Ο ΣΤΗΒΕΝ ΜΙΟΥΖ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟ

1 σχόλιο

1476320_628187827240663_564041592_n

(…) Ο δημοφιλής και άκρατος θρησκευτικός  συγκρητισμός, ο αντιδραστικός και επιθετικός ευαγγελικός φονταμενταλισμός της δεξιάς και οι αυτάρεσκες ψυχο-πνευματικότητες της νέας εποχής δεν μπορούν να εκφράσουν την κοινωνία και την ετερότητα αυτή υπάρχει αποκλειστικά μέσα στην Εκκλησία, η οποία αναδεικνύει τους ανθρώπους και ταυτόχρονα τους παρέχει τις προϋποθέσεις για να γίνουν απόλυτα ζωντανοί ως πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση με το Χριστό και με τους άλλους ανθρώπους μέσα στον κόσμο. Ο συγκρητισμός, ο φονταμενταλισμός και οι ψυχο-πνευματικότητες δεν επαρκούν για να προσφέρουν στη σύγχρονη ζωή ένα αντίδοτο στις απάνθρωπες δυνάμεις του Μαμμωνά, οι οποίες λειτουργούν μέσα στους πολυεθνικούς παγκόσμιους βιομηχανικούς ομίλους και μέσα στα τραπεζικά συμφέροντα που κυριαρχούν στην οικονομική ζωή. (…)

Στ. Μιούζ, «Ψυχολογικές προκλήσεις του επισκοπικού βαθμού μέσα στο σύγχρονο πολιτιστικό περιβάλλον», μετάφραση: Απόστολος Αποστολίδης, στο περιοδικό Σύναξη τεύχος 127/  Ιούλιος- Σεπτέμβριος 2013, σελ. 41-56 (το απόσπασμα που παραθέτουμε εδώ είναι από τη σελ. 45).

***

Περιεχόμενα του τεύχους 127 της Σύναξης

 

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ

 

Ἅγιος ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ, Εἴ τις ἐπισκοπῆς ὀρέγεται

 

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΑΘΡΕΛΛΟΣ, Ἡ ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία καὶ τὸ αἴτημα τῆς συνοδικότητας

 

 π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΘΕΡΜΟΣ, Τί ἐστιν ἐπίσκοπος;

 

ΣΤΗΒΕΝ ΜΙΟΥΖ, Ψυχολογικὲς προκλήσεις τοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ μέσα στὸ σύγχρονο πολιτιστικὸ περιβάλλον

 

Ἀρχιεπ. Τόκυο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Ἡμερολόγιο

 

π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ, Ὁ μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος Καλαμαρᾶς (1980-2012)

 

ΤΑΣΟΣ ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ, Ὁ Ἐπίσκοπος

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ, Ἡ σύνθεση Χριστολογίας καὶ Πνευματολογίας στὸ ἔργο τοῦ μητρ. Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα

 

 

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ι. ΖΙΑΚΑΣ, π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΛΛΙΓΕΡΗΣ: συζήτηση για το βιβλίο του T. Judt, Τα δεινά που μαστίζουν τη χώρα

 

Advertisements

Ο Πέτρος Θεοδωρίδης για τις απαγορεύσεις που επιβάλλονται στο όνομα της συμπόνιας

Σχολιάστε

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN: 978-960-9708-00-5.

12857_541646669195059_1409438088_n

Απόσπασμα από το έβδομο δοκίμιο του βιβλίου με τίτλο «Ταυτότητες και ξένοι«. [Πρώτη δημοσίευση στην επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 4, Καλοκαίρι 2006]:

(…) Η δεκαετία του 1990 σημαδεύτηκε και από μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα φόβου και ένα συντριπτικό αίσθημα αβεβαιότητας. Το «άλλο» και ο φόβος που το συνοδεύει βρέθηκε στον δυτικό κόσμο ως μετανάστης ή πρόσφυγας, ως φόβος της ανεργίας και της κοινωνικής υποβάθμισης. Επανήλθαν διλήμματα που είχαν ξεχαστεί ή απωθηθεί κάτω από το πάπλωμα της αισιοδοξίας και της πίστης στην πρόοδο της μεταπολεμικής εποχής.  Αρχικά η δεκαετία του 1990 φαινόταν  να είναι η δεκαετία της πολυπολιτισμικής αρμονικής συμφωνίας εθνών κάτω από την  μπαγκέτα ενός μεγάλου μαέστρου, του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου που, ως «γενικό ισοδύναμο», εξισώνει τις διαφορές μέσα από την αποδοχή της κυριαρχίας του. Νομιμοποιημένος «κοσμοπολίτης» κατέληξε να θεωρείται ο νομαδικού τύπου υπηρέτης του κεφαλαίου, ο πολύχρωμος, άοσμος άνθρωπος που σύμφωνα με μια παλιότερη διαφήμιση του CNN, το πρωί βρίσκεται στη Μόσχα, το μεσημέρι τη Νέα Υόρκη και το βράδυ στο Παρίσι.

Η παγκοσμιοποιημένη εκδοχή της πολυπολιτισμικότητας αναδεικνύει ως κυριότερη ηθική αρετή την ανεκτικότητα, η οποία εύκολα γλιστρά στην αδιαφορία.Όλοι είναι ίσοι! Καμία ηθική στάση δεν είναι καλύτερη από την άλλη!

Και έτσι υπηρετώντας τάχα την ανοχή μπαίνουμε σε απαγορεύσεις που επιβάλλονται στο όνομα της συμπόνιας, σε μια κατάσταση παράλογης μισαλλοδοξίας. (…)

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, σελ.147.

Ο Z. Bauman για την κατά E.Levinas «άνευ όρων ευθύνη για τον Άλλο»

1 σχόλιο

Zygmunt Bauman, Παράπλευρες απώλειες: Κοινωνικές ανισότητες στην εποχή της παγκοσμιοποίησης,μετάφραση: Εύα Παραδέλλη, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2012, ISBN 978-960-8219-84-7.

Απόσπασμα από το πέμπτο δοκίμιο του βιβλίου «Καταναλωτισμός και ηθική»:

(σελ.117) […]Αν η κοινή γνώμη, τόσο των διανοουμένων όσο και του κοινού νου, συντάσσεται με τη διάσημη απόφανση του Hobbes ότι η κοινωνία είναι ένα κατασκεύασμα το οποίο σώζει τους ανθρώπους από τις συνέπειες των ίδιων τους των νοσηρών τάσεων (οι οποίες αν  αφήνονταν ανεξέλεγκτες από τις καταναγκαστικές δυνάμεις της κοινωνίας, θα έκαναν την ανθρώπινη ζωή «απαίσια, κτηνώδη και σύντομη») ο Levinas συνηγορεί υπέρ της αναγκαιότητας της κοινωνίας με την έννοια ενός διαφορετικού ρόλου τον οποίο καλείται να παίξει. Η άνευ όρων ευθύνη για τον Άλλο, αυτό το θεμέλιο κάθε ηθικής, είναι -όπως το φαντάζεται- ένα αίτημα κομμένο στα μέτρα αγίων κι όχι των μέσων, συνηθισμένων ατόμων, όπως είμαστε οι περισσότεροι. Λίγοι είναι ικανοί να φτάσουν το βαθμό αυτοθυσίας των αγίων, την προθυμία τους να βάλουν σε δεύτερη θέση ή να αγνοήσουν εντελώς και να παραμελήσουν το δικό τους συμφέρον, ή να είναι προετοιμασμένοι για το μέγεθος της αυτοθυσίας την οποία η ευθύνη αυτή θα απαιτούσε, όσο θα παρέμενε στην ίδια αρχική, ακέραιη και άνευ όρων κατάσταση. Εξάλλου, ακόμα κι αν είχαμε τη δυνατότητα και την προθυμία να πάρουμε πάνω μας πραγματικά και στο ακέραιο την άνευ όρων και απεριόριστη ευθύνη, δεν θα μας πρόσφερε επαρκή καθοδήγηση για την επίλυση των αμέτρητων συγκρούσεων των συμφερόντων που δημιουργεί καθημερινά ο συγχρωτισμός των ανθρώπων, ώστε να κα-(σελ. 118)ταστεί η κοινή ζωή βιώσιμη. Μια βιώσιμη κοινωνία αποτελούμενη μόνο από αγίους, είναι ουσιαστικά αδιανόητη, για τον απλό λόγο ότι κάποιος δεν μπορεί να επιδείξει απόλυτη και άνευ όρων ευθύνη πρός δύο ταυτόχρονα ανθρώπους, σε περίπτωση που τα συμφέροντα τους βρίσκονται ενδεχομένως σε αντιπαλότητα μεταξύ τους. Όποτε προκύπτει μια τέτοια σύγκρουση, δεν μπορεί να αποφευχθεί η στάθμιση και σύγκριση ανάμεσα στα σχετικά δικαιώματα των δυο πλευρών, ούτε το να μην ευνοηθούν τα συμφέροντα της μιας πλευράς εις βάρος της άλλης. Με άλλα λόγια, η ευθύνη πρέπει να σταματάει εκεί που αρχίζει το «άνευ όρων».

Zygmunt Bauman, Παράπλευρες απώλειες: Κοινωνικές ανισότητες στην εποχή της παγκοσμιοποίησης,μετάφραση: Εύα Παραδέλλη, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2012,σελ. 117-118(αποσπάσματα).

Ο Κ. Τσουκαλάς για την ανοικτή έννοια της «μετα-κυριαρχίας» και την ετερονομία της πολιτικής εξουσίας

3 Σχόλια

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η επινόηση της ετερότητας: «Ταυτότητες» και «διαφορές» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2010, ISBN:  978-960-03-5170-5.

Περί κυριαρχίας και «μετα-κυριαρχίας»

(αποσπάσματα από τις σελ. 83-86 του βιβλίου)

[σελ. 83] […] Δεν είναι τυχαίο ότι η κλειστή έννοια της κυριαρχίας δίνει τη θέση της στην απροσδιόριστη και ανοικτή έννοια της «μετα-κυριαρχίας». Πράγματι, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, φαίνεται να μετατοπίζονται αποφασιστικά οι κοινωνικές προϋποθέσεις του κλασικού ορισμού του Καρλ Σμιτ ότι «κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την έκτακτη περίσταση». Η ετερονομία της πολιτικής εξουσίας τείνει να εξηγείται, να δικαιώνεται και να εκλογικεύεται [σελ. 84] ως μονίμως εμποτισμένη σε εξωγενώς επικαθοριζόμενες «διαρκείς καταστάσεις αναπτυξιακής ανάγκης», που θα αντιμετωπιστούν με προδιαγεγραμμένες πλέον συνταγές. Η πολιτική αλαλία και αβουλία των ημερών μας συνδέεται με τη θεαματική συρρίκνωση των προκείμενων επιλογών. Αυτήν ακριβώς την εξέλιξη σηματοδοτεί το θατσερικής έμπνευσης σύνδρομο ΤΙΝΑ (there is no alternative). Επικαλούμενη την πάντα «ανυπέρθετη» (πραγματική ή προσχηματική) ανάγκη, η πολιτική εξουσία θεωρεί πλέον δεδομένο ότι οφείλει να διεκπεραιώνει τις τρέχουσες υποθέσεις με μόνο γνώμονα τις αναπτυξιακές προτεραιότητες. Όλα τα άλλα μπορούν να περιμένουν. Ως απαλλαγμένος από όλα τα ηθικά, αισθητικά και πολιτικά διλήμματα, ο Κάλιμπαν μπορεί να κοιτά τον εαυτό του στον καθρέφτη δίχως να πτοείται από την ασχήμια του ειδώλου του. Εγκλωβισμένο στον άχαρο ρόλο του ευσυνείδητου ίσως αλλά άβουλου και αποστασιοποιημένου διαμεσολαβητή ανάμεσα στην άθλια πραγματικότητα και την αποτελεσματική της διαχείριση, το πολιτικό μπορεί πλέον να οχυρώνεται πίσω από την αξιακή αχρωματοψία του.

Έτσι, μέσα από την συνεχή επίκληση αυτής της εξωγενούς «ανάγκης» θεσμοποιείται μια νεόκοπη κυβερνητική-διοικητική τεχνική αναπαραγωγής μιας ετερόνομης πολιτικής εξουσίας που συναποδέχεται πως δεν είναι πλέον σε θέση να λαμβάνει πρωτογενώς αδέσμευτες αποφάσεις. Τα «εξορθολογισμένα» πολιτι-[σελ.85] κά συστήματα αρκούνται στο να «χειρίζονται» ή να «δια-χειρίζονται» τις απρόβλεπτες και έξωθεν οριοθετούμενες ανάγκες, αντιξοότητες και κρίσεις επί τη βάσει προδιαγεγραμμένων κριτηρίων προτεραιοτήτων και συνταγών. Η οικουμενική ολίσθηση του πολιτικού λεξιλογίου δεν είναι λοιπόν τυχαία. Έτσι κι αλλιώς οι λέξεις δεν είναι ποτέ αθώες. Η γενικής χρήσεως λέξη «δια-κυβέρνηση» δεν είναι παρά μια κυβέρνηση που συνομολογεί ότι δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ποτέ πια δυνατόν να κυβερνά ως πρωτογενώς κυρίαρχη. Έτσι, σηματοδοτείται η αψευδέστερη μεταλλαγή στους όρους σήμανσης, πρόσληψης και άσκησης του πολιτικού. Μέχρι σήμερα η αντιφατική σχέση ανάμεσα στην «κυριαρχία» και στη «διαχείριση» μπορούσε ακόμα να εντάσσεται σε μιαν ενιαία σημασιακή μήτρα   στο πλαίσιο της οποίας η πρώτη κρατούσε ακόμα τα ηνία. Με την ανάδυση της αναπτυξιακής αγοραίας οικονομίας ως απαράκαμπτου εξωπολιτικού κέντρου λήψης αποφάσεων η πανάρχαια ιδιαιτερότητα του πολιτικού φαινομένου μετατίθεται αποφασιστικά. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την «πρόοδο», έτσι και το υπό αίρεσιν πλέον «γενικό συμφέρον» και μαζί του και το πλάσμα της κοινής βούλησης» δεν αναζητούνται πια[σελ. 86] ουσιαστικά, αλλά ορίζονται αποφαντικά. Αυτό ακριβώς είναι άλλωστε και το αιτούμενο.[…]

[…] Οι απομειωμένες, ευνουχισμένες και παρακμάζουσες τάξεις των κατεστημένων πολιτικών εξουσιών φαίνεται να συμπληρώνονται και εν πολλοίς να αντικαθίστανται από τις ανονόμαστες ακόμα τάξεις των ακανονάρχητων εξουσιαστικών πλεγμάτων που αντλούν την νομιμοποίηση τους από μιαν «αυτονοήτως» πλέον ισχύουσα «έλλογη αναπτυξιακή τάξη πραγμάτων». Και έτσι κατοχυρώνεται και οριστικοποιείται η μόνη δυνατή έλλογη μορφή σχέσεων ανάμεσα στην πολιτική και στην οικονομία.[…]

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η επινόηση της ετερότητας: «Ταυτότητες» και «διαφορές» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2010, σελ. 83-86 (αποσπάσματα).

 

Ο Simon Critchley για το «διχασμένο υποκείμενο» στο έργο του Εμμ. Λεβινάς

Σχολιάστε

Σάϊμον Κρίτσλεϋ, Ζητώντας το άπειρο: Ηθική της δέσμευσης-Πολιτική της αντίστασης, μετάφραση: Αλ. Κιουπκιολής, εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-7651-87-7.

Εμμ. Λεβινάς -το διχασμένο υποκείμενο (αποσπάσματα, συνίσταται η ανάγνωση ολόκληρου του βιβλίου)

[σελ. 74] Για τον Λεβινάς ο πυρήνας της ηθικής εμπειρίας είναι, πράγματι, το αίτημα ενός Faktum, αλλά εδώ δεν πρόκειται για ένα καντιανό γεγονός του λόγου παρά για το «γεγονός του άλλου», όπως θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε. Στο έργο του Ολότητα και άπειρο, το όνομα που δίνει σε αυτό το γεγονός είναι το πρόσωπο του άλλου (le visage d’ autrui). Η ηθική σχέση αρχίζει όταν βιώνω το ερώτημα και το αίτημα που μου θέτει το πρόσωπο του άλλου, μια εμπειρία την οποία έχω και όταν ανταποκρίνομαι γενναιόδωρα  «στη χήρα, το ορφανό, τον ξένο», όπως λέει ο Λεβινάς επαναλαμβάνοντας την εβραϊκή βίβλο, αλλά και όταν περνώ πλάι τους στο δρόμο, εύχομαι σιωπηλά να ήταν αόρατοι και τρομάζω με την απανθρωπιά μου (…) Η ηθική εμπειρία είναι ετερόνομη, η αυτονομία μου αμφισβητείται από το γεγονός του αιτήματος του άλλου, από την [σελ. 75] έκκληση που προέρχεται από το πρόσωπό του και μου επιβάλλει μια υποχρέωση την οποία δεν έχω επιλέξει. (…) Για μια φιλοσοφία που υπηρετεί το πρόταγμα της αυτονομίας, η υψηλότερη αξία είναι η ελευθερία του υποκειμένου, και ό,τι στέκεται στο δρόμο της ελευθερίας, φιλοσοφικά και κοινωνικά, θα πρέπει να εξαλειφθεί. (…) Η θέση του Λεβινάς είναι ότι η ευθύνη προηγείται της ελευθερίας, ότι δηλαδή πριν από την ελεύθερη δραστηριότητα του υποκειμένου που συλλαμβάνει το σύνολο της πραγματικότητας με τις γνωστικές του ικανότητες υπάρχει η εμπειρία ενός ετερόνομου αιτήματος που με εγκαλεί και μου ζητά να ανταποκριθώ. Η αυτονομία εμφανίζεται ξανά στο σχήμα του Λεβινάς στο επίπεδο ενός άλλου αιτήματος για δικαιοσύνη, για τη δίκαιη κοινωνία και όλα όσα συγκεντρώνει κάτω από την επωνυμία «το τρίτο μέρος». Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την ετερόνομη συγκρότηση της αυτονομίας, το γεγονός ότι το ηθικό αίτημα διαφεύγει από τις γνωστικές μας δυνάμεις και ότι το άλλο πρόσωπο μπορεί πάντοτε να αντισταθεί σε κάθε έννοια στην οποία θα προσπαθήσουμε να το υπαγάγουμε. (…)Ο Λεβινάς τονίζει ότι το υποκείμενο ανακαλύπτει ότι είναι ένα αντικείμενο, στην αιτιατική πτώση όπως το θέτει, καθώς εγκαλείται από το αίτημα του άλλου. Αλλά το υποκείμενο του Λεβινάς συγκροτείται μέσω της πράξης αποδοχής ενός αιτήματος απέναντι στο οποίο είναι θεμελιωδώς ανεπαρκές. Δεν έχω τη δύναμη να ανταπεξέλ-[σελ.76]θω στο αίτημα που μου τίθεται. Αυτή η θεμελιώδης ανεπάρκεια στην αποδοχή του αιτήματος εξηγεί γιατί, κατά τον Λεβινάς, η σχέση με τον άλλο είναι ασύμμετρη. Το υποκείμενο, δηλαδή, σχετίζεται με κάτι που υπερβαίνει τη σχεσιακή του ικανότητα. Κεντρική έννοια του έργου του Ολότητα και άπειρο του Λεβινάς είναι αυτό που ο Λεβινάς αποκαλεί παραδόξως «le rapport sans rapport», η σχέση χωρίς σχέση.(…)

Σάϊμον Κρίτσλεϋ, Ζητώντας το άπειρο: Ηθική της δέσμευσης-Πολιτική της αντίστασης, μετάφραση: Αλ. Κιουπκιολής, εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2012, σελ. 74-76.

Ένα σχόλιο του Αθ.Ι.Καλαμάτα για το εξαιρετικό βιβλίο του Χρ. Σταμούλη «Ὥσπερ ξένος καὶ ἀλήτης ἤ Σάρκωση: ἡ μετανάστευση τῆς ἀγάπης»

Σχολιάστε

Χρυσόστομος Σταμούλης, Ὥσπερ ξένος καὶ ἀλήτης ἤ Σάρκωση: ἡ μετανάστευση τῆς ἀγάπης, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2010, ISBN 978-960-328-409-3.

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ
Θεολόγου Καθηγητή – DEA Εκκλησιαστικής Ιστορίας – Δρ Θεολογίας ΑΠΘ

Όπως κάθε μέρα, έτσι και σήμερα, περνώντας από το αγαπημένο βιβλιοπωλείο της πόλης μου για να πάω στο σχολείο μου, στάθηκα στη βιτρίνα του. Εκείνο που αμέσως τράβηξε την προσοχή μου ήταν ο τίτλος ενός βιβλίου: Ὥσπερ ξένος καὶ ἀλήτης ἤ Σάρκωση: ἡ μετανάστευση τῆς ἀγάπης. Ο συγγραφέας γνωστός από τα φοιτητικά χρόνια στη Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Πετυχημένος πανεπιστημιακός δάσκαλος τώρα με σειρά γόνιμων και ρωμαλέων βιβλίων. Ο Χρυσόστομος Σταμούλης. Στα χνάρια, βέβαια, του δασκάλου μας, του αξέχαστου Νίκου Ματσούκα. Αγόρασα το βιβλίο και σε ένα ωριαίο κενό του σχολείου που υπηρετώ, κάθισα και το διάβασα. Ανακουφίστηκα. Για άλλη μια φορά γεύτηκα καθάρια θεολογική γλώσσα: «εάν είναι αλήθεια ότι η Χριστιανική Εκκλησία σήμερα αδυνατεί να νοηματοδοτήσει την ύπαρξή της, τον τρόπο της παρουσίας της στη σύγχρονη κοινωνία, πρέπει με παρρησία να ομολογηθεί ότι η ασθένεια αυτή σχετίζεται με το πρόσωπο του Χριστού. Σχετίζεται, δηλαδή, με την αδυναμία των μελών του εκκλησιαστικού σώματος να κατανοήσουν και συνεπώς να βιώσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία ως Εκκλησία της σαρκώσεως», (σσ. 13-14).
Το έδωσα και σε μια συνάδελφο φιλόλογο, να το διαβάσει. Της άρεσε. Θυμήθηκα τα λόγια του Μπερδιάγιεφ: «ο άνθρωπος δεν ζει για το ψωμί, αλλά ζει με το ψωμί και πρέπει όλοι να ‘χουν ψωμί. Μόνο όταν η κοινωνία αναδομηθεί έτσι που ο καθένας θα ‘χει ψωμί, τότε πια θα τεθεί το πνευματικό πρόβλημα ενώπιον του ανθρώπου με τη μεγαλύτερη οξύτητά του».
Στην προκειμένη περίπτωση, το βιβλίο του Χρυσόστομου Σταμούλη προτάσσει αυτό που σήμερα διακυβεύεται και είναι πολύ απλό: έχει πολλές φορές επισημανθεί το γεγονός, ότι στον «σύνθετο πλανήτη» που ζούμε, αυτόν των πολλών πολιτισμών, των πληροφοριών, των αντίρροπων δυνάμεων, για να «γίνουμε περισσότερο ο εαυτός μας», απαιτείται πάνω απ’ όλα να «διευρύνουμε την ύπαρξή μας», να ανοιχθούμε προς τον άλλο, όσο κι αν αυτός ο άλλος είναι διαφορετικός από εμάς. Η χριστιανική αγάπη για να έχει αληθινό περιεχόμενο δεν μπορεί να είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά να συνδέεται με τον πλησίον, τον οποιοδήποτε πλησίον, τον άλλο, είτε αυτός είναι αλλόφυλος, αλλόθρησκος, ετερόδοξος.
Στην Ορθοδοξία, όταν αυτή δεν στρεβλώνεται από επίπλαστους εθνικισμούς, ο άλλος είναι φίλος. Οι συνήθεις κραυγές που αυτάρεσκα οικειοποιούνται τον εθνικό μύθο της καθαρότητας της φυλής μας, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την πρωταρχική έγνοια των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να νοηματοδοτήσουν την έννοια του πλησίον, ρητά και απερίφραστα λέγουν, ότι κάθε άρνηση προσφοράς προς αυτόν, αποτελεί άρνηση προσφοράς προς τον ίδιο το Χριστό.
Το βιβλίο προλογίζει ο Μητροπολίτης Νιγηρίας Αλέξανδρος και διατίθεται από τις πάντα φροντισμένες εκδόσεις Ακρίτας.
Διαβάστε το.

Πέτρος Θεοδωρίδης, Ποιος είναι ξένος σήμερα;

5 Σχόλια

Αποσπάσματα απο το δοκίμιο του Πέτρου Θεοδωρίδη »Ταυτότητες και Ξένοι» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 4 (Καλοκαίρι 2006) του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.
[…]
-Πως θα ορίζαμε το ξένο σήμερα;
Σήμερα στην καθημερινή ζωή είμαστε συνεχώς εκτεθειμένοι στο σοκ της διαφοράς: η διάκριση του οικείου από το ξένο, το διαφορετικό ή το αλλότριο έχει γίνει περισσότερο εύθραυστη παρά ποτέ.Σήμερα οι από κοινού μοιρασμένες, συλλογικές μορφές του οικείου από το οποίο διαχωρίζεται το αλλότριο ως διαφορετικό μπορούν να στηριχτούν όλο και λιγότερο σ’ εκείνες τις βασικές διαδικασίες μέσα από τις όποιες παράγονται. «Αυτό που ο Ζιμελ αντιλαμβανόταν ως το χαρακτηριστικό του ξένου –«ο οδοιπόρος, που σήμερα έρχεται και αύριο μένει » στην εποχή μας τείνει να γίνει η γενική μορφή ζωής». Αυτό δεν σημαίνει ότι η σχέση με τον ξένο έχει γίνει λιγότερο προβληματική, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Όταν η οριοθέτηση του αλλότριου δεν μπορεί να στηριχτεί πια σε αυτονόητες πολιτισμικές διακρίσεις, τότε συμβαίνουν δυο πράγματα: «Από τη μια γίνεται φανερός ο κατασκευασμένος χαρακτήρας του αλλότριου (καθώς και του οικείου) ο οποίος ήταν βέβαια ανέκαθεν τέτοιος, αλλά τώρα -απογυμνωμένος από την αυτονόητη πολιτισμική του προφάνεια- εμφανίζεται πιο καθαρά ως κοινωνική κατασκευή. Από την άλλη, αλλάζουν οι αφορμές για οριοθέτηση.[…]
[…]Eτσι τα υποκείμενα που έχουν απελευθερωθεί από τους σταθερούς πολιτισμικούς δεσμούς κατασκευάζουν το οικείο και το αλλότριο μάλλον αυθαίρετα, ρευστά πρόσκαιρα και με εναλλαγές, δηλαδή μάλλον ανάλογα με τις συνθήκες του ανταγωνισμού γύρω από τα πλεονεκτήματα τους πόρους και την άσκηση της εξουσίας, …».
Στην «εξατομικευμένη» κοινωνία μας είναι ακριβώς η σταδιακή εξάλειψη του ξένου που συνιστά πρόβλημα μέσω του οποίου δικαιολογούνται οι βίαιες περιθωριοποιήσεις.
Ετσι σήμερα δεν θα ήταν ο άλλος, αλλά εν δυνάμει κάθε άλλος, αντικείμενο βίαιων ενεργειών στον βαθμό που είναι ασθενέστερος από τον επιτιθέμενο και θεωρείται κατώτερος και ανυπεράσπιστος. Σήμερα το αλλότριο κατασκευάζεται και επανακατασκευαζεται διαρκώς ως ένας τρόπος επανοριοθέτησης του οικείου, με έναν τρόπο που καταλήγει να είναι φανερά σχεδόν ξεδιάντροπα πολιτικός, όπως όριζε το πολιτικό ένας μεγάλος θεωρητικός του μεσοπολεμικού ολοκληρωτισμού ο Karl Schmitt: «Η ειδικά πολιτική διάκριση στην οποία μπορούν να αναχθούν οι πολιτικές πράξεις και τα πολιτικά κίνητρα είναι η διάκριση φίλου και Εχθρού. Είναι η «κοινωνική κατασκευή της εικόνας του εχθρού» που αποτελεί ξανά τη συγκολλητική ουσία των ταυτοτήτων […]

Στην εποχή μας αντιμετωπίζουμε μια θεμελιώδη αντίφαση. Από την μια πλευρά έχουμε  μια υλική πραγματικότητα παγκοσμιοποιημένη, περίπλοκη και διάχυτη και από την άλλη πλευρά  μια φαντασιακή αναπαράσταση αυτής της πραγματικότητας που την ανασυνθέτει νοσταλγικά, που προσπαθεί να εξαλείψει τα κενά, να την αναπλάσει ως ενιαία και μοναδική. Παρουσιάζεται ετσι ένα φαινόμενο, υπερβολικής αγάπης (για οσους βέβαια μας μοιάζουν) και ίσως, υπερβολικού μίσους για όσους (φαντασιακά) διαφέρουν […]

– Και φυσικά εκείνοι που εκμεταλλεύονται αυτή την (ψευδή) αγάπη και το (ψευδο) μίσος είναι αυτοί που και Τώρα εκμεταλλεύονται την μισθωτή εργασία (και τις συντάξεις) Εγχωρίων και ξένων …

Η ΞΕΝΟΤΗΤΑ

Η ταυτότητα δεν συγκροτείται μόνο μέσα στο περιβάλλον και το αίσθημα οικειότητας αλλά και μέσω της συνάντησης με τον ξένο.
Όχι μόνο με τον άλλο ξένο αλλά και με τον ξένο μέσα μας τον ασυνείδητο προσωπικό μας άλλο.
«Παραδόξως -λέει η Κρίστεβα- ο ξένος μας κατοικεί, είναι η κρυμμένη πλευρά της ταυτότητας μας, ο τόπος όπου ερημώνεται η κατοικία μας, ο χρόνος κατά τον οποίο ναυαγούν η συναίνεση και η συμπάθεια..» Για την Κρίστεβα ο «ξένος, μορφή του μίσους και του άλλου (…) αρχίζει να υπάρχει όταν αναδύεται η συνείδηση της διαφοράς μου, και ολοκληρώνεται όταν αναγνωρίζουμε οτι όλοι είμαστε ξένοι, απείθαρχοι απέναντι σε δεσμούς και κοινότητες».
ο Georges Bataille μας θυμίζει πως η ασυνέχεια, η διαφορά ενυπάρχει στην πραγματικότητα: «Κάθε όν διαφέρει από όλα τα άλλα Μεταξύ ενός όντος και ενός άλλου υπάρχει μια άβυσσος, υπάρχει μια διακοπή(…)Αυτή η άβυσσος βρίσκεται για παράδειγμα ανάμεσα σε σας πού με ακούτε και σε μένα που σας μιλώ. Προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε, αλλά καμία επικοινωνία μεταξύ μας δεν θα μπορέσει να εξαλείψει μια πρωταρχική διαφορά. Αν πεθάνετε εσείς δεν είμαι εγώ που πεθαίνω. Είμαστε, εσείς κι εγώ όντα διακεκομμένα» .

Ο Slavoj Zizek επισημαίνει ότι η αποξένωση, η έλλειψη γνώσης του άλλου αποτελεί τον κανόνα στις ανθρώπινες σχέσεις: «ο άλλος είναι εκεί ως απόλυτος Άλλος. Απόλυτος, δηλαδή αναγνωρίζεται αλλά δεν γνωρίζεται». «Μπορούμε να ανά-γνωρίσουμε τον άλλο ως πρόσωπο μόνο στον βαθμό που, με ριζοσπαστική έννοια παραμένει άγνωστος σε μας. Η αναγνώριση υπαινίσσεται την απουσία της γνώσης. Η διύποκειμενικότητα βασίζεται πάνω στο γεγονός ότι ο άλλος γίνεται αντιληπτός φαινομενολογικά ως μια  «άγνωστη ποσότητα», ως μια απύθμενη άβυσσος την οποία δεν μπορούμε ποτέ να βυθομετρήσουμε»

Αντίστροφα με το αίσθημα της οικειότητας η συνάντηση με τον ξένο, τον άλλο, συνοδεύεται σχεδόν πάντα και από ένα αίσθημα ξενοφοβίας, ένα αίσθημα παραδοξότητας, όχι με την έννοια της αποστροφής προς τον άνθρωπο ξένο, αλλά με την έννοια του φόβου της αποστροφής προς ανοίκειες καταστάσεις , προς καταστάσεις που προκαλούν αγωνία.

Ένα πολύ γνωστό μυθιστόρημα, «Ο Πύργος», του Κάφκα διαπνέεται από αυτή την αίσθηση: Στον Πύργο, ο ήρωας του Κάφκα ο Κ θέλει να εισέλθει στον Πύργο αλλά μένει πάντα απ’ έξω γιατί είναι ξένος.

Δεν σας αρέσει ο Πύργος;», ρώτησε ο δάσκαλος γρήγορα.

«Πως;», ξαναρώτησε ο Κ λίγο αιφνιδιασμένος και επανέλαβε αμέσως την ερώτηση με ηπιότερο τόνο: «Αν μου αρέσει ο Πύργος; Γιατί νομίζετε ότι δεν μου αρέσει;»

«Σε κανένα ξένο δεν αρέσει», είπε ο δάσκαλος.

Πράγματι στον Κ δεν άρεσε ο Πύργος.

«Ξαφνικά ο Κ θυμήθηκε το χωριό του. Μπορούσε να σταθεί πολύ καλά απέναντι σ’ αυτόν τον δήθεν Πύργο κι έκανε όλη αυτή την πορεία για να τον δει, τότε ήταν κρίμα για τον κόπο[… ] Kι άρχισε να συγκρίνει το καμπαναριό του χωριού του με τον πυργίσκο πού έβλεπε εκεί πάνω . Το καμπαναριό χωρίς δισταγμό λόγχιζε τον αέρα με έναν υψηλότερο σκοπό από ότι τα χαμηλά σπίτια […] ο πύργος κατέληγε σε κάτι σαν σοφίτα με πολεμίστρες ακανόνιστες σπασμένες […]. Νόμιζες πως ήταν κάποιος ψυχοπαθής που τον είχαν κλειδωμένο στο πιο ψηλό δωμάτιο του σπιτιού είχε σπάσει τη στέγη και είχε ανυψωθεί, για να βλεπει από εκεί τον κόσμο.»

Πηγή:

http://nosferatos.blogspot.com/2008/07/blog-post_7646.html

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: