Αργύρης Χιόνης, Ο ακίνητος δρομέας

Σχολιάστε

Αργύρης Χιόνης, Ο ακίνητος δρομέαςεκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1996, α’ ανατύπωση Αθήνα 2000, ISBN 960-211-295-6.

b20783

 

Ο ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ

Ὁ παλαιστής πού ἀποφασίζει νά παλέψει μέ τό χρόνο,

ἀλείφει τό κορμί μέ λάδι γιά νά γλιστρᾶ ἀπ’ τήν πανίσχυρη

λαβή του. Ὅμως ὀ χρόνος, ὡς γνωστόν, δέν ἔχει χέρια, γι’

αὐτό κανένας δέν μπορεῖ  νά τοῦ ξεφύγει.

Αργύρης Χιόνης, Ο ακίνητος δρομέαςεκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1996, α’ ανατύπωση Αθήνα 2000, σελ. 26.

Advertisements

Πέτρος Θεοδωρίδης, Να γράφεις τώρα είναι σαν να εξατμίζεσαι

Σχολιάστε

Να γράφεις.
Η γραφή. Σφηνοειδής που ξεραίνεται στις πλίνθους.Μετέωρα ιερογλυφικά στις πυραμίδες. Για αιώνες ατέρμονους ακατάληπτη.
Κάποτε η γραφή μεσολαβούσε μεταξύ ουρανού και γης.Κάποτε η γραφή ήτανε το προνόμιο των ιερέων….
Να γράφεις.Ελπίζοντας να ακινητοποιήσεις την στιγμή.Να γράφεις για μια στιγμή αθανασίας. Όχι της αθανασίας του ονόματος αλλά της ακινητοποίησης της στιγμής που ρέει.Κάποτε η γραφή μύριζε φρεσκοτυπωμένο χαρτί. Κάποτε γράφαμε για να το δούμε τυπωμένο. Μεσολαβούσε η λαχτάρα, η προσμονή της εκτύπωσης .Να γράφεις τώρα είναι σαν να εξατμίζεσαι. Είναι σαν ν’ ακουμπάς τα μύχια της ψυχής σου στην οθόνη. Κάθε στιγμή και μια αλλοτρίωση.Κάθε στιγμή, μια ψίχα απ’  τη ψυχή σου ξεκολλά,εφήμερο σημάδι, σαν το μυγάκι που μόλις για λίγο ζει ανάμεσα σε δισεκατομμύρια άλλα, σ’ ένα ποτάμι από τρισεκατομμύρια ήχους, εικόνες, χρώματα, που χάνεται μες σ’ ένα σύμπαν από λέξεις που με την σειρά του καταπίνεται από τις μαύρες τρύπες του καιρού μας..

Να γράφεις οπως να ράβεις μια πληγή που διαρκώς ανοίγει…

Νοσφεράτος, εγώ δηλαδή ενας άλλος

2 Σχόλια

Εγώ δηλαδή ένας άλλος,
δεν είμαι παρά ένα σημαδάκι,
μια αιχμηρή ακρούλα σ’ αυτό το τεράστιο πλάσμα του εαυτού
κολυμπώ μες την αλλότητα μου,
βουλιάζω μέσα στις δίνες του μυαλού μου: όταν ονειρεύομαι, αναδύονται θρυμματισμένες μνήμες, αισθάνομαι ξανά τις μυρωδιές, τις γεύσεις πού ένιωθα μικρός: να είσαι παιδί επτά χρόνων, κοκαλιάρικο και να κοιτάς αστέρια ένα βράδυ, μέσα στα χόρτα τόσο ψηλά, τόσο μεγάλα-ακούρευτα χόρτα
να είσαι τόσο μικρός και ο κήπος να σου φαίνεται μεγάλος και τα αστέρια πολλά,  παρά πολλά: τρεις χιλιάδες ακριβώς.
Κι εγώ ριγούσα από ευχαρίστηση χωμένος μεσ’ τη θαλπωρή του χόρτου και τη μυρωδιά του χώματος, μυρίζοντας εκείνη τη θεσπέσια νυχτιά, τα αστέρια-μικρές τρυπίτσες στον ουράνιο θόλο πού αφήνουνε να φανεί λίγη από τη λάμψη του αληθινού θεού- μήπως τότε ή πιο παλιά ήξερα ή μάλλον ένιωθα πραγματικά την αλήθεια; Λίμναζα ευτυχισμένος μεσ’  τις ανομάτιστες ακόμα επιθυμίες σαν αδαής νάρκισσος πού δεν είδε ακόμα το πρόσωπο του στα νερά της λίμνης .Και όλη η μετέπειτα επιθυμία, δεν ήταν παρά το πένθος για εκείνη τη στιγμή, πού δεν ξέρω αν έζησα ή ονειρεύτηκα ή μήπως τώρα αναπλάθω σαν μαγικό πεδίο αναφοράς: ου-τόπο πού να συντηρεί τον μύθο μιας χαμένης ευτυχίας, νοσταλγίας: αρνήθηκα την ενηλικίωση μου εξαρχής- αρνούμαι, είπα, να παραιτηθώ από αυτό το –υποτιθέμενο- βίωμα ευτυχίας πού ακόμα και τώρα φαίνεται τόσο ζωντανό σαν να έγινε χθες και πλέει μέσα στο μυαλό μου σαν ένα ευτυχισμένο καρυδότσουφλο-ακυβέρνητο, μάταιο, αυθόρμητο και ειλικρινές, ορθάνοιχτο,….Γιατί αργότερα περιπλέχθηκα σε μαιάνδρους και στριφνά περάσματα, ενώ οι επιθυμίες μου ήταν τόσο φωτεινά απλές;
Νοσφεράτος
*****
Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ, 13-6-2011. Θερμές ευχαριστίες οφείλουμε στον φίλο των «Αναγνώσεων» Νοσφεράτο που επέτρεψε την αναδημοσίευση του πονήματος του εδώ.

Αρέσει σε %d bloggers: