Charles Taylor, [Χριστιανισμός και Στωικισμός]

Σχολιάστε

Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας, μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007, ISBN 978-960-518-284-7.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

O Charles Taylor, γεννημένος τον Nοέμβριο του 1931 στον Kαναδά, είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή φιλόσοφους-καθηγητές που ασχολήθηκαν ενδελεχώς με το ζήτημα της προέλευσης και εξέλιξης αυτού που ονομάζουμε «νεωτερική ταυτότητα». Στο παρόν έργο του, που κατέχει πια θέση κλασικής μελέτης επί του θέματος, εξετάζει με τρόπο εξαντλητικό τις ρίζες του νεωτερικού φαινομένου, αναδεικνύοντας τις συνάφειες που κρύβονται στην φιλοσοφική σκέψη παλαιότερων διανοητών, έτσι όπως τις συναντά κανείς στην ιστορία της Φιλοσοφίας. O Iερός Aυγουστίνος, ο Kαρτέσιος, ο Λούθηρος, παραλαμβάνουν τις φιλοσοφικές αποσκευές του παρελθόντος και τις παραδίδουν στους νεώτερους ορίζοντας τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση στη Nεωτερικότητα που θα καθορίσει τα βήματα του σύγχρονου ανθρώπου στον βίο, τη σκέψη, την τέχνη και τον πολιτισμό. Oι Πηγές του Eαυτού είναι ένα ταξίδι από τον Πλάτωνα μέχρι τον Derrida, από την Hθική έως την Aποδόμηση, που ο Taylor το προσφέρει με τρόπο συναρπαστικό σε όλους μας, καλώντας μας να σταθούμε σε όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς της διαδρομής ώστε να φωτιστεί η κατάληξή της.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

[Χριστιανισμός και Στωικισμός]

[σελ.353] (…) Ο χριστιανισμός, ιδίως στις πιο ασκητικές παραλλαγές του, παρουσιάζεται ως συνέχεια του Στωικισμού με άλλα μέσα, ή (όπως λέει καμμιά φορά ο Nietzsche) ως μια προέκταση του Πλατωνισμού. Παρά τις έντονες, ωστόσο, ομοιότητες με τον Στωικισμό -λόγου χάριν στον οικουμενισμό του, στην έννοια της πρόνοιας, στην εξύψωση της αυταπάρνησης- υπάρχει μεταξύ τους μεγάλο χάσμα. Στην πραγματικότητα, το νόημα της αυταπάρνησης είναι εντελώς διαφορετικό. Ο στωικός σοφός είναι πρόθυμος να παραιτηθεί από κάποιο «προτιμώμενο» αγαθό, λ.χ. την υγεία, την ελευθερία ή την ζωή, διότι το θεωρεί ειλικρινά άνευ αξίας, αφού αξία έχει μόνο σύνολη η τάξη των συμβάντων, η οποία τυγχάνει βέβαια να συμπεριλαμβάνει και την άρνηση ή την απώλεια του. Ο χριστιανός μάρτυρας, παραιτούμενος από την υγεία, την ελευθερία ή την ζωή δεν αποφαίνεται ότι τα πράγματα είναι ανάξια.  Απεναντίας, η πράξη θα έχανε το νόημα της αν δεν ήταν μεγάλης αξίας. Το να λες ότι κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από εκείνον που θυσιάζει τη ζωή του υπέρ των φίλων του, υποδηλώνει ότι η ζωή είναι ένα μεγάλο αγαθό. Η πρόταση θα έχανε την ουσία της αναφερόμενη σε κάποιον που απαρνιέται τη ζωή από μία αίσθηση απάθειας ·προϋποθέτει ότι θυσιάζει κάτι.  (…)

[σελ.354] (…) Η μεγάλη διαφορά μεταξύ στωικής και χριστιανικής απάρνησης είναι τούτη: για τον Στωικό αυτό που απαρνείται κανείς, αν σωστά το απαρνηθεί, δεν αποτελεί ipso facto μέρος του αγαθού. Για τον Χριστιανό,αυτό που απαρνείται κανείς, εκ του γεγονότος και μόνο της απάρνησης του, καταφάσκεται ως αγαθό -τόσο υπό την έννοια ότι η απάρνηση θα έχανε το νόημα της αν το πράγμα ήταν αδιάφορο όσο και υπό την έννοια ότι η απάρνηση προάγει το θέλημα του Θεού, το οποίο ακριβώς επιβεβαιώνει την αγαθότητα των πραγμάτων εκείνων που απαρνείται κανείς: της υγείας, της ελευθερίας, της ζωής. Κατά παράδοξο τρόπο, η χριστιανική απάρνηση είναι μια επιβεβαίωση της αγαθότητας αυτού που απαρνείται κανείς. Για τον Στωικό, η απώλεια της υγείας, της ελευθερίας. της ζωής, δεν επηρεάζει την ακεραιότητα του αγαθού. Απεναντίας, η απώλεια είναι μέρος ενός όλου που είναι καθ’ ολοκληρίαν αγαθό και δεν θα μπορούσε να αλλάξει δίχως να καταστεί λιγότερο αγαθό. Οι Στωικοί έλκονται από εικόνες όπως εκείνη της σκιάς που είναι απαραίτητη προκειμένου να αναδειχθεί εξ αντιθέσεως η λαμπρότητα του φωτός. Στην [σελ.355] χριστιανική προοπτική, ωστόσο, η απώλεια είναι ένα ρήγμα στην ακεραιότητα του καλού. Αυτός είναι ο λόγος που ο χριστιανισμός απαιτεί μια εσχατολογική προοπτική αποκατάστασης της ακεραιότητας αυτής, αν και τούτο έχει κατανοηθεί ποικιλοτρόπως (…).

Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας, μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007,σελ. 353-355 (αποσπάσματα)

 

Charles Taylor, Μια κοσμική εποχή

Σχολιάστε

thumbnail

Charles Taylor, Μια κοσμική εποχήμετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2015, ISBN: 978-960-518-426-1.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Σὲ ἕνα βιβλίο ποὺ ἔμελλε νὰ ἀποδειχθεῖ σταθμὸς γιὰ τοὺς καιρούς μας, ὁ Charles Taylor ἀναλαμβάνει τὴν πρόκληση νὰ διερευνήσει τὸ νόημα τῆς ἀλλαγῆς ποὺ ἔχει συντελεστεῖ στὴ θέση τῆς θρησκείας στὶς Δυτικὲς κοινωνίες τοὺς τελευταίους αἰῶνες: τί ἀκριβῶς συμβαίνει ὥστε μιὰ κοινωνία ποὺ τῆς ἦταν ἀδιανόητο –πρακτικὰ καὶ οὐσιαστικά– νὰ μὴν πιστεύει στὸν Θεό, νὰ ἀντιμετωπίζει σήμερα τὴν πίστη ἁπλῶς ὡς μία δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου μεταξὺ ἄλλων;

Ὁ Taylor, ἀναμφισβήτητα ἕνας ἀπὸ τοὺς διορατικότερους στοχαστὲς ἐπὶ αὐτῶν τῶν ἐρωτημάτων, κομίζει μιὰ μοναδικὴ ὀπτική. Ἐξετάζει τὴν ἐμφάνιση καὶ ἐξέλιξη πτυχῶν τῆς νεωτερικότητας ἐντὸς τῆς καλούμενης «Δυτικῆς Χριστιανοσύνης». Αὐτὸ ποὺ ἀντικρίζει δὲν εἶναι στὴν πραγματικότητα ἕνας ἁπλὸς καὶ διαρκὴς μετασχηματισμός, ἀλλὰ μιὰ σειρὰ ἀπὸ ἐπανεκκινήσεις, ὅπου προγενέστερες ἐκφάνσεις τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς ξεθωριάζουν καὶ νέες ξεπροβάλλουν στὴ θέση τους. Βλέπουμε λοιπὸν πὼς τὸ σημερινὸ κοσμικὸ σύμπαν δὲν χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπουσία τῆς θρησκείας –παρόλο ποὺ σὲ ὁρισμένες κοινωνίες ἡ θρησκευτικὴ πίστη καὶ πρακτικὴ ἔχουν αἰσθητὰ ἐγκαταλειφθεῖ–, ἀλλὰ μᾶλλον ἀπὸ τὴ διαρκῆ γέννηση νέων θρησκευτικῶν, ἀντι-θρησκευτικῶν καὶ πνευματικῶν ἐπιλογῶν, τὶς ὁποῖες ἄτομα καὶ ὁμάδες υἱοθετοῦν ὥστε νὰ νοηματοδοτήσουν τὸν βίο τους καὶ τὶς πνευματικές τους ἀνησυχίες. […]

 

Απόσπασμα από το βιβλίο: 

[…] Ἡ αἴσθηση ὅτι ἔχουμε φθάσει στὴν ὡριμότητα παραμερίζοντας τὴν πίστη μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ στὸ ἐπίπεδο τοῦ ἀποδεσμευμένου λόγου καὶ τῆς ἀνάγκης νὰ ἀποδεχτοῦμε τὰ πορίσματα τῆς ἐπιστήμης, ὅποια καὶ ἄν εἶναι αὐτά. […] Μπορεῖ ὅμως νὰ ὑπάρξει συνάμα ἡ αἰσθηση ὅτι ἡ ἐνηλικίωση πάνω ἀπὸ ὅλα σημαίνει τὸ νὰ εἶναι ἱκανὸς κανεὶς νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀπὠλεια τοῦ νοήματος τῶν πραγμάτων, τὸ νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ βρεῖ ἤ νὰ προβάλει νόημα ἔναντι ἑνὸς σύμπαντος ποὺ τὸ ἴδιο εἶναι ἄλογο. Ἐδῶ οἱ ἀρετὲς ἐνδέχεται νὰ μὴν εἶναι (ἤ νὰ μὴν εἶναι μόνο) ἐκεῖνες τοῦ ἀποδεσμευμένου λόγου καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ὑπευθυνότητας. Μἀλιστα, ἡ αἴσθηση μπορεῖ νὰ εἶναι ὅτι στὴν ἀναζήτηση νοήματος πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε τὴν ὑπερβολικὰ ἁπλὴ ἐμπιστοσύνη στὴν ἐπιστήμη. Ἡ βασικὴ ἀρετὴ ποὺ τονίζεται ἐδῶ εἶναι τὀ εὐφάνταστο θάρρος νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸ κενὸ καὶ ἡ ἐνεργοποίηση μας ἀπὸ αὐτὸ γιὰ τὴν δημιουργία νοήματος. […]

Charles Taylor, Μια κοσμική εποχήμετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2015, σελ. 885 (απόσπασμα)

Z. Bauman, Ρευστή αγάπη

1 σχόλιο

Ζύγκμουντ ΜπάουμανΡευστή αγάπη: Για την ευθραυστότητα των ανθρώπινων δεσμών, μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Βιβλ. της Εστίας, 6η έκδοση, Αθήνα 2009, ISBN 960-05-1253-1.

10402024_850542631671847_296327236181421586_n

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ποτέ άλλοτε δεν γινόταν τόσος λόγος για ανθρώπινες σχέσεις, ή, απλώς, για «σχέση» (εννοώντας, στην περίπτωση αυτή, τη σχέση άντρα και γυναίκας), και ποτέ άλλοτε όσο σήμερα οι σχέσεις αυτές δεν ήταν τόσο ασταθείς και εύθραυστες. Ο άνθρωπος της ρευστής νεωτερικότητας (Liquid Modernity) -όπως αποκαλεί ο Ζ. Μπάουμαν τη μετανεωτερικότητα, την κοινωνία δηλαδή των τελευταίων δεκαετιών, με τους ραγδαίους ρυθμούς αλλαγής, διακρίνοντάς την από την καθαυτό νεωτερικότητα (Solid Modernity)- δημιουργεί δεσμούς εξαρχής χαλαρούς, ώστε να μπορούν να λύνονται εύκολα, γρήγορα και δίχως πόνο, κάθε φορά που αλλάζουν οι περιστάσεις. Η κεντρική μορφή της ρευστής μοντέρνας εποχής μας είναι ακριβώς ο άνθρωπος χωρίς μόνιμους, σταθερούς, διαρκείς, ανθεκτικούς δεσμούς, γεγονός που, αφενός, τον οδηγεί σε μια απελπισμένη αναζήτηση ταυτότητας, αυτοπροσδιορισμού και αυτοκατάφασης, και, αφετέρου, του προκαλεί βαθύ αίσθημα ανασφάλειας. Ο θρίαμβος του ατομικισμού κατά τη μετανεωτερικότητα οδήγησε τελικά στο θάνατο το αυτόνομο άτομο της νεωτερικότητας και έβαλε στη θέση του ένα άλλο, ανίκανο να εμπιστεύεται και να δεσμεύεται, βουτηγμένο στον κομφορμισμό και το φόβο.

Αποσπάσματα από το βιβλίο (συνίσταται η ανάγνωση ολοκλήρου του βιβλίου):

Ι

[ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ «ΔΙΚΤΥΑ»]

(…)Σε αντίθεση με τη «σχέση», τη «συγγένεια», τη «συντροφιά» και άλλες παρόμοιες έννοιες που εξαίρουν την αμοιβαία δέσμευση ενώ αποκλείουν ή αποσιωπούν το αντίθετο της, την αποδέσμευση, το «δίκτυο» αντιπροσωπεύει μια μήτρα ταυτόχρονων συνδέσεων και αποσυνδέσεων’ τα δίκτυα είναι αδιανόητα χωρίς την ταυτόχρονη παρουσία και των δυο αυτών ενεργειών. Σε ένα δίκτυο, η σύνδεση και η αποσύνδεση είναι επιλογές εξίσου νόμιμες, απολαμβάνουν το ίδιο κύρος και έχουν την ίδια σημασία. Δεν έχει νόημα να ρωτά κανείς ποια από τις δύο συμπληρωματικές ενέργειες συνιστά την «πεμπτουσία» του δικτύου! «Δίκτυο» σημαίνει στιγμές «επαφής» που εναλλάσσονται με περιόδους ελεύθερης περιπλάνησης. Σε ένα δίκτυο οι συνδέσεις πραγματοποιούνται όποτε το ζητήσει κανείς και μπορούν να διακοπούν κατά βούληση. Μια σχέση «ανεπιθύμητη πλην αναπόδραστη» είναι ακριβώς η πιθανότητα εκείνη που κάνει τη «σχέση» εν γένει τόσο δολερή όσο την αισθάνεται κανείς. Όμως μια «ανεπιθύμητη σύνδεση» αποτελεί οξύμωρο: οι συνδέσεις μπορούν να διακοπούν – και πράγματι διακόπτονται- πολύ πριν αρχίσουν να γίνονται ανυπόφορες.

Οι συνδέσεις είναι «εικονικές σχέσεις». Σε αντίθεση με τις πατροπαράδοτες σχέσεις (…) μοιάζουν κομμένες και ραμμένες στα μέτρα των συνθηκών της ρευστής μοντέρνας ζωής, στην οποία οι «ειδυλλιακές προοπτικές» (και όχι μόνο) υποτίθεται ότι (επιθυμούμε να) έρχονται και να παρέρχονται όλο και πιο γρήγορα και με αμείωτη πυκνότητα, τρέποντας σε άτακτη φυγή και κατατροπώνοντας η μια την άλλη με υποσχέσεις «μεγαλύτερης ικανοποίησης της ολοκλήρωσης». Αντίθετα από τις «πραγματικές σχέσεις» στις «εικονικές» η είσοδος και η έξοδος είναι εύκολη υπόθεση. Τέτοιες «σχέσεις» μοιάζουν έξυπνες και καθαρές, εύκολες στη χρήση και φιλικές προς το χρήστη, όταν συγκρίνονται με τις βαριές, δυσκίνητες, αδρανείς και ακατάστατες «πραγματικές» ομολόγους τους. (…)

Ζύγκμουντ ΜπάουμανΡευστή αγάπη: Για την ευθραυστότητα των ανθρώπινων δεσμών, μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Βιβλ. της Εστίας, 6η έκδοση, Αθήνα 2009, σελ. 16-17 (αποσπάσματα)

ΙΙ

[ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ]

(…) Κάθε έρωτας επιζητά να κατασχέσει, τη στιγμή όμως του θριάμβου του γνωρίζει την οριστική του ήττα. Κάθε έρωτας παλεύει να καταχωνιάσει τις πηγές της αβεβαιότητας και της αγωνίας του’ αν όμως το επιτύχει, αμέσως αρχίζει να μαραίνεται-και σβήνει. Ο Έρως στοιχειώνεται από το φάντασμα του Θανάτου, που δεν μπορεί να το ξορκίσει καμία μαγική ευχή. (…)

Ζύγκμουντ ΜπάουμανΡευστή αγάπη: Για την ευθραυστότητα των ανθρώπινων δεσμών, μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Βιβλ. της Εστίας, 6η έκδοση, Αθήνα 2009, σελ.30 (απόσπασμα).

Διαβάστε επίσης: 

Πέτρος Θεοδωρίδης, Ζ. Μπάουμαν: Ο κοινωνιολόγος της Ρευστής Νεωτερικότητας, Περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος 16, Απρίλιος-Μάιος 2010.

Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος

Σχολιάστε

b21587

 

Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1994,ISBN 960-325-096-1.

 

Ι
[…] Όταν τον σκέφτομαι, ξέρω ότι ακόμη δεν τον σκέφτομαι. Αναμονή, εγγύτητα και άποπτον της αναμονής, αύξηση που μας κάνει ελάχιστους, καταφάνεια που θωπεύεται μέσα μας και θωπεύει εκεί μέσα την χίμαιρα.
Όχι απών: περιβαλλόμενος από απουσία, περιβάλλοντας μας με το αίσθημα της απουσίας του. […]

Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1994, σελ.58.

[πηγή]

ΙΙ

[…] Γιατί  δεν θέλεις να με σκεφτείς; Είναι αδυναμία, αδιαφορία, βούληση τυφλή; Μήπως είσαι απ’ τη μια πλευρά κι εγώ από την άλλη; Μήπως και οι δυο είμαστε η ίδια σκέψη, εξ ίσου σοβαρή, μοναχική και ακίνητη, που αυτή η αποχωρισμένη ταυτότητα απωθεί για πάντα την μία απ’ την άλλη, ξένες για να μη συγχωνευτούν και για να διατηρήσουν την ισότητα της ισορροπίας; Μήπως είσαι μες στη νύχτα η σκέψη ότι είμαι μες στην άλλη νύχτα;

Μήπως μόνη εσύ μιλάς, μου θέτεις όλες αυτές τις ερωτήσεις στις οποίες δεν αποκρίνομαι παρά με μια σιωπή που δεν αποκρίνεται; Μήπως είσαι πάντα σοβαρή αλλοτινή σκέψη της οποίας έχω προηγηθεί; […]

Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1994, σελ. 134-135.

Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός

2 Σχόλια

Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός: Ψυχική επιβίωση σε καιρούς αναστάτωσης, μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006, ISBN: 960-8263-56-5.

b115155

Από το οπισθόφυλλο:

«Σε μια εποχή δυσκολιών, η καθημερινή ζωή γίνεται άσκηση στην επιβίωση. Οι άνθρωποι ζουν μόνο στο σήμερα. Σπάνια κοιτάζουν πίσω, για να μη παραδοθούν σε μία παραλυτική νοσταλγία· και αν κοιτάζουν μπρος, είναι για να δουν πώς μπορούν να προστατευθούν από τις συμφορές που σχεδόν όλοι περιμένουμε σήμερα. […]
Η συναισθηματική ισορροπία απαιτεί σήμερα έναν ελάχιστο εαυτό, και όχι τον επιβλητικό εαυτό του πρόσφατου παρελθόντος.»
Έτσι ξεκινά το βιβλίο του ο Κρίστοφερ Λας και στις τριακόσιες σελίδες που ακολουθούν στηρίζει τα λεγόμενά του. […]

Απόσπασμα από τη σελ. 50 του βιβλίου:

[…] Αντιμέτωποι με ένα εμφανώς ανελέητο και δυσμεταχείριστο περιβάλλον, οι άνθρωποι έχουν στραφεί στη διαχείριση του εαυτού τους. Με τη βοήθεια ενός πολύπλοκου πλέγματος θεραπευτικών επαγγελμάτων, τα οποία έχουν σε μεγάλο βαθμό εγκαταλείψει προσεγγίσεις που τονίζουν την ενδοσκοπική ενόραση πρός όφελος της «επιτυχούς αντιμετώπισης»  και της τροποποίησης της συμπεριφοράς, άνδρες και γυναίκες σήμερα προσπαθούν να συναρμολογήσουν μία τεχνολογία του εαυτού– που φαίνεται πως είναι ο μόνος τρόπος να σωθούν από την προσωπική κατάρρευση. […]

Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός: Ψυχική επιβίωση σε καιρούς αναστάτωσης, μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006,σελ. 50.

Alain Badiou, Nicola Truong: Εγκώμιο για τον έρωτα

1 σχόλιο

Alain Badiou, Nicola Truong, Εγκώμιο για τον έρωτα,μετάφραση: Φώτης Σιατίτσας, Δημήτρις Βεργέτης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, ISBN 978-960-16-4727-2.

b187578

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Τι είναι ο έρωτας και τι διακυβεύεται σε μια ερωτική συνάντηση; Σ’ αυτό το ερώτημα ο Badiou δίνει μια πρωτόγνωρη απάντηση. Βασιζόμενος στο δίπολο φιλοσοφία ψυχανάλυση, ανασκευάζει με τρόπο ιδιαίτερα πειστικό όλες τις καθιερωμένες απαντήσεις: τη ρομαντική μυθολογία του έρωτα ως εκστατικής συνένωσης των ερωτευμένων, τη θεολογική σύλληψη του έρωτα ως εμπειρίας της ετερότητας, τη μοραλιστική προσέγγιση του έρωτα ως εργαλειοποιημένης αυταπάτης στην υπηρεσία της σεξουαλικότητας και, τέλος, τον μεταμοντέρνο εκφυλισμό του σε συμβόλαιο και εφήμερη περιπέτεια. Αναδεικνύει ότι ο έρωτας έχει δομή συμβάντος και αποτελεί υπέρβαση του χάσματος των δύο φύλων, η οποία ωστόσο δεν αίρει την ασυμμετρία των έμφυλων υποκειμενικών στάσεων. Τον διαφοροποιεί από την επιθυμία και την απόλαυση και χαρτογραφεί τη σχέση του με τη φιλοσοφία και την πολιτική.

«Η παραδεδομένη αντίληψη σήμερα είναι πως ο καθένας κυνηγάει μόνο το συμφέρον του. Ο έρωτας είναι όμως η απόδειξη του αντιθέτου, καθώς πρόκειται για την εμπιστοσύνη στο τυχαίο και το άγνωστο…».

Α. Β.

***

Αποσπάσματα από το βιβλίο (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες):

Ι

[σελ. 18] (…)θεωρώ και είμαι πεπεισμένος ότι ο έρωτας, στον βαθμό που συνιστά μια συλλογική κλίση, στον βαθμό που είναι, σχεδόν για τους πάντες, αυτό που προσδίδει ένταση και σημασία στη ζωή, δεν μπορεί να είναι αυτό το δώρο που προσφέρεται στην ύπαρξη υπό καθεστώς πλήρους απουσίας ρίσκου. (…)

ΙΙ

[σελ.28] (…) Πιστεύω (…) ότι στον έρωτα υπάρχει η εμπειρία του δυνατού [possible] περάσματος από την καθαρή ενικότητα του τυχαίου σε ένα στοιχείο που έχει καθολική αξία. Έχοντας ως σημείο αφετηρίας κάτι που, αναγόμενο στην ατομικότητα του, δεν είναι παρά μια συνάντηση, δηλαδή σχεδόν τίποτα, μαθαίνουμε ότι μπορούμε να αποκτήσουμε μια εμπειρία του κόσμου με βάση τη διαφορά και όχι με βάση την ταυτότητα. Και μπορούμε μάλιστα να αποδεχτούμε διάφορες δοκιμασίες, μπορούμε να δεχτούμε ακόμα και να υποφέρουμε γι’  αυτό. (…)

ΙΙΙ

[σελ.30] (…)Το σεξουαλικό δεν συνδέει, χωρίζει. Το να είστε γυμνός(-ή), κολλημένος(-η) πάνω στον άλλον είναι μια εικόνα, μια φαντασιακή παράσταση. Το πραγματικό είναι ότι η απόλαυση σας παρασύρει μακριά, πολύ μακριά από τον άλλον. Το πραγματικό είναι ναρκισσιστικό, ο δεσμός είναι φαντασιακός. Άρα, συμπεραίνει ο Λακάν, δεν υπάρχει διάφυλη σχέση. Μια διατύπωση που προκάλεσε σκάνδαλο, γιατί εκείνη την εποχή όλοι μιλούσαν ακριβώς για «διάφυλες σχέσεις». Εάν δεν υπάρχουν διάφυλες σχέσεις στη σεξουαλικότητα, ο έρωτας είναι αυτό που έρχεται να αναπληρώσει την έλλειψη διάφυλης σχέσης. Ο Λακάν δεν λέει καθόλου ότι ο έρωτας είναι η μεταμφίεση της διάφυλης σχέσης, λέει ότι δεν υπάρχει διάφυλη σχέση, ότι ο έρωτας είναι αυτό που έρχεται στη θέση της μη σχέσης. Είναι πολύ πιο ενδιαφέρον. Αυτή η ιδέα τον οδηγεί να πει ότι στον έρωτα το υποκείμενο επιχειρεί να προσεγγίσει το «είναι του άλλου». Στον έρωτα ακριβώς το υποκείμενο εκ-τίθεται πέραν του ίδιου του εαυτού του, πέραν του ναρκισσισμού. Στο σεξ, σε τελική ανάλυση, είστε σε σχέση με τον ίδιο σας τον εαυτό μέσα από τη διαμεσολάβηση του άλλου. Ο άλλος σας χρησιμεύει για να ανακαλύψετε το πραγματικό της απόλαυσης. Στον έρωτα, αντίθετα, η μεσολάβηση του άλλου έχει προσίδια αξία. Αυτό είναι [σελ. 31] η ερωτική συνάντηση: εφορμάτε προς κατάκτηση του άλλου, προκειμένου να τον κάνετε να υπάρξει μαζί σας όπως ακριβώς είναι. Πρόκειται για μια σύλληψη πολύ πιο βαθυστόχαστη από εκείνη την τελείως κοινότοπη, σύμφωνα με την οποία ο έρωτας δεν θα ήταν παρά μια φαντασιακή παράσταση πάνω στο πραγματικό τού φύλου.

Στην πραγματικότητα, και ο Λακάν επίσης εγκαθίσταται στα φιλοσοφικά διφορούμενα που αφορούν τον έρωτα. Η ρήση του ότι ο έρωτας «αναπληρώνει την έλλειψη της διάφυλης σχέσης» μπορεί πράγματι να κατανοηθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Σύμφωνα με τον πρώτο, τον πιο κοινότοπο, ο έρωτας έρχεται να καλύψει φαντασιακά το κενό της σεξουαλικότητας. Τελικά, είναι αλήθεια ότι η σεξουαλικότητα, όσο θαυμάσια κι αν είναι, και μπορεί να είναι, καταλήγει μέσα σ’ ένα είδος κενού. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο διέπεται από τον νόμο της επανάληψης: πρέπει να ξαναρχίζουμε, ξανά και ξανά από την αρχή. Κάθε μέρα, όταν είμαστε νέοι! Έτσι, ο έρωτας θα ήταν η ιδέα ότι κάτι παραμένει μέσα σ’ αυτό το κενό, και αυτό που συνδέει τους εραστές είναι κάτι άλλο και όχι αυτή η σχέση, η οποία δεν υπάρχει. (…)

[σελ. 32] (…)Αλλά ο Λακάν πιστεύει επίσης το εντελώς αντίθετο, δηλαδή ότι ο έρωτας διαθέτει μια εμβέλεια την οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε οντολογική. Ενώ η επιθυμία απευθύνεται στον άλλον, με έναν τρόπο πάντοτε λίγο φετιχιστικό,  (…) ο έρωτας απευθύνεται στο ίδιο το είναι του άλλου, στον άλλον όπως αυτός αναδύεται, με την πλήρη εξάρτυση του είναι του, στη ζωή μου, η οποία κατ’ αυτό τον τρόπο διαρρηγνύεται και ανασυντίθεται.(…)

Alain Badiou, Nicola Truong, Εγκώμιο για τον έρωτα,μετάφραση: Φώτης Σιατίτσας, Δημήτρις Βεργέτης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013,σελ.18, 28,30-32 (αποσπάσματα).

Πέτρος Θεοδωρίδης, Περί της απώθησης του έρωτα και του θανάτου

2 Σχόλια

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN: 978-960-9708-00-5.

Ένα σημαντικό απόσπασμα από το τρίτο δοκίμιο του βιβλίου «Έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος» (πρώτη δημοσίευση: ΕΝΕΚΕΝ,τχ.7, Απρίλιος 2007). Οι αριθμοί με μπλέ  χρώμα παραπέμπουν στις υποσημειώσεις (διατηρείται η αρίθμηση του βιβλίου) :

(…) Όμως πως ερωτευόμαστε σήμερα; Σήμερα απωθούμε τον έρωτα, όπως άλλωστε και τον θάνατο. Κάποτε οι άνθρωποι ζούσαν τον έρωτα και τις σχέσεις. Σήμερα οι άνθρωποι δημιουργούν δεσμούς εξαρχής χαλαρούς, ώστε να μπορούν να λύνονται εύκολα, γρήγορα και δίχως πόνο, κάθε φορά που αλλάζουν οι περιστάσεις. Αντί να περιγράφουν την εμπειρία και τις προσδοκίες τους με όρους «σχέσης», οι άνθρωποι κάνουν όλο και συχνότερα λόγο για συνδέσεις και για  «δίκτυα». Σε ένα δίκτυο η σύνδεση και η αποσύνδεση είναι επιλογές εξίσου νόμιμες, απολαμβάνουν το ίδιο κύρος και έχουν την ίδια σημασία. Δίκτυο σημαίνει «στιγμές επαφής», που εναλλάσονται με περιόδους ελεύθερης περιπλάνησης. Σε ένα δίκτυο οι συνδέσεις πραγματοποιούνται όποτε το ζητήσει κανεις και μπορούν να διακοπούν κατά βούληση. Και πράγματι διακόπτονται πολύ πρίν αρχίσουν να γίνονται ανυπόφορες[30]. Έτσι οι συνδέσεις γίνονται «εικονικές σχέσεις». Αντίθετα από τις «πραγματικές σχέσεις», στις εικονικές η είσοδος και η έξοδος είναι εύκολη υπόθεση. Τέτοιες «σχέσεις» μοιάζουν έξυπνες, εύκολες στη χρήση και φιλικές πρός τον χρήστη, όταν συγκρίνονται με τις δυσκίνητες και ακατάστατες «πραγματικές» ομολόγους τους. Στις «εικονικές σχέσεις», «μπορείς πάντα να πατήσεις διαγραφή» [31]  (…)

———————-

Υποσημειώσεις (διατηρείται η αρίθμηση του βιβλίου)

[30]. Ζ. Bauman, Ρευστή αγάπη, Για την ευθραστότητα των ανθρώπινων δεσμών,μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Εστία, Αθήνα 2006, σελ. 16.

[31]. Ζ. Bauman, ό.π., σελ. 17.

———————————————————-

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012,σελ. 62.

Ο Πέτρος Π. Θεοδωρίδης για τη λατρεία του εφήμερου στις σύγχρονες κοινωνίες

2 Σχόλια

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN: 978-960-9708-00-5.

Μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο πρώτο δοκίμιο του βιβλίου (πρώτη δημοσίευση στην επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ, τ.8-9, Φθινόπωρο 2007):

(…) Οι κοινωνίες όπου ζούμε βυθίζονται όλο και περισσότερο στη λατρεία του εφήμερου, μέσα από αλλαγές που αφορούν στην ίδια τη φύση της σύγχρονης οικονομίας, της πολιτικής, της διάκρισης του δημοσίου από τον ιδιωτικό χώρο και κυρίως την αίσθηση ταυτότητας και του εαυτού. Η λατρεία του εφήμερου διαλύει τη σύγχρονη (μετα)νεωτερική κοινωνία. (…)

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012,σελ.18.

Ο Θ.Ι.Ζιάκας για το δίπολο «φετιχισμού»-«μηδενισμού» στην κοινωνική οντολογία

Σχολιάστε

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Πατριδεγωφάγος: η νόσος της πόλεως, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-527-724-6.

[…] Σύμφυτο μὲ τὴν «ἀδυναμία» ὁλοκληρωτικῆς πραγματοποίησης τοῦ ἰδανικοῦ εἶναι τὸ δίπολο φετιχισμός-μηδενισμός.

-«Φετιχισμός»: Φανταζόμαστε ὡς ἰδανικό ἕναν «ἄλλο κόσμο», ὅπου τὸ ρῆμα «ὑπάρχει» σημαίνει ὅ,τι καὶ στὸν ἐδῶ καὶ τώρα κόσμο, δηλαδή δηλώνει κάτι «πραγματικό». Καὶ εἴτε μεταθέτουμε τὴν ὕπαρξη του σὲ κάποιο ἄλλο ἱστορικὸ χρόνο, τοῦ παρελθόντος (π.χ. ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα), τοῦ μέλλοντος (π.χ. ἀταξικὴ κοινωνία), εἴτε τὸ ἐντοπίζουμε μὲν στὸ τώρα, ἀλλὰ σὲ ἄλλον ἐξιδανικευμένο τόπο (ἀντὶ γιὰ τὴν δική μας πατρίδα, τὴν ὁμηρικὴ Ἰθάκη). Ὁ φετιχισμὸς τοῦ ἰδανικοῦ ἐπιτρέπει στὸ ἄτομο νὰ «ταυτίζεται» φαντασιακά μὲ τὰ πρότυπά του, ὥστε νὰ μὴν κάνει τίποτα γιὰ νὰ τοὺς μοιάσει, ἀλλὰ νὰ νομίζει ὅτι περιβάλλεται προνομιακὰ ἀπὸ τὴν αἴγλη τους, ἔναντι τῶν «ἕξω» καὶ γιὰ τοῦτο «κατώτερων».

«Μηδενισμός»: Ἀφορμώμενοι ἀπὸ τὶς χονδροειδεῖς μορφὲς φετιχισμοῦ, ποὺ πάντοτε ἀφθονοῦν, πηγαίνουμε στὸ ἄλλο ἄκρο, στὴν διαρρήδην ἀπόρριψη κάθε μορφῆς ἰδανικοῦ καὶ προτύπου, κάθε πίστης στὴ δυνατότητα βελτίωσης τοῦ πραγματικοῦ. Δὲν ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι, ἄν ἐξισώσουμε τὸ ἰδανικὸ μὲ τὸ μηδὲν, μετατρέπουμε σὲ πρότυπο τὸ κενὸ ὑποκείμενο,τὸ Τίποτε, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ πραγματικότητα, αὐτὸς ὁ «γεωμετρικὸς τόπος» μεταξὺ τοῦ θετικοῦ καὶ τοῦ ἀρνητικοῦ προτύπου, νὰ διαμορφώνεται σὲ ὅλο καὶ κατώτερο ἐπίπεδο, ὅταν ἡ μηδενιστικὴ νοηματοδότηση καταστεῖ κυρίαρχη. Ὁ μηδενισμὸς ξεκινᾶ συνήθως ὡς ἀρνητικὸς φετιχισμός. Πράγμα ἐμφανὲς στὴν πρώτη φάση του, ὅπου ἰδανικὸ θεωρεῖ τὴν κατεδάφιση τῆς πίστης στὸ ὑφιστάμενο ἰδανικὸ μαζὶ μὲ τὰ ἐπ’ αὐτοῦ ἐποικοδομήματα. Στρατεύεται στὸ ἀντι-ιδανικὸ καὶ ζητᾶ τὴν «ἀλλαγή», ἀλλὰ τὴν ἀντιλαμβάνεται ὡς ἀπαίτηση ἀλλαγῆς-συστράτευσης καὶ τῶν ἄλλων μαζί του, ἔστω καὶ μὲ τὸ στανιό. Φυσικὰ ἀποτυγχανει, γιατὶ τὸ κενὸ ὑποκείμενο εἶναι ἀδύνατο νὰ συστήσει βιώσιμη μορφὴ κοινωνίας.

Ἡ σύμφυση τῆς ὀντολογικῆς διάκρισης ἰδανικοῦ-πραγματικοῦ μὲ τὴν παθολογικὴ διάκριση φετιχισμοῦ-μηδενισμοῦ, φενακίζει  ἀναγκαστικὰ τὴν συλλογικὴ αὐτοθέσμιση τῶν παραδόσεων κατὰ ἕναν ἀναδραστικὸ φαυλοκυκλικὸ τρόπο[…].

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Πατριδεγωφάγος: η νόσος της πόλεως, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2012, σελ. 62-63.

Ο Simon Critchley για το «διχασμένο υποκείμενο» στο έργο του Εμμ. Λεβινάς

Σχολιάστε

Σάϊμον Κρίτσλεϋ, Ζητώντας το άπειρο: Ηθική της δέσμευσης-Πολιτική της αντίστασης, μετάφραση: Αλ. Κιουπκιολής, εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-7651-87-7.

Εμμ. Λεβινάς -το διχασμένο υποκείμενο (αποσπάσματα, συνίσταται η ανάγνωση ολόκληρου του βιβλίου)

[σελ. 74] Για τον Λεβινάς ο πυρήνας της ηθικής εμπειρίας είναι, πράγματι, το αίτημα ενός Faktum, αλλά εδώ δεν πρόκειται για ένα καντιανό γεγονός του λόγου παρά για το «γεγονός του άλλου», όπως θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε. Στο έργο του Ολότητα και άπειρο, το όνομα που δίνει σε αυτό το γεγονός είναι το πρόσωπο του άλλου (le visage d’ autrui). Η ηθική σχέση αρχίζει όταν βιώνω το ερώτημα και το αίτημα που μου θέτει το πρόσωπο του άλλου, μια εμπειρία την οποία έχω και όταν ανταποκρίνομαι γενναιόδωρα  «στη χήρα, το ορφανό, τον ξένο», όπως λέει ο Λεβινάς επαναλαμβάνοντας την εβραϊκή βίβλο, αλλά και όταν περνώ πλάι τους στο δρόμο, εύχομαι σιωπηλά να ήταν αόρατοι και τρομάζω με την απανθρωπιά μου (…) Η ηθική εμπειρία είναι ετερόνομη, η αυτονομία μου αμφισβητείται από το γεγονός του αιτήματος του άλλου, από την [σελ. 75] έκκληση που προέρχεται από το πρόσωπό του και μου επιβάλλει μια υποχρέωση την οποία δεν έχω επιλέξει. (…) Για μια φιλοσοφία που υπηρετεί το πρόταγμα της αυτονομίας, η υψηλότερη αξία είναι η ελευθερία του υποκειμένου, και ό,τι στέκεται στο δρόμο της ελευθερίας, φιλοσοφικά και κοινωνικά, θα πρέπει να εξαλειφθεί. (…) Η θέση του Λεβινάς είναι ότι η ευθύνη προηγείται της ελευθερίας, ότι δηλαδή πριν από την ελεύθερη δραστηριότητα του υποκειμένου που συλλαμβάνει το σύνολο της πραγματικότητας με τις γνωστικές του ικανότητες υπάρχει η εμπειρία ενός ετερόνομου αιτήματος που με εγκαλεί και μου ζητά να ανταποκριθώ. Η αυτονομία εμφανίζεται ξανά στο σχήμα του Λεβινάς στο επίπεδο ενός άλλου αιτήματος για δικαιοσύνη, για τη δίκαιη κοινωνία και όλα όσα συγκεντρώνει κάτω από την επωνυμία «το τρίτο μέρος». Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την ετερόνομη συγκρότηση της αυτονομίας, το γεγονός ότι το ηθικό αίτημα διαφεύγει από τις γνωστικές μας δυνάμεις και ότι το άλλο πρόσωπο μπορεί πάντοτε να αντισταθεί σε κάθε έννοια στην οποία θα προσπαθήσουμε να το υπαγάγουμε. (…)Ο Λεβινάς τονίζει ότι το υποκείμενο ανακαλύπτει ότι είναι ένα αντικείμενο, στην αιτιατική πτώση όπως το θέτει, καθώς εγκαλείται από το αίτημα του άλλου. Αλλά το υποκείμενο του Λεβινάς συγκροτείται μέσω της πράξης αποδοχής ενός αιτήματος απέναντι στο οποίο είναι θεμελιωδώς ανεπαρκές. Δεν έχω τη δύναμη να ανταπεξέλ-[σελ.76]θω στο αίτημα που μου τίθεται. Αυτή η θεμελιώδης ανεπάρκεια στην αποδοχή του αιτήματος εξηγεί γιατί, κατά τον Λεβινάς, η σχέση με τον άλλο είναι ασύμμετρη. Το υποκείμενο, δηλαδή, σχετίζεται με κάτι που υπερβαίνει τη σχεσιακή του ικανότητα. Κεντρική έννοια του έργου του Ολότητα και άπειρο του Λεβινάς είναι αυτό που ο Λεβινάς αποκαλεί παραδόξως «le rapport sans rapport», η σχέση χωρίς σχέση.(…)

Σάϊμον Κρίτσλεϋ, Ζητώντας το άπειρο: Ηθική της δέσμευσης-Πολιτική της αντίστασης, μετάφραση: Αλ. Κιουπκιολής, εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2012, σελ. 74-76.

«Μια στάλα ζωής να ξεδιψάσει η ψυχή της. Μια στάλα ζωής» : Το «ἀεὶ σχοινοβατεῖν» της ύπαρξης μας- Σκέψεις, στιγμές και αναγνώσεις με αφορμή το βιβλίο του π. Χ. Παπαδόπουλου «Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά»

3 Σχόλια

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2011, ISBN:978-960-527-682-9.

Να ζήσεις μόνο μιαν αυγή
τόση ζωή σε φτάνει

ρόδο π’ ανθεί πολύ καιρό
την μυρωδιά του χάνει.

Παραδοσιακή κρητική μαντινάδα

Το είχα προμηθευτεί μόλις κυκλοφόρησε. Πήγα και στην παρουσίαση του. Παρόλα αυτά παρέμενε υπομονετικά στη στοίβα με τα αδιάβαστα. Είναι φορές που δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαβάσεις. Κι όταν εντέλει διαβάζεις ένα πραγματικά σπουδαίο βιβλίο η σκέψη έρχεται αυτόματα: «Μα γιατί, γιατί το άφησα τόσο καιρό στην αναμονή;». Οι βιβλιόφιλοι εν πολλοίς καταλαβαίνουν  τι εννοώ.

Το 2006 γνώρισα για πρώτη φορά τη σκέψη του π. Χ. Παπαδόπουλου. Αφορμή ένα απίστευτης ομορφιάς κείμενο του με τίτλο «Η νεκροψία της ψυχής μας» (εφημ. «Πατρίς», 22-3-2006), που θεωρώ σκόπιμη την υπενθύμιση του εδώ:

Ποιος προφήτης τώρα θ΄ ακουστεί,
σαν φωνή σε στέρνα κλειστή,
σ΄ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό,
ποια κραυγή από τον ουρανό

Μ. Χατζιδάκις, Η μπαλάντα του οδοιπόρου

Καθώς η ελληνική Βουλή ψήφιζε τον νόμο για την καύση των νεκρών, ένας «νεκρός» μιλούσε για την όντως ζωή και ο Θεός καταργούσε τους νόμους της φύσεως.
«Σκήνωμα ιερομονάχου ονόματι Βησσαρίων ευρέθη αναλλοίωτο, άφθαρτο και μυροβλύζον μετά από 15 χρόνια…».
Η ελληνική κοινωνία “παγώνει”, προσπαθεί ν΄ αναθερμάνει την υποθερμία της πίστεως της. Επίσημοι, θρησκευόμενοι και μη, ζητούν την βοήθεια της επιστήμης για να διασφαλίσουν την λογικοφανή «εγκυρότητα» του θαυμαστού, λες και το όνειρο πιστοποιείται ή το θαύμα αναλύεται.
«Όλα είναι μυστήριο, το κάθε τι είναι κι ένα μυστήριο…..το μυστήριο του Θεού είναι παντού…Όλα τα πράγματα και τα πλάσματα και τα πιο ασήμαντα και τα μικρά είναι μυστήρια…Τόσο το καλύτερο αν υπάρχουν μυστήρια. Πιο όμορφο ΄ναι να υπάρχει το μυστήριο. Είναι θαυμαστό και φοβερό για την καρδιά, όσο μικρό κι ακατανόητο φαντάζει για το μυαλό….Ο άνθρωπος ξέρει να καταλαβαίνει πολύ περισσότερα πράγματα, απ΄ όσα μπορεί να εκφράσει.» (Έφηβος, Φ. Ντοστογιέφσκυ)
Ο Βησσαρίων όμως μίλησε γι΄ αυτό που βίωσε, ο Θεός απάντησε και εμείς αδέξιοι χειριστές του λόγου της Αλήθειας πνιγήκαμε στην θάλασσα των ματαίων λογισμών «..φθαρτών δακρύων απόγονοι…».
Ζητείται πλέον άνθρωπος να μιλά την γλώσσα του ουρανού, του θαυμαστού !
Εάν μας κατέστησαν ανέπαφους μπροστά στο Μυστήριο, μπροστά στο θαύμα, φταίμε πρώτα εμείς, που αφήσαμε τους λογής-λογής γδάρτες των ονείρων μας να αποξηράνουν τους χυμούς της υπάρξεως μας.
Ποιος διαμαρτυρήθηκε ή «απήργησε» όταν του είπαν ότι το φεγγάρι δεν είναι σύμβολο του έρωτα, μούσα χρυσοστόλιστη του παραμυθιού, μήτε τυραννικής βραδιάς παραμυθία αλλά ένα μάτσο πέτρες και βουβοί κρατήρες ;
Ποιος φώναξε να τρίξουν τα θεμέλια της γης, όταν μας είπαν ότι ο έρωτας δεν είναι η αποκάλυψη της ζωής, το θαύμα της σχέσης που ξεπερνά την αναγκαιότητα της φύσης αλλά η βιοχημεία των συναισθημάτων μας;
Κανείς δεν έκανε απεργία πείνας υπαρξιακής όταν η μοναδικότητα του προσώπου, το ένα βλέμμα, το ένα άγγιγμα, το ένα χαμόγελο και κλάμα, το ένα και αναλλοίωτο μοναδικό έγινε «κλώνος» στα εργαστήρια της λογικολαγνείας.
Κι΄ ήρθε ο Λάκης (Λαζόπουλος) ν΄ αποκαταστήσει την χαμένη αθωότητα του μύθου, το δέος των ματιών και της ψυχής μπροστά στο θαύμα. Έβγαλε το καπέλο του και υποκλινόμενος μπροστά στον Γέροντα Βησσαρίωνα, ψέλισε την εξομολόγηση μιας ολόκληρης γενιάς.
«Συγχώρεσε Γέροντα την εποχή μου που δεν μπορεί να ψηλαφήσει το θαύμα. Που βρώμισε τόσο πολύ η ψυχή μας ώστε δεν εκπλήσσεται μπροστά στο θαυμαστό. Το θέμα δεν είναι εάν πρόκειται για θαύμα ή όχι αλλά ότι χάσαμε την αίσθηση του θαύματος στην ζωή μας…» Καληνύχτα!

[π. Χ. Παπαδόπουλος, «Η νεκροψία της ψυχής μας«, εφημ. «Πατρίς, 22-3-2006, σύνδεσμος άρθρου: http://www.patris.gr/articles/82216?PHPSESSID=]

Λίγο καιρό αργότερα ανακάλυψα το μπλόγκ του (π. Λίβυος): όαση πραγματική ομορφιάς και αγάπης. Κείμενα πολύ δυνατά, γεμάτα ζωή, σταυραναστάσιμα. Ατμόσφαιρα χαρμολύπης, κατάφασης στην ανθρώπινη κατάσταση, έμφαση στην ουσία της υπάρξεως (στο -κατά Εμμ. Λεβινάς- «υπάρχειν»). Λόγος σημερινός, απτός, χωρίς άσκοπες λεκτικές φιοριτούρες, ζεστός και προσφυής για το πολλαπλώς χειμαζόμενο και κατακερματισμένο σύγχρονο υποκείμενο. Μέσα μου αυτόματα πέρασε η σκέψη: «Υπάρχουν τέτοιοι παπάδες; Τέτοιους παπάδες θέλουμε, δυναμικούς και αγαπητικούς, απλούς, μέσα στη ζωή, δίπλα στον κόσμο και τα σοβούντα προβλήματα του, μακριά από αδιέξοδους ηθικισμούς και βερμπαλισμούς».

Πρόσφατα είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον π. Χαράλαμπο και δια ζώσης. Ήταν κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του Στ. Ράμφου(ενός σπουδαίου διανοούμενου, παρά τις πάμπολλες διαφωνίες μου με τη σκέψη του). Εκεί πέραν της ευρύτητας της παιδείας  και της καλλιέργειας του γνώρισα κάτι σημαντικότερο: τον Άνθρωπο π. Χαράλαμπο. Έναν άνθρωπο ευαίσθητο, ήρεμο, γεμάτο αγάπη, εγκάρδιο. Ένιωσα το μεγαλείο της ευγένειας και της ζεστασιάς του. Την κατάφαση στον Άλλον, καθώς εστί,ως Προσώπον.

Αλλά και στην παρουσίαση του βιβλίου στην Ανδρόγεω πόσο συγκινητική ήταν η παρουσία των συγχωριανών και ενοριτών του! Τι παραπάνω θέλει ένας άνθρωπος από τους λόγους καρδιάς του εκλεκτού φίλου του π. Χ. Κοπανάκη;

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την αλήθεια του κοινωνείν:  «Καθ’ ὅ,τι ἄν κοινωνήσωμεν(…), ἀληθεύομεν, ἅ δε ἄν ἰδιάσωμεν, ψευδόμεθα» (Ηράκλειτος, στο: Diels-Kranz, Fragmente der Vorsokratiker, τόμος Ι, σελ. 148 ).

Το βιβλίο του π. Χ. Παπαδόπουλου περιλαμβάνει 18 διηγήματα. Η αφήγηση συναρπάζει. Ιστορίες από τη ζωή και για τη ζωή.  Άνθρωποι, Θεός, φύση, συναισθήματα, νοσταλγία, αθωότητα, ενοχές, πάθη, πόθοι, λογισμοί, αγώνας, ύπαρξη, ζωή, πόνος, χαρά, στιγμές, πτώσεις και αναβάσεις, απώλειες και υποστροφές, σπαρακτικά διαπλέκονται. Το «Να ζεις» είναι  διακύβευμα, αλλά και ζητούμενο, σχοινοβασία διαρκής και άθλημα ελευθερίας. Διότι «πολλές φορές δεν είναι εύκολο να βρίσκεσαι μπροστά στην ευθύνη των ονείρων σου» (σελ. 13). Μας θυμίζει ο συγγραφέας mutatis mutandis τα λόγια του Όσκαρ Ουάιλντ: «Δυο είναι οι μεγάλες τραγωδίες στη ζωή. Η μια είναι να μην πραγματοποιήσεις το όνειρο σου. Η άλλη, είναι να το πραγματοποιήσεις» (το παραθέτει ο P.Watzlawick στο βιβλίο του «Φτιάξε τη δυστυχία σου μόνος σου«, εκδ. Αλήστου μνήμης, σελ.40). Ο συγγραφέας διαπιστώνει με πικρία, πως όποιος δεν ζει, δεν αφήνει ούτε τον Άλλον να ζήσει:

(…)Ως και την θρησκεία έβαζε στη μέση. Προσπαθούσε να την γεμίσει ενοχές γιατί απλά ένιωθε γυναίκα. Παλιά τέχνη όλων εκείνων που θέλουν να ελέγχουν τους ανθρώπους μέσω των ενοχών. Να μην ζούν αυτοί και να μην αφήνουν και τους άλλους να χαρούν τη ζωή(…).

(απόσπασμα από το διήγημα «Μια στάλα ζωής», σελ. 22).

Θα κλείσουμε το σημείωμα μας με ένα συγκλονιστικό απόσπασμα του βιβλίου αφιερωμένο σε όσους διψούν για ζωή:

(…) Το να ζεις, φίλε Βασίλη, είναι μεγάλη υπόθεση. Είναι η μεγαλύτερη τέχνη πάνω στην γη. Η τέχνη της ύπαρξης. Είναι μια περιπέτεια χωρίς εγγυήσεις και βεβαιότητες. Είναι σχοινοβασία. Και δεν μαθαίνεται ούτε με βιβλία, ούτε με κηρύγματα, ούτε με τσιτάτα. Μονάχα ζώντας μαθαίνεις να ζεις. Θα ανέβεις και θα κατέβεις πολλές φορές στην κόλαση για να φτάσεις στον παράδεισο. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος(…)

(απόσπασμα από το διήγημα «Στην Προκυμαία», σελ. 50-51).

Αντέχετε;

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Μεγάλη Δευτέρα/Μεγάλη Τρίτη

9-10 Απριλίου 2012

Πέτρος Θεοδωρίδης, Ποιος είναι ξένος σήμερα;

5 Σχόλια

Αποσπάσματα απο το δοκίμιο του Πέτρου Θεοδωρίδη »Ταυτότητες και Ξένοι» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 4 (Καλοκαίρι 2006) του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.
[…]
-Πως θα ορίζαμε το ξένο σήμερα;
Σήμερα στην καθημερινή ζωή είμαστε συνεχώς εκτεθειμένοι στο σοκ της διαφοράς: η διάκριση του οικείου από το ξένο, το διαφορετικό ή το αλλότριο έχει γίνει περισσότερο εύθραυστη παρά ποτέ.Σήμερα οι από κοινού μοιρασμένες, συλλογικές μορφές του οικείου από το οποίο διαχωρίζεται το αλλότριο ως διαφορετικό μπορούν να στηριχτούν όλο και λιγότερο σ’ εκείνες τις βασικές διαδικασίες μέσα από τις όποιες παράγονται. «Αυτό που ο Ζιμελ αντιλαμβανόταν ως το χαρακτηριστικό του ξένου –«ο οδοιπόρος, που σήμερα έρχεται και αύριο μένει » στην εποχή μας τείνει να γίνει η γενική μορφή ζωής». Αυτό δεν σημαίνει ότι η σχέση με τον ξένο έχει γίνει λιγότερο προβληματική, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Όταν η οριοθέτηση του αλλότριου δεν μπορεί να στηριχτεί πια σε αυτονόητες πολιτισμικές διακρίσεις, τότε συμβαίνουν δυο πράγματα: «Από τη μια γίνεται φανερός ο κατασκευασμένος χαρακτήρας του αλλότριου (καθώς και του οικείου) ο οποίος ήταν βέβαια ανέκαθεν τέτοιος, αλλά τώρα -απογυμνωμένος από την αυτονόητη πολιτισμική του προφάνεια- εμφανίζεται πιο καθαρά ως κοινωνική κατασκευή. Από την άλλη, αλλάζουν οι αφορμές για οριοθέτηση.[…]
[…]Eτσι τα υποκείμενα που έχουν απελευθερωθεί από τους σταθερούς πολιτισμικούς δεσμούς κατασκευάζουν το οικείο και το αλλότριο μάλλον αυθαίρετα, ρευστά πρόσκαιρα και με εναλλαγές, δηλαδή μάλλον ανάλογα με τις συνθήκες του ανταγωνισμού γύρω από τα πλεονεκτήματα τους πόρους και την άσκηση της εξουσίας, …».
Στην «εξατομικευμένη» κοινωνία μας είναι ακριβώς η σταδιακή εξάλειψη του ξένου που συνιστά πρόβλημα μέσω του οποίου δικαιολογούνται οι βίαιες περιθωριοποιήσεις.
Ετσι σήμερα δεν θα ήταν ο άλλος, αλλά εν δυνάμει κάθε άλλος, αντικείμενο βίαιων ενεργειών στον βαθμό που είναι ασθενέστερος από τον επιτιθέμενο και θεωρείται κατώτερος και ανυπεράσπιστος. Σήμερα το αλλότριο κατασκευάζεται και επανακατασκευαζεται διαρκώς ως ένας τρόπος επανοριοθέτησης του οικείου, με έναν τρόπο που καταλήγει να είναι φανερά σχεδόν ξεδιάντροπα πολιτικός, όπως όριζε το πολιτικό ένας μεγάλος θεωρητικός του μεσοπολεμικού ολοκληρωτισμού ο Karl Schmitt: «Η ειδικά πολιτική διάκριση στην οποία μπορούν να αναχθούν οι πολιτικές πράξεις και τα πολιτικά κίνητρα είναι η διάκριση φίλου και Εχθρού. Είναι η «κοινωνική κατασκευή της εικόνας του εχθρού» που αποτελεί ξανά τη συγκολλητική ουσία των ταυτοτήτων […]

Στην εποχή μας αντιμετωπίζουμε μια θεμελιώδη αντίφαση. Από την μια πλευρά έχουμε  μια υλική πραγματικότητα παγκοσμιοποιημένη, περίπλοκη και διάχυτη και από την άλλη πλευρά  μια φαντασιακή αναπαράσταση αυτής της πραγματικότητας που την ανασυνθέτει νοσταλγικά, που προσπαθεί να εξαλείψει τα κενά, να την αναπλάσει ως ενιαία και μοναδική. Παρουσιάζεται ετσι ένα φαινόμενο, υπερβολικής αγάπης (για οσους βέβαια μας μοιάζουν) και ίσως, υπερβολικού μίσους για όσους (φαντασιακά) διαφέρουν […]

– Και φυσικά εκείνοι που εκμεταλλεύονται αυτή την (ψευδή) αγάπη και το (ψευδο) μίσος είναι αυτοί που και Τώρα εκμεταλλεύονται την μισθωτή εργασία (και τις συντάξεις) Εγχωρίων και ξένων …

Η ΞΕΝΟΤΗΤΑ

Η ταυτότητα δεν συγκροτείται μόνο μέσα στο περιβάλλον και το αίσθημα οικειότητας αλλά και μέσω της συνάντησης με τον ξένο.
Όχι μόνο με τον άλλο ξένο αλλά και με τον ξένο μέσα μας τον ασυνείδητο προσωπικό μας άλλο.
«Παραδόξως -λέει η Κρίστεβα- ο ξένος μας κατοικεί, είναι η κρυμμένη πλευρά της ταυτότητας μας, ο τόπος όπου ερημώνεται η κατοικία μας, ο χρόνος κατά τον οποίο ναυαγούν η συναίνεση και η συμπάθεια..» Για την Κρίστεβα ο «ξένος, μορφή του μίσους και του άλλου (…) αρχίζει να υπάρχει όταν αναδύεται η συνείδηση της διαφοράς μου, και ολοκληρώνεται όταν αναγνωρίζουμε οτι όλοι είμαστε ξένοι, απείθαρχοι απέναντι σε δεσμούς και κοινότητες».
ο Georges Bataille μας θυμίζει πως η ασυνέχεια, η διαφορά ενυπάρχει στην πραγματικότητα: «Κάθε όν διαφέρει από όλα τα άλλα Μεταξύ ενός όντος και ενός άλλου υπάρχει μια άβυσσος, υπάρχει μια διακοπή(…)Αυτή η άβυσσος βρίσκεται για παράδειγμα ανάμεσα σε σας πού με ακούτε και σε μένα που σας μιλώ. Προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε, αλλά καμία επικοινωνία μεταξύ μας δεν θα μπορέσει να εξαλείψει μια πρωταρχική διαφορά. Αν πεθάνετε εσείς δεν είμαι εγώ που πεθαίνω. Είμαστε, εσείς κι εγώ όντα διακεκομμένα» .

Ο Slavoj Zizek επισημαίνει ότι η αποξένωση, η έλλειψη γνώσης του άλλου αποτελεί τον κανόνα στις ανθρώπινες σχέσεις: «ο άλλος είναι εκεί ως απόλυτος Άλλος. Απόλυτος, δηλαδή αναγνωρίζεται αλλά δεν γνωρίζεται». «Μπορούμε να ανά-γνωρίσουμε τον άλλο ως πρόσωπο μόνο στον βαθμό που, με ριζοσπαστική έννοια παραμένει άγνωστος σε μας. Η αναγνώριση υπαινίσσεται την απουσία της γνώσης. Η διύποκειμενικότητα βασίζεται πάνω στο γεγονός ότι ο άλλος γίνεται αντιληπτός φαινομενολογικά ως μια  «άγνωστη ποσότητα», ως μια απύθμενη άβυσσος την οποία δεν μπορούμε ποτέ να βυθομετρήσουμε»

Αντίστροφα με το αίσθημα της οικειότητας η συνάντηση με τον ξένο, τον άλλο, συνοδεύεται σχεδόν πάντα και από ένα αίσθημα ξενοφοβίας, ένα αίσθημα παραδοξότητας, όχι με την έννοια της αποστροφής προς τον άνθρωπο ξένο, αλλά με την έννοια του φόβου της αποστροφής προς ανοίκειες καταστάσεις , προς καταστάσεις που προκαλούν αγωνία.

Ένα πολύ γνωστό μυθιστόρημα, «Ο Πύργος», του Κάφκα διαπνέεται από αυτή την αίσθηση: Στον Πύργο, ο ήρωας του Κάφκα ο Κ θέλει να εισέλθει στον Πύργο αλλά μένει πάντα απ’ έξω γιατί είναι ξένος.

Δεν σας αρέσει ο Πύργος;», ρώτησε ο δάσκαλος γρήγορα.

«Πως;», ξαναρώτησε ο Κ λίγο αιφνιδιασμένος και επανέλαβε αμέσως την ερώτηση με ηπιότερο τόνο: «Αν μου αρέσει ο Πύργος; Γιατί νομίζετε ότι δεν μου αρέσει;»

«Σε κανένα ξένο δεν αρέσει», είπε ο δάσκαλος.

Πράγματι στον Κ δεν άρεσε ο Πύργος.

«Ξαφνικά ο Κ θυμήθηκε το χωριό του. Μπορούσε να σταθεί πολύ καλά απέναντι σ’ αυτόν τον δήθεν Πύργο κι έκανε όλη αυτή την πορεία για να τον δει, τότε ήταν κρίμα για τον κόπο[… ] Kι άρχισε να συγκρίνει το καμπαναριό του χωριού του με τον πυργίσκο πού έβλεπε εκεί πάνω . Το καμπαναριό χωρίς δισταγμό λόγχιζε τον αέρα με έναν υψηλότερο σκοπό από ότι τα χαμηλά σπίτια […] ο πύργος κατέληγε σε κάτι σαν σοφίτα με πολεμίστρες ακανόνιστες σπασμένες […]. Νόμιζες πως ήταν κάποιος ψυχοπαθής που τον είχαν κλειδωμένο στο πιο ψηλό δωμάτιο του σπιτιού είχε σπάσει τη στέγη και είχε ανυψωθεί, για να βλεπει από εκεί τον κόσμο.»

Πηγή:

http://nosferatos.blogspot.com/2008/07/blog-post_7646.html

Πέτρος Θεοδωρίδης,Η δημοκρατία στη νεωτερικότητα

2 Σχόλια

Απόσπασμα από το δοκίμιο του Πέτρου Π. Θεοδωρίδη «Δυσφορία στη δημοκρατία» που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 18 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.

[Αρχική δημοσίευση στο ιστολόγιο Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ(8-3-2012). Σύνδεσμος: http://nosferatos.blogspot.com/2012/03/blog-post_3860.html. Θερμές ευχαριστίες οφείλουμε στο φίλο Νοσφεράτο που επέτρεψε την αναδημοσίευση στις Αναγνώσεις].

(…)

Η δημοκρατία στη νεωτερικότητα
Οι αρχαίες δημοκρατίες ήταν απομονωμένες νησίδες ισότητας μεταξύ ομοίων, ανδρών μικροϊδιοκτητών, δουλοκτητών, εν μέσω μιας γενικευμένης ανισότητας. Αντίθετα, στη νεωτερικότητα συνεχίζουν βέβαια να υπάρχουν και να βαθαίνουν οι κοινωνικές ανισότητες, όμως συνυπάρχουν με μια γενικευμένη προσδοκία ισότητας. Η νεώτερη κοινωνία απαιτεί από τους ανθρώπους να είναι «συμβατοί» και «ομοιογενείς» ώστε να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της έντονης κοινωνικής κινητικότητας.
Η νεωτερικότητα σημαδεύτηκε από τη Γαλλική Επανάσταση, την επανεμφάνιση της δημοκρατίας αλλά και του μίσους εναντίον της. Το 1790 ο Έντμουντ Μπερκ δημοσίευσε τους Στοχασμούς για την Επανάσταση στη Γαλλία υποστηρίζοντας ότι οι γαιοκτήμονες αριστοκράτες ήσαν οι φυσικοί άρχοντες της Γαλλίας. Ο ποιητής Νοβάλις στο έργο του Χριστιανοσύνη ή Ευρώπη; (1799) ύμνησε τις «υπέροχες εκείνες ημέρες», όταν η Ευρώπη «ήταν ένα μια απέραντη πολιτική κι ηθική αυτοκρατορία του πνεύματος». Για τον Ντε Μαιστρ που το 1796 γράφει τους Συλλογισμούς για τη Γαλλία «το θέλημα του Θεού και όχι ο ανθρώπινος λόγος είχε πλάσει τους νόμους, θεσμούς και κοινωνίες».
Η θεωρία του φιλελευθερισμού, όπως τη διατυπώνει ο Τζον Λοκ, θεμελιώνεται στα ατομικά συμφέροντα. Ο βασικός στόχος των ενωμένων σε μια κοινότητα ανθρώπων υπό την αιγίδα μιας κυβέρνησης γίνεται η διαφύλαξη της ιδιοκτησίας τους και η νεωτερική δημοκρατία εμφανίζεται πλέον με τη μορφή της αντιπροσώπευσης. Κατά τον 18ο αιώνα δεν τίθεται πλέον θέμα άμεσης δημοκρατίας και ο ίδιος ο Ρουσσώ ήταν πεπεισμένος ότι μόνο μικρές κοινότητες θα την πλησίαζαν .
Οι φιλελεύθεροι υποστήριζαν ότι κάθε είδους κυριαρχία πρέπει να στηρίζεται στη βούληση του λαού. Από την άλλη όμως ήθελαν να διαφυλάξουν το δημοκρατικό πολίτευμα που προοριζόταν για δική τους χρήση. Η αρχή της εκπροσώπησης ήρθε να ρυθμίσει το πρόβλημα της λαϊκής κυριαρχίας. Επέτρεψε να αφαιρεθούν οι εξουσίες από τον κυρίαρχο λαό χωρίς να υπερβούν την αδιαίρετη φύση του. Έτσι περάσαμε από τη λαϊκή κυριαρχία στην κοινοβουλευτική κυριαρχία και η εκλογική διαδικασία σήμανε την επιστροφή στην καθησυχαστική επιλογή εκείνων που ο Τζον Άνταμς ονόμαζε «Οι Άριστοι και οι πιο σοφοί».
Μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ πολλών, δύο βασικές παραλλαγές της νεωτερικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Τη φιλελεύθερη και τη ρεπουμπλικανική. Η φιλελεύθερη εκδοχή καταγόταν από την Αγγλία και έθετε ως αρχή την υπεροχή της κοινωνίας. Το κράτος δεν μπορούσε να παίρνει πρωτοβουλίες που να υπερβαίνουν τις περιορισμένες αρμοδιότητες που του έχουν παραχωρηθεί από τους πολίτες. Η ρεπουμπλικανική εκδοχή υποστήριξε ότι οι πολίτες θα έπρεπε να υποταχθούν στην ιδέα της «κοινής βούλησης». Το κράτος εμφανίζεται πια ως ένα εκπαιδευτικό σχέδιο, ως προσηλυτισμός στη θρησκεία της αρετής του πολίτη. Στη ρεπουμπλικανική εκδοχή ο απωθημένος πλατωνικός πολιτικός επιστρέφει.
Πώς εξελίχθηκε η ιδιότητα του πολίτη στη φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία; Ο Μακφέρσον το 1977 διέκρινε τρία ιστορικά θεωρητικά μοντέλα φιλελευθερισμού από ένα τέταρτο —ως ευχή μάλλον παρά ως ιστορικό προηγούμενο, τη δημοκρατία της συμμετοχής. Ως πρώτο ιστορικό μοντέλο θεώρησε την προστατευτική δημοκρατία με κύριους εκφραστές τους εκπρόσωπους του ωφελιμιστικού φιλελευθερισμού τον Bentham και τον Jameς Mill. Στο μοντέλο αυτό επιχείρημα ήταν η προστασία του κυβερνωμένου από την κρατική καταπίεση. Το δεύτερο μοντέλο —με κύριο εκπρόσωπο τον John Stuart Mill— το ονομάζει αναπτυξιακή δημοκρατία. Εδώ δίνεται μια νέα ηθική θεώρηση της δημοκρατίας ως μέσου για την αυτό- ανάπτυξη του ατόμου. Στο τρίτο μοντέλο —δημοκρατία της Ισορροπίας, με κύριο εκπρόσωπο τον Joseph Schumpeter και το βιβλίο του Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία— το ηθικό αίτημα εγκαταλείπεται. Οι θεωρητικοί της ισορροπίας αντιπροτείνουν εδώ μια περιγραφή της δημοκρατίας ως ανταγωνισμού μεταξύ ελίτ, χωρίς εκτεταμένη λαϊκή συμμετοχή. Η δημοκρατία δεν αποτελεί σύνολο ηθικών σκοπών αλλά απλώς μηχανισμό επιλογής και εξουσιοδότησης κυβερνήσεων που συνίσταται σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοεπιλεγόμενων ομάδων πολιτικών ελίτ. Ο ρόλος των εκλογέων δεν είναι να παίρνουν αποφάσεις αλλά να εκλέγουν τους ανθρώπους που θα αποφασίζουν.
Το κλασικό πια έργο του βρετανού κοινωνιολόγου Thomas Humphrey Marshall (1893-1981), Citizenship and social class (1950) βασίζεται στη διάκριση μεταξύ αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Για τον Μάρσαλ η συμφιλίωση των αστικών, (18ος αιώνας) πολιτικών (19ος) και κοινωνικών δικαιωμάτων (20ός) κατέληξε στο κράτος πρόνοιας ως απόρροια μιας εξελικτικής διαδικασίας. Στην πλοκή της αφήγησης του Μάρσαλ, το επιστέγασμα των δικαιωμάτων, δηλαδή τα κοινωνικά δικαιώματα ενέχουν χαρακτήρα ενισχυτικό μιας αρχής ισότητας που οδηγεί στην άμεση αίσθηση συμμετοχής στην κοινότητα, τη βασισμένη στην προσήλωση σε έναν κοινό πολιτισμό. Θεωρώντας ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι αποτέλεσμα μιας σταδιακής εξέλιξης ο Μάρσαλ μοιάζει να αγνοεί την ασυνέχεια και τη διάσταση της πάλης των τάξεων στη διαμόρφωση της ιδιότητας του πολίτη καθώς και τον ρόλο εξωτερικών     παραγόντων π.χ. του πολέμου. Η ιστορική αλήθεια είναι ότι τα δικαιώματα ακολούθησαν μια πολύπλοκη και αντιφατική ιστορική πορεία και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πια, στην εποχή των μεταναστών το προφανές. Ο «γυμνός άνθρωπος, ο άνθρωπος που δεν ανήκει σε μια συγκροτημένη εθνική κοινότητα, δεν έχει κανένα δικαίωμα».
Η φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελεί ένα σχετικά πρόσφατο ιστορικό μόρφωμα. Δημοκρατία με ελεύθερες εκλογές, καθολική, ισότιμη και μυστική ψηφοφορία για άνδρες και γυναίκες, ελευθερίες του λόγου, της συνείδησης, του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι και της έκφρασης, την απαγόρευση της φυλάκισης χωρίς δίκη δεν υπήρχε σε κανένα μέρος της γης τον 19ο αιώνα, ενώ πριν από το 1914 επιβλήθηκε σε τέσσερις μόνο χώρες σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Στη Νέα Ζηλανδία το 1893, στην Αυστραλία το 1903, στη Φιλανδία το 1906 και στη Νορβηγία το 1913 και ως ένα βαθμό στις ανδροκρατούμενες δημοκρατίες της Γαλλίας και της Ελβετίας.
Αρχικά η εγκαθίδρυση της σύγχρονης δημοκρατίας συνοδεύτηκε  από έναν δραστικό περιορισμό της ιδιότητας του πολίτη με τη μορφή της τιμοκρατικής ψήφου. Εκλογείς θεωρούνταν μόνον εκείνοι οι πολίτες μιας χώρας που κατέβαλλαν έναν ελάχιστο φόρο ή που ήταν ιδιοκτήτες. Στα 1885, μόνον το 56% των βρετανών ενηλίκων ανδρών είχαν γίνει δεκτοί στο εκλογικό σύστημα. Για την καθολική ψηφοφορία έπρεπε να περιμένουν έως το 1918. Το Γαλλικό Επαναστατικό Σύνταγμα του 1791 διαχώρισε αρχικά τα τέσσερα εκατομμύρια τετρακόσιες χιλιάδες «ενεργούς» πολίτες από τα δύο εκατομμύρια χωρίς περιουσία και ψήφο. Φυσικά οι γυναίκες αποκλείονταν από την ιδιότητα του πολίτη και όπως διαμαρτυρήθηκε η Ολυμπία ντε Γκουζ, στο άρθρο 10 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων της γυναίκας και της πολίτισσας: «Η γυναίκα που έχει τα δικαίωμα να ανέβει στο ικρίωμα πρέπει να έχει εξίσου το δικαίωμα να ανέβει στο βήμα του κοινοβουλίου».
Το 1791 επήλθε μια νέα μορφή αποκλεισμού, η ψήφος κατά εκλογικά σώματα. Εν τέλει η καθολική ψηφοφορία συμπεριλήφθηκε στο Σύνταγμα της Γαλλικής Δεύτερης Δημοκρατίας όμως αντί να λειτουργήσει ως δούρειος ίππος της μεγάλης επαναστατικής πλημμυρίδας —όπως πίστευε ο Μαρξ— η καθολική ψηφοφορία εμφανίστηκε ως το πιο αποτελεσματικό φράγμα κατά της επαναστατικής ανατροπής απ’ ό,τι η στρατιωτική καταστολή. Στις προεδρικές εκλογές του 1848 και στη συνέχεια οι βουλευτικές εκλογές του Μαΐου του 1849 εξασφάλισαν τη νίκη του Λουδοβίκου Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Συχνά ξεχνάμε ότι αρχιτέκτονας του κράτους πρόνοιας ήταν ο Μπίσμαρκ που το επινόησε προκειμένου να εμποδίσει τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων. Μόλις τα έτη 1911-1913 άρχισε να διαμορφώνεται ένα υποτυπώδες πρόγραμμα κοινωνικής προστασίας στη Γαλλία και Σουηδία (σύνταξη) και τη Μεγάλη Βρετανία (ιατρική περίθαλψη). Και είναι μάλλον ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος που πιέζει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία να στραφεί προς μια κατεύθυνση ανακατανομής του πλούτου, αν θυμηθούμε την υπόσχεση της «αναφοράς Μπέβεριτζ» το 1942, στους Βρετανούς στρατιώτες —ένα κρατικό σύστημα δωρεάν ιατρικής περίθαλψης— που πολύ αργότερα θα εμπνεύσει στον Μισέλ Φουκώ τη ρήση «Πηγαίνετε λοιπόν να σφαχτείτε σας υποσχόμεθα μακρά κι ευχάριστη ζωή».
Η «εκλογική κωμωδία» για έναν αιώνα περίπου εμφανιζόταν ως απάτη που επέτρεπε τη συγκάλυψη των κοινωνικών ανισοτήτων. Οι αναρχικοί αντιμετώπιζαν τη δημοκρατία με τον ίδιο σεβασμό που θα έδειχναν σε οποιαδήποτε δικτατορία. Οι μαρξιστές είδαν στα δικαιώματα του πολίτη τη συγκάλυψη της πραγματικότητας του ιδιοκτήτη, ο οποίος επιβάλλει τον νόμο του πλούτου, κάτω από το προσωπείο των ίσων δικαιωμάτων αν και ο ίδιος ο Μαρξ είχε πιστέψει κάποτε ότι η καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας στη Μεγάλη Βρετανία μπορούσε να συντελέσει σε ένα ειρηνικό πέρασμα προς τον σοσιαλισμό. Εν γένει ο φορμαλισμός των εκλογών θεωρήθηκε από τους μαρξιστές ως αστικό τέχνασμα. Υπήρχαν φορές όπου οι εργάτες ψηφοφόροι κινητοποιούνταν για την ενίσχυση των εργατικών κομμάτων και άλλες που αρνούνταν να αναγνωρίσουν μια «εκλογική κωμωδία». Ήταν η μαρξιστική πειθαρχία της γερμανικής και αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας που περιόρισαν ως έναν βαθμό την περιφρόνηση προς την εκλογική διαδικασία.

Ύστερη Δημοκρατία

Η αρχή της δεκαετία του 1990 χαιρετίστηκε ως ο θρίαμβος της δημοκρατίας και του ατομικισμού. Βέβαια ήταν ο Τοκβίλ που προανήγγειλε την «προσεχή αναπότρεπτη και καθολική επικράτηση της Δημοκρατίας στον κόσμο» και επισήμανε «τους κίνδυνους της τυραννίας της πλειοψηφίας» την έλλειψη ανεκτικότητας, την αποθέωση της μετριότητας, την έλλειψη ανοχής στην διαφοροποίηση, την παραγωγή μορφών πολιτικής νωθρότητας. «Το πρώτο πράγμα που μου έλκει την προσοχή», έγραφε ο Τοκβίλ, «είναι ένα αναρίθμητο πλήθος ανθρώπων, όλων ισότιμων και παρόμοιων, διαρκώς αναζητούντων τις ποταπές και ευτελείς ηδονές. Καθένας από αυτούς, ζώντας απομονωμένος είναι αδιάφορος για την μοίρα όλων των άλλων. Υπάρχει μόνο στον εαυτό  του και για τον εαυτό του. Πάνω από αυτό το είδος των ανθρώπων βρίσκεται μια τεράστια και προστατευτική δύναμη απόλυτη, ακριβής, σταθερή, προνοητική και ήπια. Προσιδιάζει προς την εξουσία ενός γονέα. Αλλά, επιδιώκει να τους κρατήσει διαρκώς στην παιδική ηλικία. Είναι ικανοποιημένη που οι άνθρωποι μπορούν να χαίρονται υπό τον όρο πως δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο πέρα από την απόλαυση».
Στα τέλη του περασμένου αιώνα συγγραφείς σαν τον Λιποβέτσκι θεωρούσαν την προφητεία του Τοκβίλ πραγματοποιημένη. «Ποτέ», δήλωναν, «όσο σήμερα η δημοκρατία δεν ήταν τόσο σίγουρη για την εγκυρότητα των πλουραλιστικών θεσμών τόσο εναρμονισμένη με τα ήθη, με το προφίλ ενός ατόμου αλλεργικού στον αυταρχισμό και τη βία, ανεκτικού και διψασμένου για συχνές αλλά όχι επικίνδυνες αλλαγές». Ο ατομικισμός εμποδίστηκε μέχρι πρόσφατα από σκληρές ιδεολογικές πανοπλίες, θεσμούς και ήθη παραδοσιακά ή πειθαρχικά- εξουσιαστικά. «Αυτό ακριβώς το έσχατο σύνορο καταρρέει σήμερα με τρομερή ταχύτητα. Η διαδικασία προσωποποίησης, που την ωθούν η επιτάχυνση των τεχνικών, το management, η μαζική κατανάλωση, τα ΜΜΕ, ο ψυχολογισμός, φέρει στο αποκορύφωμά της τη βασιλεία του ατόμου, ρίχνει τους τελευταίους φραγμούς». Η μεταηθική κοινωνία, για τον Λιποβέτσκι, «φέρνει την εποχή όπου το καθήκον είναι γλυκανάλατο και αναιμικό, όπου η ηθική δεν απαιτεί πλέον την αφοσίωση σε κάποιον υπέρτατο αυτοσκοπό όπου τα υποκειμενικά δικαιώματα υπερισχύουν των επιτακτικών προσταγών, όπου τα ηθικά διδάγματα παρακάμπτονται από τα μηνύματα για καλύτερη ζωή, τον ήλιο των διακοπών, την μεντιακή ψυχαγωγία».
«Όμως στις αρχές του 21ου αιώνα αρκεί κανείς να απαριθμήσει», λέει ο Jacques Rancière, «τους κανόνες οι οποίοι επιτρέπουν στο αντιπροσωπευτικό σύστημα να ανακηρύσσεται δημοκρατικό για να προκαλέσει θυμηδία… Αυτό που αποκαλούμε δημοκρατία είναι ένας τρόπος κυβερνητικής λειτουργίας ολωσδιόλου αντίστροφος: αιώνιοι εκλεγμένοι που συσσωρεύουν αξιώματα, κυβερνήσεις που φτιάχνουν οι ίδιες τους νόμους, υπουργοί ή συνεργάτες υπουργών που βολεύονται σε δημόσιες επιχειρήσεις, κόμματα που χρηματοδοτούνται από απάτες». Και ο Colin Crouch, μας θυμίζει μερικά πολύ αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά της σύγχρονης «μετα-δημοκρατίας»· προεκλογικός αγώνας είναι ένα πλήρως ελεγχόμενο θέαμα που ενορχηστρώνεται από ειδικευμένους επαγγελματίες. Η πλειοψηφία των πολιτών κρατά μια απαθή στάση. Η πολιτική διαμορφώνεται με συνδιαλλαγές ανάμεσα στις εκλεγμένες κυβερνήσεις και τα κυρίαρχα συμφέροντα των επιχειρήσεων, οι πολιτικοί σύρονται πίσω από τις δημοσκοπήσεις, η προσωποποίηση της εκλογικής διαμάχης τείνει να υποκαταστήσει τον διάλογο, ασήμαντα γεγονότα της ιδιωτικής ζωής των πολιτικών καθίστανται κεντρικά ζητήματα από τα ΜΜΕ. Το κενό που άφησε η πολυδιάσπαση της εργατικής τάξης το κατέλαβαν οι εταιρίες, οι πολιτικοί σύμβουλοι και οι επικοινωνιολόγοι, με το κράτος να εκχωρεί όλο και περισσότερες εξουσίες στα επιχειρηματικά συμφέροντα. Η εκχώρηση όλο και μεγαλύτερων αρμοδιοτήτων του δημόσιου τομέα στον ιδιωτικό, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, την περιθωριοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, την αύξηση των ανισοτήτων, τη μεταβίβαση φορολογικών βαρών στους ασθενέστερους.
   Η δυσφορία στις δημοκρατίες μας γίνεται όλο και πιο έντονη. Η παγκόσμια κοινωνία γίνεται όλο και περισσότερο «Κοινωνία του ρίσκου», έννοια που πρώτος εισήγαγε ο Urlich Beck, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Oι συγκρούσεις για την κατανομή του πλούτου έχουν επικαλυφθεί από τις συγκρούσεις για την κατανομή των κινδύνων, που προκαλούνται από την ανάπτυξη.
   Σήμερα, καθώς μεγάλο μέρος της εξουσίας μεταβιβάζεται στο πολιτικά ανεξέλεγκτο παγκόσμιο χώρο, η πολιτική δράση και ο ατομικός βίος οδηγούνται στον κατακερματισμό, σε μια σειρά από βραχυπρόθεσμα προγράμματα και επεισόδια: στον «πρωτεϊκό» άνθρωπο της νέας εποχής που αναπτύσσει πολλαπλούς χαρακτήρες-ρόλους, που πορεύεται με θρύμματα μιας βραχύβιας συνείδησης πού χρησιμοποιούνται γα την εκάστοτε επικοινωνία του με τους εικονικούς του κόσμους.
Για τον Καρλ Πόπερ, η δημοκρατία ως «ανοιχτή κοινωνία» ορίζεται ως το αντίθετο της πλατωνικής ουτοπίας και ο Καστοριάδης επέμενε στην άρνηση κάθε απόπειρας ορισμού της τέλειας κοινωνίας. «Πρέπει να αποσκοπούμε στην εξεύρεση της πολιτείας που επιτρέπει κάθε φορά στην αυτοαλλοιούμενη κοινωνικοϊστορική πραγματικότητα, να δώσει στον εαυτό της τη νομοθεσία που της αντιστοιχεί».
Όμως στις μέρες μας η «ανοιχτή κοινωνία» αντί για την αυτοδιάθεση μιας ελεύθερης κοινωνίας, όπως την φαντάστηκε ο Καρλ Πόπερ, φέρει στο νου των ανθρώπων την εμπειρία ενός ευάλωτου πληθυσμού που κατακλύζεται από δυνάμεις που δεν ελέγχει. Στις μετανεωτερικές κοινωνίες μας ο φόβος μεταλλάσσεται σε αγωνία. Ο φόβος έχει ένα προσδιορισμένο αντικείμενο. Η αγωνία παραβλέπει το αντικείμενο και διακρίνεται από τον φόβο, από το γεγονός ότι ο φόβος προκαλείται από τα όντα του κόσμου, ενώ η αγωνία από το εγώ (Σαρτρ). Η αγωνία μεταλλάσσει και την έννοια της ιδιότητας του πολίτη. Η ιδιότητα του πολίτη ενείχε στη νεωτερικότητα μια συνδήλωση ενεργούς συμμετοχής στα κοινά. Η (μετα)νεωτερικότητα μετατοπίζει το περιεχόμενο της έννοιας στον «υπεύθυνο πολίτη», ο οποίος συνεκτιμά «σενάρια» και επιλέγει από την ποικιλία των πολιτικών «life-styles». Ο κίνδυνος για το χειρότερο κλείνει και τον ορίζοντά του. Αυτός ο φοβικά υπεύθυνος, μελαγχολικός πολίτης διαθέτει ακόμα τον «εχθρό» του που κινείται πια στον νεφελώδη χώρο της «ανευθυνότητας» που περιέχει όσους δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο νέο, γεμάτο κινδύνους κοινωνικό-πολιτικό περιβάλλον. Το άτομο γίνεται θεατής και καταναλωτής. «Στην κοινωνία των καταναλωτών κανείς δεν μπορεί να γίνει υποκείμενο χωρίς να μετατραπεί πρώτα σε εμπόρευμα και κανείς δεν μπορεί να κρατήσει την υποκειμενικότητα του ασφαλή χωρίς να ανακινεί, να ανασταίνει και να ανανεώνει τις ικανότητες που αναμένονται και απαιτούνται από ένα εμπόρευμα προς πώληση». Ταχύτητα, καινοτομία, ανία, απόρριψη γίνονται σήμερα το μαγικό τετράπτυχο της κουλτούρας του καταναλωτισμού. Υπερβολή, ασωτία και εξωφρενική σπατάλη, τα ψυχοφάρμακά της. «Στην κοινωνία της κατανάλωσης», γράφει ο Γιάννης Σταυρακάκης, «το κύριο κοινωνικό καθήκον συνίσταται στην όλο και μεγαλύτερη απόλαυση». Όμως «όπως το θέτει ο Λακάν στο σεμινάριο του Encore, “Δεν είναι αυτό!” Αυτή είναι η ίδια η κραυγή μέσω της οποίας η απόλαυση (jouissance) που λαμβάνουμε διαφοροποιείται από την απόλαυση που περιμέναμε». Η ικανοποίηση της επιθυμίας αναβάλλεται από φαντασίωση σε φαντασίωση, από προϊόν σε προϊόν. Είναι μάλιστα αυτή η «συνεχής, άπληστη και ακόρεστη μετάθεση που συνιστά την ουσία του καταναλωτισμού».
Η Δυσφορία στον Πολιτισμό στην εποχή του Φρόιντ προερχόταν από τις επιταγές ενός σκληρού Υπερ-εγώ και τις απαγορεύσεις που αυτό έθετε. Η μεταμοντέρνα δυσφορία, όμως, γεννιέται μάλλον από τoν ίλιγγο της καταναλωτικής ελευθερίας. Όμως ο μετανεωτερικός «υπεύθυνος» καταναλωτής-πολίτης συνεχίζει να αγνοεί τους «αόρατους», τους πρόσφυγες, που θεωρούνται σήμερα «περιττές» υπάρξεις αλλά και την, κατά Μπάουμαν, «υποτάξη» (underclass)· μια αφιλόξενη ομαδοποίηση για μεγάλες και ετερόκλητες κατηγορίες ανθρώπων όπου  στοιβάζονται εγκληματίες και ανύπαντρες μητέρες που ζουν από την κοινωνική πρόνοια, νεαροί παραβάτες και τοξικομανείς, αποφυλακισθέντες και άστεγοι, βαποράκια και επαίτες που το μόνο κοινό χαρακτηριστικό είναι η αποτυχία τους να είναι καταναλωτές.
Ο όρος λαϊκισμός αναφέρεται σε ρητορικές και ιδεολογίες στις οποίες ο «λαός» λειτουργεί ως κομβικό σημείο. Όμως ο σύγχρονος λαϊκισμός που πλήττει τις δυτικές μεταδημοκρατίες μας έχει ελάχιστη σχέση με την ιστορικοπολιτική έννοια του λαού. Πολύ περισσότερο σχετίζεται με ότι η Hannah Arendt αποκαλούσε «υπόλειμμα όλων των τάξεων» όχλο (mob) διακρίνοντας σ’ αυτόν χαρακτηριστικά «μαζάνθρωπου» και ενός ακραίου ατομικισμού. Ο σύγχρονος λαϊκισμός θυμίζει και τον αγροτικό λαϊκισμό των μεσοδυτικών και νότιων περιοχών των ΗΠΑ όπου υπεύθυνοι για την τραγική κατάσταση των φτωχών αγροτών θεωρούνται «η κυβέρνηση, οι τραπεζίτες, σιδηροδρομικές εταιρείες, η Καθολική Εκκλησία, οι Εβραίοι κι οι Μαύροι». Σήμερα, σε μια εποχή όλο και πιο απρόσωπου και ακατανόητου για τους πολλούς κοινωνικού ανταγωνισμού οι εκπρόσωποι της Νέας Ακροδεξιάς εμφανίζονται σαν να λένε: «η πραγματικότητα είναι απλή, επίτηδες την κάνουν να φαίνεται περίπλοκη γιατί υπάρχει συνομωσία», σε μια επίδειξη δήθεν ειλικρίνειας. Έτσι ο ακροδεξιός λόγος αποκτά ένα σχεδόν σαρκικό πλεονέκτημα. Ο αποδιοπομπαίος τράγος, ο εχθρός, είναι εξαθλιωμένος, κακοντυμένος, μυρίζει άσχημα, μας κλέβει τις δουλειές: αποκτά το πρόσωπο του μετανάστη.

Τηλελαϊκισμός και δημοκρατία

Το 1859 ο John Stuart Mill στο περίφημο δοκίμιό του On Liberty διατύπωσε τρία επιχειρήματα υπέρ της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιδεών μέσω του Τύπου: oι απόψεις που αποσιωπούνται από την κυβέρνηση ή την κοινωνία μπορεί να αποδειχτούν σωστές. Ακόμα και αν μια άποψη αποδειχθεί λανθασμένη, συχνά περιέχει ψήγματα αλήθειας και τέλος ακόμα και αν κάποια άποψη ταυτίζεται με την αλήθεια, αν δεν αμφισβητηθεί σύντομα, θα μετατραπεί σε νεκρό δόγμα αντί για ζώσα αλήθεια. Ο Mill διατυπώνοντας τη θεωρία της ελευθερίας του τύπου δεν μπορούσε να φανταστεί τους πολύπλοκους τρόπους με τους οποίους τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας κατασκευάζουν την κοινωνική πραγματικότητα, περιορίζουν το εύρος των νοημάτων και διαμορφώνουν καθημερινά το περιεχόμενο των σκέψεων, συζητήσεων και πράξεων των ατόμων.
Στην τηλεδημοκρατία των ημερών μας η διαφήμιση μεταμορφώνει τις εκπομπές σε υπηρέτες της. Τα τηλεοπτικά προγράμματα σχεδιάζονται για να προβάλουν διαφημίσεις. Για να προσελκύσουν την προσοχή του κοινού και να υπάρξει χώρος για την επόμενη σειρά διαφημίσεων, οι απόψεις πρέπει να αναπτύσσονται γρήγορα, τα πλάνα να είναι σύντομα και τα ηχητικά σήματα συντομότερα. Οι αφηγήσεις περικόπτονται. Κι έτσι προκύπτει και η αλλαγή του τρόπου σκέψης. Το να σκέφτεσαι, σήμερα, ορθά σημαίνει να σκέφτεσαι με ισομέρεια και ταχύτητα, να αφαιρείς το βάθος των πραγμάτων, να αρκείσαι σε μια γρήγορη ανάγνωση των αναφορών και στοιχείων, να μην βουλιάζεις στην υποκειμενικότητα του πάθους.
Στο 1984 του Όργουελ το Mintrue (Ministry of Τrue) διέθετε ειδικό τμήμα για την «προλετροφή» που στη «Νέα ομιλία» της Ωκεανίας σήμαινε τα ηλίθια θεάματα που προσέφερε το κράτος στις μάζες. Σήμερα τα reality shows είναι ίσως η πιο παραδειγματική έκφραση του σύγχρονου ατομικιστικού τηλελαϊκισμού. Δημιουργούν την εντύπωση του νατουραλισμού καθώς παρατηρούμε τους άλλους όπως τους εαυτούς μας. Το κοινότοπο βαφτίζεται «αυθεντικό». Τα realities δίνουν στους θεατές την ψευδαίσθηση της λαϊκής εξουσίας, επιβάλλοντας καταδίκες για το ποιος θα αποχωρήσει. Ως ενσάρκωση της κραυγαλέας ασημαντότητας, τα reality shows δίνουν την ευκαιρία στο ανώνυμο «μοναχικό» πλήθος να αντικρίσει τηλεναρκισσιστικά την ίδια του την κενότητα.

(…)

Δείτε και:

Δυσφορία στη Δημοκρατία(Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ)

Ο Νικόλας Σεβαστάκης για την θεωρία του F. Jameson και τον μεταμοντερνισμό

2 Σχόλια

 

Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη χώρα: Όψεις του δημοσίου χώρου και αντινομίες αξιών στη σημερινή Ελλάδα, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2004, ISBN:960-423-476-5.

Απόσπασμα από τις σελ. 25-26  του βιβλίου:

[σελ. 25] (…) Είναι γνωστό ότι ειδικά στην εργασία του Jameson, η οποία αφορά κατά κύριο λόγο τις μητροπόλεις της Δύσης, ο «μεταμοντερνισμός» αποτιμάται ως η κυρίαρχη πολιτισμική λογική στις κοινωνίες του ύστερου πολυεθνικού καπιταλισμού. Αντίθετα, ο μοντερνισμός, ως σύνθετο αισθητικό, πολιτικό και ιδεολογικό φαινόμενο στενά συνδεδεμένο με την πρώιμη και μέση περίοδο του καπιταλισμού, θεωρείται πλέον ως [σελ. 26] ένα πολιτισμικό κατάλοιπο στις ώριμες δυτικές κοινωνίες. Η κριτική ακτινογραφία των χαρακτηριστικών του μεταμοντερνισμού, έτσι όπως την προτείνει ο Jameson, δεν αφήνει περιθώρια για κάποια θετική αξιολόγηση της συμβολής του στο ύφος και στους προσανατολισμούς της σημερινής εποχής. Δεν υφίσταται εδώ η διάκριση στην οποία έχουν προβεί άλλοι σύγχρονοι μελετητές μεταξύ ενός «αντιστασιακού» και ενός αντιδραστικού μεταμοντερνισμού, όπου ο μεν πρώτος αποδομεί τις αφηγήσεις της νεωτερικότητας με σκοπό να ιχνηλατήσει νέους τόπους αντίστασης, ενώ ο δεύτερος εκθειάζει και αποδέχεται άκριτα τις αυθόρμητες διεργασίες της πολιτιστικής βιομηχανίας του όψιμου καπιταλισμού. Τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά τα οποία υπερτονίζει ο Jameson σε σχέση με τον μεταμοντερνισμό είναι τα εξής:

1. ένα είδος ιστορικής αμνησίας και αδιαφορίας,

2. η καθήλωση σε ένα ασυνεχές, υπερτροφικό και διεσταλμένο παρόν,

3. το αμάλγαμα και η παρωδία της «συμπαράθεσης» και της εκλεκτικής ανάμειξης των υφών στα έργα τέχνης, στη σκέψη και στη θεωρία,

4. η αποθέωση του καταναλωτισμού και του φετιχισμού του εμπορεύματος στη σφαίρα της καθημερινότητας.

Είναι προφανές πως αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αφήνουν αμφιβολίες για το βασικό συμπέρασμα του συγγραφέα ότι ο μεταμοντερνισμός όχι μόνο αναπαράγει αλλά και εντατικοποιεί τη λογική του καταναλωτικού καπιταλισμού. Η πολιτισμική λογική του μεταμοντερνισμού φαίνεται, επιπλέον, να υπονομεύει τις δυνατότητες μιας έλλογης κριτικής και αντιπαράθεσης στις σύγχρονες και καθορισμένες από το πολυεθνικό κεφάλαιο κοινωνικές σχέσεις. Η κυριαρχία του μεταμοντερνισμού συνοδεύεται από ένταση της κρίσης όλων των προσπαθειών για έλλογους σχεδιασμούς με στόχο τη συστημική αλλαγή. (…)

Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη χώρα: Όψεις του δημοσίου χώρου και αντινομίες αξιών στη σημερινή Ελλάδα, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2004, σελ. 25-26.

Διαβάστε επίσης:

 

Ο Ζίζεκ για τον Αγκάμπεν, τη βιοπολιτική και την έκλειψη της πολιτικής

4 Σχόλια

(…)Ο Αγκάμπεν ορίζει τη σύγχρονη «μεταπολιτική» ή βιοπολιτική κοινωνία ως εκείνη στην οποία πολλαπλές τάσεις από- υποκειμενοποιούν τους ιδιώτες, χωρίς να παράγουν μια νέα υποκειμενικότητα. Από εδώ η έκλειψη της πολιτικής, η οποία υπέθετε την ύπαρξη πραγματικών υποκειμένων ή ταυτοτήτων (εργατικό κίνημα, μπουρζουαζία κλπ) και ο θρίαμβος της οικονομίας, δηλαδή της δραστηριότητας της απλής διακυβέρνησης, η οποία επιδιώκει μόνο την αναπαραγωγή της. Η Δεξιά και η Αριστερά του σήμερα, που εναλλάσσονται στη διαχείριση της εξουσίας, έχουν πολύ λίγο να κάνουν με το πολιτικό πλαίσιο που γέννησε αυτούς τους όρους. Σήμερα, οι όροι αυτοί απλά υποδεικνύουν τους δύο πόλους- τον ένα, που έχει στόχο μια απο-υποκειμενοποίηση χωρίς ενοχές και τον άλλο, που επιχειρεί να τη συγκαλύψει με την υποκριτική μάσκα του καλού πολίτη της δημοκρατίας- της ίδιας κυβερνητικής μηχανής.

Ο όρος «βιοπολιτική» υποδεικνύει τον αστερισμό στον οποίο οι μηχανισμοί δεν δημιουργούν, πλέον, υποκείμενα («εγκαλώντας τους ιδιώτες ως υποκείμενα»), αλλά απλώς διαχειρίζονται και ρυθμίζουν την φυσική ζωή των ιδιωτών. Σε έναν τέτοιο αστερισμό, η ίδια η ιδέα του ριζικού, κοινωνικού μετασχηματισμού μπορεί να φαντάζει ως αδύνατο όνειρο. Ωστόσο, ο όρος «αδύνατο» θα έπρεπε να μας κάνει να σταματήσουμε και να στοχαστούμε. Σήμερα, το δυνατό και το αδύνατο κατανέμονται κατά έναν παράξενο τρόπο, έτσι που και τα δύο εκρήγνυνται ταυτόχρονα στην υπερβολή. Από τη μια πλευρά, στα πεδία των προσωπικών ελευθεριών και της επιστήμης- τεχνολογίας, ακούμε ότι «τίποτα δεν είναι αδύνατο». Μπορούμε να απολαύσουμε το σεξ σε όλες τις διεστραμμένες εκδοχές του, να κατεβάσουμε από το Διαδίκτυο ολόκληρα αρχεία μουσικής, κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ ακόμη και τα διαστημικά ταξίδια είναι προσιτά στον καθένα που μπορεί να τα πληρώσει. Ανοίγεται η προοπτική της βελτίωσης των φυσικών και ψυχικών δυνατοτήτων μας μέσω επεμβάσεων στο γονιδίωμα. Ακόμη και το τεχνοκρατικό όνειρο της αθανασίας μπορεί με μια έννοια να επιτευχθεί, μέσω της μετατροπής της ταυτότητάς μας σε λογισμικό, το οποίο θα μπορεί να φορτωθεί σε ένα άλλο σώμα- «hardware».

Από την άλλη, στο πεδίο των οικονομικο- κοινωνικών σχέσεων, η εποχή μας αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως την εποχή της ωριμότητας, στην οποία η ανθρωπότητα εγκατέλειψε τις παλιές, χιλιαστικές ουτοπίες και αποδέχθηκε τις δεσμεύσεις που επιβάλλει η πραγματικότητα- διάβαζε: η καπιταλιστική, οικονομικο- κοινωνική πραγματικότητα- με όλα τα αδύνατα που ορθώνει μπροστά μας. Η εντολή «δεν» είναι το σύνθημα της ημέρας: Δεν μπορείς να συμμετάσχεις σε μεγάλα, συλλογικά εγχειρήματα, τα οποία αναγκαστικά θα καταλήξουν στον τρόμο του ολοκληρωτισμού. Δεν μπορείς να αγκιστρωθείς στο παλιό κράτος πρόνοιας, το οποίο σε κάνει μη ανταγωνιστικό και οδηγεί σε οικονομική κρίση. Δεν μπορείς να απομονωθείς από την παγκόσμια αγορά, χωρίς να εκφυλισθείς σε κάτι που θα μοιάζει με Βόρεια Κορέα. Στη ιδεολογική εκδοχή της, η οικολογία έρχεται να προσθέσει τον δικό της κατάλογο των αδύνατων, των απαγορευτικών ορίων- π.χ. απαγορεύεται αν αυξηθεί η παγκόσμια θερμοκρασία ένα ή δύο βαθμούς παραπάνω- που βασίζονται επίσης σε κάποιες «εκτιμήσεις ειδικών».

Είναι κρίσιμης σημασίας ζήτημα να κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε δύο είδη αδύνατου: το αδύνατο- πραγματικό ενός κοινωνικού ανταγωνισμού και το «αδύνατο» πάνω στο οποίο εστιάζει το κυρίαρχο ιδεολογικό πεδίο. Εδώ το αδύνατο διπλασιάζεται, λειτουργεί ως μάσκα του εαυτού του: δηλαδή, η ιδεολογική λειτουργία του δεύτερου αδύνατου είναι να συσκοτίζει την πραγματικότητα του πρώτου. Σήμερα, η κυρίαρχη ιδεολογία επιχειρεί να μας κάνει να αποδεχθούμε το «αδύνατο» της ριζοσπαστικής αλλαγής, της ανατροπής του καπιταλισμού, μιας δημοκρατίας που δεν θα ανάγεται στο παιχνίδι του διεφθαρμένου κοινοβουλευτισμού, έτσι ώστε να καταστήσει αόρατο το πραγματικό- αδύνατο του ταξικού ανταγωνισμού που διαπερνά τις καπιταλιστικές κοινωνίες. Αυτό το πραγματικό είναι «αδύνατο» μόνο με την έννοια ότι είναι το αδύνατο της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης, η καταστατική, ανταγωνιστική της αντίθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό το αδύνατο- πραγματικό δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί μετωπικά, ή να μετασχηματισθεί ριζικά.

Να γιατί η φόρμουλα του Λακάν για την υπέρβαση ενός ιδεολογικά αδύνατου δεν είναι το «όλα είναι δυνατά» αλλά το «το αδύνατο συμβαίνει». Το Λακανικό αδύνατο- πραγματικό δεν είναι ένας a priori περιορισμός, ο οποίος πρέπει να ληφθεί ρεαλιστικά υπ’ όψιν, αλλά το πεδίο της δράσης. Μια δράση είναι περισσότερο μια παρέμβαση στο πεδίο του δυνατού- μια δράση αλλάζει τις ίδιες τις συντεταγμένες του «είναι δυνατό» και αναδρομικά δημιουργεί τους δικούς της όρους για το αδύνατο. (…).

Σλ. Ζίζεκ, Μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, στο περιοδικό New Left Review, τεύχος 64, Ιούλιος-Αύγουστος 2010, μετάφραση: Πέτρος Παπακωνσταντίνου.   [πηγή]

Αγγλιστί εδώ:

SLAVOJ ŽIŽEK,A PERMANENT 
ECONOMIC EMERGENCY

New Left Review 64, July-August 2010

Νοσφεράτος, εγώ δηλαδή ενας άλλος

2 Σχόλια

Εγώ δηλαδή ένας άλλος,
δεν είμαι παρά ένα σημαδάκι,
μια αιχμηρή ακρούλα σ’ αυτό το τεράστιο πλάσμα του εαυτού
κολυμπώ μες την αλλότητα μου,
βουλιάζω μέσα στις δίνες του μυαλού μου: όταν ονειρεύομαι, αναδύονται θρυμματισμένες μνήμες, αισθάνομαι ξανά τις μυρωδιές, τις γεύσεις πού ένιωθα μικρός: να είσαι παιδί επτά χρόνων, κοκαλιάρικο και να κοιτάς αστέρια ένα βράδυ, μέσα στα χόρτα τόσο ψηλά, τόσο μεγάλα-ακούρευτα χόρτα
να είσαι τόσο μικρός και ο κήπος να σου φαίνεται μεγάλος και τα αστέρια πολλά,  παρά πολλά: τρεις χιλιάδες ακριβώς.
Κι εγώ ριγούσα από ευχαρίστηση χωμένος μεσ’ τη θαλπωρή του χόρτου και τη μυρωδιά του χώματος, μυρίζοντας εκείνη τη θεσπέσια νυχτιά, τα αστέρια-μικρές τρυπίτσες στον ουράνιο θόλο πού αφήνουνε να φανεί λίγη από τη λάμψη του αληθινού θεού- μήπως τότε ή πιο παλιά ήξερα ή μάλλον ένιωθα πραγματικά την αλήθεια; Λίμναζα ευτυχισμένος μεσ’  τις ανομάτιστες ακόμα επιθυμίες σαν αδαής νάρκισσος πού δεν είδε ακόμα το πρόσωπο του στα νερά της λίμνης .Και όλη η μετέπειτα επιθυμία, δεν ήταν παρά το πένθος για εκείνη τη στιγμή, πού δεν ξέρω αν έζησα ή ονειρεύτηκα ή μήπως τώρα αναπλάθω σαν μαγικό πεδίο αναφοράς: ου-τόπο πού να συντηρεί τον μύθο μιας χαμένης ευτυχίας, νοσταλγίας: αρνήθηκα την ενηλικίωση μου εξαρχής- αρνούμαι, είπα, να παραιτηθώ από αυτό το –υποτιθέμενο- βίωμα ευτυχίας πού ακόμα και τώρα φαίνεται τόσο ζωντανό σαν να έγινε χθες και πλέει μέσα στο μυαλό μου σαν ένα ευτυχισμένο καρυδότσουφλο-ακυβέρνητο, μάταιο, αυθόρμητο και ειλικρινές, ορθάνοιχτο,….Γιατί αργότερα περιπλέχθηκα σε μαιάνδρους και στριφνά περάσματα, ενώ οι επιθυμίες μου ήταν τόσο φωτεινά απλές;
Νοσφεράτος
*****
Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ, 13-6-2011. Θερμές ευχαριστίες οφείλουμε στον φίλο των «Αναγνώσεων» Νοσφεράτο που επέτρεψε την αναδημοσίευση του πονήματος του εδώ.

Αρέσει σε %d bloggers: