Ο Ζήσης Παπαδημητρίου για το βιβλίο του Karl Heinz Roth,» H Ελλάδα και η κρίση. Τι έγινε και τι μπορεί να γίνει»

1 σχόλιο

KARL HEINZ ROTH, H Ελλάδα και η κρίση. Τι έγινε και τι μπορεί να γίνει, μετάφραση Δημήτρη Λάμπου, Εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN:978-960-9488-32-7.
Παραθέτουμε την βιβλιοκριτική του Ζήση Παπαδημητρίου που δημοσιεύθηκε στις 20-10-2012 στο ένθετο «Αναγνώσεις» της Αυγής:

Μια φωνή από τη Γερμανία

ΤΟΥ ΖΗΣΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Στις αρχές του καλοκαιριού κυκλοφόρησε στη Γερμανία από τον γνωστό εκδοτικό οίκο VSA του Αμβούργου το βιβλίο του Κάρλ Χάϊντς Ροτ, με τίτλο “Griechenland. Was tun?”. O Ροτ, γιατρός στο επάγγελμα, έγκριτος ιστορικός και διευθυντής του Ιδρύματος για τη Μελέτη της Κοινωνικής Ιστορίας του 20ού και 21ου Αιώνα που εδρεύει στη Βρέμη, υπήρξε ως φοιτητής ηγετικό στέλεχος της Σοσιαλιστικής Φοιτητικής Γερμανικής Ένωσης (SDS) την εποχή του κινήματος διαμαρτυρίας τη δεκαετία του ‘60. Βαθύς γνώστης της ιστορίας του λαού μας, λάτρεψε και λατρεύει τη χώρα μας, έτοιμος πάντα να συγκρουστεί με τα κατεστημένα γερμανικά συμφέροντα που θέλουν την Ελλάδα προτεκτοράτο.
Παρακολουθώντας, εδώ και χρόνια ανελλιπώς τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας, καταγράφει και αναλύει, με απόλυτα εμπεριστατωμένο τρόπο, την οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την εμφάνιση της κρίσης, επισημαίνοντας και σχολιάζοντας κριτικά τα βασικά αίτια που οδήγησαν την Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού. Για τον συγγραφέα, η κρίση που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα είναι κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και της  Ευρώπης ειδικότερα, η οποία, όπως άλλωστε και οι ΗΠΑ, λειτούργησε ως Ελντοράντο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο έχει επιβληθεί πλήρως στην πραγματική οικονομία, μετατρέποντας τις κυβερνήσεις των χωρών σε άβουλα εκτελεστικά όργανα του τραπεζικού συστήματος και των κερδοσκόπων.
Χωρίς να υποτιμά τα δομικά προβλήματα που ταλανίζουν εδώ και δεκαετίες την ελληνική οικονομία και κοινωνία, με κυρίαρχο το πελατειακό σύστημα, ο συγγραφέας αποκαλύπτει και σχολιάζει με καυστικό τρόπο τις διαχρονικές ευθύνες της Γερμανίας για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, η οποία, όπως τονίζει, με τη βοήθεια των ντόπιων μεταπρατών πέρασε κυριολεκτικά υπό τον έλεγχο μιας ανελέητης υπερεθνικής νεοϊμπεριαλιστικής μαφίας.
Στη συνέχεια, ο συγγραφέας παρουσιάζει και αναλύει με εξονυχιστικό τρόπο την πορεία των διαπραγματεύσεων με την Τρόικα, από το 2008 και εντεύθεν, αποδεικνύοντας πως η χώρα βιώνει έκτοτε μια de facto αναγκαστική διαχείριση, με κύριο στόχο όχι την ανάπτυξη αλλά την εξυπηρέτηση του χρέους και την αποπληρωμή των δανειστών της. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η εσπευσμένη επικύρωση του πρώτου προγράμματος λιτότητας […] πραγματοποιήθηκε χάρη στον παραμερισμό πολλών συνταγματικών ρυθμίσεων οι οποίες στέκονταν εμπόδιο στην εγκαθίδρυση μιας εκ των πραγμάτων de facto αναγκαστικής διαχείρισης». Καταγγέλλει, μάλιστα, την πολιτική τάξη στην Ελλάδα, ότι συνειδητά συνεργάστηκε με την Τρόικα «για την παράκαμψη των θεσμών και των δομών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας» (σελ. 91), ευτελίζοντας το πολιτικό σύστημα της χώρας και ανοίγοντας διάπλατα  μονοπάτια για τους επίδοξους νεοναζί, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι την απόγνωση αλλά και την άγνοια των απλών ανθρώπων υποσκάπτουν συστηματικά τα θεμέλια του έστω και κολοβού κοινοβουλευτικού συστήματος.
Αφού σχολιάσει άκρως εμπεριστατωμένα και την πολιτική των αριστερών κομμάτων στη χώρα μας, ο συγγραφέας στο «διά ταύτα» θεωρεί πως η όποια προσπάθεια για την αντιμετώπιση της κρίσης και τη διατύπωση εναλλακτικών λύσεων οφείλει να είναι «διακρατική, αντικαπιταλιστική  και να βασίζεται στη λαϊκή δημοκρατία» (σελ. 120). Απομονωμένες πρωτοβουλίες σε εθνικό και μόνον επίπεδο είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Ήρθε η ώρα για μια νέα αρχή. Με αφορμή την ελληνική κρίση, η Αριστερά και κυρίως η ευρωπαϊκή Αριστερά καλείται να δραστηριοποιηθεί ενάντια στα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και του πολυεθνικού κεφαλαίου, που οδηγούν το πλανήτη μας στην καταστροφή. «Δεν μπορούμε απλά να παραιτηθούμε και να παρακολουθήσουμε με σταυρωμένα χέρια αυτές τις πρακτικές των κυρίαρχων ελίτ, καθώς αυτές επιταχύνουν την έμφυτη τάση του καπιταλιστικού συστήματος προς την αυτοκαταστροφή. Πρέπει να σταματήσουμε επειγόντως αυτή την εξέλιξη και να αντιμετωπίζουμε τους σχεδιαστές και τους εφαρμοστές των προγραμμάτων λιτότητας με μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση» (σελ 123), που δεν μπορεί να είναι άλλη από τον ανελέητο αγώνα ενάντια στο βάρβαρο  καπιταλιστικό σύστημα.
Αξίζει να σημειωθεί, πως το βιβλίο αυτό του Καρλ Χάϊντς Ροτ αποτελεί πλέον στη Γερμανία το ευαγγέλιο όλων εκείνων που βρίσκονται δίπλα στη χώρα μας και συμπάσχουν με το δοκιμαζόμενο εργαζόμενο ελληνικό λαό. Σε συνεργασία με τις κατά τόπους Ελληνικές Κοινότητες, το βιβλίο έχει παρουσιαστεί και συνεχίζει να παρουσιάζεται σε πολλές πόλεις της Γερμανίας ξεσηκώνοντας κύμα αλληλεγγύης με την Ελλάδα.
———————————-

Ο Ζήσης Δ. Παπαδημητρίου είναι ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Νομικής του ΑΠΘ

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2012/10/blog-post_2135.html

Advertisements

Ο Θ. Παπαθανασίου για την κρίση, την έκλειψη της πολιτικής και τη θέση της θρησκείας στο δημόσιο χώρο

Σχολιάστε

Αποσπάσματα από την εισήγηση του Θανάση Παπαθανασίου «Εποχή πνευματικής και υλικής χρεοκοπίας στην Ευρώπη; Μια πολύτιμη ευκαιρία για να αναδυθεί το «Νόημα»»  στο 4ο Συνέδριο Ελληνορθόδοξης Παιδείας και Τεχνολογίας (Πολιτισμικό Σπουδαστήριο Αγίου Νικολάου Έγκωμης), με θέμα «Κύπρος και Ευρώπη σε δίσεκτους χρόνους» (Λευκωσία, Κυριακή 11 Μαρτίου 2012).

πηγή: Aντίφωνο

Η εισήγηση δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Manifesto,  τεύχος 35, Ιούλιος- Αυγουστος 2012, σσ. 32-36.  Ακολουθεί απόσπασμα από τη σελ. 34:

[…]Πώς αντιλαμβανόμαστε, άραγε, την οικονομική κρίση; Ως ένα ατύχημα; Είναι μια βλάβη, που αίφνης έπληξε έξωθεν το καλοκουρδισμένο σύστημα της ελεύθερης αγοράς; Ή μήπως, αντιθέτως, καθαυτό το σύστημα (ακόμα δηλαδή και όταν λειτουργούσε ρολόι) αποτελεί ανθρωπολογική βλάβη; Τι άλλο, παρά βλάβη, είναι ένα σύστημα που έχει στη φύση του την αποθέωση του ατομικού κέρδους, τον θαυμασμό προς τον πλουτισμό, την αντιμετώπιση του κόσμου ως ιδιοκτησίας και την αποδοχή της αδικίας ως θεμιτής παράπλευρης απώλειας; Το καθεστώς που κυριάρχησε μέχρι τώρα, και το οποίο ο Κονδύλης είχε ονομάσει «μαζική δημοκρατία», εδράστηκε σε κάτι πρωτόφαντο στην ιστορία: στη δυνατότητα για συνεχή αύξηση των υλικών προσδοκιών. Έτσι, τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι η μαζική παραγωγή, η μαζική κατανάλωση, η εννόηση του πολίτη ως καταναλωτή. Η ίδια η πραγμάτωση του ανθρώπου θεωρήθηκε δυνατή μόνο υπό όρους αφθονίας και κατανάλωσης.[11]  […]

Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετοί εκκλησιαστικοί λόγιοι ασκούν στον καπιταλισμό όση κριτική τους επιτρέπει η χαρά που ένιωσαν ανακαλύπτοντας στον Μαξ Βέμπερ και στον συσχετισμό Καλβινισμού και καπιταλισμού μια συνηγορία κατά των αιρετικών. Αλλά πέραν αυτού του αυτοδοξασμού, μυωπάζουν μπροστά στην ανάπτυξη ενός ενδορθόδοξου καλβινισμού! Επικαλούνται μεν διάφορα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, που μιλούν για την φιλανθρωπία, αποσιωπούν όμως τα συγκλονιστικά πατερικά κείμενα τα οποία προχωρούν βαθύτερα, κρίνουν τις δομές, αποτρέπουν από συναλλαγές με τους ισχυρούς, αποδοκιμάζουν το πιστωτικό σύστημα, μαστιγώνουν την τοκογλυφία (σύννομη και παράνομη), καταδικάζουν ως φόνο την αποστέρηση του εργατικού μισθού κλπ [13].  O καψερός ο Βέμπερ πολλά θα είχε να μάθει από σημερινούς Ορθοδόξους που είναι ανενδοίαστα επιδέξιοι και σε μπίζνες και σε ευχέλαια. Σε έναν παγανισμό, δηλαδή, μεταμφιεσμένο σε Χριστιανισμό!

Σύμφυτο με την οικονομική κρίση είναι ένα πρόβλημα στο δεύτερο εκ των τριών πεδίων που ανέφερα. Ένα πρόβλημα απολύτως επίκαιρο και ζωτικής κρισιμότητας για την Ευρώπη: η έκλειψη της πολιτικής. Πολιτική είναι να δρας με όραμα και να κάνεις αυτό που, αν δεν το κάνεις, δεν θα γίνει ποτέ από μόνο του. Αντιθέτως, όμως, τώρα σαρώνει η πεποίθηση ότι η οικονομία δεν είναι θέμα οράματος και επιλογής, αλλά μια λογιστική διαδικασία, η οποία έχει έναν και μόνο μόνο τρόπο χειρισμού όπως, για παράδειγμα, η πρόσθεση γίνεται μόνο με έναν τρόπο! Υπό τη δεσποτεία αυτής της πεποίθησης, η πολιτική συνεχίζει μεν να υπάρχει, αλλά απλώς ως φάντασμα: ως γραφείο διεκπεραίωσης των εντολών του κερδοσκοπικού κεφαλαίου. Εδώ, λοιπόν, οφείλει να είναι αποφασιστική η συμβολή των Χριστιανών, ως συνηγορία υπέρ της πολιτικής: υπέρ της ευθύνης, δηλαδή, του ανθρώπου να  αλλάζει τον κόσμο με τις επιλογές και τις πράξεις του. Στην ιθαγένεια των Βαλκυριών πλησίον είναι εξ ορισμού ο όμαιμος, και στην ιθαγένεια του νεοφιλελευθερισμού πλησίον είναι μόνος ο εαυτός. Στον Χριστιανισμό, όμως, ο πλησίον δεν «είναι». «Γίνεται»! Αυτό μας λέει η παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Η παραβολή ξεκίνησε με την ερώτηση του κόσμου «τις εστίν ο πλησίον;», και έκλεισε με την αντερώτηση του Χριστού «Τις εγένετο ο πλησίον;»[14]. Η εγγύτητα δεν υπάρχει, αλλά φτιάχνεται μέσα από την αληλέγγυα πράξη, από το μυστήριο του να αναγνωρίζεις τον Κύριό σου στο πρόσωπο οιουδήποτε ελαχίστου. Μιλώντας, λοιπόν, για πολιτική, δεν μιλώ για κομματική υποτέλεια και για την κομματοκρατία που αποσαθρώνει κοινωνίες. Μιλώ για τη συμμετοχή στη συνάρθρωση του κοινού βίου και για το μεδούλι της χριστιανικής ύπαρξης: να ρηγματώνεις το γκρίζο της καθημερινότητας με το φως της Ανάστασης. Αλλά αυτό τι σημαίνει στην πράξη; Δύνανται, άραγε, σήμερα οι Ορθόδοξοι να μην κομπορρημονούν για την προίκα τους, αλλά να τη δοκιμάσουν στο χτίσιμο νέων πολιτικών μορφών, κοντά στην άμεση δημοκρατία, στα κοινωνικά κινήματα και την προσωπική ευθύνη; Ή αδιάκοπα οι «υιοί του αιώνος τούτου» θα αποδεικνύονται «φρονιμότεροι υπέρ τους υιούς του φωτός»;

Ο δημόσιος χώρος οφείλει να είναι το φόρουμ όπου κατατίθενται, εκτίθενται και λογοδοτούν όλες οι προτάσεις νοηματοδότησης της ανθρώπινης ζωής, άρα και οι θρησκείες. Οι θρησκείες δεν μπορούν να εγκιβωτίζονται στην ιδιωτική σφαίρα, όπως υποστηρίζουν οι θιασώτες της ακραίας  laicité.  Ούτε όμως και να μετατρέπονται σε κρατικές υπηρεσίες. Στον δημόσιο χώρο, λοιπόν! Αλλά το ζήτημα είναι πώς ίστασαι στον δημόσιο χώρο. Η ταυτότητα κάθε θρησκείας δεν αποτελεί έναν φυσικό αριθμό, αλλά ένα πηλίκον: ένα κλάσμα, δηλαδή μια σχέση, μεταξύ του θρησκευτικού ένδον αφενός και της άποψής του για τον γύρω κόσμο αφετέρου. […]

—————————————-

Υποσημειώσεις (διατηρείται η αρχική αρίθμηση)

[11].  Βλ. Παναγιώτης Kονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2000, σσ. 231-235.

[13].  Βλ. Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Κοινωνική δικαιοσύνη και Ορθόδοξη θεολογία, εκδ. Ακρίτας,γ’έκδοση, Αθήνα 2006.

[14] . Αντίστοιχα: «Και τις εστί μου ο πλησίον;» και «Τις… πλησίον δοκεί σοι γεγονέναι του εμπεσόντος εις τους ληστάς;» (Λουκ. 10: 29, 36).

Θανάση Παπαθανασίου «Εποχή πνευματικής και υλικής χρεοκοπίας στην Ευρώπη; Μια πολύτιμη ευκαιρία για να αναδυθεί το «Νόημα», εισήγηση 4ο Συνέδριο Ελληνορθόδοξης Παιδείας και Τεχνολογίας (Πολιτισμικό Σπουδαστήριο Αγίου Νικολάου Έγκωμης), με θέμα «Κύπρος και Ευρώπη σε δίσεκτους χρόνους» (Λευκωσία, Κυριακή 11 Μαρτίου 2012). Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Manifesto,  τεύχος 35, Ιούλιος- Αυγουστος 2012, σσ. 32-36. Το απόσπασμα είναι από τη σελ. 34 του περιοδικού.

Ο Νικόλας Σεβαστάκης για την θεωρία του F. Jameson και τον μεταμοντερνισμό

2 Σχόλια

 

Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη χώρα: Όψεις του δημοσίου χώρου και αντινομίες αξιών στη σημερινή Ελλάδα, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2004, ISBN:960-423-476-5.

Απόσπασμα από τις σελ. 25-26  του βιβλίου:

[σελ. 25] (…) Είναι γνωστό ότι ειδικά στην εργασία του Jameson, η οποία αφορά κατά κύριο λόγο τις μητροπόλεις της Δύσης, ο «μεταμοντερνισμός» αποτιμάται ως η κυρίαρχη πολιτισμική λογική στις κοινωνίες του ύστερου πολυεθνικού καπιταλισμού. Αντίθετα, ο μοντερνισμός, ως σύνθετο αισθητικό, πολιτικό και ιδεολογικό φαινόμενο στενά συνδεδεμένο με την πρώιμη και μέση περίοδο του καπιταλισμού, θεωρείται πλέον ως [σελ. 26] ένα πολιτισμικό κατάλοιπο στις ώριμες δυτικές κοινωνίες. Η κριτική ακτινογραφία των χαρακτηριστικών του μεταμοντερνισμού, έτσι όπως την προτείνει ο Jameson, δεν αφήνει περιθώρια για κάποια θετική αξιολόγηση της συμβολής του στο ύφος και στους προσανατολισμούς της σημερινής εποχής. Δεν υφίσταται εδώ η διάκριση στην οποία έχουν προβεί άλλοι σύγχρονοι μελετητές μεταξύ ενός «αντιστασιακού» και ενός αντιδραστικού μεταμοντερνισμού, όπου ο μεν πρώτος αποδομεί τις αφηγήσεις της νεωτερικότητας με σκοπό να ιχνηλατήσει νέους τόπους αντίστασης, ενώ ο δεύτερος εκθειάζει και αποδέχεται άκριτα τις αυθόρμητες διεργασίες της πολιτιστικής βιομηχανίας του όψιμου καπιταλισμού. Τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά τα οποία υπερτονίζει ο Jameson σε σχέση με τον μεταμοντερνισμό είναι τα εξής:

1. ένα είδος ιστορικής αμνησίας και αδιαφορίας,

2. η καθήλωση σε ένα ασυνεχές, υπερτροφικό και διεσταλμένο παρόν,

3. το αμάλγαμα και η παρωδία της «συμπαράθεσης» και της εκλεκτικής ανάμειξης των υφών στα έργα τέχνης, στη σκέψη και στη θεωρία,

4. η αποθέωση του καταναλωτισμού και του φετιχισμού του εμπορεύματος στη σφαίρα της καθημερινότητας.

Είναι προφανές πως αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αφήνουν αμφιβολίες για το βασικό συμπέρασμα του συγγραφέα ότι ο μεταμοντερνισμός όχι μόνο αναπαράγει αλλά και εντατικοποιεί τη λογική του καταναλωτικού καπιταλισμού. Η πολιτισμική λογική του μεταμοντερνισμού φαίνεται, επιπλέον, να υπονομεύει τις δυνατότητες μιας έλλογης κριτικής και αντιπαράθεσης στις σύγχρονες και καθορισμένες από το πολυεθνικό κεφάλαιο κοινωνικές σχέσεις. Η κυριαρχία του μεταμοντερνισμού συνοδεύεται από ένταση της κρίσης όλων των προσπαθειών για έλλογους σχεδιασμούς με στόχο τη συστημική αλλαγή. (…)

Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη χώρα: Όψεις του δημοσίου χώρου και αντινομίες αξιών στη σημερινή Ελλάδα, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2004, σελ. 25-26.

Διαβάστε επίσης:

 

Αρέσει σε %d bloggers: