Ο Θ.Ι.Ζιάκας για το δίπολο «φετιχισμού»-«μηδενισμού» στην κοινωνική οντολογία

Σχολιάστε

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Πατριδεγωφάγος: η νόσος της πόλεως, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-527-724-6.

[…] Σύμφυτο μὲ τὴν «ἀδυναμία» ὁλοκληρωτικῆς πραγματοποίησης τοῦ ἰδανικοῦ εἶναι τὸ δίπολο φετιχισμός-μηδενισμός.

-«Φετιχισμός»: Φανταζόμαστε ὡς ἰδανικό ἕναν «ἄλλο κόσμο», ὅπου τὸ ρῆμα «ὑπάρχει» σημαίνει ὅ,τι καὶ στὸν ἐδῶ καὶ τώρα κόσμο, δηλαδή δηλώνει κάτι «πραγματικό». Καὶ εἴτε μεταθέτουμε τὴν ὕπαρξη του σὲ κάποιο ἄλλο ἱστορικὸ χρόνο, τοῦ παρελθόντος (π.χ. ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα), τοῦ μέλλοντος (π.χ. ἀταξικὴ κοινωνία), εἴτε τὸ ἐντοπίζουμε μὲν στὸ τώρα, ἀλλὰ σὲ ἄλλον ἐξιδανικευμένο τόπο (ἀντὶ γιὰ τὴν δική μας πατρίδα, τὴν ὁμηρικὴ Ἰθάκη). Ὁ φετιχισμὸς τοῦ ἰδανικοῦ ἐπιτρέπει στὸ ἄτομο νὰ «ταυτίζεται» φαντασιακά μὲ τὰ πρότυπά του, ὥστε νὰ μὴν κάνει τίποτα γιὰ νὰ τοὺς μοιάσει, ἀλλὰ νὰ νομίζει ὅτι περιβάλλεται προνομιακὰ ἀπὸ τὴν αἴγλη τους, ἔναντι τῶν «ἕξω» καὶ γιὰ τοῦτο «κατώτερων».

«Μηδενισμός»: Ἀφορμώμενοι ἀπὸ τὶς χονδροειδεῖς μορφὲς φετιχισμοῦ, ποὺ πάντοτε ἀφθονοῦν, πηγαίνουμε στὸ ἄλλο ἄκρο, στὴν διαρρήδην ἀπόρριψη κάθε μορφῆς ἰδανικοῦ καὶ προτύπου, κάθε πίστης στὴ δυνατότητα βελτίωσης τοῦ πραγματικοῦ. Δὲν ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι, ἄν ἐξισώσουμε τὸ ἰδανικὸ μὲ τὸ μηδὲν, μετατρέπουμε σὲ πρότυπο τὸ κενὸ ὑποκείμενο,τὸ Τίποτε, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ πραγματικότητα, αὐτὸς ὁ «γεωμετρικὸς τόπος» μεταξὺ τοῦ θετικοῦ καὶ τοῦ ἀρνητικοῦ προτύπου, νὰ διαμορφώνεται σὲ ὅλο καὶ κατώτερο ἐπίπεδο, ὅταν ἡ μηδενιστικὴ νοηματοδότηση καταστεῖ κυρίαρχη. Ὁ μηδενισμὸς ξεκινᾶ συνήθως ὡς ἀρνητικὸς φετιχισμός. Πράγμα ἐμφανὲς στὴν πρώτη φάση του, ὅπου ἰδανικὸ θεωρεῖ τὴν κατεδάφιση τῆς πίστης στὸ ὑφιστάμενο ἰδανικὸ μαζὶ μὲ τὰ ἐπ’ αὐτοῦ ἐποικοδομήματα. Στρατεύεται στὸ ἀντι-ιδανικὸ καὶ ζητᾶ τὴν «ἀλλαγή», ἀλλὰ τὴν ἀντιλαμβάνεται ὡς ἀπαίτηση ἀλλαγῆς-συστράτευσης καὶ τῶν ἄλλων μαζί του, ἔστω καὶ μὲ τὸ στανιό. Φυσικὰ ἀποτυγχανει, γιατὶ τὸ κενὸ ὑποκείμενο εἶναι ἀδύνατο νὰ συστήσει βιώσιμη μορφὴ κοινωνίας.

Ἡ σύμφυση τῆς ὀντολογικῆς διάκρισης ἰδανικοῦ-πραγματικοῦ μὲ τὴν παθολογικὴ διάκριση φετιχισμοῦ-μηδενισμοῦ, φενακίζει  ἀναγκαστικὰ τὴν συλλογικὴ αὐτοθέσμιση τῶν παραδόσεων κατὰ ἕναν ἀναδραστικὸ φαυλοκυκλικὸ τρόπο[…].

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Πατριδεγωφάγος: η νόσος της πόλεως, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2012, σελ. 62-63.

Advertisements

Χρήστος Γιανναράς, Το ρητό και το άρρητο

Σχολιάστε

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Το ρητό και το άρρητο: Τα γλωσσικά όρια ρεαλισμού της μεταφυσικής, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1999, σσ. 324. ISBN: 960-7721-48-9.

Του Αθανασίου Καλαμάτα

[Η παρούσα  βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύθηκε αρχικά στην εφημ. ΑΙΟΛΙΚΑ ΝΕΑ, Μάιος 2000.  Αναδημοσιεύεται εδώ με την άδεια του συγγραφέα].

Κατά την άποψη του συγγραφέα πρόκειται για βιβλίο που αποτελεί το δεύτερο «σταθμό» στην προσωπική πορεία του συγγραφικού μόχθου του, μετά το εναργέστατο σε φιλοσοφικό λόγο βιβλίο του Το πρόσωπο και ο έρως. Λόγος λαγαρός, κοφτερός, ισοδύναμος της προγενέστερης φιλοσοφικής και θεολογικής παράδοσης, ουσιαστικός και συγκλονιστικός, δοκιμάζει τη γλωσσική σήμανση της κριτικής οντολογίας, με συνομιλητή τον κορυφαίο εκπρόσωπο της φιλοσοφίας της «κοινής γλώσσας», αυστριακό φιλόσοφο του πρώτου μισού του αιώνα μας Ludwig Wittgenstein, για τον οποίο ο Χρήστος Γιανναράς γράφει ότι σημάδεψε τη συγγραφική δουλειά του. Αυτή η γόνιμη συντροφιά αλλά και αντιπαράθεση με τη δυτική φιλοσοφική σκέψη, δείχνει να μην εγκλωβίζεται σε ένα σύστημα δογματικών και τετριμμένων αποφάνσεων, αντιθέτως μάλιστα είναι διεισδυτική και αναλυτική, καθώς ρωμαλέα περιγράφει την οντολογία του προσώπου. Βέβαια, ένας τέτοιος λόγος περί φιλοσοφικής γλώσσας, θα ήταν φαινομενικά σκόρπιος και αδύναμος, αν δημιουργικά δεν συναναστρεφόταν με την ορθόδοξη θεολογική παράδοση και μάλιστα με τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.
Το βιβλίο παρουσιάστηκε στις 17 Απριλίου 2000 στην κατάμεστη από κόσμο Αίθουσα Τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με ομιλητές τον Σεβ. Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), κορυφαίο εν ζωή ορθόδοξο θεολόγο, καθηγητή στα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης, της Γλασκόβης, του Εδιμβούργου και του Κινγς Κόλετζ του Λονδίνου, το συγγραφέα Θεόδωρο Ζιάκα και τον Σταύρο Γιαγκάζογλου, Σύμβουλο στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και Διευθυντή του περ. Θεολογία. Τη συζήτηση προλόγισε και συντόνισε ο Λάμπρος Σιάσος Αναπληρωτής Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Λίαν επίκαιρες διαπιστώσεις του Θ.Ι.Ζιάκα για τα στερεότυπα που έχουν διαμορφωθεί για δυο ανθρωπολογικούς τύπους: του «Έλληνα» και του «Γερμανού»

3 Σχόλια

 «Έλληνας και Γερμανός»
[Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Πέρα από το άτομο,  σελ. 152-154].
[σελ. 152] Οι Έλληνες γνώρισαν τους Γερμανούς κατά τη ναζιστική κατοχή και στη συνέχεια κατά τη μαζική μετανάστευση τους στη Δυτική Γερμανία. Καταγράφουν τις διαφορές τους με τον «Γερμανό» σε μια σειρά στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία ο δεύτερος είναι ψυχρός, οργανωμένος και πειθαρχημένος, ενώ οι Έλληνες θερμοί, χαοτικοί και απειθάρχητοι. Μια επεξεργασία των στερεοτύπων αυτών δίνει περίπου τον παρακάτω πίνακα.
1) Η προσωπικότητα του Έλληνα θεμελιώνεται στην ελευθερία ή στην παραφθορά της, την ασυδοσία, ενώ του Γερμανού στην πειθαρχία. Ο Έλληνας δεν μπαίνει σε καλούπια. Δεν αντέχει για πολύ τις ρυθμισμένες καταστάσεις. Ψάχνει για καινούργιες ευκαιρίες. Ο Γερμανός θεμελιώνει την προσωπικότητα του εσωτερικά στην ηθική πειθαρχία και εξωτερικά στην πειθαρχία του στο Νόμο, με σκοπό την επίτευξη των εξωτερικών στόχων.
2) Ο Έλληνας δεν έχει ισχυρή παράδοση. Κρατά τις αποστάσεις του από την παράδοση. Έρχεται εύκολα σε ρήξη μαζί της αν ανακύψουν προσωπικοί λόγοι. Σαν τον Αχιλλέα αποσύρεται από τον κοινό αγώνα αν νομίσει ότι τον αδίκησαν στη μοιρασιά. Και προσεύχεται για την ήττα των συμπατριωτών του, ώστε να αναγνωρίσουν την αξία του. Αντιθέτως ο Γερμανός είναι φειδωλός στις αποφάσεις του και συμμορφώνεται επιμελώς με την παραδεδομένη τάξη. Αποφεύγει την εξέγερση και όταν την κάνει αντικαθιστά το παλιό λεπτομερές κανονιστικό σύστημα με ένα καινούργιο, εξ ίσου λεπτομερές. Και με τα ίδια πειθαρχικά χαρακτηριστικά.
3) Ο Έλληνας έχει υπερτροφικό ατομικό Εγώ. Το Εγώ του δεν διαστέλλεται από την επιθυμία και το συναίσθημα. Είναι η ανώτατη αξία του.  Αντιθέτως ο Γερμανός οικοδομεί το Εγώ του στην εσωτερική αυτοκαταπίεση-δαμασμό της επιθυμίας για να αποκτήσει την ικανότητα επίτευξης εξωτερικών στόχων. Ιδεώδες του: το παντοδύναμο και ηρωικό Εγώ. Η επιθυμία δεν είναι το κέντρο της ύπαρξης με το οποίο πρέπει να συνδιαλλαγεί, για να πετύχει τον εξωτερικό σκοπό. Απορρίπτει τις ταλαντεύσεις και τους δισταγμούς που [σελ. 153] φέρνει η ανάμιξη της επιθυμίας και του συναισθήματος με τις σκοποθεσίες του βίου. Είναι επίβουλες και αναξιόπιστες δυνάμεις, που πρέπει να γίνουν υπηρέτριες του Εγώ ή του μεγάλου εξωτερικού Εγώ-Φύρερ.
4) Το ελληνικό συλλογικό υπολαμβάνεται ως προέκταση του Εγώ. Την εξουσία και το κράτος ο Έλληνας τα βλέπει σαν προέκταση του εαυτού του. Ελάχιστοι Έλληνες αρχηγοί απέβλεψαν στο εθνικό καλό. Οι λίγοι που υπηρέτησαν το εθνικό καλό χλευάστηκαν, διώχθηκαν, δολοφονήθηκαν. Οι Αλκιβιάδηδες αγαπήθηκαν. Συνάντησαν την ανοχή. Πάντοτε ο Έλληνας έχει νόμους, θεσμούς, παράδοση, κανόνες συλλογικούς, αλλά όταν δεν τον συμφέρουν τους καταπίνει και εκτιμά τους καταπατητές τους. Το συλλογικό συμφέρον παραγνωρίζεται, πάρεκτος μεγάλου και άμεσου εθνικού κινδύνου και όταν το ατομικό συμφέρον συμβαίνει να ταυτίζεται με το συλλογικό. Αντιθέτως, το γερμανικό άτομο είναι πριν απ’όλα μέλος του συλλογικού. Θέτει σε προτεραιότητα το συλλογικό συμφέρον. Αυτοκατανοείται ως υπήκοος του κράτους. Ενώ τα ελληνικά κράτη είναι συνασπισμοί ιδιωτικών συμφερόντων ιδιοποιούμενων το κράτος, το γερμανικό κράτος είναι συνασπισμός συλλογικών συμφερόντων και στην ιδανική του μορφή η «ενσάρκωση της Λογικής».
5) Στην ατομική  τους δραστηριότητα οι Έλληνες είναι επιτυχημένοι. Καλλιτέχνες, επιστήμονες, επιχειρηματίες. Ο Γερμανός είναι αξιόπιστος στο έργο του, αλλά άκαμπτος και μη δημιουργικός στις σχέσεις του.
6) Ο Έλληνας χρησιμοποιεί την ελευθερία του για την ατομική του ευδαιμονία. Η ηρωική συμπεριφορά ξεχάστηκε. Οι θεοί του ευδαιμονούσαν. Δεν εργάζονταν για τον κόσμο. Κι ο θεός των φιλοσόφων επίσης. Αρίστιππος, Επίκουρος, Ιερά ησυχία. Ο Γερμανός αντίθετα θεοποιεί την εργασία. Ο Έλληνας δεν βρίσκει τη Χαρά, βρίσκει όμως τις χαρές και τις εκτιμά. Κυνηγώντας την ευδαιμονία πάντα στρογγυλεύει τις γωνίες. Ισορροπεί και στη δυστυχία. Επιπόλαια και μαγικά βρίσκεται στον αφρό. Ο Γερμανός, αντίθετα, βασίζεται σε μια σκέψη αμείλικτα αφαιρετική ακόμα κι αυτού που δεν πρέπει να αφαιρεθεί (συναίσθημα κλπ). Αγαπά τα θεωρητικά νεφελώματα [σελ.154] και τα βάζει καπέλο στη ζωή. Έχει γνήσιο σθένος. Ζεί τα λάθη του ως το τέλος. Έχει την ικανότητα της αυτοδυσαρέσκειας και αναζήτησης νέων λύσεων. Την ικανότητα μαθητείας και προόδου.
7) Ο Έλληνας είναι ικανοποιημένος από τον εαυτό του. Είναι το άλας της γής. Με πλήρη απροθυμία μαθητείας. Το αυτοϊσορροπούμενο σύστημα του υπηρετεί τη μετριότητα του. Ο Γερμανός απορεί πως εμείς γεννήσαμε τις προϋποθέσεις του δικού του πολιτισμού. Ζηλεύει ο Έλληνας τον Γερμανό για την αποτελεσματικότητα του, αλλά πιστεύει πως αυτός έχει νόημα ζωής. Ο Γερμανός ζηλεύει τον Έλληνα για τις χαρές που αυτός δεν έχει.
Τα προβλήματα των δυο τύπων προκύπτουν από τη θεμελίωση της προσωπικότητας σε μια βάση εκ φύσεως τρεπτή:
Ελευθερία=> ελευθεριότητα =>ασυδοσία. 
Πειθαρχία=>εξαναγκασμός=>τυραννία=>ανάλγητη σκληρότητα. 
Ο πολιτισμός τους εκτίθεται έτσι στον κίνδυνο της αποσύνθεσης και της κατάρρευσης, όταν το θεμέλιο αλλοιωθεί. Την ελευθερία την υποκλέπτουν σκοτεινά ένστικτα που σκλαβώνουν το Άτομο (ελληνική περίπτωση). Ο πειθαρχημένος νομίζει ότι αυτός είναι το μέτρο, το απόλυτο (γερμανική περίπτωση).
Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Πέρα από το άτομο, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2003,  σελ. 152-154.

Αρέσει σε %d bloggers: