Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη

Σχολιάστε

Νίκος Γαβριήλ ΠεντζίκηςΜητέρα Θεσσαλονίκη, ἐκδόσεις Κέδρος, 7η ἔκδοση, Ἀθήνα 2008, ISBN: 978-960-04-3004-2.

Ι

(…) Πόσον ἀγώνα  πρέπει νὰ σηκώσει ὁ καθεὶς προκειμένου  νὰ ξεπεράσει τὴν ἐπὶ τῶν φαινομένων δόκηση; Γνωρίζουμε τὴν προσφορὰ τῆς δοκιμασίας, τὸ εἰλικρινὲς καὶ ἀήττητο νόημα ποὺ κρύβεται μέσα στὸ σχῆμα τοῦ ἀνθρώπου. (…)

Νίκος Γαβριήλ ΠεντζίκηςΜητέρα Θεσσαλονίκη, ἐκδόσεις Κέδρος, 7η ἔκδοση, Ἀθήνα 2008, σελ. 40 (ἀπόσπασμα)

***

ΙΙ

(…) Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ ἄτομο, ἀλλὰ ἀπ’ ὅλους μαζὶ κατὰ συνέχεια διαδοχῆς. Ἄλλοι ἔρχονται καὶ βρίσκουν τὴ μνήμη μας κι ἀπ’ ἄλλους πρὶν τὴ βρήκαμε ἔμεῖς. Τὸ ἄτομο εἶναι ἔνα δοχεῖο, ποὺ δοκιμάζεται στὴν πλατύτερη ὕπαρξη ποὺ μᾶς περιέχει καὶ διαρκεῖ. (…)

Νίκος Γαβριήλ ΠεντζίκηςΜητέρα Θεσσαλονίκη, ἐκδόσεις Κέδρος, 7η ἔκδοση, Ἀθήνα 2008, σελ. 52 (ἀπόσπασμα)

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ’ έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008. Απόσπασμα από τη σελίδα 131 του βιβλίου.

***

ΙΙΙ

(…) Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ’ αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι. (…)

Νίκος Γαβριήλ ΠεντζίκηςΜητέρα Θεσσαλονίκη, ἐκδόσεις Κέδρος, 7η ἔκδοση, Ἀθήνα 2008, σελ. 131 (ἀπόσπασμα)

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ’ έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008. Απόσπασμα από τη σελίδα 75 του βιβλίου.

***

IV

(…)Εἶχε ἀγαπήσει πολὺ τὸ Τολέδο, μὲ τὴν παράξενη του ὀμορφιά. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἐμπνέει ἀνάλογα αἰσθήματα ἔρωτος ἡ Θεσσαλονίκη σὲ ὅσους τὴν προσέχουν καὶ τὴν ἀναγνωρίζουν; Μήπως δίχως νὰ ξέρει γιατί καὶ μὲ ποιὸ θέλγητρο τὸν συγκρατεῖ, δὲν αἰσθάνεται κανεὶς ὅτι τοῦ εἶναι δύσκολο νὰ ἀποχωριστεῖ εὔκολα, αὐτὴν ποὺ προσφυῶς χαρακτηρίσθηκε “φτωχομάνα”; (…)

Νίκος Γαβριήλ ΠεντζίκηςΜητέρα Θεσσαλονίκη, ἐκδόσεις Κέδρος, 7η ἔκδοση, Ἀθήνα 2008, σελ. 75 (ἀπόσπασμα)

Ν. Γ. Πεντζίκης, Υποσχεμένο κείμενο

Σχολιάστε

Ν. Γ. Πεντζίκης, Ὑποσχεμένο κείμενο: Πεζογράφημα, ἐκδόσεις Μπιλιέτο, σειρά: ὀκτασέλιδο τοῦ Μπιλιέτου-89/2017, Παιανία 2017.

Ἔνδον πόλη

(ἀπόσπασμα)

[…] Τά περισσότερα γραπτά μου μοιάζουν ἀκατανόητα. Ὅταν, στεναχωρημένος, θέλω νά βρῶ κάποια δικαιολογία γιά τίς ἀποτυχίες μου, σκέφτομαι ὅτι ὁ κόσμος δέν μπορεῖ νά ἐνδιαφέρεται γιά ἀσήμαντες μικρολεπτομέρειες, πού πιστοποιοῦν τήν ὑφή καί τήν ὀργάνωση τῶν πραγμάτων, ὅταν ριχνόμαστε μέ πάθος ἀπάνω στό ἀντικείμενο νά τό ἀγκαλιάσουμε. Πρῶτα πρῶτα αὐτές οἱ λεπτομέρειες ἔχουν ἕνα χαρακτήρα ἰδιωτικὀ. Ἐκπηδοῦν ἀπ’ εὐθείας ἀπό τίς αἰσθήσεις τοῦ ὑποκειμένου. Δύσκολα μποροῦν νά μαζευτοῦν, νά συνταχθοῦν, νά συνταιριαχθοῦν χωρίς νά ἐκπέσουν σέ πεζή παράθεση, χάνοντας ἀπό τήν εὐδαίμονη σημασία τους. Δέν ἐνδιαφέρει ἡ προσπάθεια νά κρατήσουμε ψηλά τή λεπτομέρεια πού μᾶς ἀγγίζει. Ὁ καθένας πού βλέπει μιά οἰκοδομή δέν εἶναι ὑποχρεωμένος νά ξέρει τά μαθηματικά τοῦ ἀρχιτέκτονα. […] Τά πράγματα ἐνδιαφέρουν ὁλόκληρα. Δέν ἔχουν καμιά ἔννοια οἱ ἀπαλείψεις, οἱ ἀλλοιώσεις, παραλλαγές ἐκ συμπαθείας ἤ θαμπάδες λόγω εχθρότητος, πού ὑφίστανται ὅσα βλέπουμε. Οἱ ἄμεσες ἐντυπώσεις σβήνουν ἀφήνοντας νά κατασταλάξουν τά λογικά σχήματα τῶν συνηθειῶν. Σβήνουν καί ξεχνιοῦνται οἱ λεπτομέρειες καί ἀπομένουν μόνο τά συμπεράσματα. […]

Ν. Γ. Πεντζίκης, Ὑποσχεμένο κείμενο: Πεζογράφημα, ἐκδόσεις Μπιλιέτο, σειρά: ὀκτασέλιδο τοῦ Μπιλιέτου-89/2017, Παιανία 2017, σελ. 1-2 (ἀπόσπασμα).

Σημ. «Αναγνώσεων»: Το κείμενο «Ἔνδον πόλη» δημοσιεύθηκε αρχικά στο βιβλίο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκηεκδόσεις Κέδρος, 7η έκδοση, Αθήνα 2008, ISBN: 978-960-04-3004-2,σελ. 32-43 [εδώ: σελ. 32-33].

Ο Πεντζίκης για τον Καχτίτση

Σχολιάστε

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, γ’ έκδοση, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2008, ISBN 978-960-325-785-1.

[…] Όταν περπατάς μαζί του και τον ακούς, σου δημιουργεί μιαν ατμόσφαιρα μυστηρίου. Με μεγάλη μου χαρά διεπίστωσα κοινές ρίζες, ταυτότητα αντιλήψεων και περιστάσεων σε πάρα πολλά πράγματα μεταξύ μας. Διερωτώμαι αν θα μπορούσα με άλλον, εκτός από τον Ν. Κ., να προσέξω και να αισθανθώ το συναπάντημα που μας έτυχε πέρυσι στην Αθήνα, ένα βράδυ που τριγυρνούσαμε στους δρόμους. Η Αθήνα έχει πολύ ολίγο μυστήριο, και γι’ αυτό, μου εξηγούσε, προτιμά τις ελεύθερες ώρες του να πηγαίνει στην Κηφισιά. Άλλο κλίμα εκεί. Όχι βέβαια απλώς μόνο γιατί βρέχει πολύ περισσότερο παρά στο Άστυ. Στην Κηφισιά μου’ δειξε κάτι μισοερειπωμένες βίλες, εγκαταλειμμένα σπίτια, που θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν σκηνογραφία κατάλληλη για υποθέσεις σαν του Ντοστογιέφσκι ή του Τσέχοφ, όπου περιγράφεται η παρακμή μικροαστικών οικογενειών. Περισσότερο μαράζωμα παρά παρακμή. Μαράζωμα, αποτυχία, χρεοκοπία των ιδανικών της ανατροφής και αγωγής αντίκρυ στις εναντιότητες των υλικών συνθηκών της ζωής.[…]

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, γ’ έκδοση, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2008, σελ. 117-118 (απόσπασμα)

ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΑΓΩΝ ΨΥΧΗΣ

Σχολιάστε

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ποιήματα (Παλαιοντολογικά), Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1988.

 

ΑΓΩΝ ΨΥΧΗΣ

Μόνος μέσα στοῦ ὀνόματός μου τὴ φυλακή,

παρ’ ὅλο  τὸν ἥλιο τὸν πλούσιο τῆς ἡμέρας

στεναχωριέμαι καὶ νιώθω τυφλός,

τὴ γλυκειὰ στερημένος ἐλπίδα τοῦ κόσμου.

 

Σύννεφο ἄϋλης ποιότητας ἄχρονης,

μπαίνει στὸ σπίτι τῶν θυρῶν κεκλεισμένων,

ἀλλάζοντας τὴ νύχτα σὲ παράδεισο,

φῶς, ἡ γλυκειὰ ἐλπίδα τοῦ κόσμου.

 

Ἐκεῖ ποὺ δὲν τὴν περιμένεις, ἀναπάντεχα,

ἀπὸ τὶς ἄκρες στὸ σῶμα τῶν δακτύλων εἰσορμᾶ,

ἀκμὴ ζωῆς καὶ θάνατος ταυτόχρονα,

ἀνάσα, ἡ γλυκειὰ ἐλπίδα τοῦ κόσμου.

 

Μές στὴν ἀπόγνωση τῆς κάθε μέρας ἐρωτῶ,

τὸ δέντρο ποὺ μὲ τὴν ἀπουσία της σαραβάλιασε,

πῶς διψασμένο νὰ χορτάσει μπορεῖ

ψωμί, τὴ γλυκειὰ ἐλπίδα τοῦ κόσμου;

(1952)

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ποιήματα (Παλαιοντολογικά), Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 43.

ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΝΗΜΗ ΝΕΚΡΩΝ

Σχολιάστε

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Γραφή Κατοχής: Το ανέκδοτο «Χειρόγραφο 1943» μαζί με άλλα συναφή και παρεμφερή κείμενα, εισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια: Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2008, ISBN: 978-960-325-780-6.

ΜΝΗΜΗ ΝΕΚΡΩΝ

Η πόλη μας γεμάτη νεκρούς, που κανείς δεν τους συνόδεψε στη στερνή κατοικία τους. Η ωραία αυγή που αναδείχνει τα άνθη, φωτίζει συχνά πτώματα στους δρόμους. Πρόσωπα κρεουργημένα. Δίχως μύτη κι αυτιά. Αίματα στο πεζούλι της αυλόπορτας. Στο πεζοδρόμιο. Μπροστά στο παράθυρο του υπογείου. Στο σπίτι και στο μαγαζί άντικρυ που στρίβει ο δρόμος. Στο άκτιστο κοντινό οικόπεδο. Στον τοίχο του διπλανού μεγάρου. Απάνω στις επιγραφές των σοβαντισμένων, δίχως πολλά κουφώματα, τοίχων. Καταγής δίπλα στ’ αυλάκι για το νερό της βροχής. Στα χώματα και τα γκρεμίσματα απάνω αίματα. Στους συνοικισμούς με τ’ ανακατωμένα και ημιτελή οικήματα. Στα ερυμνά ιστορικά κάστρα των προγόνων. Στη ρίζα σιμά ενός ισχνού δέντρου μπροστά στην εκκλησία. Στο πάρκο όπου πάει ο κόσμος και σεργιανά και τα παιδιά παίζουν. Αίματα. Εδώ αφήκε τον ίσκιο του ο ένας, εκεί ο άλλος. Παιδιά, εικοσάχρονοι νέοι, έφηβοι, άντρες. Ένας αδελφός μαζί με την αδελφή του. Κοντά στο εικονοστάσι με τ’ αναμμένο καντήλι και το σταυρό. Που πρώτα να προφτάσουν να βάλουν κάγκελα, για να ξεχωρίζουν οι στράτες των ζωντανών, από τους δρόμους των νεκρών; Οι νεκροί αλλάζουν την όψη της πόλης. Παντού η μνήμη δημιουργεί παραισθήσεις θυμιάματος και λιβανιού. Τρομάζεις μήπως βγουν βρυκόλακες. Ο γήλοφος άντικρυ στο οίκημα των κρατουμένων ισοπεδώθηκε. Υπέρ αναπαύσεως διαβάζει ο παπάς επί κενοταφίου, ονόματα. Τα γραμμένα χαρτιά έχουν γεμίσει το στενό χώρο της Προσκομιδής, κάτω από τον «οβελία», τον Χριστό της εσχάτης ταπείνωσης. Την μετέπειτα άνοιξη ένα κατάλευκο αρνάκι έβοσκε το πράσινο χορτάρι ενός ομαδικού τάφου «ὧν κύριος οἶδε τὰ ὀνόματα».

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Γραφή Κατοχής: Το ανέκδοτο «Χειρόγραφο 1943» μαζί με άλλα συναφή και παρεμφερή κείμενα, εισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια: Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκηςεκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2008, σελ. 117.

 

***

PENTZIKHS_MHTERA_THESSALONIKH.jpg.thumb_203x311_255e9cd1faf623aacb48373450ef340e

Σημ. «Αναγνώσεων»: Το κείμενο «Μνήμη Νεκρών» συμπεριλαμβάνεται και στο βιβλίο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη Μητέρα Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Κέδρος, 7η έκδοση, Αθήνα 2008, ISBN: 978-960-04-3004-2, σελ. 23-24.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Ο πεθαμένος και η ανάσταση

4 Σχόλια

article_1238244416

Ν. Γ. Πεντζίκης, Ο πεθαμένος και η ανάσταση, εκδόσεις Άγρα, γ’ έκδοση, Αθήνα 1987, ISBN 960-325-323-5.

(…)Έχασα κάθε διάθεση. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να εξακολουθήσω να γράφω. Η υπόσταση μου είναι όλο διακυμάνσεις. Το σχήμα της χάνεται μέσα στα δοχεία που γεμίζω. Η προσοχή στέκεται και κοιτά τα έξω αντικείμενα που με περιβάλλουν. Παρατηρώ το τραπέζι που σκυμμένος εργάζομαι. Από πάνω είναι στρωμένο με μαύρο μουσαμά. Θυμούμαι την πολυετή ιστορία του από την εποχή που αγοράστηκε. Δεν έχω όρεξη για ιστορίες. Το ξύλο από το μολύβι που κρατώ μυρίζει έμορφα, είναι μαλακό και γράφει λιπαρά, μαύρα. Το τετράδιο μπροστά μου χοντρό και με καλό χαρτί. (…)

Ν. Γ. Πεντζίκης, Ο πεθαμένος και η ανάσταση, εκδόσεις Άγρα, γ’ έκδοση, Αθήνα 1987, σελ. 9-10 (απόσπασμα)

Κώστας Χατζηαντωνίου, Η γραφή ως υποκατάστατο της επιθυμίας (Με αφορμή το βιβλίο της Βάσως Αλεξανδράκη «Το παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο “Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης” του Ν. Γ. Πεντζίκη»)

Σχολιάστε

paixnidiepithimias

Βάσω ΑλεξανδράκηΤο παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Ν.Γ.Πεντζίκη, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2013, ISBN 978-960-527-730-7.

Ακολουθεί το κριτικό σημείωμα που έγραψε για το βιβλίο ο Κώστας Χατζηαντωνίου (πηγή: ΑΥΓΗ/ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ, 11-1-2015):

Η γραφή ως υποκατάστατο της επιθυμίας

Με αφορμή το βιβλίο της Βάσως Αλεξανδράκη «Το παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο “Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης” του Ν. Γ. Πεντζίκη»

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

«Να φωτίσεις το κείμενο σημαίνει να ανατρέψεις τον τίτλο» επεσήμαινε προσφυώς ο J. Ricardou υποδεικνύοντας τη διαλεκτική σχέση με την οποία ένα κείμενο μπορεί να ανατρέπει την κυριαρχία (δηλαδή τη μονοσημία) του τίτλου του. Όταν το 1966 ο Ν. Γ. Πεντζίκης εξέδιδε το «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» (μετά από γραφή σχεδόν δύο δεκαετιών), η ιδιόρρυθμη ύπαρξη και το πρωτοποριακό έργο του σφράγιζαν ήδη τη λογοτεχνική ζωή της μητέρας Θεσσαλονίκης αλλά και ευρύτερα τη νεοελληνική τέχνη. Η γοητεία της φυσικής του παρουσίας ενίσχυε εξωκειμενικά την ακατάτακτη ρευστότητα των εντυπώσεων και την αποσπασματική αφήγηση που χαρακτήριζαν το έργο αυτό, με αποτέλεσμα αυτός μεν να καταστεί μέχρι σήμερα ένα απροσδιόριστο είδωλο (που λατρεύουν εξίσου συντηρητικοί και πρωτοποριακοί, υλόφρονες αλλά και θρησκόληπτοι), το δε έργο του να υιοθετηθεί ως μια ιδεώδης παρέκκλιση. Ελάχιστοι ασχολήθηκαν με την ουσία της προσπάθειας, να ανατρέψει το ρομαντικό πρόταγμα της Έρσης του Δροσίνη, υψώνοντας τη σημαία της παραίτησης από αυτό που ζητά μια κοινωνία που θέλει να έχει μυθιστόρημα.

Κάποτε όμως φτάνει η ώρα της γνήσιας φιλολογίας. Η εξαιρετική έμπνευση της κ. Β. Αλεξανδράκη να εξετάσει σε βάθος αυτό το «μυθιστόρημα», μας δίνει την ευκαιρία να μιλήσουμε για την πολυσυζητημένη αδυναμία μας να συγκροτήσουμε ως κοινωνία μυθιστόρημα, αδυναμία την οποία, συνήθως, ντύνουμε με διάφορες κουτοπόνηρες, αντάξιες των ρωμηών δικαιολογίες περί οθνείων αφηγηματικών ειδών. Συγχρόνως, η άψογη τούτη κριτική μελέτη, μας δίνει μιαν ιδανική αφορμή να στοχαστούμε για την περίφημη απαξίωση της επιθυμίας και της ματαιοδοξίας, με την οποία εξωραΐζουμε συχνά το ακαταλόγιστο ή προσπαθούμε να αποκρύψουμε μια βαθιά, καλά κρυμμένη ματαιοδοξία. Βέβαια, το παράδοξο πάντα ευχαριστεί και αναστατώνει αλλά υπάρχει και ένα σκόπιμο παράδοξο που επιδιώκει το μυστήριο και τον θαυμασμό αυτού που δεν τολμούμε εμείς να διαπράξουμε. Η κοινή συνείδηση αναζητά σταθερά τον τρελό του χωριού για να πει αυτό που είναι η βαθύτατη πίστη της. Πως τίποτα δεν έχει νόημα πλην του χλευασμού του παραδεδεγμένου, πλην της δουλικής προσχώρησης στο ανορθολογικό αναπόδεικτο μιας μυθολογίας. Κι εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν.

Έργο ωριμότητας το βιβλίο αυτό του Πεντζίκη, έχει ως πυρήνα την αναζήτηση της ευτυχίας μέσα από την παραίτηση της διερεύνησης της ταυτότητας και την έξοδο από τον τάχα κλειστό χώρο του υποκειμένου για να παραδοθούμε στον τάχα ανοιχτό χώρο των προσώπων και των πραγμάτων. Ως μεταφυσικό επιχείρημα καλό ακούγεται. Έτσι είναι όμως; Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης σχεδιάζεται και εκτυλίσσεται με βάση το ανεκπλήρωτο της επιθυμίας και την αποξένωση από την πραγματικότητα. Ένα πλαίσιο αλλοτρίωσης ορίζει την αναζήτηση της ταυτότητας που θα κάνει εφικτή την πραγμάτωση της ερωτικής επιθυμίας – της κορυφαίας επιθυμίας του ανθρώπου. Ως τυπική αφετηρία λαμβάνεται η Έρση του Δροσίνη, το ρομαντικό πρότυπο μιας ανεύρετης ευτυχίας. Ο συγγραφέας αναζητεί αυτό που εμποδίζει τα όνειρα να γίνουν πραγματικότητα μιλώντας για τη δυναμική της επιθυμίας που δίνει ειδικά σε αυτό το βιβλίο ιδιαίτερη ένταση στην διεσπαρμένη (όπως πάντα στον Πεντζίκη) σε πληθώρα λεπτομερειών και εν απουσία χρονικού νοήματος γραφή.

Καθώς η Β. Αλεξανδράκη έχει οργανώσει υποδειγματικά το υλικό της, ο αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη του «Μυθιστορήματος της Έρσης» σε έξι κεφάλαια και να περιπλανηθεί κι αυτός από το όνειρο της ευτυχίας και τη ματαίωσή του ως την παρηγοριά της γραφής. Είναι ασφαλώς αναγκαία μια παρηγοριά μετά τη ματαίωση της επιθυμίας που είναι το πλαίσιο του πρώτου μέρους αυτής της βαθιά εσωτερικής και εξωλογικής περιπέτειας. Μήπως όμως η ματαίωση της επιθυμίας, του ονείρου, είναι ματαίωση και της πραγματικότητας ή ακόμη και αυτής της ύπαρξης; Ο Πεντζίκης εγκαταλείποντας την ιστορία και τα πρόσωπα, αντιλαμβάνεται την πτώση ως λύτρωση. Το τέλος της περιπλάνησης και η εύρεση νοήματος με τη γραφή να είναι το σημαίνον της ύπαρξης, μπορεί ωστόσο να μην είναι λύτρωση ή εύρεση αλλά απώλεια της ταυτότητας ή παράδοση στη φαντασίωση. Η πραγματικότητα δυστυχώς δεν καταργείται, όσο και αν ο συγγραφέας την αποφεύγει. Αντιθέτως, επιβάλλεται πλήρως αφού το υποκείμενο παραιτείται και καταφεύγει στη φαντασίωση. Όταν καταλήγει κανείς πως η ευτυχία είναι εσωτερική υπόθεση, φτάνει στην ουσία του πιο αντιδραστικού ιδεολογήματος. Τι κι αν τριγύρω μπορεί να είναι κόλαση; Εσύ μπορείς να είσαι εσωτερικά ελεύθερος και ευτυχής.

Θα ήταν αποτελεσματικό τούτο το χάπι αν η γραφή είχε λάβει οριστικό και σταθερό σχήμα, αν συγκροτούσε δηλαδή μυθιστόρημα. Η αποτυχία όμως να οικοδομήσουμε μυθιστόρημα, τα χωρίς συνοχή σπαράγματα, η καταφυγή στην κατοχυρωμένη αυθεντία και στον ειπωμένο και απαραβίαστο λόγο που εγγυάται τη συνέχεια, δεν ενώνουν αλλά τονίζουν την πολυδιάσπαση ενός κόσμου που έχει απολέσει κάθε ενότητα. Αν η απάντηση στο ζήτημα της ευτυχίας είναι η αφήγηση, η γραφή, ποια απάντηση στην αγωνία της ύπαρξης μπορεί να βρει ο αναγνώστης όταν ο ίδιος ο συγγραφέας λέει πως δεν τον ενδιαφέρει η αφήγηση αλλά οι εσωτερικές της απηχήσεις; Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς πως πρόκειται περί μύθου. Όμως ακόμη και ο μύθος έχει δομή, έχει αρχή, μέση και τέλος, δεν είναι παραλήρημα. Μήπως λοιπόν το αφελές και το εξωλογικό δεν είναι μόνο φαινομενικά αλλά και ουσιαστικά αφελές; Και μήπως αυτό το εξωλογικό είναι που έκανε τον συγγραφέα αγαπητό σε ετερόκλητο κοινό;

Υπάρχει μια θεωρία περί ανάγκης αποκρυπτογράφησης και μύησης σε απαγορευμένα στον κοινό νου μυστικά (στη ζωή, στη λογοτεχνία, στην επιστήμη). Η θεωρία αυτή μοιάζει όμορφη αλλά δεν είναι παρά η αιτία της κοινωνικής και λογοτεχνικής μας κακοδαιμονίας, η αιτία της αδυναμίας να αφηνόμαστε στο τυχαίο και στο παράλληλα συμβαίνον, της αδυναμίας μας να γίνουμε επιτέλους αστική κοινωνία που θα δώσει ένα συγκροτημένο μυθιστόρημα. Διότι προς τούτο δεν αρκεί γόνιμη φαντασία και εξυπνάδες. Απαιτείται πειθαρχία σκοπών και μέσων. Με την παραδοξολογία, τον ιδεοκρατικό υπερβατικό κώδικα και τη μεταφυσική βάζουμε μεν τα βιβλία μας στο απυρόβλητο, λογοτεχνία σύγχρονων αξιώσεων όμως δεν οικοδομούμε.

Δεν εννοώ φυσικά πως η γραφή πρέπει να είναι αναπαράσταση της πραγματικότητας. Αν ωστόσο η λογοτεχνία έχει να επιτελέσει έναν κοινωνικό ρόλο πέραν της ατομικής εκτόνωσης, δεν μπορεί και να υπάρχει ερήμην της. Η «συμβολαιογραφική πράξη με το απουσιάζον» προϋποθέτει πως το απουσιάζον υπάρχει, πως απλώς λείπει. Όταν όμως αυτό δεν υπάρχει; Για τούτο και η επίθεση του Πεντζίκη κατά της ιδεοκρατίας μοιάζει ειρωνική αφού μάλλον αγνοούσε αυτό που θα τον οδηγούσε πραγματικά σε απορία: ιδέες υπηρέτησε και ιδέες αναζητούσε όταν αναζητούσε τα υλικά σχήματά τους, την υλική τους υπόσταση. Οι θεωρίες περί πραγμάτωσης του αόρατου εντός του ορατού είναι η αυταπάτη κάθε ιδεαλιστή. Ο «ματεριαλιστής του άυλου» (φράση του Γ. Θέμελη) ήταν ένας ιδεαλιστής που απλά ντρέπονταν να ομολογήσει την πίστη του στις ιδέες. Το γεγονός ότι ήταν προσκολλημένος στα πράγματα δεν αναιρούσε αυτή την κατάσταση, απλώς επέτεινε τον διχασμό. Η δε ονειρική γραφή του, που αντλούσε από τα φαινόμενα και την πληθώρα λεπτομερειών, διαλύοντας την πραγματικότητα σε μια απειρότητα αντιθέσεων και πλήρους ρευστότητας, θα φτάσει να διαλύσει τον κόσμο καταργώντας κάθε συνθήκη ικανή για συγκρότηση ταυτότητας και ανοίγοντας με την περίφημη ενότητα υποκειμένου/ αντικειμένου την πόρτα είτε του μηδενός είτε του θρησκευτικού ολοκληρωτισμού.

Ένα μυθιστόρημα λοιπόν για τη γραφή; Μια περιπέτεια συνεχών διερωτήσεων με την τέχνη ως ύστατη παρηγοριά ενώ τριγύρω όλα είναι απροσδιόριστα, όλα τελούν υπό διάψευση, όλα καταρρέουν; Αν για τον Πεντζίκη αυτό είχε αποτέλεσμα λυτρωτικό (ανοίγοντας την πόρτα της θρησκοληψίας), για πολλούς άλλους νομίζω πως ανοίγει η πόρτα του «όλα επιτρέπονται». Από την μεταμοντέρνα διάλυση της τέχνης μέχρι την αμφισβήτηση κάθε ιστορικής αλήθειας (αφού «όλα είναι μια αφήγηση») και από το όργιο της λεηλασίας του δημοσίου χρήματος μέχρι την καταρράκωση της πολιτικής δημοκρατίας. Η θεωρία για την τέχνη ως παρηγοριά διαλύει εν τέλει τη συνείδηση του ελεύθερου ανθρώπου, την πολιτική συνείδηση και τον κάνει έτοιμο να υποταχθεί στην ασιατική αγέλη που προσκυνά ξόανα. Ας το πούμε λοιπόν καθαρά. Πηγή της ζωής και της τέχνης είναι μονάχα ο λόγος. Το αντίκρισμα της αλήθειας που δεν είναι άλλη από την τραγική μας παράδοση. Αρκετά με τα εξωλογικά παραμύθια και τις παρηγοριές, με τα υποκατάστατα της επιθυμίας που γίνονται γραφή. Καιρός η γραφή να γίνει η έκφραση της επιθυμίας μας.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2015/01/blog-post_72.html

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: