Που πηγαίνει η δημοκρατία;

2 Σχόλια

b192999

Giorgio AgambenAlain BadiouDaniel BensaidWendy BrownJean-Luc NancyJacques RancièreKristin RossSlavoj ŽižekΠου πηγαίνει η δημοκρατία;μετάφραση: Νατάσα ΚατσογιάννηΦρίξος ΜαραβέλιαςΦώτης Σιατίτσαςεπιμέλεια: Δημήτρις Βεργέτης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, ISBN: 978-960-16-5114-9.

Από το οπισθόφυλλο του συλλογικού τόμου: 

(…)Στο βιβλίο αυτό δεν θα βρούμε ούτε τον ορισμό της δημοκρατίας ούτε οδηγίες χρήσεως ούτε, ακόμη περισσότερο, μια ετυμηγορία υπέρ ή κατά της δημοκρατίας. Ο κοινός παρονομαστής της σκέψης των οκτώ φιλοσόφων είναι ότι η δημοκρατία δεν περιορίζεται στις κάλπες. Οι απόψεις τους είναι σαφείς, διαφορετικές μεταξύ τους, ακόμη και αντικρουόμενες: αυτή η λέξη, όσο ταλαιπωρημένη κι αν θεωρείται, δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί – είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο, από την εποχή του Πλάτωνα έως σήμερα, στρέφεται ο πολιτικός διάλογος και η στρατηγική βελτίωσης της ζωής που επιχειρεί ο κόσμος.

Απόσπασμα από το «Εισαγωγικό σημείωμα πάνω στην έννοια της δημοκρατίας» του G. Agamben:

[σελ. 15] (…) Εάν γινόμαστε σήμερα μάρτυρες μιας συντριπτικής επικυριαρχίας της (δια)κυβέρνησης και της οικονομίας επί μιας λαϊκής κυριαρχίας που αποστραγγίστηκε σταδιακά από κάθε νόημα, αυτό συμβαίνει πιθανόν διότι οι δυτικές δημοκρατίες πληρώνουν αυτή τη στιγμή το αντίτιμο μιας φιλοσοφικής κληρονομιάς που αποδέχτηκαν ανεπιφύλακτα. Η παρεξήγηση, που έγκειται στη σύλληψη της (δια)κυβέρνησης ως απλής εκτελεστικής εξουσίας, αποτελεί ένα από τα σφάλματα με τις πιο βαριές συνέπειες στην ιστορία της πολιτικής της Δύσης. Είχε ως αποτέλεσμα ο πολιτικός στοχασμός της νεοτερικότητας να χαθεί πίσω από ορισμένες κενές αφαιρέσεις όπως αυτή του νόμου, της γενικής βούλησης και της λαϊκής κυριαρχίας, αφήνοντας αναπάντητο το καθοριστικό, από κάθε άποψη, πρόβλημα, που είναι εκείνο της (δια)κυβέρνησης και της άρθρωσης της με το κυρίαρχον. (…)

Συλλογικό έργο, Που πηγαίνει η δημοκρατία;μετάφραση: Νατάσα ΚατσογιάννηΦρίξος ΜαραβέλιαςΦώτης Σιατίτσαςεπιμέλεια: Δημήτρις Βεργέτηςεκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, σελ. 15 (αποσπάσματα)

Ο Νικόλας Σεβαστάκης για την κατά Ζίζεκ «οικολογία του φόβου»

Σχολιάστε

Νικόλας Σεβαστάκης, Αυτό το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2008, ISBN: 978-960-518-327-1.

Η καχυποψία του Ζίζεκ για αυτό που αποκαλεί οικολογία του φόβου είναι, σε μεγάλο βαθμό, πολιτικά δικαιολογημένη. Υφίσταται πράγματι ο κίνδυνος, η ρητορική περί ορίων και αυτοπεριορισμών σε συνδυασμό με έναν επικοινωνιακό περιβαλλοντισμό -μη ξεπερνάτε τα όρια ταχύτητας, ελαττώστε την σπατάλη ενέργειας, γίνετε υπεύθυνοι!- να αποτελέσει την ηγεμονική ιδεολογία των φωτισμένων ελίτ ενός «εξυπνότερου» -από τον σημερινό-καπιταλισμού. Ενδεχομένως μάλιστα η απαγορευτική προσέγγιση σε κάποιες από τις ακρότητες της τεχνο-επιστήμης, αλλά κυρίως η τάση για τη ρύθμιση των ατομικών συμπεριφορών, να ενισχύσει ακόμα περισσότερο την τάση των νεοφιλελεύθερων καθεστώτων για ένα πυκνότερο και πιο παράλογο νομικό-ποινικό οπλοστάσιο με αυξημένη διατρητική ισχύ σε όλο το φάσμα της καθημερινής ζωής. Όταν, ας πούμε, το πέταμα μιας γόπας στο δρόμο κοστολογείται πενήντα ευρώ, το νεοφιλελεύθερο κράτος θεωρεί ότι ασκεί εφαρμοσμένη πολιτική για την ανάπτυξη μιας περιβαλλοντικής ηθικής. Και είναι μια τέτοια λογική που διαπνέει την ορμή των κυβερνήσεων να εφευρίσκουν καθημερινά νέες κυρώσεις για ανάρμοστες χρήσεις της γλώσσας, απρεπείς (inappropriate) στάσεις ή «οχληρές» συμπεριφορές.

Αλλά ο Σλοβένος φιλόσοφος υπονοεί και κάτι άλλο, μάλλον πολύ σοβαρότερο από την εδραίωση ενός θεραπευτικού κράτους το οποίο φαίνεται πως αποτελεί την απάντηση των κυρίαρχων ελίτ στη συστημική αποδιοργάνωση των παραδοσιακών θεσπίσεων του κοινωνικού κράτους. Η οικολογία του φόβου, υποψιάζεται ο Ζίζεκ, είναι το κοσμικό και μεσοαστικό αντίστοιχο των εγκυκλίων της Καθολικής Εκκλησίας καθώς ενισχύει τη δυσπιστία για κάθε μεγάλη και ανατρεπτική πράξη ‘ επανέρχεται, έτσι, ο γνωστός αντι-ουτοπισμός ο οποίος θέτει εκτός συζήτησης κάθε αληθινά ρηξικέλευθο σχέδιο, κάθε αποφασιστική βούληση ρήξης με την τάξη του κόσμου προκρίνοντας τον συμβιβασμό με το λιγότερο κακό, τη συμμόρφωση με τις διαρθρώσεις της ανισότητας και της εκμετάλλευσης.(…)

Νικόλας Σεβαστάκης, Αυτό το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα, σελ. 67-68.

Ο Ζίζεκ για τον Αγκάμπεν, τη βιοπολιτική και την έκλειψη της πολιτικής

4 Σχόλια

(…)Ο Αγκάμπεν ορίζει τη σύγχρονη «μεταπολιτική» ή βιοπολιτική κοινωνία ως εκείνη στην οποία πολλαπλές τάσεις από- υποκειμενοποιούν τους ιδιώτες, χωρίς να παράγουν μια νέα υποκειμενικότητα. Από εδώ η έκλειψη της πολιτικής, η οποία υπέθετε την ύπαρξη πραγματικών υποκειμένων ή ταυτοτήτων (εργατικό κίνημα, μπουρζουαζία κλπ) και ο θρίαμβος της οικονομίας, δηλαδή της δραστηριότητας της απλής διακυβέρνησης, η οποία επιδιώκει μόνο την αναπαραγωγή της. Η Δεξιά και η Αριστερά του σήμερα, που εναλλάσσονται στη διαχείριση της εξουσίας, έχουν πολύ λίγο να κάνουν με το πολιτικό πλαίσιο που γέννησε αυτούς τους όρους. Σήμερα, οι όροι αυτοί απλά υποδεικνύουν τους δύο πόλους- τον ένα, που έχει στόχο μια απο-υποκειμενοποίηση χωρίς ενοχές και τον άλλο, που επιχειρεί να τη συγκαλύψει με την υποκριτική μάσκα του καλού πολίτη της δημοκρατίας- της ίδιας κυβερνητικής μηχανής.

Ο όρος «βιοπολιτική» υποδεικνύει τον αστερισμό στον οποίο οι μηχανισμοί δεν δημιουργούν, πλέον, υποκείμενα («εγκαλώντας τους ιδιώτες ως υποκείμενα»), αλλά απλώς διαχειρίζονται και ρυθμίζουν την φυσική ζωή των ιδιωτών. Σε έναν τέτοιο αστερισμό, η ίδια η ιδέα του ριζικού, κοινωνικού μετασχηματισμού μπορεί να φαντάζει ως αδύνατο όνειρο. Ωστόσο, ο όρος «αδύνατο» θα έπρεπε να μας κάνει να σταματήσουμε και να στοχαστούμε. Σήμερα, το δυνατό και το αδύνατο κατανέμονται κατά έναν παράξενο τρόπο, έτσι που και τα δύο εκρήγνυνται ταυτόχρονα στην υπερβολή. Από τη μια πλευρά, στα πεδία των προσωπικών ελευθεριών και της επιστήμης- τεχνολογίας, ακούμε ότι «τίποτα δεν είναι αδύνατο». Μπορούμε να απολαύσουμε το σεξ σε όλες τις διεστραμμένες εκδοχές του, να κατεβάσουμε από το Διαδίκτυο ολόκληρα αρχεία μουσικής, κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ ακόμη και τα διαστημικά ταξίδια είναι προσιτά στον καθένα που μπορεί να τα πληρώσει. Ανοίγεται η προοπτική της βελτίωσης των φυσικών και ψυχικών δυνατοτήτων μας μέσω επεμβάσεων στο γονιδίωμα. Ακόμη και το τεχνοκρατικό όνειρο της αθανασίας μπορεί με μια έννοια να επιτευχθεί, μέσω της μετατροπής της ταυτότητάς μας σε λογισμικό, το οποίο θα μπορεί να φορτωθεί σε ένα άλλο σώμα- «hardware».

Από την άλλη, στο πεδίο των οικονομικο- κοινωνικών σχέσεων, η εποχή μας αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως την εποχή της ωριμότητας, στην οποία η ανθρωπότητα εγκατέλειψε τις παλιές, χιλιαστικές ουτοπίες και αποδέχθηκε τις δεσμεύσεις που επιβάλλει η πραγματικότητα- διάβαζε: η καπιταλιστική, οικονομικο- κοινωνική πραγματικότητα- με όλα τα αδύνατα που ορθώνει μπροστά μας. Η εντολή «δεν» είναι το σύνθημα της ημέρας: Δεν μπορείς να συμμετάσχεις σε μεγάλα, συλλογικά εγχειρήματα, τα οποία αναγκαστικά θα καταλήξουν στον τρόμο του ολοκληρωτισμού. Δεν μπορείς να αγκιστρωθείς στο παλιό κράτος πρόνοιας, το οποίο σε κάνει μη ανταγωνιστικό και οδηγεί σε οικονομική κρίση. Δεν μπορείς να απομονωθείς από την παγκόσμια αγορά, χωρίς να εκφυλισθείς σε κάτι που θα μοιάζει με Βόρεια Κορέα. Στη ιδεολογική εκδοχή της, η οικολογία έρχεται να προσθέσει τον δικό της κατάλογο των αδύνατων, των απαγορευτικών ορίων- π.χ. απαγορεύεται αν αυξηθεί η παγκόσμια θερμοκρασία ένα ή δύο βαθμούς παραπάνω- που βασίζονται επίσης σε κάποιες «εκτιμήσεις ειδικών».

Είναι κρίσιμης σημασίας ζήτημα να κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε δύο είδη αδύνατου: το αδύνατο- πραγματικό ενός κοινωνικού ανταγωνισμού και το «αδύνατο» πάνω στο οποίο εστιάζει το κυρίαρχο ιδεολογικό πεδίο. Εδώ το αδύνατο διπλασιάζεται, λειτουργεί ως μάσκα του εαυτού του: δηλαδή, η ιδεολογική λειτουργία του δεύτερου αδύνατου είναι να συσκοτίζει την πραγματικότητα του πρώτου. Σήμερα, η κυρίαρχη ιδεολογία επιχειρεί να μας κάνει να αποδεχθούμε το «αδύνατο» της ριζοσπαστικής αλλαγής, της ανατροπής του καπιταλισμού, μιας δημοκρατίας που δεν θα ανάγεται στο παιχνίδι του διεφθαρμένου κοινοβουλευτισμού, έτσι ώστε να καταστήσει αόρατο το πραγματικό- αδύνατο του ταξικού ανταγωνισμού που διαπερνά τις καπιταλιστικές κοινωνίες. Αυτό το πραγματικό είναι «αδύνατο» μόνο με την έννοια ότι είναι το αδύνατο της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης, η καταστατική, ανταγωνιστική της αντίθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό το αδύνατο- πραγματικό δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί μετωπικά, ή να μετασχηματισθεί ριζικά.

Να γιατί η φόρμουλα του Λακάν για την υπέρβαση ενός ιδεολογικά αδύνατου δεν είναι το «όλα είναι δυνατά» αλλά το «το αδύνατο συμβαίνει». Το Λακανικό αδύνατο- πραγματικό δεν είναι ένας a priori περιορισμός, ο οποίος πρέπει να ληφθεί ρεαλιστικά υπ’ όψιν, αλλά το πεδίο της δράσης. Μια δράση είναι περισσότερο μια παρέμβαση στο πεδίο του δυνατού- μια δράση αλλάζει τις ίδιες τις συντεταγμένες του «είναι δυνατό» και αναδρομικά δημιουργεί τους δικούς της όρους για το αδύνατο. (…).

Σλ. Ζίζεκ, Μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, στο περιοδικό New Left Review, τεύχος 64, Ιούλιος-Αύγουστος 2010, μετάφραση: Πέτρος Παπακωνσταντίνου.   [πηγή]

Αγγλιστί εδώ:

SLAVOJ ŽIŽEK,A PERMANENT 
ECONOMIC EMERGENCY

New Left Review 64, July-August 2010

Αρέσει σε %d bloggers: