Ένα αχαρτογράφητο ταξίδι

1 σχόλιο

Νικόλας Σεβαστάκης, Ταξίδι στο άγνωστο: Φιλελεύθερη δημοκρατία και κρίση πολιτισμού, εκδόσεις Στερέωμα, Αθήνα 2020, ISBN: 978-960-8061-81-1.

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Στο νέο του εμπεριστατωμένο δοκίμιο με τίτλο Ταξίδι στο άγνωστο: Φιλελεύθερη δημοκρατία και κρίση πολιτισμού (εκδόσεις Στερέωμα, Αθήνα 2020) ο Νικόλας Σεβαστάκης συνεχίζει και επεκτείνει την προβληματική που τον απασχόλησε στο δοκίμιο του με τίτλο Φαντάσματα του καιρού μας: Αριστερά, κριτική, φιλελεύθερη δημοκρατία (εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2017). Από την εξαιρετικά εκτεταμένη και απαιτητική πολιτική θεματική του βιβλίου σταχυολογούμε παρακάτω ελάχιστες ψηφίδες.

Ο συγγραφέας υπερασπίζεται με ψυχραιμία και αίσθημα ευθύνης τη φιλελεύθερη δημοκρατία, αναγνωρίζοντας προφανώς τη δυσκολία ενός τέτοιου εγχειρήματος, σε έναν κόσμο ρευστό, όπου κυριαρχεί ο πολιτικός σχετικισμός, η λαϊκιστική δυσφορία, ο αμοραλισμός, η αδολεσχία, η προχειρότητα, ο μαξιμαλισμός, η ανελαστικότητα και η επιφανειακή προσέγγιση τύπου social media. Είναι προφανές ότι ο συγγραφέας αναγνωρίζει την εγγενή, ενίοτε, αδυναμία της φιλελεύθερης δημοκρατίας να εξάγει συναισθήματα στοιχειώδους ενσυναίσθησης για καταστάσεις κοινωνικής οδύνης και παράλληλα να αντιμετωπίσει δυναμικά τον πολιτικό σχετικισμό, το λαϊκισμό και τους νέους εθνικισμούς. Αναφέρει χαρακτηριστικά: “Η φιλελεύθερη δημοκρατία θα συνδεθεί, αναπότρεπτα, στην ιστορία της με ένα πνεύμα απογοητευτικών αυτοπεριορισμών” (μν. έργ., σελ. 23). Και λίγο παρακάτω: “Η φιλελεύθερη δημοκρατία εμφανίστηκε λοιπόν ως κάτι ελλειμματικό απέναντι σε μια πληρότητα νοήματος που την ξεπερνούσε και, κατά κάποιον τρόπο την εξέθετε” (ό.π., σελ. 23-24). Και αλλού: “Μπορούμε να συμφωνήσουμε γενικά ότι είχαν και έχουν πάντα ένα δίκιο από παλιά κάποιοι τιμητές του φιλελεύθερου δημοκρατικού πνεύματος στον ισχυρισμό τους ότι από τον φιλελευθερισμό λείπει αρκετές φορές η μυρωδιά της αληθινής πικρίας και η αίσθηση των καταστάσεων πραγματικής, σπαρακτικής οδύνης. Συχνά -και όχι αδίκως- ένας φιλελευθερισμός των ηπίων ευχολογίων εμφανίζεται ως εκτός τόπου εκεί όπου μια κοινωνική διαμάχη αποκτά ένταση ή εκεί όπου οι σχέσεις εξουσίας χάνουν κάθε αναλογικότητα και ισορροπία ” (ό.π., σελ. 86).

Καίριο σημείο του βιβλίου συνιστά η επισήμανση του συγγραφέα ότι “η υπαρξιακή ασφάλεια και οι αυθεντικές συγκινήσεις συνδέονται όλο και περισσότερο με μη φιλελεύθερες αξίες και καταστάσεις” (ό.π., σελ. 98), γεγονός που εκβάλλει στον εθνορομαντισμό, την παραδοσιαρχία, την νοσταλγική “επίκληση μιας εντατικής κοινοτικής εμπειρίας” (αυτ.), αλλά ταυτόχρονα αναδεικύει εξαιρετικά περίεργα και ετερόκλητα αμαλγάματα και υβρίδια, που, πλέον, δεν προκαλούν καμία εντύπωση στον έμπειρο πολιτικό επιστήμονα και αναλυτή. Δείγματος χάριν, δεν προκαλεί καμία έκπληξη, κατά τον συγγραφέα, η συμπόρευση τμημάτων του νεοφεμινισμού με τους υπερασπιστές του πολιτικού Ισλάμ! (βλ. ό.π., σελ. 99).

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η πολιτική ερμηνεία του συγγραφέα στο φαινόμενο της έξαρσης των νέων εθνικισμών. Ο Νικόλας Σεβαστάκης συνδέει την ανάδυση των νέων εθνικισμών με την αναζήτηση της έντασης στην πολιτική. Γράφει χαρακτηριστικά: “[…] Πως είναι δυνατή η αντίσταση στην πρόζα της δημοκρατίας από τη σκοπιά της ποιητικής της, των δημιουργικών πράξεων που δεν θέλουν να αποδεχτούν την πτώση της δημοκρατίας σε αποστεωμένη ρουτίνα; Άν το πολιτικό ενδιαφέρον προορίζεται για εφήμερες εκλάμψεις σε μια θάλασσα πολιτικού χρόνου, πως μπορούμε να φανταστούμε μια πιο απαιτητική πολιτική λογική; Εδώ βρίσκουμε σήμερα τον ρόλο των κινημάτων ταυτότητας και τις πολιτισμικές διαμάχες που γεννούν συγκρούσεις. Αυτά τα κινήματα κληρονομούν την ιδέα της έντασης που έχουν οι σωτηριολογικές πολιτικές θρησκείες αλλά σε ένα ασταθές και υπονομευμένο πλαίσιο όπου έχει χαθεί η συνεκτικότητα των μεγάλων ιδεολογικών χώρων. Οι νέοι εθνικισμοί εμφανίζονται έτσι ως οι μοναδικές ενεργές πολιτικές συλλογικότητες. Γι’ αυτό τον λόγο και οι θιασώτες τους στρέφονται αυθόρμητα και στη συνέχεια συνειδητά εναντίον του ατομικισμού της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς. Δυσπιστούν τόσο απέναντι στη γλώσσα του ορθολογικού συμφέροντος στην κεντροδεξιά όσο και απέναντι στη ρητορική των δικαιωμάτων και του πολιτισμικού φιλελευθερισμού στην κεντροαριστερά.

Ο εθνικισμός, εντέλει, λειτουργεί αυτά τα τελευταία χρόνια όπως ο κομμουνισμός πριν από κάποιες δεκαετίες: ως υποδοχέας και χειριστής ποικίλων δυσαρεσκειών που δεν σχετίζονται πάντα με εθνικές διαμάχες και στερεότυπα, ούτε καν με τον φόβο για την ανεξέλεγκτη μετανάστευση, όπως προβάλλεται κατά κόρον στη συμβατική ευρωπαϊκή συζήτηση για τις νέες μορφές λαϊκιστικής δεξιάς. […]” (βλ. ό.π., σελ. 111-112).

Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρούμε το κεφάλαιο με τίτλο “Περιθώρια της δημοκρατίας” (βλ. σελ. 115-140), στο οποίο ο συγγραφέας αναδεικνύει το φαινόμενο του τεχνολαϊκισμού, την πρόσμιξη δηλαδή τεχνοκρατίας και λαϊκισμού (βλ. σελ. 124 κ.ε.). Παράλληλα αναφέρεται στην υπονόμευση της φιλελεύθερης δημοκρατίας: “Πέρα από όλα τα άλλα, η φιλελεύθερη δημοκρατία υπονομεύεται από το γεγονός πως η έξοδος από τις δογματικές και μεσσιανικές εκδοχές πολιτικού πάθους παίρνει τη μορφή ενός οπορτουνισμού δίχως αρχές” (βλ. ό.π., σελ. 127). Μεγάλης σημασίας είναι η επισήμανση του συγγραφέα ότι ένα σοβαρό έλλειμμα του φιλελευθερισμού είναι “η αδυναμία να προσεγγίσει ικανοποιητικά το θέμα του γιγαντισμού της εξουσίας σε όλες του τις διαστάσεις” (ό.π., σελ. 130).

Ο συγγραφέας αναδεικνύει μια σημαντική αντινομία μεταξύ της συνέργειας σε διυποκειμενικό επίπεδο και στις μορφές πολιτειακής συγκρότησης: παρά τη φαινομενική τεχνολογική πρόοδο “πολιτικά βρισκόμαστε ακόμη κοντά στη διαίρεση σε κάστες(βλ. ό.π., σελ. 153).

Η προβληματική του συγγραφέα είναι πολυπρισματική και η διαπραγμάτευση του θέματος εξαντλητική. Στο πλαίσιο ενός σύντομου σημειώματος δεν είναι δυνατόν να αναδειχθούν όλες οι προκείμενες του σημαντικού αυτού έργου. Προτείνουμε την ενδελεχή μελέτη ολόκληρου του δοκιμίου, που προϋποθέτει σύσσωμη την προσοχή μας, χωρίς περισπάσεις.

Κλείνουμε με μία σημαντική επισήμανση του συγγραφέα περί τέχνης: Η τέχνη μπορεί να υποδεχτεί το ναυάγιο του κόσμου και όλες τις ιστορικές καταστροφές. Συνεχίζει δημιουργικά ακόμα και σε συνθήκες πολιτικής ανελευθερίας και βαναυσότητας(ό.π., σελ. 142).

Ηράκλειο, 3 Ιουλίου 2020

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Απελπισία και απόγνωση]

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / lukasvasilikos.com (από το project «atopos»)

Η απόγνωση δεν είναι το ίδιο με την απελπισία. Ο απελπισμένος τολμά ένα τελευταίο διάβημα· η ίδια η εξέγερση είναι πολλές φορές μια πράξη που ωθείται από την απελπισία. Άλλο είναι η απόγνωση. Στην απόγνωση είμαστε καθηλωμένοι στον εαυτό μας. Η απόγνωση συνοδεύεται από αισθήματα ανημποριάς και πλήρους παραίτησης.

Ας μην αφεθούμε ως κοινωνία στην απόγνωση.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

«Οι ολιγάρχες»: Το νέο βιβλίο του Γ. Κοντογιώργη, μόλις κυκλοφόρησε

Σχολιάστε

 

image

Γ. Κοντογιώργης, Οι ολιγάρχες:  Η δυναμική της υπέρβασης και η αντίσταση των συγκατανευσιφάγων, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014, ISBN: 978-960-16-5375-4.

Μόλις κυκλοφόρησε το νέο πόνημα του καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη με τίτλο Οι ολιγάρχες:  Η δυναμική της υπέρβασης και η αντίσταση των συγκατανευσιφάγων από τις εκδόσεις Πατάκη. Στην ιστοσελίδα του εκδότη διαβάζουμε:

Τι είναι αυτό που κάνει τους ολιγάρχες της εποχής µας να µην αποδέχονται τον ολιγαρχικό χαρακτήρα του πολιτεύµατός τους;  Αγνοούν άραγε τις στοιχειώδεις έννοιες; Αισχύνονται να συνοµολογήσουν ότι διαπνέονται από µια βαθιά ολιγαρχική ιδεολογία; Μήπως µε τον τρόπο αυτόν επιδιώκουν να απαγορεύσουν την εξέλιξη, προκειµένου να διατηρήσουν την πραγµατική ιδιοκτησία της πολιτείας και, συνακόλουθα, να υποτάξουν τον σκοπό της πολιτικής στο συµφέρον των ιδίων και των συγκατανευσιφάγων;

Από την άλλη, τι κάνει τις κοινωνίες να εκχωρούν τη διακυβέρνηση στους ολιγάρχες και στη συνέχεια να διαµαρτύρονται επειδή αυτοί τις αγνοούν και ιδιοποιούνται τον δηµόσιο σκοπό της πολιτικής; Γιατί, αντί να διαδηλώνουν, δεν αξιώνουν τη συµµετοχή τους στις πολιτικές αποφάσεις, ώστε να κρίνουν αυτές εν µέρει (η αντιπροσώπευση) ή εν όλω (η δηµοκρατία) τι είναι ορθό και τι όχι για τη χώρα;

Η νεοτερική διανόηση, για να αποτρέψει την κοινωνία των πολιτών να αναδιατυπώσει το πρόταγµά της, την έχει εγκιβωτίσει στο δίληµµα της (δήθεν) «πολυπλοκότητας», σε συνδυασµό µε το επιχείρηµα ότι δεν είναι παραδεκτό να κυβερνά ο αδαής και απαίδευτος όχλος, επειδή η σκέψη του αγγίζει το επίπεδο των ταπεινών συναισθηµάτων και της ιδιοτέλειας, και, προφανώς, δεν έχει τη (διανοητική και πραγµατική) δυνατότητα να αποκτήσει την αναγκαία, ακριβή και εκ βάθρων γνώση για τα ζητήµατα της πολιτικής! Εντούτοις, στη διερώτηση αυτή ο Αριστοτέλης θα αντιτείνει: «Ο καθένας εκ των πολλών µόνος του είναι κατώτερος από τους ειδικούς, αλλά όλοι µαζί είναι πολύ καλύτεροι ή, πάντως, όχι χειρότεροι από τους ειδικούς». Επιπλέον, η κοινωνία των πολιτών θα πολιτευθεί κατά το συµφέρον της, οι ολίγοι κατά το ίδιον αυτών συµφέρον.

Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η ανάσχεση της πορείας της Ελλάδας, αλλά και της ανθρωπότητας, προς τον όλεθρο θα επέλθει µόνον µε την υπέρβαση του ολιγαρχικού καθεστώτος και την αντιπροσωπευτική µετάλλαξη της πολιτείας. 

***

[update 21-4-2014 ]

Απόσπασμα από το βιβλίο:

[σελ. 203] […] Προφανώς δεν άλλαξε το DNA του Έλληνα με την είσοδό του στο κράτος-έθνος. Το κράτος που εννοεί να ενσαρκώνει το πολιτικό σύστημα προσιδιάζει σε μια κοινωνία που μόλις εξέρχεται από τη φεουδαρχία. Όχι όμως σε μια βαθιά ανθρωποκεντρική κοινωνία. Οι στρεβλώσεις που επισημαίνονται οφείλονται ακριβώς στο αναντίστοιχο του προ-πολιτειακού (προ-αντιπροσωπευτικού και προ-δημοκρατικού) κράτους με την προσιδιάζουσα στον ανθρωποκεντρικό Έλληνα δημοκρατική ή, κατ’ ελάχιστον, αντιπροσωπευτική συμπεριφορά. Παρ’ όλα αυτά, οι καθεστωτικές και βαθιά αντιδραστικές ελίτ, με προέχουσα τη διανόηση, προκειμένου να υποστηρίξουν το διακύβευμα του κράτους, έριξαν όλο τους το βάρος στην ενοχοποίηση της κοινωνίας και του παρελθόντος της. Η άποψη αυτή, όπως προείπα, είναι εξ ολοκλήρου ανιστορική και περιέχει ιδεολογικό δόλο, αν όχι βαθιά άγνοια.

Γ. Κοντογιώργης, Οι ολιγάρχες:  Η δυναμική της υπέρβασης και η αντίσταση των συγκατανευσιφάγωνεκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014, σελ. 203 (απόσπασμα)

Νεοναζιστικός παγανισμός και ορθόδοξη Εκκλησία

Σχολιάστε

Σταύρος Ζουμπουλάκης(επιμ.), Νεοναζιστικός, παγανισμός και ορθόδοξη Εκκλησία: Παρεμβάσεις και τεκμήρια, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 2013, ISBN: 978-960-8053-41-0.

κατάλογος

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου (πρβλ. σελ. 13-14):

Παγανισμός, ως θεολογική έννοια, είναι η διάκριση των ανθρώπων σε δικούς μας και ξένους, σε ανώτερους και κατώτερους, σε εχθρούς και φίλους, παγανισμός είναι η λατρεία της γης, η φωνή του αίματος και της φυλής, η έξαρση της φυσικής ρώμης. Στον παγανισμό η βιβλική παράδοση αντιτάσσει την καθολικότητα του ανθρώπινου προσώπου στην απόλυτη γυμνότητά του, το ανθρώπινο πρόσωπο χωρίς κανέναν προσδιορισμό, εθνικό, φυλετικό, θρησκευτικό ή άλλον. Η πιο ακραία έκφραση της παγανιστικής θεοποίησης της φυλής και του αίματος στην ιστορία υπήρξε ο ναζισμός του 20ου αιώνα, τον οποίο στήριξαν αλίμονο, και εκατομμύρια χριστιανοί.

Το αποτρόπαιο πρόσωπο του ναζιστικού παγανισμού αναβιώνει σήμερα στον τόπο μας με τη Χρυσή Αυγή, που διακρίνει ξανά τον κόσμο, όπως οι πρόγονοί της Γερμανοί ναζί, σε ανθρώπους και υπανθρώπους, και απειλεί την κοινωνία και τη δημοκρατία μας. Ενάντια σε αυτήν την πραγματική απειλή, η διοικούσα Εκκλησία της Ελλάδος όχι μόνο δεν κινητοποιείται αλλά τηρεί, κατά πλειονότητα, μια στάση σιωπής ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ρητής δημόσιας υποστήριξης!

Το παρόν βιβλίο -το οποίο θα ήταν εντελώς περιττό, αν η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος είχε πάρει θέση εναντίον της φονικής οργάνωσης- χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος δημοσιεύονται οι εισηγήσεις από την ομότιτλη εκδήλωση που διοργάνωσε ο Άρτος Ζωής, στις 26 Νοεμβρίου 2012 στην Αθήνα, και στις οποίες έχουν προστεθεί δύο ακόμη κείμενα μητροπολιτών. Το δεύτερο μέρος αποτελεί ένα μικρό απάνθισμα κειμένων της ίδιας της Χρυσής Αυγής, δημοσιευμένων στα έντυπά της, που δείχνουν χωρίς περιφράσεις το βαθύ μίσος κατά του χριστιανισμού.
Οι χριστιανοί πολίτες της Ελλάδος δεν έχουν σήμερα καμιά απολύτως δικαιολογία να μην πρωτοστατούν στον αγώνα εναντίον της Χρυσής Αυγής.

Στ. Ζουμπουλάκης

***

Περιεχόμενα

Προλόγισμα

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Εισαγωγικός χαιρετισμός

Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος, Επιστροφή στην κλασική ελληνική παιδεία και τη χριστιανική πίστη

Μητροπολίτης Σισανίου καί Σιατίστης Παύλος, Χρυσή Αυγή και χριστιανική διδασκαλία

Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, Μια Εκκλησία «πολιτευομένη» είναι ένα εκκλησιαστικό μόρφωμα

Σταύρος Γιαγκάζογλου, Θεολογία και νεοναζιστικός εθνικισμός

π. Βασίλειος Θερμός, Μια ψυχαναλυτική ανάγνωση της αντιχριστιανικότητας του ναζισμού

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Χρυσή Αυγή και Ορθόδοξη Εκκλησία

Γιώργος Καλαντζής, Ο νεοναζισμός είναι ναζισμός

ΤΕΚΜΗΡΙΑ

Βιογραφικά

[πηγή περιεχομένων]

 

Το άλυτο πρόβλημα δεν είναι οι ξένοι στην πατρίδα μας. Είναι οι ντόπιοι, όταν είναι αποξενωμένοι από το Χριστό. – See more at: http://www.imalex.gr/3D327525.el.aspx#sthash.MwclQVl3.dpuf
Το άλυτο πρόβλημα δεν είναι οι ξένοι στην πατρίδα μας. Είναι οι ντόπιοι, όταν είναι αποξενωμένοι από το Χριστό. – See more at: http://www.imalex.gr/3D327525.el.aspx#sthash.MwclQVl3.dpuf
Το άλυτο πρόβλημα δεν είναι οι ξένοι στην πατρίδα μας. Είναι οι ντόπιοι, όταν είναι αποξενωμένοι από το Χριστό. – See more at: http://www.imalex.gr/3D327525.el.aspx#sthash.MwclQVl3.dpuf

Ένα βιβλίο όχι για «απαιτητικούς αναγνώστες», αλλά λίαν απαιτητικό ad intra: Giorgio Agamben, Η κοινότητα που έρχεται

Σχολιάστε

Giorgio Agamben, Η κοινότητα που έρχεται, εισαγωγή-μετάφραση: Θάνος Ζαρταλούδης, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007, ISBN:978-960-518-309-7.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου  διαβάζουμε τα εξής:

Πότε ήταν η τελευταία φορά άραγε που ήρθατε πρόσωπο με πρόσωπο με ένα βιβλίο; Σπάνια ένα βιβλίο αποζητά και προϋποθέτει την αλλαγή του τρόπου σκέψης του αναγνώστη κατά την διάρκεια της ανάγνωσης, όσο και πέραν αυτής. Διότι περί τούτου πρόκειται το βιβλίο αυτό. Προσθέτει εντός του ο συγγραφέας μία νέα προτροπή και μάθηση. Μία επανεξέταση της ήδη προχωρημένης και κουρασμένης διαδικασίας που επιβάλλει η δυτική φιλοσοφία, και συγκεκριμένα η μεταφυσική της εμβέλεια, στην σκέψη. Πόσο κουρασμένοι είμαστε! Η μεταφυσική πρόταση της δυτικο-ευρωπαϊκής φιλοσοφίας έχει ταξιδέψει τους δρόμους της ερώτησης, της απάντησης και της απορίας εδώ και κάποιους αιώνες μεταδίδοντας (αλήθεια τί;) κανόνες, προτρεπτικότητες, απαγορεύσεις, μεταγραφές, συναλλαγές, προκλήσεις, τοποθετήσεις και αρχές κυριαρχικότητας επί παντός επιστητού. Τα ερωτήματα του λόγου, της φύσης, της κουλτούρας, του είναι, του μη-είναι, της ενδεχομενικότητας, της αναγκαιότητας, του αυτού καθ’ αυτού, της κυριαρχίας, της εποχής και της μεταεποχής, του χρόνου και της αντιπαραβολής, που διατυπώνει η μεταφυσική κουρασμένα, αναζητούν εκ φύσεως απαντήσεις. Μόνο που δύναται να παρατηρήσει κανείς πως εδώ και καιρό οι ερωτήσεις αυτές παρουσιάζονται κουρασμένες, κορεσμένες, ίσως, διαφορετικές προς τον καιρό μας. Η σκέψη καλείται να παρατηρήσει τον αναχρονισμό της. Αλήθεια, ποιο ερώτημα τίθεται στον καιρό μας, από τον καιρό μας και πως να το σκεφτούμε αυτό; Ποια είναι, πλέον, η τύχη της ακροαματικής διαδικασίας αυτών των μεγάλων ερωτημάτων; Σε ποιόν τόπο βρίσκουν σκέπη, μετά την κριτική που ασκείται στην ίδια την μεταφυσική και την φιλοσοφία στην εποχή μας; Τούτο δεν ήταν και το ερώτημα της φιλοσοφίας, άλλωστε, από την αρχή της; H αναζήτηση ενός τόπου, του «νέου», για την σκέψη και την σοφία. Πως όμως να σκεφτούμε μετά το «τέλος» της σοφίας; Tο κύριο ερώτημα του βιβλίου αυτού είναι το εξής: Σήμερα που όλα συμβιβάζονται κοινωνικά και πολιτικά με όλα τα «άλλα» (η αριστερά με την δεξιά, η δικαιοσύνη με τον πόλεμο, η ειρήνη με τον συνεχή εμφύλιο, η φτώχεια με τον πλούτο, το δικαίωμα με την απουσία του, κ.τ.λ.) τι λογίζεται και τι πράττει η κοινωνία; Ποιο είναι το είναι που ενώνει την κοινωνία; Tι μας κοινωνεί;

Ένα βιβλίο λίαν απαιτητικό ad intra. Δεν είναι για «απαιτητικούς αναγνώστες». Αντιθέτως: απαιτεί όλη την προσοχή του αναγνώστη,  απαιτεί όλον τον αναγνωστικό του χρόνο, απαιτεί μετοχή σε έναν άλλον τρόπο σκέψης και μάθησης. Εξάλλου ο Agamben  με άλλη αφορμή έχει εισάγει στην σκέψη του την έννοια της απαίτησης .

Αποσπάσματα από το βιβλίο (συνίσταται ολόκληρη η ανάγνωση του βιβλίου):

Ι

[σελ. 133] (…) Το είναι-τοιουτοτρόπως δεν είναι μια ουσία της οποίας το τοιουτοτρόπως θα αποτελούσε προκαθορισμό ή χαρακτηρισμό. Το είναι δεν είναι μια προϋπόθεση που έγκειται πρίν  ή μετά των ιδιοτήτων του. Το είναι είναι ανεπανόρθωτα, έτσι, το τοιουτοτρόπως του: είναι μονάχα ο τρόπος του είναι του. (Το τοιουτοτρόπως δεν είναι μια ουσία που προσδιορίζει μια ύπαρξη, αλλά ανακαλύπτει την ουσία του εντός του τρόπου του είναι-τοιουτοτρόπως του, στο ότι είναι ο ίδιος ο καθορισμός του). Το τοιουτοτρόπως σημαίνει «όχι διαφορετικά»(…)

ΙΙ

[σελ. 135] (…) Η εκθετική σχέση μεταξύ ύπαρξης και ουσίας, μεταξύ δήλωσης και νοήματος, δεν είναι μια σχέση ταυτότητας (το ίδιο πράγμα, idem), αλλά μιας αυτότητας (ipseitas,το ίδιο πράγμα, ipsum). Πολλές παρεξηγήσεις στη φιλοσοφία έχουν προέλθει από τη σύγχυση του ενός με το άλλο. Το πράγμα της σκέψης δεν είναι η ταυτότητα, αλλά το πράγμα καθ’ αυτό(…).

ΙΙΙ

[σελ. 144] (…)Αντικρίζοντας κάτι απλώς στο είναι-τοιουτοτρόπως του

-ανεπανόρθωτο, αλλά όχι για τούτο τον λόγο αναγκαίο ∙

τοιουτοτρόπως, αλλά όχι για αυτό τον λόγο τυχαίο-

είναι η αγάπη.

Εκείνη τη στιγμή που συλλαμβάνεις το ανεπανόρθωτο του κόσμου, σε εκείνη τη στιγμή είναι υπερβατικός.

Το πως είναι ο κόσμος- τούτο είναι εκτός του κόσμου.

Giorgio Agamben, Η κοινότητα που έρχεται, εισαγωγή-μετάφραση: Θάνος Ζαρταλούδης, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007, αποσπάσματα από τις σελ.133, 135, 144.

Διαβάστε επίσης:

Αρέσει σε %d bloggers: