Σταύρος Ζουμπουλάκης, Άσπονδοι αδελφοί

Σχολιάστε

Σταύρος ΖουμπουλάκηςΆσπονδοι αδελφοί: Εβραίοι, χριστιανοί, μουσουλμάνοιεκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-16-8357-7.

 

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Τα περισσότερα κείµενα αυτού του βιβλίου συζητούν µια σκοτεινή πλευρά των τριών µονοθεϊσµών, εκείνη που αφορά τη µεταξύ τους σχέση, η οποία είχε για κύριο γνώρισµά της τη µισαλλοδοξία και σφραγίστηκε συχνά από το χυµένοαίµα, και ας αναγνωρίζουν και οι τρεις ως κοινό πατέρα της πίστης τους τον Αβραάµ. Το πρότυπο αυτού του µίσους είναι ο χριστιανικός αντιιουδαϊσµός. Εχθρότητα, συχνά µάλιστα σφοδρότερη, χώρισε και τους πιστούς της ίδιας θρησκείας µεταξύ τους: η Ευρώπη έχει πικρή πείρα αυτής της εχθρότητας µε τους οµολογιακούς θρησκευτικούς πολέµους του 16ου αιώνα και σήµερα είµαστε µάρτυρες αιµατηρής εχθρότητας στο εσωτερικό του Ισλάµ. Γίνεται ωστόσο λόγος στις σελίδες του βιβλίου και για ορισµένες φωτεινές περιπτώσεις ανθρώπων, χριστιανών περισσότερο, που άφησαν πίσω τους αιώνες µισαλλοδοξίας και έζησαν και πέθαναν για έναν κόσµο φιλοξενίας και ελευθερίας. Την ειρηνική συνύπαρξη των πιστών των διαφόρων θρησκειών, την οποία δεν µπόρεσαν να την εγγυηθούν οι ίδιες, την εγγυάται το δηµοκρατικό, ουδετερόθρησκο κράτος, γι’ αυτό θα έπρεπε και οι ίδιες οι θρησκείες να το υπερασπίζονται παντού και χωρίς εξαιρέσεις.

***

Παραθέτουμε την κριτική του Μιχάλη Πάγκαλου που δημοσιεύθηκε στην «Εφημερίδα των συντακτών» στις 19/10/2019: 

Ο Θεός στον αδελφό

Του Μιχάλη Πάγκαλου

Με το Άσπονδοι αδελφοί ο Σταύρος Ζουμπουλάκης μελετά, μεταξύ άλλων, το παρελθόν και το παρόν των μονοθεϊστικών θρησκειών, καθώς και τις μεταξύ τους αντιφορές και συγκρούσεις. Διανοούμενος πρώτης γραμμής ο Ζουμπουλάκης, πιστός χριστιανός και βαθιά αριστερός –αλλά αριστερός με αφανάτιστη και αδογμάτιστη σκέψη–, δεν μιλά ως αποστασιοποιημένος παρατηρητής, δεν γράφει ακαδημαϊκά: διαθέτει προσωπικό ερώτημα. Όπως σε όλα του τα γραπτά, έτσι και εδώ ο προσεκτικός αναγνώστης διακρίνει πίσω από τις γραμμές την έντονη αγωνία του συγγραφέα για το μέλλον της θρησκείας και της ηθικής στον κόσμο μας. Ο συγγραφέας ξαναπιάνει έτσι το νήμα του προβληματισμού που είχε καταθέσει στο Ο Θεός στην πόλη (Εστία, 2002).

Οι χριστιανοί διώκονται στις μουσουλμανικές χώρες μέσα στη γενική αδιαφορία. «Ο χριστιανισμός -λέει ο Ζουμπουλάκης- είναι σήμερα η πλέον διωκόμενη θρησκεία στον πλανήτη» (203). Ποιο είναι το μέλλον των μονοθεϊστικών θρησκειών σε μια άθεη Ευρώπη που, αφενός, αδιαφορεί για τους διωγμούς των χριστιανών και, αφετέρου, μισεί η ίδια –αναβιώνοντας αρχαϊκούς φόβους– τον πρόσφυγα, τον ξένο και τον μουσουλμάνο; Ο μονοθεϊσμός, ως σχολείο «φιλοξενίας και αντιρατσισμού» (Λεβινάς), θα μπορούσε να αποδυναμώσει την ευρωπαϊκή Ακροδεξιά.

Ο Ζουμπουλάκης δεν εξωραΐζει, αλλά μιλά με βαθιά γνώση και επιχειρήματα. Το βιβλίο εξετάζει τη «σκοτεινή πλευρά» των τριών μονοθεϊσμών, δηλαδή, την αμοιβαία μισαλλοδοξία που οδηγεί στο χυμένο αίμα. Οι σχέσεις μεταξύ των τριών «τέκνων του Αβραάμ», ιουδαϊσμού, χριστιανισμού και ισλάμ, υπήρξαν συχνά μέσα στην Ιστορία σχέσεις φανατισμού και μίσους.

Τέσσερις από τις μελέτες του είναι αφιερωμένες στο πρόβλημα του χριστιανικού αντιιουδαϊσμού και του αντισημιτισμού. Με παρρησία, θεωρεί μάλιστα τον χριστιανικό αντιιουδαϊσμό το «πρότυπο» των μορφών που λαμβάνει η θρησκευτική μισαλλοδοξία. Στο ερώτημα του Ρεζίς Ντεμπρέ «πώς είναι δυνατόν να λατρεύεις τον Θεό του ελέους και ταυτόχρονα να σκοτώνεις και μάλιστα εν ονόματι αυτού ακριβώς του Θεού;» ο Ζουμπουλάκης προτιμά να μη δώσει μια βολική, ιδεολογική απάντηση, αλλά να το κρατήσει ανοιχτό:

«[το ερώτημα] μένει πάντα εκεί, αναπάντητο, για να τυραννά τη συνείδηση και να την κρατάει άγρυπνη. (…). Η Βίβλος λοιπόν πρώτη, χιλιάδες χρόνια πριν από τον Ντεμπρέ, έφερε στο φως της συνείδησης το φοβερό ενδεχόμενο να λατρεύεις τον Θεό και να σκοτώνεις τον αδελφό σου» (37, 40).

Τα κείμενα αυτά του βιβλίου για τον χριστιανικό αντιιουδαϊσμό και τον αντισημιτισμό αποτελούν πρωτοποριακές για τη χώρα μας μελέτες των ζητημάτων αυτών. Ο Ζουμπουλάκης θεωρεί ότι το ιστορικό αίνιγμα είναι ο αντιιουδαϊσμός. Ο συγγραφέας διαφοροποιείται εδώ από διεθνούς κύρους μελετητές του αντιιουδαϊσμού, όπως ο Ντέιβιντ Νίρεμπεργκ. Πράγματι, στο σπουδαίο βιβλίο του Anti-Judaism: The Western Tradition (2014), ο Νίρεμπεργκ θεωρεί ότι με την αντιιουδαϊκή πολεμική η Δύση εξήγησε και πολέμησε «ό,τι ήθελε εκάστοτε να εξηγήσει και να πολεμήσει» (131). Σύμφωνα με τον Ζουμπουλάκη, όμως, η γενική ερμηνεία αυτή του Νίρεμπεργκ υποτιμά την τεράστια σημασία που έχει για τη χριστιανική συνείδηση και τον πολιτισμό της Ευρώπης το ιδρυτικό κείμενο της Καινής Διαθήκης. Δεν βλέπει έτσι ότι η πηγή του αντιιουδαϊσμού της χριστιανικής Εκκλησίας βρίσκεται μέσα στην ίδια την Καινή Διαθήκη:

Αν η πηγή αυτή βρίσκεται, όπως πιστεύω, στην Καινή Διαθήκη, το ερώτημα γίνεται εξαιρετικά δυσαπάντητο και για ορισμένους μας τραγικό. […] ανάμεσα στις δύο θρησκείες [ιουδαϊκή και χριστιανική] θα υπάρχει πάντα ένταση και σύγκρουση (71).

Οσο δύσκολη και τραγική και αν είναι η διαπίστωση αυτή, μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για μια στάση αυτοκριτικής και μετάνοιας των χριστιανικών Εκκλησιών στο ζήτημα της ιστορικής τους σχέσης με τον εβραϊκό κόσμο. Η αυτοκριτική αυτή διεργασία μάλιστα έχει ήδη γίνει από την Καθολική και τις Προτεσταντικές Εκκλησίες, δίνοντάς μας σπουδαία κείμενα και Διακηρύξεις, όπως η Nostra Aetate (1965) της Β’ Βατικανής: «όλα όσα ορίζει η Nostra Aetate αποτελούν πλέον στοιχειώδεις πεποιθήσεις ενός σημερινού χριστιανού της Δύσης» (107). Αντίθετα, για την Ορθόδοξη Εκκλησία ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι «η φρικτή είδηση της εξόντωσης των Εβραίων στο Αουσβιτς δεν έχει ακόμη φτάσει στα αυτιά της» (71).

Το βιβλίο συμπληρώνεται και από άλλα κείμενα (είκοσι τρία συνολικά), εντελώς ξεχωριστά το καθένα τους. Σε ένα από αυτά («Χριστιανική μαρτυρία στη Γάζα»), ο συγγραφέας αναφέρεται στον Παλαιστίνιο καθολικό Μανουέλ Μουσαλάμ, ιερέα μιας μικρής κοινότητας διακοσίων ψυχών στη Γάζα, σε αυτήν την «ανοιχτή φυλακή ενάμισι εκατομμυρίου μουσουλμάνων, διαρκώς σε εμπόλεμη κατάσταση» (171). Το καθοριστικό βίωμα του Μουσαλάμ είναι το βίωμα της εξορίας, το βίωμα του ίδιου του Χριστού, του «κατεξοχήν Εξόριστου» (Ιω 1:10-11). Σε αυτήν την τρομακτικά δύσκολη συνθήκη, ο αμπουνά Μανουέλ Μουσαλάμ πορεύεται ξαρμάτωτος, με μοναδικό του στήριγμα την πίστη του στον Χριστό:

Είμαι ένα άγριο δέντρο μπολιασμένο στο μοναδικό δέντρο που είναι ο Χριστός. Στη ζωή μου φοβήθηκα, αρρώστησα, συνάντησα δυσκολία με το Ισραήλ, αλλά ταυτόχρονα δούλεψα, βοήθησα παιδιά να μεγαλώσουν, φρόντισα φτωχούς, αρρώστους, λαβωμένους της ζωής, κήρυξα το Ευαγγέλιο (181).

Εν κατακλείδι, οι φωτεινές αυτές περιπτώσεις ανθρώπων, χριστιανών κατά βάση, που αφήνοντας πίσω τους αιώνες μισαλλοδοξίας έζησαν και πέθαναν για έναν κόσμο αγάπης και ελευθερίας, έρχονται να φωτίσουν με ένα άλλο φως ολόκληρο το βιβλίο. Χωρίς υπερβολή, οι Άσπονδοι αδελφοί αποτελούν πολύτιμο βοήθημα και, θα τολμούσα να πω, στήριγμα για κάθε άνθρωπο που αντιλαμβάνεται ότι η πίστη στον Θεό οφείλει να συνομιλεί με την εποχή της και, κυρίως, να αντιπαλεύει τη δεισιδαιμονία και τον φανατισμό που οδηγούν στο μίσος του άλλου ανθρώπου. Το βιβλίο είναι φωτεινό. Το φως της πίστης δεν σβήνει αλλά δυναμώνει με το φως του λόγου και της αλήθειας.

Σωστά, ο Ζουμπουλάκης επισημαίνει ότι ο εγγυητής της ειρηνικής συνύπαρξης των μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών δεν είναι άλλος από το ουδετερόθρησκο (laïc) δημοκρατικό κράτος. Μόνο η δημοκρατία μπορεί να εγγυηθεί την ελευθερία, το ελεύθερο φρόνημα που είναι προϋπόθεση μιας συνειδητής αφιέρωσης στον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι η δημοκρατία δεν είναι μόνο «διαδικασία»: δεν μπορεί να «συναντιόμαστε μέσα στην παραίτηση από αυτό που είμαστε» [Αντρέ Νεέρ] (71). Αν αυτό ισχύει για όλες τις μονοθεϊστικές θρησκείες, ο λόγος και η δημοκρατία αποτελούν σήμερα προϋπόθεση και για έναν φωτεινότερο και ευαγγελικότερο χριστιανισμό.

https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/anoihto-biblio/215374_o-theos-ston-adelfo

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

Σχολιάστε

 

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Θεολόγου 3ου ΓΕΛ Ηρακλείου

 

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα»αρ. φ. 15808/13-7-2019, σελ. 42]

Θ. Ι. Ρηγινιώτης, Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο: Δοκίμιο πνευματικής και κοινωνικής αναζήτησης, εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2019, σσ. 250, ISBN: 978-960-597-204-2.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον» το νέο πόνημα του γνωστού θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο». Η προβληματική που απασχόλησε το συγγραφέα στο μυθιστόρημα του Εναντίον του Θεού (εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006, βλ. σχετικό σημείωμα μας για το βιβλίο στην εφημερίδα «Πατρίς», αρ. φ. 17991/20-12-2006, σελ. 16) εδώ επεκτείνεται και διευρύνεται σε μια εξαντλητική διαπραγμάτευση. Στόχος του συγγραφέα είναι να πραγματώσει έναν οιονεί διάλογο με τον «σκεπτόμενο άθεο» της εποχής μας. Ο παραπάνω όρος δεν χρησιμοποιείται τυχαία από το συγγραφέα, δοθέντος του γεγονότος, ότι υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως «άθεοι» αλλά εμφορούνται από τέτοιο βαθμό φανατισμού και καχυποψίας που καθιστούν απαγορευτική κάθε καλοπροαίρετη απόπειρα διαλόγου. Τα άτομα αυτά εμμένοντας με δογματισμό στις αθεϊστικές τους βεβαιότητες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στην «απόλυτη αλήθεια» της «πίστης» τους στην ανυπαρξία του Θεού. Το οντολογικό ερώτημα, ωστόσο, είναι διαχρονικό και δεν προσφέρεται για επιδερμικές προσεγγίσεις ή ιδεολογικοποιημένες απολυτοποιήσεις του τύπου «άσπρο-μαύρο». Πέραν τούτου, σαφώς υπάρχουν και καλοπροαίρετοι άνθρωποι που μπορεί να δηλώνουν άθεοι, άθρησκοι, άπιστοι, αγνωστικιστές, σχετικιστές, σκεπτικιστές κ.α.π. (δικαίωμα τους βεβαίως, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, δεν είναι εδώ Ιράν, όπως διατείνονται ορισμένοι) αλλά είναι ανοικτοί έμπρακτα στο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων. Οι συγκεκριμένοι έχουν μια αρετή: έχουν μάθει να ακούνε και να σέβονται τη γνώμη του άλλου, ακόμα κι αν διαφωνούν· είναι με άλλα λόγια απροκατάληπτοι,γεγονός καθόλου αυτονόητο στους χαλεπούς καιρούς μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν ενίοτε και για όσους δηλώνουν «ένθεοι», «πιστοί» κ.α.π., που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν την αντίθετη άποψη αλλά θωρακίζονται πίσω από τις «βεβαιότητες» τους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εν λόγω έχουν κατασκευάσει έναν χριστιανισμό «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» τους, έναν χριστιανισμό φονταμενταλιστικό και παραδοσιαρχικό, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθεντικό χριστιανισμό.

Ο συγγραφέας προσπάθησε με τρόπο τω όντι εξαντλητικό να παρουσιάσει στα δοκίμια του την αυθεντική ορθοδοξία (αποστασιοποιούμενος επιτυχημένα από τις πολυποίκιλλες παραφθορές της), δίδοντας τη ζωντανή μαρτυρία της στους ρευστούς μετανεωτερικούς καιρούς μας. Είναι νομίζουμε γνωστό ότι λάθος εικόνα περί ορθοδοξίας έχουν διαμορφώσει τόσο οι «ένθεοι», όσο και οι «άθεοι». Οι πρώτοι εμμένουν σε μια παραδοσιαρχία που εκβάλλει στη λογική των αλήστου μνήμης θρησκευτικών οργανώσεων ή σε έναν πιετισμό προτεσταντικού τύπου ή σε έναν υφέρποντα φονταμενταλισμό που εγγίζει τα όρια του παλαιοημερολογητισμού. Φαίνεται, ωστόσο, να απουσιάζει η μέση οδός αφού από την άλλη πλευρά υπάρχει η λεγόμενη «εκσυγχρονιστική» μερίδα που εμμένει σε μια ελιτίστικη πρόσληψη της θεολογίας, καθιστώντας την τελευταία «θεολογία του σαλονιού», μια θεολογία για λίγους και εκλεκτούς θεολογίζοντες, στα όρια της σέκτας, μη έχουσα σχέση με τα προβλήματα, τα βάσανα, τις ανάγκες και τις πνευματικές ανησυχίες του λαού μας. «Αλλά ταύτα περιττά», καθότι γνωστά για να θυμηθώ την εισαγωγή του βιβλίου (σελ. 11). Από την άλλη πλευρά, η μερίδα των «αθέων» προσλαμβάνει στη συντριπτική της πλειοψηφία το χριστιανισμό με τους όρους της δυτικής σκέψης και διανόησης αγνοώντας το κοσμοσυστημικό ελληνικό παράδειγμα: αγνοούν πεισματικά και με ιδεολογική προκατάληψη το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο ποτέ δεν βιώσαμε φεουδαρχία, ιερά εξέταση, θρησκευτικούς πολέμους κ.α.π. αλλά αντιθέτως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας άκμασαν οι ελληνικές κοινότητες, τα λεγόμενα κοινά, που όπως επαρκώς έχει αποδείξει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ήταν αυτοδιοίκητες, ήταν «κοινωνίες εν ελευθερία». Όλα αυτά αγνοούνται παντελώς και υιοθετούνται μεταπρατικά τα δυτικά ιδεολογήματα (E. Hobsbawm, B. Anderson, J. P.Fallmerayer κλπ)

Ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι ζούμε σε καιρούς μεταχριστιανικούς (βλ. σελ. 11) αλλά εκείνο που θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη είναι η αυθεντική ορθοδοξία, η πνευματική κληρονομιά της καθ’ ημάς Ανατολής, η παρακαταθήκη της νηπτικής και ασκητικής θεολογίας των αγίων, των οσίων και όλων όσοι διέβησαν τη χαρισματική οδό μέσω των τριών σταδίων (κάθαρση, φωτισμός, θέωση, βλ. μεταξύ πολλών, σελ. 221 κ.ε.), που όμως δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να ιδεολογικοποιούνται.

Eνθυμούμενος τις πολυποίκιλλες παραφθορές του χριστιανισμού ο συγγραφέας παραθέτει τα παρακάτω σοφά λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τις καίριες επισημάνσεις του Χρήστου Γιανναρά: «Ἄν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἤ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα». (Χρ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2003, σελ.101)

Το βιβλίο περιλαμβάνει δοκίμια του συγγραφέα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο αλλά έχουν ξαναδουλευθεί και πήραν την τελική τους μορφή στο εν λόγω έργο.

Στο Α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 15-125) με τίτλο «Η περί Θεού επιστήμη» ο συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει το περί Θεού ερώτημα μέσα από την ορθόδοξη προοπτική. Αναλύονται εξαντλητικά πλήθος συναφών θεμάτων εκ των οποίων σταχυολογούμε ελάχιστα μόνο εν συνεχεία: α) Ο νεώτερος αθεϊσμός (σελ. 18-22), β) Η γνώση του Θεού (σελ. 19, 45 κ.ε. και αλλ.), γ) Ορθοδοξία και Δύση (σελ. 22-28), δ) Περί αγάπης (σελ. 28 κ.ε., σελ. 40 κ.ε. και αλλ.), ε) Ήθος και ηθικισμός (σελ. 30-39), στ) Το ασκητικό βίωμα στο χριστιανισμό (σελ. 50 κ.ε., σελ. 59 κ.ε.), ζ) Η αποφατική θεολογία (σελ. 52), η) Η θεολογία ως θεοπτία (σελ. 55), θ) Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία (σελ. 73 κ.ε.), ι) Η διάκριση των πνευμάτων (σελ. 90 κ.ε.), ια) Περί πίστεως (σελ. 105 κ.ε.).

Στο Β΄ μέρος του βιβλίου (σελ. 129-232) με τίτλο «Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια» ο συγγραφέας αναφέρεται σε ορισμένους αντιχριστιανικούς μύθους, τους οποίους και ανατρέπει τεκμηριωμένα, ενώ παράλληλα τον απασχολούν δογματικά και λειτουργικά θέματα. Ο πιο κλασικός εξ αυτών των μύθων, που επανέφερε στο προσκήνιο προ ετών η -ήδη ξεπερασμένη- μόδα του «ντανμπραουνισμού», αναφέρει ότι δήθεν ο χριστιανισμός που ξέρουμε πήρε την τελική του μορφή στην Α’ Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο συγγραφέας ανατρέπει με πλήρη τεκμηρίωση τον εν λόγω μύθο (σελ. 129-134).

Τα ζητήματα της τριαδολογίας και της χριστολογίας, που αποτελούν την πεμπτουσία της ορθοδόξου διδασκαλίας, απασχολούν ιδιαίτερα το συγγραφέα (σελ. 135-162). Αναφέρεται αναλυτικά στις μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) και στις μαρτυρίες των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της μεταποστολικής εποχής.

Το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και επιστήμης απασχολεί ιδιαίτερα το συγγραφέα (βλ. σελ. 162-182), ο οποίος αναφέρεται στην εικονολογική γλώσσα του βιβλίου της Γενέσεως, στους ποικίλλους ανθρωπομορφισμούς αλλά και στις σχετικές αναφορές της πατερικής ερμηνευτικής, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στο απαράδεκτο του δημιουργισμού και του εξ ΗΠΑ ορμώμενου «ευφυούς σχεδιασμού» (σελ. 179). Παράλληλα τονίζει ότι θρησκεία και επιστήμη έχουν διακριτούς ρόλους και δεν πρέπει να εμπλέκεται η μια στα ζητήματα της άλλης. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει απόλυτη εμμένεια στις επιστημονικές διατυπώσεις (πρβλ π.χ. κβαντομηχανική, εντροπία, απροσδιοριστία κλπ): «(…) ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας -η πιο θεμελιώδης- απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία(…)» (σελ. 171). Κατά συνέπεια η ενδεχομενικότητα και η πιθανότητα αμβλύνουν τις όποιες θετικιστικές βεβαιότητες, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies: «Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη» (Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67).

Το συγγραφέα απασχολούν ακόμη καίρια θέματα λειτουργικής θεολογίας (σελ. 182-197), ιεραποστολικής στην Αφρική (Ουγκάντα- Κένυα, σελ. 197-207) και σωτηριολογίας (ένα σημαντικό δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελ. 208-232). Σχετικά με τη «μέση κατάσταση των ψυχών» (σελ. 225 κ.ε.) υπενθυμίζουμε ότι συνιστά θεολογούμενο για την ορθόδοξη εκκλησία.

Στον Επίλογο του βιβλίου δημοσιεύεται μια λίαν ενδιαφέρουσα «Επιστολή σε γονιό, που η έφηβη κόρη του είναι έγκυος» (σελ. 233-237) και ακολουθεί αναλυτική Βιβλιογραφία.

Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό οδηγό για τον αυθεντικό χριστιανισμό μακριά από παραφθορές, παραναγνώσεις, «ιδιωτικές θεολογίες», θεολογισμούς, ηθικισμούς και εστετισμούς. Θα κλείσουμε με μια σπουδαία φράση του συγγραφέα: «(…) ο άνθρωπος καθώς γίνεται άγιος, είναι ουσιαστικά ελεύθερος, άσχετα από τις εξωτερικές συνθήκες ζωής του» (σελ. 33, υποσημείωση 24). Τεράστιο το διακύβευμα. Αντέχετε;

Ηράκλειο, 10 Ιουλίου 2019

[πηγή]

Παρουσίαση του βιβλίου του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου «Η κίνηση του εκκρεμούς: Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία 1974-2017» την Τρίτη 30/10/2018 στην Αθήνα

Σχολιάστε

Giorgio Agamben, Πιλάτος και Ιησούς

2 Σχόλια

12993411_1081146011944840_5001374342085988875_n

 

Giorgio Agamben, Πιλάτος και Ιησούςμετάφραση: Δέσποινα Λαμπαδά, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2016, ISBN 978-618-5118-17-4.

Από το οπισθόφυλλο  του βιβλίου:

Ποιος είναι ο Πόντιος Πιλάτος, ο επίτροπος της Ιουδαίας ενώπιον του οποίου έγινε η δίκη του Ιησού, που οδήγησε στη Σταύρωση; Ένας σκληρός και ανελέητος τύραννος ή ένας δειλός και διστακτικός υπάλληλος που πείθεται τελικά από το Συνέδριο να καταδικάσει έναν άνθρωπο, έστω κι αν ο ίδιος τον θεωρεί αθώο; Ένα σαρκαστικό και αποδομητικό προσωπείο που εκφωνεί μερικές αξιομνημόνευτες φράσεις («Τι εστιν αλήθεια;», «Ίδε ο άνθρωπος!», «Ο γέγραφα, γέγραφα») ή μια αυστηρή θεολογική μορφή, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί το δράμα του Πάθους; Παρακολουθώντας τη δίκη σκηνή προς σκηνή, ο Αγκάμπεν προτείνει μια πρωτότυπη και ακριβολόγο ανάγνωση. Στον διάλογο του Πιλάτου και του Ιησού έρχονται αντιμέτωποι δύο κόσμοι και δύο βασίλεια: η ιστορία και η αιωνιότητα, το ιερό και το βέβηλο, η κρίση και η σωτηρία.

Μικρό απόσπασμα (συνίσταται η ανάγνωση ολοκλήρου του βιβλίου): 

[…] Δικαιοσύνη και σωτηρία δεν μπορούν να συμβιβαστούν, καταλήγουν κάθε φορά να αλληλοαποκλείονται και να αλληλοεγκαλούνται. Η κρίση είναι εξίσου αμείλικτη όσο και ανέφικτη, γιατί σε αυτήν τα πράγματα εμφανίζονται χαμένα και μη διασώσιμα· η σωτηρία είναι σπλαχνική κι ωστόσο ανεπαρκής, γιατί σ’ αυτήν τα πράγματα εμφανίζονται ως αδύνατο να τεθούν σε κρίση. […]

Giorgio Agamben, Πιλάτος και Ιησούςμετάφραση: Δέσποινα Λαμπαδά, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2016,σελ.58 (απόσπασμα)

Zygmunt Bauman, Ρευστοί καιροί

Σχολιάστε

Zygmunt Bauman, Ρευστοί καιροί: Η ζωή την εποχή της αβεβαιότηταςμετάφραση: Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2009, ISBN: 978-960-455-613-7.

0001331_195

Απόσπασμα από το βιβλίο:

[σελ. 170](…) Η «ουτοπία» συνήθως υποδήλωνε έναν ποθητό, ονειρεμένο, μακρινό στόχο στον οποίο η πρόοδος έπρεπε, μπορούσε και τελικά θα οδηγούσε όσους αναζητούσαν έναν κόσμο που θα υπηρετούσε καλύτερα τις ανθρώπινες ανάγκες. Ωστόσο, στα σύγχρονα όνειρα, η εικόνα της «προόδου» φαίνεται να έχει μετακινηθεί από το λόγο περί κοινής βελτίωσης σε αυτόν της ατομικής επιβίωσης. (…)

[σελ.171](…) Δεν χρειάζεται να προσθέσω, αφού είναι πλέον προφανές, ότι αυτή η νέα έμφαση στο ξεφόρτωμα πραγμάτων, στην εγκατάλειψη τους, στο να απαλλάσσεσαι από αυτά, αντί να τα οικοιοποιείσαι, ταιριάζει απόλυτα στη λογική της προσανατολισμένης στον καταναλωτή οικονομίας μας. Οι άνθρωποι που εμμένουν στα χθεσινά ρούχα, υπολογιστές, κινητά ή καλλυντικά θα σπείρουν την καταστροφή σε μια οικονομία της οποίας η κύρια μέριμνα, και η εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη για την επιβίωση της, είναι το ραγδαίο και επιταχυνόμενο ξεπέταγμα των πουλημένων και αγορασμένων προϊόντων στα απόβλητα. Σε αυτή την οικονομία η ταχεία διάθεση των αποβλήτων αποτελεί μία πρώτης γραμμής βιομηχανία.

Όλο και πιο πολύ, η διαφυγή γίνεται τώρα στο όνομα του πιο δημοφιλούς παιχνιδιού. Σημασιολογικά, η διαφυγή αποτελεί το ακριβώς αντίθετο της ουτοπίας, υπό τις παρούσες συνθήκες όμως ψυχολογικά αποτελεί το μοναδικό υποκατάστατο της. Θα μπορούσε να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι είναι μια νέα, ενημερωμένη και υψηλής τεχνικής ερμηνεία της, αναδιαμορφωμένη στα μέτρα της απορρυθ-[σελ.172]μισμένης, εξατομικευμένης κοινωνίας των καταναλωτών. Δεν μπορείς πλέον να ελπίζεις στα σοβαρά ότι μπορείς να κάνεις τον κόσμο ένα καλύτερο κόσμο για να ζήσεις. Δεν μπορείς ούτε και να κάνεις πραγματικά ασφαλές ακόμα και το καλύτερο μέρος στον κόσμο που ίσως κατάφερες να κατασκευάσεις για τον εαυτό σου. Η ανασφάλεια είναι εδώ παρούσα ό,τι και να γίνει. Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο «καλή τύχη» σημαίνει να κρατάς την «κακή τύχη» σε απόσταση. (…)

Zygmunt Bauman, Ρευστοί καιροί: Η ζωή την εποχή της αβεβαιότηταςμετάφραση: Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2009, σελ. 170-172 (απόσπασμα)

 

George Steiner, Μετά τη Βαβέλ

Σχολιάστε

b88094

George Steiner, Μετά τη Βαβέλ, μετάφραση: Γρηγόρη Ν. Κονδύλη, εκδ. Scripta, Αθήνα 2004, ISBN: 960-7909-63-1.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

(…) Μια κακή μετάφραση είναι ανεπαρκής προς το κείμενο αφετηρίας για λόγους που μπορεί να είναι πάμπολλοι και προφανείς. Ο μεταφραστής έχει παρερμηνεύσει το πρωτότυπο λόγω άγνοιας, βιασύνης ή προσωπικού ορίου δυνατοτήτων. Στερείται τη βαθιά γνώση της γλώσσας του, γνώση που απαιτείται για μιαν επαρκή περιγραφή. Προέβη σε υφολογικό ή ψυχολογικό σφάλμα κατά την επιλογή του κειμένου του: η δική του ευαισθησία και η ευαισθησία του συγγραφέα που μεταφράζει διίστανται. Όπου υπάρχει δυσκολία ο κακός μεταφραστής παραλείπει ή αποδίδει με ελευθεριότητα. Όπου συναντά έξαρση, τη διογκώνει. Όταν ο συγγραφέας του χρησιμοποιεί προσβλητικό τόνο, εκείνος του αφαιρεί την τραχύτητα. […]

George Steiner, Μετά τη Βαβέλ, μετάφραση: Γρηγόρη Ν. Κονδύλη, εκδ. Scripta, Αθήνα 2004, σελ. 634-635 (απόσπασμα).

Ἠ. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Ὑποκείμενα

2 Σχόλια

Ἠ. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Ὑποκείμενα, ἐκδ. Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2014, ISBN: 978-960-576-271-1.

20150127155521

Ἀντὶ προλόγου

Στὸ βιβλίο Παρακείμενα («Κέδρος», 1983) περιλαμβάνονται κριτικά, δοκιμιακὰ καὶ ἄλλα, ποικίλα κείμενα, δημοσιευμένα σὲ ἐφημερίδες καὶ  περιοδικά κατὰ τὰ ἔτη 1962-1983.

Στὰ Ἀποκείμενα («Νεφέλη», 2000) ἡ δημοσίευση ἀναλόγων κειμένων καλύπτει τὴν περίοδο 1984-2000.

Τὰ κείμενα, τέλος, στὰ ἀνά χείρας Ὑποκείμενα δημοσιεύθηκαν ἀπὸ τὸ 2000 μέχρι καὶ τὸ 2013 – καί, ἑπομένως, ἡ συνολικὴ συγκομιδὴ καὶ τῶν τριῶν βιβλίων περιλαμβάνει ἔργα 51 ἐτῶν.

Ἠ. Χ. Π.

***

Μικρὸ ἁπόσπασμα ἀπὸ τὸ δοκίμιο τοῦ Ἠ. Χ. Παπαδημητρακόπουλου «Μὲ διαλύει μιὰ κουβέντα ἑνὸς ἀγνώστου» (πρώτη δημοσίευση στὀ περιοδικὸ Διαβάζω, τεῦχος 451, Μάιος 2004), ποὺ δημοσιεύεται στὶς σελ. 311-313 τοῦ βιβλίου:

Σὲ εὐτυχισμένες στιγμὲς διηγούμαστε ἱστορίες -στὶς δύσκολες ὧρες γράφουμε διηγήματα…Ἱστορίες ἄλλων δὲν μποροῦν νὰ γίνουν δικά μου διηγήματα, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι τὸ διήγημα καταγράφει δικές μου ἱστορίες: συνήθως ναί, ἐνίοτε ὄχι. (…)

Ἠ. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Ὑποκείμενα, ἐκδ. Γαβριηλίδης, Ἀθήνα 2014, σελ. 311 (ἀπόσπασμα).

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: