Giorgio Agamben, Μία προφητεία του Lichtenberg

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / lukasvasilikos.com

πηγή: ΦΡΕΑΡ

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Μία προφητεία του Lichtenberg

«Ο κόσμος μας θα γίνει τόσο πολιτισμένος που θα είναι τότε γελοίο να πιστεύει κανείς στον Θεό, όπως είναι γελοίο σήμερα να πιστεύουμε στα φαντάσματα. Ύστερα, μετά την παρέλευση ορισμένου χρόνου, ο κόσμος θα γίνει ακόμα πιο πολιτισμένος. Και θα συνεχίζει ακατάπαυστα με βιασύνη η διαδικασία που θα τον φέρει στην ύψιστη κορυφή του πολιτισμού. Όταν θα εγγίζει το αποκορύφωμα, η κρίση των ειδημόνων για άλλη μια φορά θα ανατραπεί και η γνώση θα φθάσει στην έσχατη μεταμόρφωσή της. Τότε –και αυτό θα είναι πράγματι το τέλος– θα πιστεύουμε μόνο στα φαντάσματα».

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Ένα πλεόνασμα πληροφόρησης δεν φωτίζει τον κόσμο]

Σχολιάστε

street-bw021 (1)

                         φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός [ http://lukasvasilikos.com/ ]

Στην εποχή μας η συσκότιση και στρέβλωση της αλήθειας δεν προκύπτει μέσω της απόκρυψης πληροφοριών αλλά αντίθετα μέσα από την πληθώρα και την ταχύτατη διάδοση τους.
Ένα πλεόνασμα πληροφόρησης δεν φωτίζει τον κόσμο: είναι σαν να σκεπάζουμε το μυαλό μας με τόνους λάσπης. 

Η υπερπληροφόρρηση κάνει τον κόσμο μας πιο Διάφανο αλλά και πιο εύθραυστο, αδιανόητα εύθραυστο: σαν να κάνουμε πατινάζ σε πολύ λεπτό πάγο βλέποντας τις ρωγμές να ανοίγουν κάτω από τα πόδια μας.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

[πηγή]

Zygmunt Bauman, Ρευστοί καιροί

Σχολιάστε

Zygmunt Bauman, Ρευστοί καιροί: Η ζωή την εποχή της αβεβαιότηταςμετάφραση: Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2009, ISBN: 978-960-455-613-7.

0001331_195

Απόσπασμα από το βιβλίο:

[σελ. 170](…) Η «ουτοπία» συνήθως υποδήλωνε έναν ποθητό, ονειρεμένο, μακρινό στόχο στον οποίο η πρόοδος έπρεπε, μπορούσε και τελικά θα οδηγούσε όσους αναζητούσαν έναν κόσμο που θα υπηρετούσε καλύτερα τις ανθρώπινες ανάγκες. Ωστόσο, στα σύγχρονα όνειρα, η εικόνα της «προόδου» φαίνεται να έχει μετακινηθεί από το λόγο περί κοινής βελτίωσης σε αυτόν της ατομικής επιβίωσης. (…)

[σελ.171](…) Δεν χρειάζεται να προσθέσω, αφού είναι πλέον προφανές, ότι αυτή η νέα έμφαση στο ξεφόρτωμα πραγμάτων, στην εγκατάλειψη τους, στο να απαλλάσσεσαι από αυτά, αντί να τα οικοιοποιείσαι, ταιριάζει απόλυτα στη λογική της προσανατολισμένης στον καταναλωτή οικονομίας μας. Οι άνθρωποι που εμμένουν στα χθεσινά ρούχα, υπολογιστές, κινητά ή καλλυντικά θα σπείρουν την καταστροφή σε μια οικονομία της οποίας η κύρια μέριμνα, και η εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη για την επιβίωση της, είναι το ραγδαίο και επιταχυνόμενο ξεπέταγμα των πουλημένων και αγορασμένων προϊόντων στα απόβλητα. Σε αυτή την οικονομία η ταχεία διάθεση των αποβλήτων αποτελεί μία πρώτης γραμμής βιομηχανία.

Όλο και πιο πολύ, η διαφυγή γίνεται τώρα στο όνομα του πιο δημοφιλούς παιχνιδιού. Σημασιολογικά, η διαφυγή αποτελεί το ακριβώς αντίθετο της ουτοπίας, υπό τις παρούσες συνθήκες όμως ψυχολογικά αποτελεί το μοναδικό υποκατάστατο της. Θα μπορούσε να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι είναι μια νέα, ενημερωμένη και υψηλής τεχνικής ερμηνεία της, αναδιαμορφωμένη στα μέτρα της απορρυθ-[σελ.172]μισμένης, εξατομικευμένης κοινωνίας των καταναλωτών. Δεν μπορείς πλέον να ελπίζεις στα σοβαρά ότι μπορείς να κάνεις τον κόσμο ένα καλύτερο κόσμο για να ζήσεις. Δεν μπορείς ούτε και να κάνεις πραγματικά ασφαλές ακόμα και το καλύτερο μέρος στον κόσμο που ίσως κατάφερες να κατασκευάσεις για τον εαυτό σου. Η ανασφάλεια είναι εδώ παρούσα ό,τι και να γίνει. Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο «καλή τύχη» σημαίνει να κρατάς την «κακή τύχη» σε απόσταση. (…)

Zygmunt Bauman, Ρευστοί καιροί: Η ζωή την εποχή της αβεβαιότηταςμετάφραση: Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2009, σελ. 170-172 (απόσπασμα)

 

Η μεταδημοκρατική «στροφή προς τα δεξιά»

Σχολιάστε

Κόλιν Κράουτς, Ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού, εκδ. Εκκρεμές, μετάφραση: Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Αθήνα 2014, ISBN: 978-618-5076-05-4.

10713004_717340348342540_2079538707882779529_n

(…) Το δημοκρατικό καπιταλιστικό σύστημα παύει σταδιακά να στηρίζεται στις αυξήσεις μισθών, στο κράτος πρόνοιας και στη διαχείριση της ζήτησης από την κυβέρνηση, η οποία θεωρούνταν θεμελιώδης για την εξασφάλιση της εμπιστοσύνης της μάζας των καταναλωτών. Οι βάσεις της ευημερίας μετατοπίστηκαν από τη σοσιαλδημοκρατική φόρμουλα των εργατικών τάξεων που υποστηρίζονται από τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης στη νεοφιλελεύθερη συντηρητική φόρμουλα των τραπεζών, των χρηματιστηρίων και των χρηματοπιστωτικών αγορών. Οι απλοί άνθρωποι έπαιξαν το ρόλο τους, όχι ως εργαζόμενοι που επιδιώκουν να βελτιώσουν την κατάσταση τους με τα συνδικάτα, τη νομοθεσία που προστατεύει τα εργατικά δικαιώματα και τα σχήματα κοινωνικής ασφάλειας που χρηματοδοτούνται από το κράτος, αλλά ως  κάτοχοι χρέους  που συμμετέχουν στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Αυτή η θεμελιώδης πολιτική στροφή ήταν βαθύτερη από οποιαδήποτε αλλαγή θα μπορούσαν να επιφέρουν οι εκλογικές εναλλαγές στην κυβέρνηση των κατ’ όνομα σοσιαλδημοκρατικών και των νεοφιλελεύθερων συντηρητικών κομμάτων. Επέβαλε μια θεμελιώδη στροφή προς τα δεξιά σε όλο το πολιτικό φάσμα, καθώς τα συλλογικά και τα ατομικά συμφέροντα καθενός συνδέονται με τις χρηματαγορές, οι οποίες στη λειτουργία τους δρουν πολύ άνισα, παράγοντας ακραίες συγκεντρώσεις πλούτου. (…)

Κόλιν Κράουτς, Ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμούεκδ. Εκκρεμές, μετάφραση: Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Αθήνα 2014, σελ. 167.

Κόλιν Κράουτς, Ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού

Σχολιάστε

 

 

10713004_717340348342540_2079538707882779529_n

Κόλιν Κράουτς, Ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού, εκδ. Εκκρεμές, μετάφραση: Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Αθήνα 2014, ISBN: 978-618-5076-05-4.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

Η οικονομική κρίση των ετών 2008-2009 φαινόταν να αμφισβητεί θεμελιωδώς τον νεοφιλελευθερισμό, το σώμα εκείνο των ιδεών που αποτελεί την πολιτική ορθοδοξία των πιο προηγμένων οικονομιών τις τελευταίες δεκαετίες. Σε αυτό το σημαντικό νέο βιβλίο ο Colin Crouch υποστηρίζει ότι ο νεοφιλελευθερισμός θα ξεπεράσει αυτή την πρόκληση. Ο λόγος είναι ότι, αν και φαίνεται ότι αφορά τις ελεύθερες αγορές, στην πράξη ο νεοφιλελευθερισμός ενδιαφέρεται για την κυριαρχία της εταιρείας-γίγαντα στη δημόσια ζωή. Αυτή έχει ενταθεί, αντί να περιοριστεί, από τη χρηματοοικονομική κρίση και από την αποδοχή της ιδέας ότι ορισμένες χρηματοπιστωτικές εταιρείες είναι «πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν». Αν και ο πολιτικός διάλογος ασχολείται ακόμη εν πολλοίς με τις συγκρούσεις ανάμεσα στην αγορά και το κράτος, η επίδραση της εταιρείας και στα δύο είναι πολύ πιο σημαντική σήμερα.

Διάφοροι παράγοντες μας έχουν οδηγήσει σε αυτή την κατάσταση:
• η άσκηση επιρροής από τις εταιρείες («lobbying»), οι δωρεές των οποίων γίνονται όλο και πιο σημαντικές για πολιτικούς και κόμματα που κυνηγάνε το χρήμα•
• η αποδυνάμωση ανταγωνιστικών δυνάμεων από εταιρείες που είναι αρκετά μεγάλες ώστε να διαμορφώνουν τις αγορές και να κυριαρχούν σε αυτές•
• ο έλεγχος στην κρατική πολιτική που ασκούν εταιρείες οι οποίες έχουν συνάψει συμβόλαια παροχής δημόσιων υπηρεσιών και διατηρούν έτσι ιδιαίτερες σχέσεις με την κυβέρνηση•
• η πρωτοβουλία στο πεδίο της ηθικής που έχουν αναλάβει εταιρείες οι οποίες διαμορφώνουν τις δικές τους ατζέντες εταιρικής κοινωνικής ευθύνης.

Η δημοκρατική πολιτική ζωή και η ελεύθερη αγορά αποδυναμώνονται και οι δύο από τις εν λόγω διαδικασίες, αλλά αυτές είναι εν πολλοίς αναπόφευκτες και όχι πάντα επιβλαβείς. Η ελπίδα για το μέλλον δεν βρίσκεται, λοιπόν, στην εξάλειψή τους ώστε να εγκαθιδρυθεί είτε μια οικονομία καθαρών αγορών είτε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Βρίσκεται στην πλήρη υπαγωγή της εταιρείας-γίγαντα στον πολιτικό διάλογο και την αντιπαράθεση.

[update 18-10-2014]  Αποσπάσματα από το βιβλίο:

Ι

(…)όταν οι αρχές της αγοράς αναγορεύονται σε βασικό κριτήριο για όλους σχεδόν τους θεσμούς, όπως συμβαίνει όταν κυριαρχούν οι νεοφιλελεύθερες ιδέες, η αηθικότητα εξαπλώνεται παντού στην κοινωνική ζωή.(…)

Κόλιν Κράουτς, Ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού, εκδ. Εκκρεμές, μετάφραση: Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Αθήνα 2014, σελ. 47.

ΙΙ

(…) Σε μια ελεύθερη οικονομία είναι πολύ δύσκολο να εμποδίσει κανείς τον οικονομικό πλούτο να μετατραπεί σε πολιτική επιρροή.(…) Δυστυχώς, η δημοκρατία και η οικονομία της αγοράς όχι απλώς δεν ορθώνουν φραγμούς στην πολιτική εξουσία των πλουσίων, όπως επιδιώκει η καθεμία τους με διαφορετικό τρόπο, αλλά και οι δυο καθιστούν το πρόβλημα ανεπίλυτο. Η μαζική δημοκρατία απαιτεί τεράστιους πόρους για την κινητοποίηση της κοινής γνώμης∙ οι γνώμες μπορεί να είναι οι γνώμες των πολλών, αλλά οι πόροι για την κινητοποίηση τους ανήκουν κυρίως στους λίγους πλούσιους.(…) Η οικονομική εξουσία και ο οικονομικός πλούτος είναι αμοιβαία μετατρέψιμα νομίσματα. Αυτός είναι ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο μπορούν να αυξηθούν οι ανισότητες στις κοινωνίες της αγοράς. (…)

Κόλιν Κράουτς, Ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού, εκδ. Εκκρεμές, μετάφραση: Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Αθήνα 2014, σελ. 75-76 (αποσπάσματα).

nerzack, Το χωράφι

2 Σχόλια

Είχα μια χέρσα γη
που έγινε χωράφι
γιατί έτσι το γράφει
μέσα η Διαταγή.

Και με σπαρτά ειδικά
πρέπει σπαρμένη να’ναι
να φαν γιατί πεινάνε
πολύ τ’αφεντικά.

Πέφτει βαριά βροχή
βροχή από χρυσάφι
μα μόνο στο χωράφι
αυτό δε σταματά.

Δύναμη τούτη η γη
πες μου γιατί δεν έχει
πες μου γιατί δε βρέχει
στη γη με τα σπαρτά.

πηγή: ΦΕΡΕΛΠΙΣ ΝΕΟΣ

Σάββας Μιχαήλ: «Το διακύβευμα δεν είναι απλώς η δημοκρατία, είναι η ζωή…»

Σχολιάστε

391079_515821301810650_1362492591_n

(…)Αλλά το ζητούμενο που η ίδια η κρίση με τις δραματικές της συνέπειες (μαζική ανεργία, επισιτιστική κρίση κλπ) έθεσε και θέτει με οξύτητα είναι η αναδιοργάνωση όλων των κοινωνικών σχέσεων μέσα από τις οποίες παράγονται ή αναπαράγονται οι όροι της ζωής. Το διακύβευμα δεν είναι απλώς η δημοκρατία, είναι η ζωή, μια ζωή που αξίζει να ζεις, μια ζωή με αξιοπρέπεια.(…)


Σάββας Μιχαήλ, Η φρίκη μιας παρωδίας, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2013, σελ. 62-63.

 

πηγή: Φούμαρα

Giorgio Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης

1 σχόλιο

b127467Giorgio Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης: Όταν η «έκτακτη ανάγκη» μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, μετάφραση: Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007, ISBN 978-960-16-2508-9.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

H κατάσταση εξαίρεσης -έννοια που αντλεί την καταγωγή της από την «exceptio» του ρωμαϊκού δικονομικού συστήματος και την οποία ο Αγκάμπεν θεωρεί ταυτόσημη με την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης»- έχει αρχίσει σήμερα να μετατρέπεται, και με τη δική μας ανοχή, σε «φυσιολογικό» τρόπο διακυβέρνησης, τρόπο ο οποίος καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τόσο την εξωτερική όσο και την εσωτερική πολιτική των κρατών. (…) Όταν η κατάσταση εξαίρεσης τείνει να γίνει ο κανόνας, οι θεσμοί και οι ισορροπίες των δημοκρατικών συνταγμάτων δεν μπορούν να λειτουργήσουν και το ίδιο το όριο ανάμεσα στη δημοκρατία και τον απολυταρχισμό μοιάζει να καταλύεται. Κινούμενος σ’ έναν, εν πολλοίς, αχαρτογράφητο χώρο ανάμεσα στην πολιτική και το δίκαιο, ανάμεσα στην έννομη τάξη και την καθημερινή ζωή, χώρο τον οποίο οι περισσότεροι ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες αρνούνται να μελετήσουν, ο Αγκάμπεν εξετάζει μία προς μία τις νομικές θεωρίες που αφορούν την κατάσταση εξαίρεσης και φωτίζει με έναν ουσιαστικό και ριζοσπαστικό τρόπο τη σκοτεινή σχέση που συνδέει τη βία με το δίκαιο.

Απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου («Η κατάσταση εξαίρεσης ως παράδειγμα διακυβέρνησης»):

[σελ. 26]  Το πρόβλημα της κατάστασης εξαίρεσης παρουσιάζει εμφανείς αναλογίες με το πρόβλήμα του δικαιώματος αντίστασης. Πράγματι, έχει συζητηθεί πολύ, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια συντακτικών συνελεύσεων, η σκοπιμότητα εισαγωγής του δικαιώματος αντίστασης στο συνταγματικό κείμενο. (…)

[σελ. 27] (…) Οπωσδήποτε είναι βέβαιο πως αν η αντίσταση γινόταν δικαίωμα, ή ακόμα περισσότερο καθήκον (η παράλειψη του οποίου θα μπορούσε και να τιμωρείται), το σύνταγμα όχι μόνο θα προβαλλόταν ως μια απρόσβλητη και κατανοητή απ’ όλους αξία, αλλά και οι πολιτικές επιλογές των πολιτών θα ήταν νομικά θεσμοθετημένες. Γεγονός όμως είναι πως, τόσο στο δικαίωμα της αντίστασης όσο και στην κατάσταση εξαίρεσης, υπό αμφισβήτηση τίθεται τελικά το ζήτημα της νομικής σημασίας ενός πεδίου δράσης που καθεαυτό δεν προβλέπεται νομικώς. Έρχονται δηλαδή σε αντίθεση η άποψη που υποστηρίζει ότι το δίκαιο πρέπει να συμπίπτει με τον κανόνα και εκείνη που διατείνεται ότι το δικαιικό πλαίσιο υπερβαίνει τον κανόνα. Σε τελική όμως ανάλυση και οι δύο απόψεις αποκλείουν την ύπαρξη ενός πεδίου ανθρώπινης δράσης που εκφεύγει εντελώς του δικαίου. (…)

Giorgio Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης:Όταν η «έκτακτη ανάγκη» μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, μετάφραση: Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007,σελ. 26-27 (αποσπάσματα).

Δείτε και:

G. Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης και αποφατική θεολογία

Νοσφεράτος, Το μέλλον των παιδιών είναι η Μπότα

2 Σχόλια

Το Μέλλον των παιδιών είναι η μπότα
σ’ αυτήν την επανάληψη ταινίας
στην δίνη αυτή της πιο Τυφλής της Βίας
Το μέλλον των παιδιών  είναι η Μπότα
***
σ’ αυτήν  την κοινωνία που πεθαίνει
το μέλλον είναι σαν Ψυχή που βγαίνει
όπως  το Αίμα μας καθώς αιμοραγούμε
σαν εκπνοή καθώς ψυχορραγούμε
***
Το μέλλον όλων μας είναι  η Μπότα
Τίποτε πια -ποτέ ξανά- όπως και Πρώτα…
χωρίς  φωνή αυτή η χωρα  που πεθαίνει
σαν  ένα δακρυ απο το μάτι που δεν βγαίνει..
Νοσφεράτος

Ο Γιάννης Σταυρακάκης για τη Μεταδημοκρατία

3 Σχόλια

Γιάννης ΣταυρακάκηςΗ Λακανική αριστεράΨυχανάλυση, θεωρία, πολιτική,μετάφραση: Αλέξανδρος Κιουπκιολής, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2012, ISBN 978-960-449-952-6.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Τα τελευταία χρόνια η ψυχανάλυση -ιδίως η λακανική θεωρία- αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ως σημείο αναφοράς για τον αναπροσανατολισμό τόσο της πολιτικής θεωρίας όσο και της πολιτικής ανάλυσης. Αξιοσημείωτο είναι, μάλιστα, το γεγονός ότι μείζονες πολιτικοί στοχαστές της αριστεράς προσεγγίζουν με αυξανόμενο ενδιαφέρον το έργο του Ζακ Λακάν. Αναδύεται έτσι ένας νέος θεωρητικός και πολιτικός ορίζοντας. «Η Λακανική αριστερά», που ήδη κυκλοφορεί στα αγγλικά και τα ισπανικά, είναι το πρώτο βιβλίο που καταπιάνεται ενδελεχώς με τον αναδυόμενο αυτόν θεωρητικό προσανατολισμό και διερευνά συστηματικά τις συνέπειές του για την εμπειρική κοινωνική και πολιτική ανάλυση:

– Χαρτογραφεί με εύληπτο τρόπο το πεδίο της λακανικής αριστεράς.
– Εξετάζει τα σημεία σύγκλισης και απόκλισης στο έργο των κυριότερων στοχαστών που δραστηριοποιούνται στο πεδίο αλλά και στην περιφέρειά του, συμπεριλαμβανομένων των Ζίζεκ, Λακλάου, Μπαντιού και Καστοριάδη.
– Αξιολογεί κριτικά τα επιχειρήματά τους όσον αφορά την κοινωνική κατασκευή και το πολιτικό, το συναίσθημα και το λόγο, την ηθική και πολιτική αλλαγή, την αρνητικότητα και τη θετικότητα.

Προσεγγίζοντας την προβληματική του συναισθήματος και της συγκίνησης μέσα από την κομβική λακανική έννοια της «απόλαυσης», η Λακανική αριστερά περιλαμβάνει συνθετικές αναλύσεις της πολιτικής εξουσίας και αυθεντίας, της εθνικής και ευρωπαϊκής ταυτότητας, του καταναλωτισμού και της κουλτούρας της διαφήμισης, της καλπάζουσας αποδημοκρατικοποίησης και της μεταδημοκρατίας. Απευθύνεται σε όλους όσοι, σε εποχές κρίσης, ενδιαφέρονται για το ρόλο της ψυχανάλυσης στην ανανέωση της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας, της κριτικής πολιτικής ανάλυσης και της δημοκρατικής πολιτικής πράξης.

***

Απόσπασμα από το 8ο κεφάλαιο του βιβλίου («Η Μεταδημοκρατική τάση»):

[…] Σύμφωνα με το σχήμα του [Ζ. Ρανσιέρ], η μεταδημοκρατία ενέχει: » το παράδοξο ότι, στο όνομα της δημοκρατίας, αποδίδεται έμφαση στη συναινετική πρακτική της εξάλειψης της δημοκρατικής δράσης. Μεταδημοκρατία είναι η κυβερνητική πρακτική και η εννοιολογική νομιμοποίηση μιας δημοκρατίας μετά το δήμο, μιας δημοκρατίας που έχει εξαλείψει την εμφάνιση, την παραγνώριση και τη διαφωνία του λαού και ανάγεται έτσι αποκλειστικά στο αμοιβαίο παιχνίδι κρατικών μηχανισμών και συνδυασμών κοινωνικών ενεργειών και συμφερόντων «.

Αυτή η διάγνωση συμφωνεί με τις κοινωνιολογικές παρατηρήσεις του Κόλιν Κράουτς : ενώ η τυπική διάσταση των δημοκρατικών θεσμών διατηρείται λίγο πολύ αμετάβλητη, η πολιτική και η διακυβέρνηση περνούν σταδιακά στον έλεγχο προνομιούχων ομάδων με έναν τρόπο που θυμίζει προδημοκρατικούς καιρούς[…]

Γιάννης ΣταυρακάκηςΗ Λακανική αριστεράΨυχανάλυση, θεωρία, πολιτική, μετάφραση: Αλέξανδρος Κιουπκιολήςεκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2012, σελ. 307-308 (αποσπάσματα).

Διαβάστε επίσης:

Υπάρχει Λακανική Αριστερά; (απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου) [Red Notebook]

ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ,  Η λακανική αριστερά (περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 23, Ιανουάριος-Μάρτιος 2012)

Η.Καραβόλιας: Βιβλιοκριτική «Λακανική Αριστερά του Γ.Σταυρακάκη» /αναδημοσίευση απο το LLS minor [Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ]

Ο Κ. Τσουκαλάς για την ανοικτή έννοια της «μετα-κυριαρχίας» και την ετερονομία της πολιτικής εξουσίας

3 Σχόλια

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η επινόηση της ετερότητας: «Ταυτότητες» και «διαφορές» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2010, ISBN:  978-960-03-5170-5.

Περί κυριαρχίας και «μετα-κυριαρχίας»

(αποσπάσματα από τις σελ. 83-86 του βιβλίου)

[σελ. 83] […] Δεν είναι τυχαίο ότι η κλειστή έννοια της κυριαρχίας δίνει τη θέση της στην απροσδιόριστη και ανοικτή έννοια της «μετα-κυριαρχίας». Πράγματι, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, φαίνεται να μετατοπίζονται αποφασιστικά οι κοινωνικές προϋποθέσεις του κλασικού ορισμού του Καρλ Σμιτ ότι «κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την έκτακτη περίσταση». Η ετερονομία της πολιτικής εξουσίας τείνει να εξηγείται, να δικαιώνεται και να εκλογικεύεται [σελ. 84] ως μονίμως εμποτισμένη σε εξωγενώς επικαθοριζόμενες «διαρκείς καταστάσεις αναπτυξιακής ανάγκης», που θα αντιμετωπιστούν με προδιαγεγραμμένες πλέον συνταγές. Η πολιτική αλαλία και αβουλία των ημερών μας συνδέεται με τη θεαματική συρρίκνωση των προκείμενων επιλογών. Αυτήν ακριβώς την εξέλιξη σηματοδοτεί το θατσερικής έμπνευσης σύνδρομο ΤΙΝΑ (there is no alternative). Επικαλούμενη την πάντα «ανυπέρθετη» (πραγματική ή προσχηματική) ανάγκη, η πολιτική εξουσία θεωρεί πλέον δεδομένο ότι οφείλει να διεκπεραιώνει τις τρέχουσες υποθέσεις με μόνο γνώμονα τις αναπτυξιακές προτεραιότητες. Όλα τα άλλα μπορούν να περιμένουν. Ως απαλλαγμένος από όλα τα ηθικά, αισθητικά και πολιτικά διλήμματα, ο Κάλιμπαν μπορεί να κοιτά τον εαυτό του στον καθρέφτη δίχως να πτοείται από την ασχήμια του ειδώλου του. Εγκλωβισμένο στον άχαρο ρόλο του ευσυνείδητου ίσως αλλά άβουλου και αποστασιοποιημένου διαμεσολαβητή ανάμεσα στην άθλια πραγματικότητα και την αποτελεσματική της διαχείριση, το πολιτικό μπορεί πλέον να οχυρώνεται πίσω από την αξιακή αχρωματοψία του.

Έτσι, μέσα από την συνεχή επίκληση αυτής της εξωγενούς «ανάγκης» θεσμοποιείται μια νεόκοπη κυβερνητική-διοικητική τεχνική αναπαραγωγής μιας ετερόνομης πολιτικής εξουσίας που συναποδέχεται πως δεν είναι πλέον σε θέση να λαμβάνει πρωτογενώς αδέσμευτες αποφάσεις. Τα «εξορθολογισμένα» πολιτι-[σελ.85] κά συστήματα αρκούνται στο να «χειρίζονται» ή να «δια-χειρίζονται» τις απρόβλεπτες και έξωθεν οριοθετούμενες ανάγκες, αντιξοότητες και κρίσεις επί τη βάσει προδιαγεγραμμένων κριτηρίων προτεραιοτήτων και συνταγών. Η οικουμενική ολίσθηση του πολιτικού λεξιλογίου δεν είναι λοιπόν τυχαία. Έτσι κι αλλιώς οι λέξεις δεν είναι ποτέ αθώες. Η γενικής χρήσεως λέξη «δια-κυβέρνηση» δεν είναι παρά μια κυβέρνηση που συνομολογεί ότι δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ποτέ πια δυνατόν να κυβερνά ως πρωτογενώς κυρίαρχη. Έτσι, σηματοδοτείται η αψευδέστερη μεταλλαγή στους όρους σήμανσης, πρόσληψης και άσκησης του πολιτικού. Μέχρι σήμερα η αντιφατική σχέση ανάμεσα στην «κυριαρχία» και στη «διαχείριση» μπορούσε ακόμα να εντάσσεται σε μιαν ενιαία σημασιακή μήτρα   στο πλαίσιο της οποίας η πρώτη κρατούσε ακόμα τα ηνία. Με την ανάδυση της αναπτυξιακής αγοραίας οικονομίας ως απαράκαμπτου εξωπολιτικού κέντρου λήψης αποφάσεων η πανάρχαια ιδιαιτερότητα του πολιτικού φαινομένου μετατίθεται αποφασιστικά. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την «πρόοδο», έτσι και το υπό αίρεσιν πλέον «γενικό συμφέρον» και μαζί του και το πλάσμα της κοινής βούλησης» δεν αναζητούνται πια[σελ. 86] ουσιαστικά, αλλά ορίζονται αποφαντικά. Αυτό ακριβώς είναι άλλωστε και το αιτούμενο.[…]

[…] Οι απομειωμένες, ευνουχισμένες και παρακμάζουσες τάξεις των κατεστημένων πολιτικών εξουσιών φαίνεται να συμπληρώνονται και εν πολλοίς να αντικαθίστανται από τις ανονόμαστες ακόμα τάξεις των ακανονάρχητων εξουσιαστικών πλεγμάτων που αντλούν την νομιμοποίηση τους από μιαν «αυτονοήτως» πλέον ισχύουσα «έλλογη αναπτυξιακή τάξη πραγμάτων». Και έτσι κατοχυρώνεται και οριστικοποιείται η μόνη δυνατή έλλογη μορφή σχέσεων ανάμεσα στην πολιτική και στην οικονομία.[…]

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η επινόηση της ετερότητας: «Ταυτότητες» και «διαφορές» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2010, σελ. 83-86 (αποσπάσματα).

 

Μια πικρή διαπίστωση του Κόλιν Κράουτς για τις «Αγορές» στη μεταδημοκρατία

1 σχόλιο

Colin Crouch, Μεταδημοκρατία, εισαγωγή-μετάφραση:Αλέξανδρος Κιουπκιολής,εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2006, ISBN 960-7651-51-0.

(…) Μια από τις κυριότερες πολιτικές επιδιώξεις των εταιρικών ολιγαρχιών είναι αναμφίβολα η ήττα του αγώνα υπέρ της ισότητας.

Colin Crouch, Μεταδημοκρατία, εισαγωγή-μετάφραση:Αλέξανδρος Κιουπκιολής,εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2006,σελ.116.

 

Πέτρος Θεοδωρίδης,Η δημοκρατία στη νεωτερικότητα

2 Σχόλια

Απόσπασμα από το δοκίμιο του Πέτρου Π. Θεοδωρίδη «Δυσφορία στη δημοκρατία» που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 18 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.

[Αρχική δημοσίευση στο ιστολόγιο Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ(8-3-2012). Σύνδεσμος: http://nosferatos.blogspot.com/2012/03/blog-post_3860.html. Θερμές ευχαριστίες οφείλουμε στο φίλο Νοσφεράτο που επέτρεψε την αναδημοσίευση στις Αναγνώσεις].

(…)

Η δημοκρατία στη νεωτερικότητα
Οι αρχαίες δημοκρατίες ήταν απομονωμένες νησίδες ισότητας μεταξύ ομοίων, ανδρών μικροϊδιοκτητών, δουλοκτητών, εν μέσω μιας γενικευμένης ανισότητας. Αντίθετα, στη νεωτερικότητα συνεχίζουν βέβαια να υπάρχουν και να βαθαίνουν οι κοινωνικές ανισότητες, όμως συνυπάρχουν με μια γενικευμένη προσδοκία ισότητας. Η νεώτερη κοινωνία απαιτεί από τους ανθρώπους να είναι «συμβατοί» και «ομοιογενείς» ώστε να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της έντονης κοινωνικής κινητικότητας.
Η νεωτερικότητα σημαδεύτηκε από τη Γαλλική Επανάσταση, την επανεμφάνιση της δημοκρατίας αλλά και του μίσους εναντίον της. Το 1790 ο Έντμουντ Μπερκ δημοσίευσε τους Στοχασμούς για την Επανάσταση στη Γαλλία υποστηρίζοντας ότι οι γαιοκτήμονες αριστοκράτες ήσαν οι φυσικοί άρχοντες της Γαλλίας. Ο ποιητής Νοβάλις στο έργο του Χριστιανοσύνη ή Ευρώπη; (1799) ύμνησε τις «υπέροχες εκείνες ημέρες», όταν η Ευρώπη «ήταν ένα μια απέραντη πολιτική κι ηθική αυτοκρατορία του πνεύματος». Για τον Ντε Μαιστρ που το 1796 γράφει τους Συλλογισμούς για τη Γαλλία «το θέλημα του Θεού και όχι ο ανθρώπινος λόγος είχε πλάσει τους νόμους, θεσμούς και κοινωνίες».
Η θεωρία του φιλελευθερισμού, όπως τη διατυπώνει ο Τζον Λοκ, θεμελιώνεται στα ατομικά συμφέροντα. Ο βασικός στόχος των ενωμένων σε μια κοινότητα ανθρώπων υπό την αιγίδα μιας κυβέρνησης γίνεται η διαφύλαξη της ιδιοκτησίας τους και η νεωτερική δημοκρατία εμφανίζεται πλέον με τη μορφή της αντιπροσώπευσης. Κατά τον 18ο αιώνα δεν τίθεται πλέον θέμα άμεσης δημοκρατίας και ο ίδιος ο Ρουσσώ ήταν πεπεισμένος ότι μόνο μικρές κοινότητες θα την πλησίαζαν .
Οι φιλελεύθεροι υποστήριζαν ότι κάθε είδους κυριαρχία πρέπει να στηρίζεται στη βούληση του λαού. Από την άλλη όμως ήθελαν να διαφυλάξουν το δημοκρατικό πολίτευμα που προοριζόταν για δική τους χρήση. Η αρχή της εκπροσώπησης ήρθε να ρυθμίσει το πρόβλημα της λαϊκής κυριαρχίας. Επέτρεψε να αφαιρεθούν οι εξουσίες από τον κυρίαρχο λαό χωρίς να υπερβούν την αδιαίρετη φύση του. Έτσι περάσαμε από τη λαϊκή κυριαρχία στην κοινοβουλευτική κυριαρχία και η εκλογική διαδικασία σήμανε την επιστροφή στην καθησυχαστική επιλογή εκείνων που ο Τζον Άνταμς ονόμαζε «Οι Άριστοι και οι πιο σοφοί».
Μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ πολλών, δύο βασικές παραλλαγές της νεωτερικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Τη φιλελεύθερη και τη ρεπουμπλικανική. Η φιλελεύθερη εκδοχή καταγόταν από την Αγγλία και έθετε ως αρχή την υπεροχή της κοινωνίας. Το κράτος δεν μπορούσε να παίρνει πρωτοβουλίες που να υπερβαίνουν τις περιορισμένες αρμοδιότητες που του έχουν παραχωρηθεί από τους πολίτες. Η ρεπουμπλικανική εκδοχή υποστήριξε ότι οι πολίτες θα έπρεπε να υποταχθούν στην ιδέα της «κοινής βούλησης». Το κράτος εμφανίζεται πια ως ένα εκπαιδευτικό σχέδιο, ως προσηλυτισμός στη θρησκεία της αρετής του πολίτη. Στη ρεπουμπλικανική εκδοχή ο απωθημένος πλατωνικός πολιτικός επιστρέφει.
Πώς εξελίχθηκε η ιδιότητα του πολίτη στη φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία; Ο Μακφέρσον το 1977 διέκρινε τρία ιστορικά θεωρητικά μοντέλα φιλελευθερισμού από ένα τέταρτο —ως ευχή μάλλον παρά ως ιστορικό προηγούμενο, τη δημοκρατία της συμμετοχής. Ως πρώτο ιστορικό μοντέλο θεώρησε την προστατευτική δημοκρατία με κύριους εκφραστές τους εκπρόσωπους του ωφελιμιστικού φιλελευθερισμού τον Bentham και τον Jameς Mill. Στο μοντέλο αυτό επιχείρημα ήταν η προστασία του κυβερνωμένου από την κρατική καταπίεση. Το δεύτερο μοντέλο —με κύριο εκπρόσωπο τον John Stuart Mill— το ονομάζει αναπτυξιακή δημοκρατία. Εδώ δίνεται μια νέα ηθική θεώρηση της δημοκρατίας ως μέσου για την αυτό- ανάπτυξη του ατόμου. Στο τρίτο μοντέλο —δημοκρατία της Ισορροπίας, με κύριο εκπρόσωπο τον Joseph Schumpeter και το βιβλίο του Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία— το ηθικό αίτημα εγκαταλείπεται. Οι θεωρητικοί της ισορροπίας αντιπροτείνουν εδώ μια περιγραφή της δημοκρατίας ως ανταγωνισμού μεταξύ ελίτ, χωρίς εκτεταμένη λαϊκή συμμετοχή. Η δημοκρατία δεν αποτελεί σύνολο ηθικών σκοπών αλλά απλώς μηχανισμό επιλογής και εξουσιοδότησης κυβερνήσεων που συνίσταται σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοεπιλεγόμενων ομάδων πολιτικών ελίτ. Ο ρόλος των εκλογέων δεν είναι να παίρνουν αποφάσεις αλλά να εκλέγουν τους ανθρώπους που θα αποφασίζουν.
Το κλασικό πια έργο του βρετανού κοινωνιολόγου Thomas Humphrey Marshall (1893-1981), Citizenship and social class (1950) βασίζεται στη διάκριση μεταξύ αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Για τον Μάρσαλ η συμφιλίωση των αστικών, (18ος αιώνας) πολιτικών (19ος) και κοινωνικών δικαιωμάτων (20ός) κατέληξε στο κράτος πρόνοιας ως απόρροια μιας εξελικτικής διαδικασίας. Στην πλοκή της αφήγησης του Μάρσαλ, το επιστέγασμα των δικαιωμάτων, δηλαδή τα κοινωνικά δικαιώματα ενέχουν χαρακτήρα ενισχυτικό μιας αρχής ισότητας που οδηγεί στην άμεση αίσθηση συμμετοχής στην κοινότητα, τη βασισμένη στην προσήλωση σε έναν κοινό πολιτισμό. Θεωρώντας ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι αποτέλεσμα μιας σταδιακής εξέλιξης ο Μάρσαλ μοιάζει να αγνοεί την ασυνέχεια και τη διάσταση της πάλης των τάξεων στη διαμόρφωση της ιδιότητας του πολίτη καθώς και τον ρόλο εξωτερικών     παραγόντων π.χ. του πολέμου. Η ιστορική αλήθεια είναι ότι τα δικαιώματα ακολούθησαν μια πολύπλοκη και αντιφατική ιστορική πορεία και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πια, στην εποχή των μεταναστών το προφανές. Ο «γυμνός άνθρωπος, ο άνθρωπος που δεν ανήκει σε μια συγκροτημένη εθνική κοινότητα, δεν έχει κανένα δικαίωμα».
Η φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελεί ένα σχετικά πρόσφατο ιστορικό μόρφωμα. Δημοκρατία με ελεύθερες εκλογές, καθολική, ισότιμη και μυστική ψηφοφορία για άνδρες και γυναίκες, ελευθερίες του λόγου, της συνείδησης, του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι και της έκφρασης, την απαγόρευση της φυλάκισης χωρίς δίκη δεν υπήρχε σε κανένα μέρος της γης τον 19ο αιώνα, ενώ πριν από το 1914 επιβλήθηκε σε τέσσερις μόνο χώρες σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Στη Νέα Ζηλανδία το 1893, στην Αυστραλία το 1903, στη Φιλανδία το 1906 και στη Νορβηγία το 1913 και ως ένα βαθμό στις ανδροκρατούμενες δημοκρατίες της Γαλλίας και της Ελβετίας.
Αρχικά η εγκαθίδρυση της σύγχρονης δημοκρατίας συνοδεύτηκε  από έναν δραστικό περιορισμό της ιδιότητας του πολίτη με τη μορφή της τιμοκρατικής ψήφου. Εκλογείς θεωρούνταν μόνον εκείνοι οι πολίτες μιας χώρας που κατέβαλλαν έναν ελάχιστο φόρο ή που ήταν ιδιοκτήτες. Στα 1885, μόνον το 56% των βρετανών ενηλίκων ανδρών είχαν γίνει δεκτοί στο εκλογικό σύστημα. Για την καθολική ψηφοφορία έπρεπε να περιμένουν έως το 1918. Το Γαλλικό Επαναστατικό Σύνταγμα του 1791 διαχώρισε αρχικά τα τέσσερα εκατομμύρια τετρακόσιες χιλιάδες «ενεργούς» πολίτες από τα δύο εκατομμύρια χωρίς περιουσία και ψήφο. Φυσικά οι γυναίκες αποκλείονταν από την ιδιότητα του πολίτη και όπως διαμαρτυρήθηκε η Ολυμπία ντε Γκουζ, στο άρθρο 10 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων της γυναίκας και της πολίτισσας: «Η γυναίκα που έχει τα δικαίωμα να ανέβει στο ικρίωμα πρέπει να έχει εξίσου το δικαίωμα να ανέβει στο βήμα του κοινοβουλίου».
Το 1791 επήλθε μια νέα μορφή αποκλεισμού, η ψήφος κατά εκλογικά σώματα. Εν τέλει η καθολική ψηφοφορία συμπεριλήφθηκε στο Σύνταγμα της Γαλλικής Δεύτερης Δημοκρατίας όμως αντί να λειτουργήσει ως δούρειος ίππος της μεγάλης επαναστατικής πλημμυρίδας —όπως πίστευε ο Μαρξ— η καθολική ψηφοφορία εμφανίστηκε ως το πιο αποτελεσματικό φράγμα κατά της επαναστατικής ανατροπής απ’ ό,τι η στρατιωτική καταστολή. Στις προεδρικές εκλογές του 1848 και στη συνέχεια οι βουλευτικές εκλογές του Μαΐου του 1849 εξασφάλισαν τη νίκη του Λουδοβίκου Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Συχνά ξεχνάμε ότι αρχιτέκτονας του κράτους πρόνοιας ήταν ο Μπίσμαρκ που το επινόησε προκειμένου να εμποδίσει τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων. Μόλις τα έτη 1911-1913 άρχισε να διαμορφώνεται ένα υποτυπώδες πρόγραμμα κοινωνικής προστασίας στη Γαλλία και Σουηδία (σύνταξη) και τη Μεγάλη Βρετανία (ιατρική περίθαλψη). Και είναι μάλλον ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος που πιέζει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία να στραφεί προς μια κατεύθυνση ανακατανομής του πλούτου, αν θυμηθούμε την υπόσχεση της «αναφοράς Μπέβεριτζ» το 1942, στους Βρετανούς στρατιώτες —ένα κρατικό σύστημα δωρεάν ιατρικής περίθαλψης— που πολύ αργότερα θα εμπνεύσει στον Μισέλ Φουκώ τη ρήση «Πηγαίνετε λοιπόν να σφαχτείτε σας υποσχόμεθα μακρά κι ευχάριστη ζωή».
Η «εκλογική κωμωδία» για έναν αιώνα περίπου εμφανιζόταν ως απάτη που επέτρεπε τη συγκάλυψη των κοινωνικών ανισοτήτων. Οι αναρχικοί αντιμετώπιζαν τη δημοκρατία με τον ίδιο σεβασμό που θα έδειχναν σε οποιαδήποτε δικτατορία. Οι μαρξιστές είδαν στα δικαιώματα του πολίτη τη συγκάλυψη της πραγματικότητας του ιδιοκτήτη, ο οποίος επιβάλλει τον νόμο του πλούτου, κάτω από το προσωπείο των ίσων δικαιωμάτων αν και ο ίδιος ο Μαρξ είχε πιστέψει κάποτε ότι η καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας στη Μεγάλη Βρετανία μπορούσε να συντελέσει σε ένα ειρηνικό πέρασμα προς τον σοσιαλισμό. Εν γένει ο φορμαλισμός των εκλογών θεωρήθηκε από τους μαρξιστές ως αστικό τέχνασμα. Υπήρχαν φορές όπου οι εργάτες ψηφοφόροι κινητοποιούνταν για την ενίσχυση των εργατικών κομμάτων και άλλες που αρνούνταν να αναγνωρίσουν μια «εκλογική κωμωδία». Ήταν η μαρξιστική πειθαρχία της γερμανικής και αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας που περιόρισαν ως έναν βαθμό την περιφρόνηση προς την εκλογική διαδικασία.

Ύστερη Δημοκρατία

Η αρχή της δεκαετία του 1990 χαιρετίστηκε ως ο θρίαμβος της δημοκρατίας και του ατομικισμού. Βέβαια ήταν ο Τοκβίλ που προανήγγειλε την «προσεχή αναπότρεπτη και καθολική επικράτηση της Δημοκρατίας στον κόσμο» και επισήμανε «τους κίνδυνους της τυραννίας της πλειοψηφίας» την έλλειψη ανεκτικότητας, την αποθέωση της μετριότητας, την έλλειψη ανοχής στην διαφοροποίηση, την παραγωγή μορφών πολιτικής νωθρότητας. «Το πρώτο πράγμα που μου έλκει την προσοχή», έγραφε ο Τοκβίλ, «είναι ένα αναρίθμητο πλήθος ανθρώπων, όλων ισότιμων και παρόμοιων, διαρκώς αναζητούντων τις ποταπές και ευτελείς ηδονές. Καθένας από αυτούς, ζώντας απομονωμένος είναι αδιάφορος για την μοίρα όλων των άλλων. Υπάρχει μόνο στον εαυτό  του και για τον εαυτό του. Πάνω από αυτό το είδος των ανθρώπων βρίσκεται μια τεράστια και προστατευτική δύναμη απόλυτη, ακριβής, σταθερή, προνοητική και ήπια. Προσιδιάζει προς την εξουσία ενός γονέα. Αλλά, επιδιώκει να τους κρατήσει διαρκώς στην παιδική ηλικία. Είναι ικανοποιημένη που οι άνθρωποι μπορούν να χαίρονται υπό τον όρο πως δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο πέρα από την απόλαυση».
Στα τέλη του περασμένου αιώνα συγγραφείς σαν τον Λιποβέτσκι θεωρούσαν την προφητεία του Τοκβίλ πραγματοποιημένη. «Ποτέ», δήλωναν, «όσο σήμερα η δημοκρατία δεν ήταν τόσο σίγουρη για την εγκυρότητα των πλουραλιστικών θεσμών τόσο εναρμονισμένη με τα ήθη, με το προφίλ ενός ατόμου αλλεργικού στον αυταρχισμό και τη βία, ανεκτικού και διψασμένου για συχνές αλλά όχι επικίνδυνες αλλαγές». Ο ατομικισμός εμποδίστηκε μέχρι πρόσφατα από σκληρές ιδεολογικές πανοπλίες, θεσμούς και ήθη παραδοσιακά ή πειθαρχικά- εξουσιαστικά. «Αυτό ακριβώς το έσχατο σύνορο καταρρέει σήμερα με τρομερή ταχύτητα. Η διαδικασία προσωποποίησης, που την ωθούν η επιτάχυνση των τεχνικών, το management, η μαζική κατανάλωση, τα ΜΜΕ, ο ψυχολογισμός, φέρει στο αποκορύφωμά της τη βασιλεία του ατόμου, ρίχνει τους τελευταίους φραγμούς». Η μεταηθική κοινωνία, για τον Λιποβέτσκι, «φέρνει την εποχή όπου το καθήκον είναι γλυκανάλατο και αναιμικό, όπου η ηθική δεν απαιτεί πλέον την αφοσίωση σε κάποιον υπέρτατο αυτοσκοπό όπου τα υποκειμενικά δικαιώματα υπερισχύουν των επιτακτικών προσταγών, όπου τα ηθικά διδάγματα παρακάμπτονται από τα μηνύματα για καλύτερη ζωή, τον ήλιο των διακοπών, την μεντιακή ψυχαγωγία».
«Όμως στις αρχές του 21ου αιώνα αρκεί κανείς να απαριθμήσει», λέει ο Jacques Rancière, «τους κανόνες οι οποίοι επιτρέπουν στο αντιπροσωπευτικό σύστημα να ανακηρύσσεται δημοκρατικό για να προκαλέσει θυμηδία… Αυτό που αποκαλούμε δημοκρατία είναι ένας τρόπος κυβερνητικής λειτουργίας ολωσδιόλου αντίστροφος: αιώνιοι εκλεγμένοι που συσσωρεύουν αξιώματα, κυβερνήσεις που φτιάχνουν οι ίδιες τους νόμους, υπουργοί ή συνεργάτες υπουργών που βολεύονται σε δημόσιες επιχειρήσεις, κόμματα που χρηματοδοτούνται από απάτες». Και ο Colin Crouch, μας θυμίζει μερικά πολύ αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά της σύγχρονης «μετα-δημοκρατίας»· προεκλογικός αγώνας είναι ένα πλήρως ελεγχόμενο θέαμα που ενορχηστρώνεται από ειδικευμένους επαγγελματίες. Η πλειοψηφία των πολιτών κρατά μια απαθή στάση. Η πολιτική διαμορφώνεται με συνδιαλλαγές ανάμεσα στις εκλεγμένες κυβερνήσεις και τα κυρίαρχα συμφέροντα των επιχειρήσεων, οι πολιτικοί σύρονται πίσω από τις δημοσκοπήσεις, η προσωποποίηση της εκλογικής διαμάχης τείνει να υποκαταστήσει τον διάλογο, ασήμαντα γεγονότα της ιδιωτικής ζωής των πολιτικών καθίστανται κεντρικά ζητήματα από τα ΜΜΕ. Το κενό που άφησε η πολυδιάσπαση της εργατικής τάξης το κατέλαβαν οι εταιρίες, οι πολιτικοί σύμβουλοι και οι επικοινωνιολόγοι, με το κράτος να εκχωρεί όλο και περισσότερες εξουσίες στα επιχειρηματικά συμφέροντα. Η εκχώρηση όλο και μεγαλύτερων αρμοδιοτήτων του δημόσιου τομέα στον ιδιωτικό, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, την περιθωριοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, την αύξηση των ανισοτήτων, τη μεταβίβαση φορολογικών βαρών στους ασθενέστερους.
   Η δυσφορία στις δημοκρατίες μας γίνεται όλο και πιο έντονη. Η παγκόσμια κοινωνία γίνεται όλο και περισσότερο «Κοινωνία του ρίσκου», έννοια που πρώτος εισήγαγε ο Urlich Beck, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Oι συγκρούσεις για την κατανομή του πλούτου έχουν επικαλυφθεί από τις συγκρούσεις για την κατανομή των κινδύνων, που προκαλούνται από την ανάπτυξη.
   Σήμερα, καθώς μεγάλο μέρος της εξουσίας μεταβιβάζεται στο πολιτικά ανεξέλεγκτο παγκόσμιο χώρο, η πολιτική δράση και ο ατομικός βίος οδηγούνται στον κατακερματισμό, σε μια σειρά από βραχυπρόθεσμα προγράμματα και επεισόδια: στον «πρωτεϊκό» άνθρωπο της νέας εποχής που αναπτύσσει πολλαπλούς χαρακτήρες-ρόλους, που πορεύεται με θρύμματα μιας βραχύβιας συνείδησης πού χρησιμοποιούνται γα την εκάστοτε επικοινωνία του με τους εικονικούς του κόσμους.
Για τον Καρλ Πόπερ, η δημοκρατία ως «ανοιχτή κοινωνία» ορίζεται ως το αντίθετο της πλατωνικής ουτοπίας και ο Καστοριάδης επέμενε στην άρνηση κάθε απόπειρας ορισμού της τέλειας κοινωνίας. «Πρέπει να αποσκοπούμε στην εξεύρεση της πολιτείας που επιτρέπει κάθε φορά στην αυτοαλλοιούμενη κοινωνικοϊστορική πραγματικότητα, να δώσει στον εαυτό της τη νομοθεσία που της αντιστοιχεί».
Όμως στις μέρες μας η «ανοιχτή κοινωνία» αντί για την αυτοδιάθεση μιας ελεύθερης κοινωνίας, όπως την φαντάστηκε ο Καρλ Πόπερ, φέρει στο νου των ανθρώπων την εμπειρία ενός ευάλωτου πληθυσμού που κατακλύζεται από δυνάμεις που δεν ελέγχει. Στις μετανεωτερικές κοινωνίες μας ο φόβος μεταλλάσσεται σε αγωνία. Ο φόβος έχει ένα προσδιορισμένο αντικείμενο. Η αγωνία παραβλέπει το αντικείμενο και διακρίνεται από τον φόβο, από το γεγονός ότι ο φόβος προκαλείται από τα όντα του κόσμου, ενώ η αγωνία από το εγώ (Σαρτρ). Η αγωνία μεταλλάσσει και την έννοια της ιδιότητας του πολίτη. Η ιδιότητα του πολίτη ενείχε στη νεωτερικότητα μια συνδήλωση ενεργούς συμμετοχής στα κοινά. Η (μετα)νεωτερικότητα μετατοπίζει το περιεχόμενο της έννοιας στον «υπεύθυνο πολίτη», ο οποίος συνεκτιμά «σενάρια» και επιλέγει από την ποικιλία των πολιτικών «life-styles». Ο κίνδυνος για το χειρότερο κλείνει και τον ορίζοντά του. Αυτός ο φοβικά υπεύθυνος, μελαγχολικός πολίτης διαθέτει ακόμα τον «εχθρό» του που κινείται πια στον νεφελώδη χώρο της «ανευθυνότητας» που περιέχει όσους δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο νέο, γεμάτο κινδύνους κοινωνικό-πολιτικό περιβάλλον. Το άτομο γίνεται θεατής και καταναλωτής. «Στην κοινωνία των καταναλωτών κανείς δεν μπορεί να γίνει υποκείμενο χωρίς να μετατραπεί πρώτα σε εμπόρευμα και κανείς δεν μπορεί να κρατήσει την υποκειμενικότητα του ασφαλή χωρίς να ανακινεί, να ανασταίνει και να ανανεώνει τις ικανότητες που αναμένονται και απαιτούνται από ένα εμπόρευμα προς πώληση». Ταχύτητα, καινοτομία, ανία, απόρριψη γίνονται σήμερα το μαγικό τετράπτυχο της κουλτούρας του καταναλωτισμού. Υπερβολή, ασωτία και εξωφρενική σπατάλη, τα ψυχοφάρμακά της. «Στην κοινωνία της κατανάλωσης», γράφει ο Γιάννης Σταυρακάκης, «το κύριο κοινωνικό καθήκον συνίσταται στην όλο και μεγαλύτερη απόλαυση». Όμως «όπως το θέτει ο Λακάν στο σεμινάριο του Encore, “Δεν είναι αυτό!” Αυτή είναι η ίδια η κραυγή μέσω της οποίας η απόλαυση (jouissance) που λαμβάνουμε διαφοροποιείται από την απόλαυση που περιμέναμε». Η ικανοποίηση της επιθυμίας αναβάλλεται από φαντασίωση σε φαντασίωση, από προϊόν σε προϊόν. Είναι μάλιστα αυτή η «συνεχής, άπληστη και ακόρεστη μετάθεση που συνιστά την ουσία του καταναλωτισμού».
Η Δυσφορία στον Πολιτισμό στην εποχή του Φρόιντ προερχόταν από τις επιταγές ενός σκληρού Υπερ-εγώ και τις απαγορεύσεις που αυτό έθετε. Η μεταμοντέρνα δυσφορία, όμως, γεννιέται μάλλον από τoν ίλιγγο της καταναλωτικής ελευθερίας. Όμως ο μετανεωτερικός «υπεύθυνος» καταναλωτής-πολίτης συνεχίζει να αγνοεί τους «αόρατους», τους πρόσφυγες, που θεωρούνται σήμερα «περιττές» υπάρξεις αλλά και την, κατά Μπάουμαν, «υποτάξη» (underclass)· μια αφιλόξενη ομαδοποίηση για μεγάλες και ετερόκλητες κατηγορίες ανθρώπων όπου  στοιβάζονται εγκληματίες και ανύπαντρες μητέρες που ζουν από την κοινωνική πρόνοια, νεαροί παραβάτες και τοξικομανείς, αποφυλακισθέντες και άστεγοι, βαποράκια και επαίτες που το μόνο κοινό χαρακτηριστικό είναι η αποτυχία τους να είναι καταναλωτές.
Ο όρος λαϊκισμός αναφέρεται σε ρητορικές και ιδεολογίες στις οποίες ο «λαός» λειτουργεί ως κομβικό σημείο. Όμως ο σύγχρονος λαϊκισμός που πλήττει τις δυτικές μεταδημοκρατίες μας έχει ελάχιστη σχέση με την ιστορικοπολιτική έννοια του λαού. Πολύ περισσότερο σχετίζεται με ότι η Hannah Arendt αποκαλούσε «υπόλειμμα όλων των τάξεων» όχλο (mob) διακρίνοντας σ’ αυτόν χαρακτηριστικά «μαζάνθρωπου» και ενός ακραίου ατομικισμού. Ο σύγχρονος λαϊκισμός θυμίζει και τον αγροτικό λαϊκισμό των μεσοδυτικών και νότιων περιοχών των ΗΠΑ όπου υπεύθυνοι για την τραγική κατάσταση των φτωχών αγροτών θεωρούνται «η κυβέρνηση, οι τραπεζίτες, σιδηροδρομικές εταιρείες, η Καθολική Εκκλησία, οι Εβραίοι κι οι Μαύροι». Σήμερα, σε μια εποχή όλο και πιο απρόσωπου και ακατανόητου για τους πολλούς κοινωνικού ανταγωνισμού οι εκπρόσωποι της Νέας Ακροδεξιάς εμφανίζονται σαν να λένε: «η πραγματικότητα είναι απλή, επίτηδες την κάνουν να φαίνεται περίπλοκη γιατί υπάρχει συνομωσία», σε μια επίδειξη δήθεν ειλικρίνειας. Έτσι ο ακροδεξιός λόγος αποκτά ένα σχεδόν σαρκικό πλεονέκτημα. Ο αποδιοπομπαίος τράγος, ο εχθρός, είναι εξαθλιωμένος, κακοντυμένος, μυρίζει άσχημα, μας κλέβει τις δουλειές: αποκτά το πρόσωπο του μετανάστη.

Τηλελαϊκισμός και δημοκρατία

Το 1859 ο John Stuart Mill στο περίφημο δοκίμιό του On Liberty διατύπωσε τρία επιχειρήματα υπέρ της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιδεών μέσω του Τύπου: oι απόψεις που αποσιωπούνται από την κυβέρνηση ή την κοινωνία μπορεί να αποδειχτούν σωστές. Ακόμα και αν μια άποψη αποδειχθεί λανθασμένη, συχνά περιέχει ψήγματα αλήθειας και τέλος ακόμα και αν κάποια άποψη ταυτίζεται με την αλήθεια, αν δεν αμφισβητηθεί σύντομα, θα μετατραπεί σε νεκρό δόγμα αντί για ζώσα αλήθεια. Ο Mill διατυπώνοντας τη θεωρία της ελευθερίας του τύπου δεν μπορούσε να φανταστεί τους πολύπλοκους τρόπους με τους οποίους τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας κατασκευάζουν την κοινωνική πραγματικότητα, περιορίζουν το εύρος των νοημάτων και διαμορφώνουν καθημερινά το περιεχόμενο των σκέψεων, συζητήσεων και πράξεων των ατόμων.
Στην τηλεδημοκρατία των ημερών μας η διαφήμιση μεταμορφώνει τις εκπομπές σε υπηρέτες της. Τα τηλεοπτικά προγράμματα σχεδιάζονται για να προβάλουν διαφημίσεις. Για να προσελκύσουν την προσοχή του κοινού και να υπάρξει χώρος για την επόμενη σειρά διαφημίσεων, οι απόψεις πρέπει να αναπτύσσονται γρήγορα, τα πλάνα να είναι σύντομα και τα ηχητικά σήματα συντομότερα. Οι αφηγήσεις περικόπτονται. Κι έτσι προκύπτει και η αλλαγή του τρόπου σκέψης. Το να σκέφτεσαι, σήμερα, ορθά σημαίνει να σκέφτεσαι με ισομέρεια και ταχύτητα, να αφαιρείς το βάθος των πραγμάτων, να αρκείσαι σε μια γρήγορη ανάγνωση των αναφορών και στοιχείων, να μην βουλιάζεις στην υποκειμενικότητα του πάθους.
Στο 1984 του Όργουελ το Mintrue (Ministry of Τrue) διέθετε ειδικό τμήμα για την «προλετροφή» που στη «Νέα ομιλία» της Ωκεανίας σήμαινε τα ηλίθια θεάματα που προσέφερε το κράτος στις μάζες. Σήμερα τα reality shows είναι ίσως η πιο παραδειγματική έκφραση του σύγχρονου ατομικιστικού τηλελαϊκισμού. Δημιουργούν την εντύπωση του νατουραλισμού καθώς παρατηρούμε τους άλλους όπως τους εαυτούς μας. Το κοινότοπο βαφτίζεται «αυθεντικό». Τα realities δίνουν στους θεατές την ψευδαίσθηση της λαϊκής εξουσίας, επιβάλλοντας καταδίκες για το ποιος θα αποχωρήσει. Ως ενσάρκωση της κραυγαλέας ασημαντότητας, τα reality shows δίνουν την ευκαιρία στο ανώνυμο «μοναχικό» πλήθος να αντικρίσει τηλεναρκισσιστικά την ίδια του την κενότητα.

(…)

Δείτε και:

Δυσφορία στη Δημοκρατία(Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ)

Κόλιν Κράουτς,Μεταδημοκρατία

5 Σχόλια

Colin Crouch, Μεταδημοκρατία, εισαγωγή-μετάφραση:Αλέξανδρος Κιουπκιολής,εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2006, ISBN 960-7651-51-0.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Η Μεταδημοκρατία είναι ένα έργο πολεμικής που ξεφεύγει από τα γνωστά παράπονα για τα ελλείμματα της δημοκρατίας μας και διερευνά τις βαθύτερες κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις που εξηγούν τη σύγχρονη δυσανεξία. Ο Colin Crouch υποστηρίζει ότι η παρακμή των κοινωνικών τάξεων που κατέστησαν δυνατή μια ενεργό και κριτική μαζική πολιτική συνδυάστηκε με την άνοδο του παγκόσμιου καπιταλισμού και δημιούργησε ως αποτέλεσμα μια αυτοαναφορική πολιτική τάξη, η οποία ασχολείται περισσότερο με την ανάπτυξη των δεσμών με τα πλούσια επιχειρηματικά συμφέροντα παρά με την εφαρμογή πολιτικών προγραμμάτων που ανταποκρίνονται στις ανησυχίες των απλών ανθρώπων. Δείχνει ότι στην αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα η πολιτική μας γυρίζει πίσω, από ορισμένες απόψεις, στον κόσμο που ξέραμε πολύ πριν τις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν η πολιτική ήταν ένα παιχνίδι εξουσίας ανάμεσα σε ολιγαρχικές ομάδες. Ο Crouch, ωστόσο, ισχυρίζεται ότι η εμπειρία του εικοστού αιώνα διατηρείται στην επιφάνεια και μας υπενθυμίζει τις δυνατότητες που υπάρχουν για την αναζωογόνηση της πολιτικής. Το συναρπαστικό αυτό βιβλίο θα αποτελέσει μια πρόκληση για όλους όσοι διατείνονται ότι οι προηγούμενες κοινωνίες έχουν κατορθώσει να πραγματοποιήσουν τον καλύτερο δυνατό κόσμο της δημοκρατίας, και θα είναι απαραίτητα ανάγνωσμα για οποιονδήποτε ενδιαφέρεται να κατανοήσει τη μορφή της πολιτικής στον εικοστό πρώτο αιώνα.

Απόσπασμα από τη σελ. 78 του βιβλίου:

(…) Σε ορισμένα επίπεδα, οι μεταδημοκρατικές μεταλλάξεις μάς οδηγούν ένα βήμα πέρα από τη δημοκρατία πρός μια μορφή πολιτικής σχέσης που επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία απ’ ότι οι ανελαστικοί συμβιβασμοί των μέσων του αιώνα. Σε κάποιο βαθμό έχουμε αχθεί πέρα από την ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας πρός μια αμφισβήτηση της ίδιας της ιδέας της κυριαρχίας. Το γεγονός αυτό αντανακλάται στις αλλαγές των ισορροπιών που παρατηρούνται στις συμπεριφορές και τα δικαιώματα του πολίτη: την υποχώρηση του σεβασμού και της υποτακτικότητας στην κυβέρνηση, που είναι ιδιαίτερα εμφανής στον τρόπο που αντιμετωπίζουν την πολιτική τα μέσα ενημέρωσης ∙ την επιμονή στην απόλυτη διαφάνεια των κυβερνητικών χειρισμών ∙ την εξομοίωση των πολιτικών με τους καταστηματάρχες, που προσπαθούν εναγωνίως να ανακαλύψουν τις επιθυμίες των «πελατών» τους για να μη χάσουν την πελατεία τους.(…)

Colin Crouch, Μεταδημοκρατία, εισαγωγή-μετάφραση:Αλέξανδρος Κιουπκιολής, εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2006,σελ. 78.

Διαβάστε επίσης:

Φώτης Τερζάκης, Δημοκρατία ή καπιταλισμός; Το θανάσιμο δίλημμα (Ελευθεροτυπία 23-12-2010)

Αρέσει σε %d bloggers: