Charles Taylor, [Χριστιανισμός και Στωικισμός]

Σχολιάστε

Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας, μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007, ISBN 978-960-518-284-7.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

O Charles Taylor, γεννημένος τον Nοέμβριο του 1931 στον Kαναδά, είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή φιλόσοφους-καθηγητές που ασχολήθηκαν ενδελεχώς με το ζήτημα της προέλευσης και εξέλιξης αυτού που ονομάζουμε «νεωτερική ταυτότητα». Στο παρόν έργο του, που κατέχει πια θέση κλασικής μελέτης επί του θέματος, εξετάζει με τρόπο εξαντλητικό τις ρίζες του νεωτερικού φαινομένου, αναδεικνύοντας τις συνάφειες που κρύβονται στην φιλοσοφική σκέψη παλαιότερων διανοητών, έτσι όπως τις συναντά κανείς στην ιστορία της Φιλοσοφίας. O Iερός Aυγουστίνος, ο Kαρτέσιος, ο Λούθηρος, παραλαμβάνουν τις φιλοσοφικές αποσκευές του παρελθόντος και τις παραδίδουν στους νεώτερους ορίζοντας τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση στη Nεωτερικότητα που θα καθορίσει τα βήματα του σύγχρονου ανθρώπου στον βίο, τη σκέψη, την τέχνη και τον πολιτισμό. Oι Πηγές του Eαυτού είναι ένα ταξίδι από τον Πλάτωνα μέχρι τον Derrida, από την Hθική έως την Aποδόμηση, που ο Taylor το προσφέρει με τρόπο συναρπαστικό σε όλους μας, καλώντας μας να σταθούμε σε όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς της διαδρομής ώστε να φωτιστεί η κατάληξή της.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

[Χριστιανισμός και Στωικισμός]

[σελ.353] (…) Ο χριστιανισμός, ιδίως στις πιο ασκητικές παραλλαγές του, παρουσιάζεται ως συνέχεια του Στωικισμού με άλλα μέσα, ή (όπως λέει καμμιά φορά ο Nietzsche) ως μια προέκταση του Πλατωνισμού. Παρά τις έντονες, ωστόσο, ομοιότητες με τον Στωικισμό -λόγου χάριν στον οικουμενισμό του, στην έννοια της πρόνοιας, στην εξύψωση της αυταπάρνησης- υπάρχει μεταξύ τους μεγάλο χάσμα. Στην πραγματικότητα, το νόημα της αυταπάρνησης είναι εντελώς διαφορετικό. Ο στωικός σοφός είναι πρόθυμος να παραιτηθεί από κάποιο «προτιμώμενο» αγαθό, λ.χ. την υγεία, την ελευθερία ή την ζωή, διότι το θεωρεί ειλικρινά άνευ αξίας, αφού αξία έχει μόνο σύνολη η τάξη των συμβάντων, η οποία τυγχάνει βέβαια να συμπεριλαμβάνει και την άρνηση ή την απώλεια του. Ο χριστιανός μάρτυρας, παραιτούμενος από την υγεία, την ελευθερία ή την ζωή δεν αποφαίνεται ότι τα πράγματα είναι ανάξια.  Απεναντίας, η πράξη θα έχανε το νόημα της αν δεν ήταν μεγάλης αξίας. Το να λες ότι κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από εκείνον που θυσιάζει τη ζωή του υπέρ των φίλων του, υποδηλώνει ότι η ζωή είναι ένα μεγάλο αγαθό. Η πρόταση θα έχανε την ουσία της αναφερόμενη σε κάποιον που απαρνιέται τη ζωή από μία αίσθηση απάθειας ·προϋποθέτει ότι θυσιάζει κάτι.  (…)

[σελ.354] (…) Η μεγάλη διαφορά μεταξύ στωικής και χριστιανικής απάρνησης είναι τούτη: για τον Στωικό αυτό που απαρνείται κανείς, αν σωστά το απαρνηθεί, δεν αποτελεί ipso facto μέρος του αγαθού. Για τον Χριστιανό,αυτό που απαρνείται κανείς, εκ του γεγονότος και μόνο της απάρνησης του, καταφάσκεται ως αγαθό -τόσο υπό την έννοια ότι η απάρνηση θα έχανε το νόημα της αν το πράγμα ήταν αδιάφορο όσο και υπό την έννοια ότι η απάρνηση προάγει το θέλημα του Θεού, το οποίο ακριβώς επιβεβαιώνει την αγαθότητα των πραγμάτων εκείνων που απαρνείται κανείς: της υγείας, της ελευθερίας, της ζωής. Κατά παράδοξο τρόπο, η χριστιανική απάρνηση είναι μια επιβεβαίωση της αγαθότητας αυτού που απαρνείται κανείς. Για τον Στωικό, η απώλεια της υγείας, της ελευθερίας. της ζωής, δεν επηρεάζει την ακεραιότητα του αγαθού. Απεναντίας, η απώλεια είναι μέρος ενός όλου που είναι καθ’ ολοκληρίαν αγαθό και δεν θα μπορούσε να αλλάξει δίχως να καταστεί λιγότερο αγαθό. Οι Στωικοί έλκονται από εικόνες όπως εκείνη της σκιάς που είναι απαραίτητη προκειμένου να αναδειχθεί εξ αντιθέσεως η λαμπρότητα του φωτός. Στην [σελ.355] χριστιανική προοπτική, ωστόσο, η απώλεια είναι ένα ρήγμα στην ακεραιότητα του καλού. Αυτός είναι ο λόγος που ο χριστιανισμός απαιτεί μια εσχατολογική προοπτική αποκατάστασης της ακεραιότητας αυτής, αν και τούτο έχει κατανοηθεί ποικιλοτρόπως (…).

Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας, μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007,σελ. 353-355 (αποσπάσματα)

 

Charles Taylor, Μια κοσμική εποχή

Σχολιάστε

thumbnail

Charles Taylor, Μια κοσμική εποχήμετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2015, ISBN: 978-960-518-426-1.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Σὲ ἕνα βιβλίο ποὺ ἔμελλε νὰ ἀποδειχθεῖ σταθμὸς γιὰ τοὺς καιρούς μας, ὁ Charles Taylor ἀναλαμβάνει τὴν πρόκληση νὰ διερευνήσει τὸ νόημα τῆς ἀλλαγῆς ποὺ ἔχει συντελεστεῖ στὴ θέση τῆς θρησκείας στὶς Δυτικὲς κοινωνίες τοὺς τελευταίους αἰῶνες: τί ἀκριβῶς συμβαίνει ὥστε μιὰ κοινωνία ποὺ τῆς ἦταν ἀδιανόητο –πρακτικὰ καὶ οὐσιαστικά– νὰ μὴν πιστεύει στὸν Θεό, νὰ ἀντιμετωπίζει σήμερα τὴν πίστη ἁπλῶς ὡς μία δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου μεταξὺ ἄλλων;

Ὁ Taylor, ἀναμφισβήτητα ἕνας ἀπὸ τοὺς διορατικότερους στοχαστὲς ἐπὶ αὐτῶν τῶν ἐρωτημάτων, κομίζει μιὰ μοναδικὴ ὀπτική. Ἐξετάζει τὴν ἐμφάνιση καὶ ἐξέλιξη πτυχῶν τῆς νεωτερικότητας ἐντὸς τῆς καλούμενης «Δυτικῆς Χριστιανοσύνης». Αὐτὸ ποὺ ἀντικρίζει δὲν εἶναι στὴν πραγματικότητα ἕνας ἁπλὸς καὶ διαρκὴς μετασχηματισμός, ἀλλὰ μιὰ σειρὰ ἀπὸ ἐπανεκκινήσεις, ὅπου προγενέστερες ἐκφάνσεις τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς ξεθωριάζουν καὶ νέες ξεπροβάλλουν στὴ θέση τους. Βλέπουμε λοιπὸν πὼς τὸ σημερινὸ κοσμικὸ σύμπαν δὲν χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπουσία τῆς θρησκείας –παρόλο ποὺ σὲ ὁρισμένες κοινωνίες ἡ θρησκευτικὴ πίστη καὶ πρακτικὴ ἔχουν αἰσθητὰ ἐγκαταλειφθεῖ–, ἀλλὰ μᾶλλον ἀπὸ τὴ διαρκῆ γέννηση νέων θρησκευτικῶν, ἀντι-θρησκευτικῶν καὶ πνευματικῶν ἐπιλογῶν, τὶς ὁποῖες ἄτομα καὶ ὁμάδες υἱοθετοῦν ὥστε νὰ νοηματοδοτήσουν τὸν βίο τους καὶ τὶς πνευματικές τους ἀνησυχίες. […]

 

Απόσπασμα από το βιβλίο: 

[…] Ἡ αἴσθηση ὅτι ἔχουμε φθάσει στὴν ὡριμότητα παραμερίζοντας τὴν πίστη μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ στὸ ἐπίπεδο τοῦ ἀποδεσμευμένου λόγου καὶ τῆς ἀνάγκης νὰ ἀποδεχτοῦμε τὰ πορίσματα τῆς ἐπιστήμης, ὅποια καὶ ἄν εἶναι αὐτά. […] Μπορεῖ ὅμως νὰ ὑπάρξει συνάμα ἡ αἰσθηση ὅτι ἡ ἐνηλικίωση πάνω ἀπὸ ὅλα σημαίνει τὸ νὰ εἶναι ἱκανὸς κανεὶς νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀπὠλεια τοῦ νοήματος τῶν πραγμάτων, τὸ νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ βρεῖ ἤ νὰ προβάλει νόημα ἔναντι ἑνὸς σύμπαντος ποὺ τὸ ἴδιο εἶναι ἄλογο. Ἐδῶ οἱ ἀρετὲς ἐνδέχεται νὰ μὴν εἶναι (ἤ νὰ μὴν εἶναι μόνο) ἐκεῖνες τοῦ ἀποδεσμευμένου λόγου καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ὑπευθυνότητας. Μἀλιστα, ἡ αἴσθηση μπορεῖ νὰ εἶναι ὅτι στὴν ἀναζήτηση νοήματος πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε τὴν ὑπερβολικὰ ἁπλὴ ἐμπιστοσύνη στὴν ἐπιστήμη. Ἡ βασικὴ ἀρετὴ ποὺ τονίζεται ἐδῶ εἶναι τὀ εὐφάνταστο θάρρος νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸ κενὸ καὶ ἡ ἐνεργοποίηση μας ἀπὸ αὐτὸ γιὰ τὴν δημιουργία νοήματος. […]

Charles Taylor, Μια κοσμική εποχήμετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2015, σελ. 885 (απόσπασμα)

Z. Bauman, Ρευστή αγάπη

1 σχόλιο

Ζύγκμουντ ΜπάουμανΡευστή αγάπη: Για την ευθραυστότητα των ανθρώπινων δεσμών, μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Βιβλ. της Εστίας, 6η έκδοση, Αθήνα 2009, ISBN 960-05-1253-1.

10402024_850542631671847_296327236181421586_n

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ποτέ άλλοτε δεν γινόταν τόσος λόγος για ανθρώπινες σχέσεις, ή, απλώς, για «σχέση» (εννοώντας, στην περίπτωση αυτή, τη σχέση άντρα και γυναίκας), και ποτέ άλλοτε όσο σήμερα οι σχέσεις αυτές δεν ήταν τόσο ασταθείς και εύθραυστες. Ο άνθρωπος της ρευστής νεωτερικότητας (Liquid Modernity) -όπως αποκαλεί ο Ζ. Μπάουμαν τη μετανεωτερικότητα, την κοινωνία δηλαδή των τελευταίων δεκαετιών, με τους ραγδαίους ρυθμούς αλλαγής, διακρίνοντάς την από την καθαυτό νεωτερικότητα (Solid Modernity)- δημιουργεί δεσμούς εξαρχής χαλαρούς, ώστε να μπορούν να λύνονται εύκολα, γρήγορα και δίχως πόνο, κάθε φορά που αλλάζουν οι περιστάσεις. Η κεντρική μορφή της ρευστής μοντέρνας εποχής μας είναι ακριβώς ο άνθρωπος χωρίς μόνιμους, σταθερούς, διαρκείς, ανθεκτικούς δεσμούς, γεγονός που, αφενός, τον οδηγεί σε μια απελπισμένη αναζήτηση ταυτότητας, αυτοπροσδιορισμού και αυτοκατάφασης, και, αφετέρου, του προκαλεί βαθύ αίσθημα ανασφάλειας. Ο θρίαμβος του ατομικισμού κατά τη μετανεωτερικότητα οδήγησε τελικά στο θάνατο το αυτόνομο άτομο της νεωτερικότητας και έβαλε στη θέση του ένα άλλο, ανίκανο να εμπιστεύεται και να δεσμεύεται, βουτηγμένο στον κομφορμισμό και το φόβο.

Αποσπάσματα από το βιβλίο (συνίσταται η ανάγνωση ολοκλήρου του βιβλίου):

Ι

[ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ «ΔΙΚΤΥΑ»]

(…)Σε αντίθεση με τη «σχέση», τη «συγγένεια», τη «συντροφιά» και άλλες παρόμοιες έννοιες που εξαίρουν την αμοιβαία δέσμευση ενώ αποκλείουν ή αποσιωπούν το αντίθετο της, την αποδέσμευση, το «δίκτυο» αντιπροσωπεύει μια μήτρα ταυτόχρονων συνδέσεων και αποσυνδέσεων’ τα δίκτυα είναι αδιανόητα χωρίς την ταυτόχρονη παρουσία και των δυο αυτών ενεργειών. Σε ένα δίκτυο, η σύνδεση και η αποσύνδεση είναι επιλογές εξίσου νόμιμες, απολαμβάνουν το ίδιο κύρος και έχουν την ίδια σημασία. Δεν έχει νόημα να ρωτά κανείς ποια από τις δύο συμπληρωματικές ενέργειες συνιστά την «πεμπτουσία» του δικτύου! «Δίκτυο» σημαίνει στιγμές «επαφής» που εναλλάσσονται με περιόδους ελεύθερης περιπλάνησης. Σε ένα δίκτυο οι συνδέσεις πραγματοποιούνται όποτε το ζητήσει κανείς και μπορούν να διακοπούν κατά βούληση. Μια σχέση «ανεπιθύμητη πλην αναπόδραστη» είναι ακριβώς η πιθανότητα εκείνη που κάνει τη «σχέση» εν γένει τόσο δολερή όσο την αισθάνεται κανείς. Όμως μια «ανεπιθύμητη σύνδεση» αποτελεί οξύμωρο: οι συνδέσεις μπορούν να διακοπούν – και πράγματι διακόπτονται- πολύ πριν αρχίσουν να γίνονται ανυπόφορες.

Οι συνδέσεις είναι «εικονικές σχέσεις». Σε αντίθεση με τις πατροπαράδοτες σχέσεις (…) μοιάζουν κομμένες και ραμμένες στα μέτρα των συνθηκών της ρευστής μοντέρνας ζωής, στην οποία οι «ειδυλλιακές προοπτικές» (και όχι μόνο) υποτίθεται ότι (επιθυμούμε να) έρχονται και να παρέρχονται όλο και πιο γρήγορα και με αμείωτη πυκνότητα, τρέποντας σε άτακτη φυγή και κατατροπώνοντας η μια την άλλη με υποσχέσεις «μεγαλύτερης ικανοποίησης της ολοκλήρωσης». Αντίθετα από τις «πραγματικές σχέσεις» στις «εικονικές» η είσοδος και η έξοδος είναι εύκολη υπόθεση. Τέτοιες «σχέσεις» μοιάζουν έξυπνες και καθαρές, εύκολες στη χρήση και φιλικές προς το χρήστη, όταν συγκρίνονται με τις βαριές, δυσκίνητες, αδρανείς και ακατάστατες «πραγματικές» ομολόγους τους. (…)

Ζύγκμουντ ΜπάουμανΡευστή αγάπη: Για την ευθραυστότητα των ανθρώπινων δεσμών, μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Βιβλ. της Εστίας, 6η έκδοση, Αθήνα 2009, σελ. 16-17 (αποσπάσματα)

ΙΙ

[ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ]

(…) Κάθε έρωτας επιζητά να κατασχέσει, τη στιγμή όμως του θριάμβου του γνωρίζει την οριστική του ήττα. Κάθε έρωτας παλεύει να καταχωνιάσει τις πηγές της αβεβαιότητας και της αγωνίας του’ αν όμως το επιτύχει, αμέσως αρχίζει να μαραίνεται-και σβήνει. Ο Έρως στοιχειώνεται από το φάντασμα του Θανάτου, που δεν μπορεί να το ξορκίσει καμία μαγική ευχή. (…)

Ζύγκμουντ ΜπάουμανΡευστή αγάπη: Για την ευθραυστότητα των ανθρώπινων δεσμών, μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Βιβλ. της Εστίας, 6η έκδοση, Αθήνα 2009, σελ.30 (απόσπασμα).

Διαβάστε επίσης: 

Πέτρος Θεοδωρίδης, Ζ. Μπάουμαν: Ο κοινωνιολόγος της Ρευστής Νεωτερικότητας, Περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος 16, Απρίλιος-Μάιος 2010.

Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος

Σχολιάστε

b21587

 

Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1994,ISBN 960-325-096-1.

 

Ι
[…] Όταν τον σκέφτομαι, ξέρω ότι ακόμη δεν τον σκέφτομαι. Αναμονή, εγγύτητα και άποπτον της αναμονής, αύξηση που μας κάνει ελάχιστους, καταφάνεια που θωπεύεται μέσα μας και θωπεύει εκεί μέσα την χίμαιρα.
Όχι απών: περιβαλλόμενος από απουσία, περιβάλλοντας μας με το αίσθημα της απουσίας του. […]

Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1994, σελ.58.

[πηγή]

ΙΙ

[…] Γιατί  δεν θέλεις να με σκεφτείς; Είναι αδυναμία, αδιαφορία, βούληση τυφλή; Μήπως είσαι απ’ τη μια πλευρά κι εγώ από την άλλη; Μήπως και οι δυο είμαστε η ίδια σκέψη, εξ ίσου σοβαρή, μοναχική και ακίνητη, που αυτή η αποχωρισμένη ταυτότητα απωθεί για πάντα την μία απ’ την άλλη, ξένες για να μη συγχωνευτούν και για να διατηρήσουν την ισότητα της ισορροπίας; Μήπως είσαι μες στη νύχτα η σκέψη ότι είμαι μες στην άλλη νύχτα;

Μήπως μόνη εσύ μιλάς, μου θέτεις όλες αυτές τις ερωτήσεις στις οποίες δεν αποκρίνομαι παρά με μια σιωπή που δεν αποκρίνεται; Μήπως είσαι πάντα σοβαρή αλλοτινή σκέψη της οποίας έχω προηγηθεί; […]

Maurice Blanchot, Ο τελευταίος άνθρωπος, μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1994, σελ. 134-135.

Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός

2 Σχόλια

Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός: Ψυχική επιβίωση σε καιρούς αναστάτωσης, μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006, ISBN: 960-8263-56-5.

b115155

Από το οπισθόφυλλο:

«Σε μια εποχή δυσκολιών, η καθημερινή ζωή γίνεται άσκηση στην επιβίωση. Οι άνθρωποι ζουν μόνο στο σήμερα. Σπάνια κοιτάζουν πίσω, για να μη παραδοθούν σε μία παραλυτική νοσταλγία· και αν κοιτάζουν μπρος, είναι για να δουν πώς μπορούν να προστατευθούν από τις συμφορές που σχεδόν όλοι περιμένουμε σήμερα. […]
Η συναισθηματική ισορροπία απαιτεί σήμερα έναν ελάχιστο εαυτό, και όχι τον επιβλητικό εαυτό του πρόσφατου παρελθόντος.»
Έτσι ξεκινά το βιβλίο του ο Κρίστοφερ Λας και στις τριακόσιες σελίδες που ακολουθούν στηρίζει τα λεγόμενά του. […]

Απόσπασμα από τη σελ. 50 του βιβλίου:

[…] Αντιμέτωποι με ένα εμφανώς ανελέητο και δυσμεταχείριστο περιβάλλον, οι άνθρωποι έχουν στραφεί στη διαχείριση του εαυτού τους. Με τη βοήθεια ενός πολύπλοκου πλέγματος θεραπευτικών επαγγελμάτων, τα οποία έχουν σε μεγάλο βαθμό εγκαταλείψει προσεγγίσεις που τονίζουν την ενδοσκοπική ενόραση πρός όφελος της «επιτυχούς αντιμετώπισης»  και της τροποποίησης της συμπεριφοράς, άνδρες και γυναίκες σήμερα προσπαθούν να συναρμολογήσουν μία τεχνολογία του εαυτού– που φαίνεται πως είναι ο μόνος τρόπος να σωθούν από την προσωπική κατάρρευση. […]

Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός: Ψυχική επιβίωση σε καιρούς αναστάτωσης, μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006,σελ. 50.

Alain Badiou, Nicola Truong: Εγκώμιο για τον έρωτα

1 σχόλιο

Alain Badiou, Nicola Truong, Εγκώμιο για τον έρωτα,μετάφραση: Φώτης Σιατίτσας, Δημήτρις Βεργέτης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, ISBN 978-960-16-4727-2.

b187578

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Τι είναι ο έρωτας και τι διακυβεύεται σε μια ερωτική συνάντηση; Σ’ αυτό το ερώτημα ο Badiou δίνει μια πρωτόγνωρη απάντηση. Βασιζόμενος στο δίπολο φιλοσοφία ψυχανάλυση, ανασκευάζει με τρόπο ιδιαίτερα πειστικό όλες τις καθιερωμένες απαντήσεις: τη ρομαντική μυθολογία του έρωτα ως εκστατικής συνένωσης των ερωτευμένων, τη θεολογική σύλληψη του έρωτα ως εμπειρίας της ετερότητας, τη μοραλιστική προσέγγιση του έρωτα ως εργαλειοποιημένης αυταπάτης στην υπηρεσία της σεξουαλικότητας και, τέλος, τον μεταμοντέρνο εκφυλισμό του σε συμβόλαιο και εφήμερη περιπέτεια. Αναδεικνύει ότι ο έρωτας έχει δομή συμβάντος και αποτελεί υπέρβαση του χάσματος των δύο φύλων, η οποία ωστόσο δεν αίρει την ασυμμετρία των έμφυλων υποκειμενικών στάσεων. Τον διαφοροποιεί από την επιθυμία και την απόλαυση και χαρτογραφεί τη σχέση του με τη φιλοσοφία και την πολιτική.

«Η παραδεδομένη αντίληψη σήμερα είναι πως ο καθένας κυνηγάει μόνο το συμφέρον του. Ο έρωτας είναι όμως η απόδειξη του αντιθέτου, καθώς πρόκειται για την εμπιστοσύνη στο τυχαίο και το άγνωστο…».

Α. Β.

***

Αποσπάσματα από το βιβλίο (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες):

Ι

[σελ. 18] (…)θεωρώ και είμαι πεπεισμένος ότι ο έρωτας, στον βαθμό που συνιστά μια συλλογική κλίση, στον βαθμό που είναι, σχεδόν για τους πάντες, αυτό που προσδίδει ένταση και σημασία στη ζωή, δεν μπορεί να είναι αυτό το δώρο που προσφέρεται στην ύπαρξη υπό καθεστώς πλήρους απουσίας ρίσκου. (…)

ΙΙ

[σελ.28] (…) Πιστεύω (…) ότι στον έρωτα υπάρχει η εμπειρία του δυνατού [possible] περάσματος από την καθαρή ενικότητα του τυχαίου σε ένα στοιχείο που έχει καθολική αξία. Έχοντας ως σημείο αφετηρίας κάτι που, αναγόμενο στην ατομικότητα του, δεν είναι παρά μια συνάντηση, δηλαδή σχεδόν τίποτα, μαθαίνουμε ότι μπορούμε να αποκτήσουμε μια εμπειρία του κόσμου με βάση τη διαφορά και όχι με βάση την ταυτότητα. Και μπορούμε μάλιστα να αποδεχτούμε διάφορες δοκιμασίες, μπορούμε να δεχτούμε ακόμα και να υποφέρουμε γι’  αυτό. (…)

ΙΙΙ

[σελ.30] (…)Το σεξουαλικό δεν συνδέει, χωρίζει. Το να είστε γυμνός(-ή), κολλημένος(-η) πάνω στον άλλον είναι μια εικόνα, μια φαντασιακή παράσταση. Το πραγματικό είναι ότι η απόλαυση σας παρασύρει μακριά, πολύ μακριά από τον άλλον. Το πραγματικό είναι ναρκισσιστικό, ο δεσμός είναι φαντασιακός. Άρα, συμπεραίνει ο Λακάν, δεν υπάρχει διάφυλη σχέση. Μια διατύπωση που προκάλεσε σκάνδαλο, γιατί εκείνη την εποχή όλοι μιλούσαν ακριβώς για «διάφυλες σχέσεις». Εάν δεν υπάρχουν διάφυλες σχέσεις στη σεξουαλικότητα, ο έρωτας είναι αυτό που έρχεται να αναπληρώσει την έλλειψη διάφυλης σχέσης. Ο Λακάν δεν λέει καθόλου ότι ο έρωτας είναι η μεταμφίεση της διάφυλης σχέσης, λέει ότι δεν υπάρχει διάφυλη σχέση, ότι ο έρωτας είναι αυτό που έρχεται στη θέση της μη σχέσης. Είναι πολύ πιο ενδιαφέρον. Αυτή η ιδέα τον οδηγεί να πει ότι στον έρωτα το υποκείμενο επιχειρεί να προσεγγίσει το «είναι του άλλου». Στον έρωτα ακριβώς το υποκείμενο εκ-τίθεται πέραν του ίδιου του εαυτού του, πέραν του ναρκισσισμού. Στο σεξ, σε τελική ανάλυση, είστε σε σχέση με τον ίδιο σας τον εαυτό μέσα από τη διαμεσολάβηση του άλλου. Ο άλλος σας χρησιμεύει για να ανακαλύψετε το πραγματικό της απόλαυσης. Στον έρωτα, αντίθετα, η μεσολάβηση του άλλου έχει προσίδια αξία. Αυτό είναι [σελ. 31] η ερωτική συνάντηση: εφορμάτε προς κατάκτηση του άλλου, προκειμένου να τον κάνετε να υπάρξει μαζί σας όπως ακριβώς είναι. Πρόκειται για μια σύλληψη πολύ πιο βαθυστόχαστη από εκείνη την τελείως κοινότοπη, σύμφωνα με την οποία ο έρωτας δεν θα ήταν παρά μια φαντασιακή παράσταση πάνω στο πραγματικό τού φύλου.

Στην πραγματικότητα, και ο Λακάν επίσης εγκαθίσταται στα φιλοσοφικά διφορούμενα που αφορούν τον έρωτα. Η ρήση του ότι ο έρωτας «αναπληρώνει την έλλειψη της διάφυλης σχέσης» μπορεί πράγματι να κατανοηθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Σύμφωνα με τον πρώτο, τον πιο κοινότοπο, ο έρωτας έρχεται να καλύψει φαντασιακά το κενό της σεξουαλικότητας. Τελικά, είναι αλήθεια ότι η σεξουαλικότητα, όσο θαυμάσια κι αν είναι, και μπορεί να είναι, καταλήγει μέσα σ’ ένα είδος κενού. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο διέπεται από τον νόμο της επανάληψης: πρέπει να ξαναρχίζουμε, ξανά και ξανά από την αρχή. Κάθε μέρα, όταν είμαστε νέοι! Έτσι, ο έρωτας θα ήταν η ιδέα ότι κάτι παραμένει μέσα σ’ αυτό το κενό, και αυτό που συνδέει τους εραστές είναι κάτι άλλο και όχι αυτή η σχέση, η οποία δεν υπάρχει. (…)

[σελ. 32] (…)Αλλά ο Λακάν πιστεύει επίσης το εντελώς αντίθετο, δηλαδή ότι ο έρωτας διαθέτει μια εμβέλεια την οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε οντολογική. Ενώ η επιθυμία απευθύνεται στον άλλον, με έναν τρόπο πάντοτε λίγο φετιχιστικό,  (…) ο έρωτας απευθύνεται στο ίδιο το είναι του άλλου, στον άλλον όπως αυτός αναδύεται, με την πλήρη εξάρτυση του είναι του, στη ζωή μου, η οποία κατ’ αυτό τον τρόπο διαρρηγνύεται και ανασυντίθεται.(…)

Alain Badiou, Nicola Truong, Εγκώμιο για τον έρωτα,μετάφραση: Φώτης Σιατίτσας, Δημήτρις Βεργέτης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013,σελ.18, 28,30-32 (αποσπάσματα).

Πέτρος Θεοδωρίδης, Περί της απώθησης του έρωτα και του θανάτου

2 Σχόλια

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN: 978-960-9708-00-5.

Ένα σημαντικό απόσπασμα από το τρίτο δοκίμιο του βιβλίου «Έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος» (πρώτη δημοσίευση: ΕΝΕΚΕΝ,τχ.7, Απρίλιος 2007). Οι αριθμοί με μπλέ  χρώμα παραπέμπουν στις υποσημειώσεις (διατηρείται η αρίθμηση του βιβλίου) :

(…) Όμως πως ερωτευόμαστε σήμερα; Σήμερα απωθούμε τον έρωτα, όπως άλλωστε και τον θάνατο. Κάποτε οι άνθρωποι ζούσαν τον έρωτα και τις σχέσεις. Σήμερα οι άνθρωποι δημιουργούν δεσμούς εξαρχής χαλαρούς, ώστε να μπορούν να λύνονται εύκολα, γρήγορα και δίχως πόνο, κάθε φορά που αλλάζουν οι περιστάσεις. Αντί να περιγράφουν την εμπειρία και τις προσδοκίες τους με όρους «σχέσης», οι άνθρωποι κάνουν όλο και συχνότερα λόγο για συνδέσεις και για  «δίκτυα». Σε ένα δίκτυο η σύνδεση και η αποσύνδεση είναι επιλογές εξίσου νόμιμες, απολαμβάνουν το ίδιο κύρος και έχουν την ίδια σημασία. Δίκτυο σημαίνει «στιγμές επαφής», που εναλλάσονται με περιόδους ελεύθερης περιπλάνησης. Σε ένα δίκτυο οι συνδέσεις πραγματοποιούνται όποτε το ζητήσει κανεις και μπορούν να διακοπούν κατά βούληση. Και πράγματι διακόπτονται πολύ πρίν αρχίσουν να γίνονται ανυπόφορες[30]. Έτσι οι συνδέσεις γίνονται «εικονικές σχέσεις». Αντίθετα από τις «πραγματικές σχέσεις», στις εικονικές η είσοδος και η έξοδος είναι εύκολη υπόθεση. Τέτοιες «σχέσεις» μοιάζουν έξυπνες, εύκολες στη χρήση και φιλικές πρός τον χρήστη, όταν συγκρίνονται με τις δυσκίνητες και ακατάστατες «πραγματικές» ομολόγους τους. Στις «εικονικές σχέσεις», «μπορείς πάντα να πατήσεις διαγραφή» [31]  (…)

———————-

Υποσημειώσεις (διατηρείται η αρίθμηση του βιβλίου)

[30]. Ζ. Bauman, Ρευστή αγάπη, Για την ευθραστότητα των ανθρώπινων δεσμών,μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Εστία, Αθήνα 2006, σελ. 16.

[31]. Ζ. Bauman, ό.π., σελ. 17.

———————————————————-

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012,σελ. 62.

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: