρίσκο, χωρίς θυσία, χωρίς έρωτα, χωρίς τον… θεό της εντέλει. Γιατί να πιστέψει κανείς σε μια τέτοια θρησκεία και όχι στην ποδοσφαιρική του ομάδα – ή μήπως οι δύο μπορεί να ταυτίζονται; Ο Γούντι Άλλεν, στον οποίο ο Ντουόρκιν παραπέμπει, είχε πει κάποτε για τον Ντοστογιέφσκι πως είναι πολύ Ρώσος για αυτόν. Μήπως το ίδιο ισχύει και για τη θρησκεία χωρίς θεό; Πως είναι μάλλον πολύ αμερικάνικη για τα γούστα μας;

____________________________________________________________

*Η Σάρα Θηλυκού είναι ποιήτρια και δρ Θεολογίας

https://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2019/08/blog-post_52.html

Ένας αφορισμός του Cioran περί Θεού

Σχολιάστε

E. Cioran, Ἐπιλογὴ ἀπὸ τὸ  De l’inconvénient d’être né , σημείωμα-μετάφραση-σημειώσεις: Ἀντώνης Καραβασίλης, ἐκδόσεις Στιγμή, Ἀθήνα 2017, ISBN: 978-960-269-283-7.

278

Ὁ Θεὸς εἶναι, ἀκόμη κι ἄν δὲν ὑπάρχει.

E. Cioran, Ἐπιλογὴ ἀπὸ τὸ  De l’inconvénient d’être né , σημείωμα-μετάφραση-σημειώσεις: Ἀντώνης Καραβασίλης, ἐκδόσεις Στιγμή, Ἀθήνα 2017,σελ.72.

 

 

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Όλα είναι δρόμος

Σχολιάστε

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Όλα είναι δρόμος: Ευκαιρίες συμφιλίωσης με τον χαμένο μας εαυτό, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2014, ISBN: 978-960-527-834-2.

OlaEinaiDromos

 

Το νέο πόνημα του π. Χ. Παπαδόπουλου γραμμένο με ευαισθησία και πόνο για τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου διαβάζεται απνευστί.

Αποσπάσματα από το  βιβλίο: 

1

[σελ.20] (…)Η αυτοεξόντωση δεν είναι ευαγγελική ταπείνωση. Ταπείνωση δεν σημαίνει μιζέρια, αυτολύπηση, εξουθένωση της προσωπικότητας και μοναδικότητας. Αυτό είναι βλασφημία απέναντι στην ζωή και τον Θεό.

Ταπείνωση σημαίνει επίγνωση, αίσθηση, αντίληψη, αποδοχή, οικειότητα, αγάπη και συγχωρητικότητα. Αποδέχομαι τον εαυτό μου και παρακαλώ την Χάρη του Θεού να συνεργήσει στην προσπάθεια μου ώστε να μεταμορφωθεί ο εσωτερικός βίος μου. Ταπείνωση σημαίνει άφημα στην ροή της πρόνοιας του Θεού. Ενώ η αυτοελεεινολόγηση και αυτοματαίωση είναι μια βαθιά εγωτική στάση ζωής. (…)

2

[σελ. 46] (…) Θέλουμε ένα Θεό μεταπράτη. Που θα αναλαμβάνει αυτός να ζήσει αντί για εμάς. Που θα κάνει όλα τα θελήματα μας. Θα εξυπηρετήσει με ένα μαγικό τρόπο, σχεδόν μεταφυσικό, τις ανάγκες μας. (…)

(…) Επιζητούμε ένα Θεό ο οποίος θα μας δίδει υγεία, θα μας βρίσκει δουλειές, θα μας χτίζει σπίτια, ένα και δυο, εξοχικό πάνω σε καταπατημένες εκτάσεις ή καμένα δάση. Ένα Θεό που θα ευλογεί τις επιχειρήσεις μας, θα μας πλουτίζει και θα έχει μερίδιο επιτυχίας στο κοινωνικό μας προφίλ. (…)

3

[σελ. 49] (…) Η αγάπη και όλες οι άλλες εντολές του Ιησού δεν είναι ηθικές επιταγές μιας ιδεολογικής παρακαταθήκης, αλλά οντολογικές οδηγίες για να ζήσει ο άνθρωπος. (…)

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Όλα είναι δρόμος: Ευκαιρίες συμφιλίωσης με τον χαμένο μας εαυτό, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2014, σελ.20, 46, 49 (αποσπάσματα).

Νόρμαν Μέιλερ “Περί Θεού”: Kριτική αποτίμηση

Σχολιάστε

Νόρμαν Μέιλερ, Περί Θεού,μετάφραση Ιλάειρα Διονυσοπούλου, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008,ISBN 978-960-03-4683-1.

Του Γ.Μ.Βαρδαβά

Πρόσφατα κυκλοφόρησε στη χώρα μας σε μετάφραση το κύκνειο άσμα του γνωστού αμερικανού συγγραφέα Νόρμαν Μέιλερ. Τίτλος του “Περί Θεού”. Περιλαμβάνει εκτεταμένες συζητήσεις του συγγραφέα με τον ηθοποιό Μάικλ Λένον. Δεν προκαλεί εντύπωση που ένας πρώην “άθεος” θέλει να δώσει απαντήσεις στο περί Θεού ερώτημα. Εξάλλου τα μυθιστορήματα του Μέιλερ κατά καιρούς περιείχαν τις θεολογικές του θέσεις.

Διαβάζοντας το “Περί Θεού” δεν θα μπορούσα να μη διαφωνήσω σε αρκετά σημεία του έργου:

1. Πρώτο σημείο διαφωνίας είναι η προσπάθεια εκ μέρους του Ν.Μ.  να αναδείξει το νεογνωστικισμό ως απάντηση στα υπαρξιακά ερωτήματα των καιρών μας. Φαίνεται καθαρά η ατομοκεντρική οπτική του. Υιοθετεί το γνωστικισμό ως όχημα για την καταξίωση του “εγώ”. Έτσι φτάνει σε απαράδεκτες “ισαριθμίες”. Δεν θεωρεί το Θεό παντοδύναμο, ούτε και πανάγαθο (η ιδέα αυτή βέβαια δεν είναι καινούργια: ας θυμηθούμε τον Μπερξόν και κυρίως τον Καζαντζάκη). Από την άλλη πλευρά, τη θεολογική του αντίληψη διακατέχει η επί ίσοις όροις πάλη Θεού και διαβόλου. Δεν θεωρεί το Θεό τέλειο. Απλά τον δέχεται σαν καλλιτέχνη (θυμίζει στο σημείο αυτό τον Πλάτωνα), που όμως “κάνει λάθη”.

2. Ο χριστιανισμός που γνωρίζει ο Ν.Μ. είναι ένας δυτικότροπος και σχολαστικός χριστιανισμός. Αγνοεί την ορθοδοξία, αν και σχεδόν την επικαλείται κάνοντας λόγο για θεολογία “της απουσίας”. Ωστόσο η αποφατική θεολογία ως θεολογικός δρόμος είναι γνωστή στην ορθόδοξη παράδοση ήδη από την εποχή των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων. Αν  ο Ν.Μ. την αγνοεί, είναι μια άλλη ιστορία. Κανείς  άνθρωπος δεν είναι παντογνώστης. Πολλοί πάντως μπερδεύουν τον αυθεντικό χριστιανισμό με τις ποικίλες παραφθορές του. Πολλώ μάλλον άνθρωποι σαν τον Μέιλερ, που τον έχουν γνωρίσει μόνο στη δυτικότροπη εκδοχή του: καθολική ή προτεσταντική το πολύ. Δικαίως λοιπόν ασκεί σε πολλά σημεία κριτική, αλλά δυστυχώς φαίνεται ν’ αγνοεί ότι υπάρχει και “κάτι άλλο”, παρά τη “μειοψηφικότητα” του.

3. Η αναγνώριση εκ μέρους του Ν.Μ. της “ανωτερότητας του ιουδαϊσμού” μόνο σε προβληματισμό  μπορεί να μας οδηγήσει. Δεν διαφωνεί κανείς πως η συμβολή του ιουδαϊσμού στο μονοθεϊσμό είναι καταλυτικής φύσης. Ωστόσο ο ιουδαϊσμός στην εξέλιξή του προσέλαβε και πολύ “τυπολατρία” και ακόμα περισσότερο “νομικισμό”, αλλά και άλλα αρνητικά στοιχεία που έκαναν το νεαρό Μάρξ να γράψει ένα λίβελλο εναντίον του (το γνωστό μας “Εβραϊκό Ζήτημα”). Προσέτι δεν είναι δυνατόν η Παλαιά Διαθήκη με τις σκληρές περιγραφές της να θεωρείται “ανώτερο” κείμενο από την “ψεύτικη”(!!!), κατά τον Ν.Μ., Καινή Διαθήκη. Για μας φυσικά δεν τίθεται θέμα ανωτερότητας αλλά αλληλοσυμπλήρωσης των δυο Διαθηκών. Κατανοητή καθίσταται ωστόσο η στάση του συγγραφέα, δοθέντος ότι ανετράφη σε ιουδαϊκό περιβάλλον. Μπορεί να βαριόταν στη συναγωγή, όπως αναφέρει σε κάποια συνέντευξή του, αλλά αλλού λέει για την ευσέβεια της οικογένειάς του και κυρίως του πατέρα του, που  διατέλεσε και ραββίνος. Κατά συνέπεια δεν μπορεί στο σημείο αυτό να θεωρηθεί αντικειμενικός (αν νομιμοποιούμαστε βέβαια να κάνουμε λόγο για αντικειμενικότητα σε θέματα πίστεως και πεποιθήσεων γενικότερα˙  πρόκειται για την κλασική κατάφαση στην αλήθεια όλων όσων θρησκεύουν˙ δεν λένε απλά ότι μετέχουν στην  αλήθεια, αλλά ότι κατέχουν όλη την αλήθεια). Από  την  άλλη το θετικό είναι ότι τοποθετείται αρνητικά και έναντι του μηδενισμού και της “αθεΐας”.

4. Η απαξίωση της αγιότητας, με κυνικό μάλιστα τρόπο, από τον Ν.Μ. μας βάζει σε πολλές σκέψεις. Δέχεται την αγιότητα σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις, αλλά και εκεί οι απόψεις του είναι συγκεχυμένες. Η ειρωνική διατύπωση του ερωτήματος “πού πάνε οι άγιοι” προκαλεί θυμηδία και η κριτική του στην αυθαίρετη δυτικότροπη αντίληψη περί “περίσσειας” στις αξιομισθίες των αγίων δεν αφορά τον ορθόδοξο χριστιανισμό, που απορρίπτει ως αιρετική αυτή τη θέση. Όλα αυτά δείχνουν τουλάχιστον άγνοια της αυθεντικής διάστασης της αγιότητας. Αλλά και τα σημεία, όπου φαίνεται ν’ αναγνωρίζει πτυχές της αγιότητας, τα συνοδεύει με αφορισμούς περί “παθητικότητας” και αδυναμίας προσπαθώντας να επαναφέρει στην επικαιρότητα τη βιταλιστική αθεΐα του Νίτσε ή έστω τις βασικές πτυχές της διδασκαλίας του Νίτσε περί “υπερανθρώπου”.

5. Στο ζήτημα της θεοδικίας δίνει διάφορες διαστάσεις. Ωστόσο φαίνεται ν’ απεχθάνεται μετά βδελυγμίας την άποψη για το “μυστήριο του Θεού” και τις “άγνωστες βουλές του Κυρίου”, που “βολεύουν τους παπάδες” αλλά δεν δίνουν απαντήσεις. Προβάλλει διάφορες άλλες απαντήσεις στο πρόβλημα της θεοδικίας, που ποτέ δεν προβλήθηκαν ούτε υιοθετήθηκαν από την ορθόδοξη πατερική θεολογία και παράδοση και καμία σχέση δεν έχουν με το πνεύμα του αυθεντικού χριστιανισμού.

6. Η αποδοχή της θεωρίας της μετενσάρκωσης, ως απάντησης για το τι γίνεται μετά θάνατον, σαφώς και δεν ικανοποιεί σχεδόν κανένα σοβαρά προβληματιζόμενο για τα πνευματικά ζητήματα.

Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλα σημεία διαφωνίας, αλλά κρίνουμε σκόπιμο να μην τον “διαφημίσουμε” άλλο. Στα υπαρξιακά ερωτήματα δεν υπάρχει μόνο μια απάντηση. Άλλο αν ο Ν.Μ. κατηγορεί την εκκλησία για “κατασκευή απαντήσεων”. Εξάλλου η αποφατική θεολογία δεν εξαντλεί την αλήθεια στη διατύπωση της αλλά αναδεικνύει το άρρητο, το “άκτιστο”. Δεν πρόκειται για μια δυτικότροπη “θεολογία των αρνήσεων”, αλλά για κατάφαση στο ακατάληπτο του Θεού, στο μεγαλείο του μυστηρίου Του. Κοντολογίς είναι η διάκριση μεταξύ του “τι” της αληθείας και του “ΤΙΣ έστιν η  Αλήθεια”, που οφείλουμε στη σοφία του γέροντος Σωφρονίου του Essex.

Το σημείωμα αυτό αρχικά δημοσιεύθηκε στην ΟΟΔΕ.

Δείτε και την κριτική του Μανώλη Πιμπλή με τίτλο «Δεν έχει τον Θεό του» στα «Νέα«.

Share

Αρέσει σε %d bloggers: