Χρήστος Γιανναράς, Norman Russell: Η μεταφυσική ως πρόκληση επικαιρική

Σχολιάστε

Χρήστος ΓιανναράςNorman Russell, Η μεταφυσική ως πρόκληση επικαιρική, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2018, ISBN: 978-960-572-258-6.

Από την ιστοσελίδα του εκδότη:

Ένας ζωντανός διάλογος ανάμεσα στον δημοφιλή Έλληνα στοχαστή και φιλόσοφο Χρήστο Γιανναρά και τον κύριο μεταφραστή των έργων του στα αγγλικά, Norman Russell. Το βιβλίο αποτελεί μία εξαιρετική εισαγωγή στην θεωρία του Χρήστου Γιανναρά και μια ευκαιρία για τους γνώστες του έργου του, να ερευνήσουν σε βάθος τη σκέψη του.

Ο Χρήστος Γιανναράς αναφέρει για την έκδοση:

Αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε για τη μετάφραση και δικών μου βιβλίων στα αγγλικά — έχουν ως τώρα εκδοθεί οκτώ ολοκληρωμένες μεταφράσεις. Στη διάρκεια αυτής της συνεργασίας (δώδεκα χρόνων περίπου) πολλές φορές εκτιμούσα και δεχόμουν ως πρόκληση ουσιωδών διασαφήσεων τις μεταφραστικές ερωτήσεις και απορίες που μου έστελνε ο Norman. Έτσι προέκυψε η ιδέα, να επιχειρήσουμε, παράλληλα με την εργασία της μετάφρασης, έναν ανυπότακτο σε άλλη σκοπιμότητα διάλογο, που να γονιμοποιείται από τις μεταφραστικές αφορμές-προκλήσεις, αλλά και να τις υπερβαίνει. Να γονιμοποιεί ο διάλογος τα όσα ουσιώδη αντιπαρερχόμαστε συχνά σαν αυτονόητα ή χωρίς να υποψιαζόμαστε επαρκώς τη δυναμική τους. Ο Norman μού έστελνε τις ερωτήσεις του στα αγγλικά και έπαιρνε τις απαντήσεις μου στα ελληνικά. Τις μετέφραζε έγκαιρα, γι’ αυτό και η αγγλική έκδοση του κοινού μας βιβλίου προηγήθηκε.

https://ikarosbooks.gr/831-i-metafysiki-os-proklisi-epikairiki.html

Advertisements

Μανώλης Πιμπλής, Πάντα με τη μεριά των φτωχών και των αδικημένων (με αφορμή το βιβλίο «Στ’ αμπέλια» του Στ. Ζουμπουλάκη)

Σχολιάστε

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Στ’  αμπέλια, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2018, ISBN: 978-960-435-641-6.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

Δεν βρίσκω τίποτε πιο βαρετό από το να ακούς ή να διαβάζεις για τα παιδικά χρόνια κάποιου, πρέπει πράγματι να τον αγαπάς πολύ για να το αντέξεις. Δεν είχα καμιά διάθεση να διηγηθώ εδώ τα δικά μου παιδικά χρόνια, παρά τόσο μόνο όσο χρειαζόταν για να αποτυπωθεί το χνάρι αυτού του αιωνόβιου, χτεσινού μα και οριστικά καταποντισμένου κόσμου. Αυτός ο κόσμος με συγκινεί βαθιά, όχι γιατί είναι ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας -δεν ήταν άλλωστε αποκλειστικά-, αλλά γιατί είναι ο κόσμος των αγαπημένων μου ανθρώπων, των ανθρώπων που με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Τον σκέφτομαι πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγώ. Υπάρχει συγκίνηση χωρίς νοσταλγία, ίσως μάλιστα να είναι έτσι πιο αδρή.

Στ. Ζ.

***

Παραθέτουμε την κριτική του Μ. Πιμπλή που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Εποχή» στις 25/11/2018:

 

Πάντα με τη μεριά των φτωχών και των αδικημένων

«Δεν με διαμόρφωσαν τα γράμματα και οι τέχνες, ό,τι είμαι το χρωστάω σε όσα έζησα, κυρίως σε όσα έζησα με την αδερφή μου. Τα εννιά καλοκαίρια στ’ αμπέλια έπαιξαν και αυτά σημαντικό ρόλο στη ζωή μου, όπως αναγνώρισα πολύ αργότερα. Εκείνο που τους χρωστάω κυρίως είναι ότι εκεί έχει τη ρίζα της μια ηθική επιλογή, που κάποτε πήρε και πολιτικά χαρακτηριστικά, ότι θα είμαι πάντα με τη μεριά των φτωχών και των αδικημένων. Γνώρισα στη ζωή μου και συνδέθηκα φιλικά και με πλούσιους ανθρώπους. Ευγενείς, καλλιεργημένοι, με παιδεία και ενδιαφέροντα, ευαίσθητοι, ενίοτε και φιλάνθρωποι. Όσο στενά κι αν συνδέθηκα, υπήρχε πάντα κάτι, με μια δυο εξαιρέσεις, που εμπόδιζε την πλήρη ψυχική επικοινωνία. Ήμουν με τους άλλους, ακόμη και όταν ήταν αφόρητοι. Οι μια δυο εξαιρέσεις αφορούν ανθρώπους που άλλα χαρίσματά τους μείωναν κατά πολύ την αμαρτία του πλούτου. Το χρήμα δεν είναι ποτέ μόνο το χρήμα, είναι ένας τρόπος θεώρησης του κόσμου και της ζωής, που χωρίζει τους ανθρώπους με πολύ ισχυρότερο τρόπο από ό,τι οι άλλες διαφορές. Στα ζευγάρια, για παράδειγμα, οι κάθε λογής διαφορές -εθνικές, θρησκευτικές, γλωσσικές, φυλετικές πολιτιστικές- μπορούν να γεφυρωθούν, όχι εύκολα αλλά πάντως μπορούν. Η ταξική διαφορά δεν γεφυρώνεται ποτέ!»

Είναι πράγματι εκπληκτικές οι παραδοχές που κάνει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στα δύο αυτοβιογραφικά του βιβλία, το «Η αδερφή μου» και το ολοκαίνουριο «Στ’ αμπέλια» (εκδόσεις Πόλις και τα δύο). Ειδικά για το τελευταίο, ο συγγραφέας λέει -σωστά- ότι είναι πολύ βαρετό να διαβάζεις για τα παιδικά χρόνια κάποιου και, αν το έκανε να γράψει γι’ αυτά, το έκανε όσο χρειαζόταν «για να αποτυπωθεί το χνάρι αυτού του αιωνόβιου, χτεσινού μα και οριστικά καταποντισμένου κόσμου».
Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι παρόλα αυτά κατάφερε να δώσει ένα καταπληκτικό μάθημα για το πώς μπορεί, κάποιος, από τα παιδικά του χρόνια, να αντλήσει βαθιά συμπεράσματα για τον ίδιο του τον ενήλικο εαυτό, χωρίς να πέσει σε ψευτονοσταλγίες ή σε καλλωπισμούς της μνήμης, που βέβαια οδηγούν και στην παγίδα της επιφανειακής αυτοεπιβεβαίωσης.
Όμως η ουσία είναι πράγματι, όπως την προσδιόρισε. Προσπάθησε να διασώσει έναν κόσμο που χάθηκε οριστικά. Όπως άλλωστε παρατηρεί με ευστοχία: «Οι άνθρωποι της ηλικίας μου (γεννήθηκα το 1953), όσοι ειδικότερα γεννηθήκαμε σε κάποιο ελληνικό χωριό, έχουμε ένα τεράστιο πολιτιστικό πλεονέκτημα: γνωρίσαμε, όπως έλεγε ένας μακαρίτης πια Κύπριος φίλος, ένα χρόνο μεγαλύτερός μου, την ιστορία της ανθρωπότητας από το ησιόδειο άροτρο μέχρι το ταξίδι στο φεγγάρι. Κυριολεκτικά. Οι άνθρωποι στη Συκιά όργωναν, έσπερναν, θέριζαν, αλώνιζαν, όπως διαβάζουμε στο “Έργα και Ημέραι” του Ησιόδου».

 

Οι άνθρωποι στη Συκιά

Αλλά ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι στη Συκιά; Είναι οι συγγενείς του Σταύρου Ζουμπουλάκη και οι συγχωριανοί τους με τους οποίους ζούσε αποκλειστικά τα καλοκαίρια, για εννέα χρόνια, στο χωριό αυτό της Λακωνίας, όχι πολύ μακριά από τη Μονεμβασιά. Ο παπάς πατέρας του, που είχε μεγάλη αγάπη για τα γράμματα, είχε μετακομίσει στην Αθήνα μαζί με όλη την οικογένεια. Τον μικρό Σταύρο, τον έστελναν στην αδελφή του παπά στο χωριό με το που έκλειναν τα σχολεία, και με μία ρητή εντολή: να γυρίσει τουλάχιστον τρία-τέσσερα κιλά βαρύτερος, γιατί έπασχε από κυάμωση και δεν έπαιρνε ούτε δράμι βάρος με αποτέλεσμα να είναι καχεκτικός, αλλιώς «βερέμης».
Στην πραγματικότητα ο Σταύρος Ζουμπουλάκης δεν πήγαινε στην ίδια τη Συκιά αλλά σε ένα πρόχειρο καταυλισμό των κατοίκων της που λεγόταν «αμπέλια». Στ’ αμπέλια δεν υπήρχαν και πολλά κλήματα, υπήρχαν συκιές και ελιές. Κάθε κάτοικος της Συκιάς είχε εκεί ένα καλύβι (έτσι λεγόταν αν είχε κεραμοσκεπή) ή μια καμάρα (έτσι λεγόταν αν είχε πλάκα στη στέγη). Εκεί πήγαιναν οι χωρικοί το καλοκαίρι κυρίως για να οργανώσουν το μάζεμα των σύκων.

 

Αναβίωση ενός ολόκληρου τρόπου ζωής

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, που έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής για ένα άλλο σχετικά πρόσφατο βιβλίο του, το «Υπό το φως του μυθιστορήματος», είναι εδώ και λίγα χρόνια πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης αλλά και του Δ.Σ. του βιβλικού ιδρύματος «Άρτος Ζωής». Έχει αρκετά πλούσιο δοκιμιακό έργο, έργο ποιοτικό και με μεγάλο εύρος, που εκτείνεται από μελέτες για τον Παπατσώνη και τον Παπαδιαμάντη μέχρι το ζήτημα «Χρυσή Αυγή και Εκκλησία».
Εδώ όμως πρόκειται για κάτι διαφορετικό. Πρόκειται για την αναβίωση ενός ολόκληρου τρόπου ζωής με τις καθημερινές του συνήθειες, τον πολιτισμό και το λεξιλόγιό του. Ειδικά ως προς το τελευταίο, το βιβλίο αυτό είναι θησαυρός. Ενώ ο συγγραφέας μιλάει απλά, κατά διαστήματα χρησιμοποιεί λέξεις που ελάχιστοι γνωρίζουν, λέξεις όχι του λεξικού αλλά της πραγματικής χρήσης τους, άψογα ενσωματωμένες στη ροή του κειμένου. Το πατητήρι εδώ λέγεται ληνός, ο μούστος μετριέται με μπότσες (περίπου 2,5 κιλά) ενώ τα ζώα χωρίζονται σε ζούμπερα και ζα. Τα πρώτα περιλαμβάνουν τις κότες, τα πρόβατα, τα κατσίκια, τις γίδες, τα δεύτερα είναι τα μεγάλα ζώα που χρησιμεύουν ως υποζύγια. Και στη φτώχεια που επικρατούσε τότε, οι άνθρωποι αν τύχαινε και έτρωγαν έξω έπαιρναν γίδα βραστή, γιατί το έξτρα ζουμί ήταν δωρεάν και μπορούσαν να βουτάνε ψωμί και να χορταίνουν. Και το να χάσουν ένα μεγάλο ζο ήταν χτύπημα πιο σκληρό από το θάνατο ενός νηπίου. «Ο θάνατος των μικρών παιδιών ήταν κάτι φυσικό, συνέβαινε σε όλες τις μανάδες, δεν ήταν μια σκληρή μοίρα που χτύπαγε μιαν άτυχη. Χωρίς υπερβολή, όπως ήταν αναμενόμενο να μη ζουν όλα τα κατσίκια μιας γίδας, έτσι και τα παιδιά μιας γυναίκας».

 

Κιβωτός μνήμης

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης περιγράφει τον κόσμο αυτό με συγκίνηση, όπως λέει ο ίδιος -εμείς θα προσθέταμε και με τρυφερότητα-, αν και όχι με νοσταλγία. «Τι να νοσταλγήσεις; Τη φτώχεια, την υψηλή παιδική θνησιμότητα, την εντελώς απροστάτευτη απέναντι στην παραμικρή αρρώστια ζωή; Τη φυσική και ψυχική βία εις βάρος των μικρών παιδιών και των γυναικών; Το κουτσομπολιό, την κακολογία και τον ασφυκτικό έλεγχο της ιδιωτικής -τρόπος του λέγειν- ζωής; Τη δεισιδαιμονία και τον αναλφαβητισμό; (…) Αυτό τον κόσμο τον νοσταλγεί μόνο όποιος δεν τον έχει γνωρίσει».
Πράγματι. Ωστόσο, ακόμη και χωρίς νοσταλγία, δεν μπορεί παρά να προκαλεί δέος το γεγονός ότι μια μακραίωνη πολιτισμική ιστορία, αυτή του προνεωτερικού κόσμου, όπως λέγεται, χάθηκε μέσα σε μία μόλις γενιά, στα δικά μας χρόνια. Και είναι περίεργο ότι φάνηκε αναγκαίο στον συγγραφέα, αλλά και σε εμάς τους αναγνώστες του εντέλει, καθώς διαβάζουμε το βιβλίο και το συλλογιζόμαστε, να γραφτεί όχι ένα μυθιστόρημα που θα εμπεριέχει χαρακτηριστικά μιας άλλης εποχής, αλλά ένα καθαρό απόσταγμα εμπειριών, μια κιβωτός μνήμης για πράγματα που ξέραμε κάπως από τους πατεράδες μας και για τα οποία τα παιδιά μας ήδη δεν έχουν καμία ιδέα.

 

Ένας κόσμος σκληρός, αλλά γνήσιος

Δεν μπορεί να ξέρει κανείς αν το βιβλίο που έγραψε ο Σταύρος Ζουμπουλάκης θα έχει νόημα να διαβαστεί και μετά από τριάντα χρόνια. Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Γιατί ο κόσμος παίρνει οριστικά άλλη ρότα και θα τον απασχολούν άλλα πράγματα. Ωστόσο για μας τώρα, για τη δική μας ταυτότητα που παραμένει εκκρεμής, το μικρό αυτό βιβλίο είναι ένα βάλσαμο. Θέλεις να το διαβάσεις και δεύτερη φορά μόλις το τελειώσεις και είναι σίγουρο ότι θα θέλεις να ανατρέχεις σε αυτό ξανά και ξανά στο μέλλον. Αν εκείνος το έγραψε, όπως λέει, επειδή πρόκειται για τον κόσμο των αγαπημένων του ανθρώπων, των ανθρώπων που τον αγάπησαν και τους αγάπησε, εμείς πάλι το διαβάζουμε -και αυτή είναι η επιτυχία του- γιατί ο κόσμος αυτός, για όσους τουλάχιστον νιώθουν ακόμα στη μύτη τους μια μυρωδιά του, είναι ένας κόσμος σκληρός μεν αλλά γνήσιος, αυθεντικός, με μια έννοια πολύ βαθύς. Μια παλέτα των βασικών χρωμάτων, των απλών γεύσεων σε όλη τους την αψάδα. Είναι δηλαδή και για μας, σαν ένας στιβαρός γονιός που χάθηκε για πάντα, αφήνοντάς μας το τραύμα μιας μεγάλης απώλειας. Ενώ ο τωρινός κόσμος, που θέλει να είναι κόσμος των ποικίλων αποχρώσεων και των ρευστών εντάσεων, μοιάζει ολοένα και πιο ξέθωρος και καχεκτικός. Και αρκετά fake. Ποιος θα νοιαζόταν αν χαθεί;

 

Μανώλης Πιμπλής

 

http://epohi.gr/panta-me-thn-meria-twn-ftwxwn-kai-twn-adikhmenwn/

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Για το Ολοκαύτωμα

Σχολιάστε

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Για το Ολοκαύτωμα: Ομιλία στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (27 Ιανουαρίου 2018), εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2018, ISBN: 978-960-435-633-1.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Στη μακρά σειρά του ιστορικού κακού, η γενοκτονία των Εβραίων κατέχει μοναδική θέση. Μοναδική δεν σημαίνει και μόνη. Η μοναδικότητα της εβραϊκής γενοκτονίας οφείλεται στον λόγο για τον οποίο έγινε (επειδή οι Εβραίοι είχαν διαπράξει το αποτρόπαιο έγκλημα να γεννηθούν) και στον τρόπο με τον οποίο έγινε (ψυχρή μεθοδικότητα, συστηματικότητα και, κυρίως, ολικότητα). Ο ναζιστικός διωγμός εναντίον των Εβραίων ήταν ολικός: οι ναζί αρνούνταν στους Εβραίους το δικαίωμα να υπάρχουν, να υπάρχουν πάνω στη γη, όλοι, μέχρις ενός. Το Ολοκαύτωμα είναι μοναδικό γεγονός καθολικής σημασίας. Αφορά ασφαλώς τους Εβραίους με έναν εντελώς ξεχωριστό τρόπο, αφορά όμως και όλους εμάς τους άλλους. Το Ολοκαύτωμα θέτει υπό διαρκή δοκιμασία την ηθική μας συνείδηση και η αναμέτρηση μαζί του ίσως μας οδηγήσει να συνειδητοποιήσουμε τουλάχιστον δύο πράγματα. Πρώτον· κανείς μας δεν είναι προφυλαγμένος από τη διάπραξη του κακού, δεν υπάρχουν κοσμοθεωρητικές εγγυήσεις έναντι της βαρβαρότητας. Μόνη εγγύηση είναι εκείνο το λεπτό, εύθραυστο και τρεπτό πράγμα που είναι η ανθρώπινη συνείδηση, όταν λάβει κάποια στιγμή τη δύσκολη απόφαση να μην κάνει κακό σε άλλον άνθρωπο. Δεύτερον· η παθητικότητα δεν είναι ηθικά ουδέτερη στάση, γιατί αφήνει το κακό να προχωράει ανεμπόδιστο.

Στ. Ζ.

 

«Η ψυχή της μαριονέτας»: το νέο βιβλίο του John Gray

1 σχόλιο

John GrayΗ ψυχή της μαριονέτας: Μια σύντομη έρευνα για την ανθρώπινη ελευθερία, μετάφραση: Γιώργος Λαμπράκος, εκδόσεις Οκτώ, Αθήνα 2018, ISBN: 978-618-5077-26-6. 

26239713_1677784805614288_2053166836685506378_n

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ο John Gray επιτίθεται στην εμμονή του νεωτερικού κόσμου σε έναν ουτοπικό τρόπο σκέψης και τις τραγικά ελπιδοφόρες ψευδαισθήσεις της αλαζονικής εποχής μας. Αντλώντας παραδείγματα από ένα ευρύ φάσμα λογοτεχνικών, φιλοσοφικών και άλλων πηγών (από τον Κλάιστ και τον Μπένθαμ, τον Λεοπάρντι και τον Ντικ, τον Ντεμπόρ και τον Μπόρχες μέχρι τους Αζτέκους και την κυβοργική οικονομία), συνθέτει ένα ποιητικό επιχείρημα για την ανθρώπινη ελευθερία. Αποφεύγοντας τη συνηθισμένη άποψη, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν έχει ελεύθερη βούληση επειδή είναι μια μαριονέτα που δεν αντιλαμβάνεται τα νήματα που την κινούν, υποστηρίζει πως δεν είμαστε ελεύθεροι επειδή ακριβώς δεν είμαστε πλήρως μαριονέτες: είμαστε καταδικασμένοι από ένα είδος αυτεπίγνωσης, που μας παρακινεί να αναζητούμε μια κατάσταση κατά την οποία λανθασμένα πιστεύουμε πως μπορούμε να υπερβαίνουμε τους περιορισμούς μας, να ελέγχουμε το περιβάλλον και την εξέλιξή μας. Όσο αυξάνουμε τη γνώση μας, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε πως είμαστε το αποτέλεσμα ασύνειδων δυνάμεων και βιολογικών παρορμήσεων που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Άραγε εμείς οι άνθρωποι θέλουμε να έχουμε περισσότερες επιλογές στη ζωή μας, αναρωτιέται ο John Gray, ή μήπως, όπως οι μαριονέτες που ο Χάινριχ φον Κλάιστ θαύμαζε για τον αλλόκοτο αυθορμητισμό τους, ονειρευόμαστε να απελευθερωθούμε εντελώς από το βάρος της επιλογής;

[update 9/2/2018] Μικρό απόσπασμα από τη σελίδα 150 του βιβλίου:

[…] Η πίστη πως κάποια μυστική ομάδα κατευθύνει την πορεία των γεγονότων συνιστά μια μορφή ανθρωπομορφισμού – ένας τρόπος να εντοπίζει κανείς δρώντες στην εντροπία της ιστορίας. Εάν κάποιος κινεί τα νήματα πίσω από τη σκηνή, τότε το ανθρώπινο δράμα έχει νόημα. […]

John Gray, Η ψυχή της μαριονέτας: Μια σύντομη έρευνα για την ανθρώπινη ελευθερία, μετάφραση: Γιώργος Λαμπράκος, εκδόσεις Οκτώ, Αθήνα 2018, σελ. 150 (απόσπασμα)

Κωστής Παλαμάς, [Περί τέχνης]

Σχολιάστε

Κωστής ΠαλαμάςΣημειώματα στο περιθώριο, σειρά: Στοχασμοί-36, επιμέλεια: Μαρία Μπαλοπούλου, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 2017, ISBN: 978-960-269-281-3.

[…] 20. Στην Τέχνη ο άριστος τρόπος για να γεννάς καινούργια έργα είναι να ξεχνάς τα παλιά. Αυτό κάνω. Αν εξακολουθούσα να τα θυμάμαι τα γεννημένα και τα τελειωμένα μου, δε θα μου απόμενε καιρός και καρδιά για να καταπιαστώ τα νέα.  […]

Κωστής ΠαλαμάςΣημειώματα στο περιθώριο, σειρά: Στοχασμοί-36, επιμέλεια: Μαρία Μπαλοπούλου, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 2017, σελ. 24.

«Φαντάσματα του καιρού μας»: Το νέο βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη

Σχολιάστε

thumbnail

 

Νικόλας ΣεβαστάκηςΦαντάσματα του καιρού μας: Αριστερά, κριτική, φιλελεύθερη δημοκρατία, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2017, ISBN: 978-960-435-541-9.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Τα Φαντάσματα του καιρού μας φιλοξενούν κείμενα για τη δημοκρατία και τη διαμάχη των ιδεών στα χρόνια της ελληνικής κρίσης και της ευρωπαϊκής μελαγχολίας. Στο βιβλίο γίνεται λόγος για την Αριστερά, τα αδιέξοδα του αντιμνημονιακού ριζοσπαστισμού και τις παθογένειες της πολιτικής στη σημερινή Ελλάδα. Συνδυάζοντας την πολιτική ανάλυση και την πολιτισμική κριτική, τα Φαντάσματα επαναφέρουν ένα αίτημα κριτικής αυτογνωσίας για το παρόν, χωρίς να αποσιωπούν το γεγονός ότι ζούμε μια μετάβαση στο άγνωστο.

Ν.Σ.

Μικρό απόσπασμα από τη σελίδα 13 (συνίσταται η ανάγνωση ολόκληρου του βιβλίου):

[σελ.13] […] Η ελληνική ριζοσπαστική Αριστερά της κρίσης φρόντισε να πολιτευθεί, εντέλει, ως χώρος συσσωμάτωσης του ακραίου, συναισθηματικού δημοκρατισμού. Ο δημοκρατισμός έγινε το εύπλαστο πλαίσιο το οποίο διευκόλυνε την τυποποίηση και, σε δεύτερο πλάνο, την εκλογική απόσταξη της αγανάκτησης ως δεσπόζοντος κοινωνικού συναισθήματος. […]

Νικόλας ΣεβαστάκηςΦαντάσματα του καιρού μας: Αριστερά, κριτική, φιλελεύθερη δημοκρατία, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2017, σελ. 13 (απόσπασμα)

Κυκλοφορεί τη Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016 το βιβλίο «Ο Εαυτός» του Κωστή Παπαγιώργη

1 σχόλιο

vivliopapagiorgi-e1478161028180

Τη Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016 θα κυκλοφορήσει το καινούργιο βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη (1947-2014) Ο Εαυτός, από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Κωστής Παπαγιώργης, Ο Εαυτός, εισαγωγή: Θανάσης Χατζόπουλος, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2016, ISBN: 978-960-03-6117-9.

«Ουσιαστικά δεν έχουµε καµιά δυνατότητα να αλλάξουµε στο παραµικρό το σώµα µας. Το αποδεχόµαστε όπως είναι, όσο κι αν οι εγχειρήσεις, οι παρεµβάσεις των αισθητικών, οι ατυχίες της ζωής ενδέχεται να αφήσουν ανεξάλειπτα ίχνη. Ισχύει, µε άλλα λόγια, ένα αόρατο συµβόλαιο ανάµεσα στη συνείδησή µας και τη σαρκική ύπαρξη που αποδεικνύεται µοίρα, ιδιωτικό πεπρωµένο και γρίφος αµετάθετος. Άλλωστε πρόκειται για ένα περικαλλές συγκρότηµα που ταχέως µπολιάζει τον ψυχισµό, συνταυτίζεται µαζί του καταλήγοντας άθροισµα άνευ προσθέσεως. Πάσα ψυχική κατάσταση ενδοπροβάλλεται στη σωµατικότητα µε τα γνωστά επαµφοτερίζοντα συµπτώµατα. Ο νέος που εµφανίζεται στην οµήγυρη έχει ερυθροφοβία, γίνεται παντζάρι από την αµηχανία του, τρέµει σχεδόν αποφεύγοντας να κοιτάξει τους παρισταµένους. Τι διαβάζουµε τότε στο πρόσωπό του;»

Κ.Π.

http://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-6117-9

http://www.matrix24.gr/2016/11/kiklofori-ti-deftera-to-vivlio-tou-kosti-papagiorgi/

***

Δείτε και: 

Νικόλας Σεβαστάκης: Ο εαυτός, μια ενσαρκωμένη ιστορία

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: