Πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός

Σχολιάστε

ΕΥΑΓΓΕΛΗ ΑΡ. ΝΤΑΤΣΗ

Πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός

Ο «ετεροχρονισμένος διάλογος» του ιερομονάχου Κοσμά και του αγωνιστή Μακρυγιάννη

 εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, σσ. 263

 

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Θεολόγου Καθηγητή – DEA Εκκλησιαστικής Ιστορίας – Δρ Θεολογίας ΑΠΘ

  Η γοητεία της σπουδής σε όποιον σελίδα-σελίδα περιδιαβεί τη συγκεκριμένη μελέτη, θα σηματοδοτηθεί από την ανακάλυψη μιας διαφορετικής συνιστώσας των ιστορικών τεκμηρίων, στις τάσεις των οποίων σήμερα η ιστορική επιστήμη όλο και περισσότερο θητεύει. Είναι πράγματι γεγονός ότι η σύγχρονη ιστοριογραφία, απαλλαγμένη από αδυναμίες παλαιότερων εποχών, έχει καταφέρει να αποτυπώσει ένα διαφορετικό λόγο, που συνεχώς ιχνηλατεί πρόσωπα και γεγονότα, συνεργαζόμενη άμεσα με όμορες προς σ’ αυτήν επιστήμες: Λαογραφία, Κοινωνική Ανθρωπολογία, Αρχαιολογία, Γεωγραφία, Θεολογία.

                Όσον αφορά τώρα την παρουσίαση της μελέτης της κ. Ντάτση, ευθύς εξ αρχής, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω δύο θεωρητικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά στον τίτλο: «πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός». Η χρησιμοποίηση των δύο αυτών όρων, έρχεται να εφαρμοστεί με τον καλύτερο τρόπο, στα εξεταζόμενα πρόσωπα, στην παγιωμένη πνευματική παράδοση του Γένους που εκπροσωπούσε ο Πατροκοσμάς – «επίσημου και ανώτερου πολιτισμού» που μόρφωνε και εκπολίτιζε αγράμματους Έλληνες – αυτή ήταν η ταυτότητα του ακροατηρίου του – και στο «λαϊκό και κατώτερο» πολιτισμό που πραγμάτωνε ο ατόφιος αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 Μακρυγιάννης. Η «προφορική παράδοση του λαϊκού κηρύγματος» που διαχύθηκε με τις ετερόγραφες Διδαχές του ιερομονάχου Κοσμά σε αναλφάβητες ομάδες Ελλήνων της Τουρκοκρατίας, «διασταυρώνεται και διαλέγεται» με έναν ολόκληρο «συμβολικό σύστημα» αξιών, τη «μαγική σκέψη» (τρόπο που διανοούνται οι αναλφάβητοι πληθυσμοί), που κι αυτή διαχύθηκε με τα Απομνημονεύματα και τα Οράματα και Θάματα του Μακρυγιάννη, σε μία «διαχρονική συλλογικότητα», διαφορετική όμως, αναλφάβητη για τον Πατροκοσμά, «επώνυμη και εγγράμματη» για τον Μακρυγιάννη.

                Το δεύτερο θεωρητικό ζήτημα αφορά στον υπότιτλο του έργου, την ταυτότητα του «ετεροχρονισμένου διαλόγου». Και τα δύο πρόσωπα ζουν σε διαφορετικές εποχές. Πρώτος, ο ιερομόναχος Κοσμάς με τον «αποτρεπτικό λόγο του» προς καθετί που ερχόταν σε αντίθεση με τη χριστιανική κοσμολογία και ανθρωπολογία, επεδίωξε να επαναπροσδιορίσει το ορθοδοξοπατερικό υπόβαθρο της παράδοσης, μέσα από τρία επίπεδα: το «ιεραρχικό σχήμα του κόσμου», τον «καταστατικό χάρτη σύμφωνα με τον οποίο οφείλουν να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους» μόνο οι Χριστιανοί, και το σωτηριολογικό χαρακτήρα του κηρύγματός του. Θεωρητικό εφαλτήριο του αφυπνιστικού και αναγεννητικού έργου του, υπήρξε η εντελέχεια της ορθόδοξης θεολογικής διδασκαλίας. Από την άλλη πλευρά, δεύτερος, ο Μακρυγιάννης με το γραπτό λόγο του, αυτοβιογραφούμενος και «μετέωρος ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς», αυτόν της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής Ελλάδας, βαπτισμένος στον απόηχο του κηρύγματος του Πατροκοσμά – πολύ ορθά η συγγραφέας εδώ θεωρεί ότι ο νεαρός Μακρυγιάννης γαλουχήθηκε με τον παιδαγωγικό λόγο του, γι’ αυτό κατά τη  άποψή μου, η σχέση του με την Ορθοδοξία υπήρξε καθάρια και βιωματική – εξέφραζε τις παραδοσιακές συνισταμένες του βίου των Νεοελλήνων, υιοθέτησε και αυτός, με κάποιες βέβαια αποκλίσεις, την «ιεραρχική αντίληψη του κόσμου» και κινήθηκε με άνεση στην «καθημερινότητα της λαϊκής παράδοσης».

                Αξιοσημείωτη είναι η άποψη της συγγραφέως για την «προνομιακή αντίληψη της ιστορίας» που ως «παράμετρος της πολιτισμικής ηγεμονίας» έγινε το κυρίαρχο πολιτισμικό ιδεώδες της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται, για το ιδεολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο η Εκκλησία των χρόνων της Τουρκοκρατίας, με εκφραστή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στήριξε  ιδεολογικά και κατοχύρωσε την «εθελοδουλία» και την «αυτοπροστασία» της, όχι μόνο από τον Τούρκο κατακτητή, αλλά και από τον κίνδυνο του διαφωτιστικού ιδεολογικού ρεύματος, με κύριους εκφραστές τους Κολλυβάδες Πατέρες του Αγίου Όρους. Ο Πατροκοσμάς και σε ανάλογο επίπεδο ο Μακρυγιάννης, δείχνουν να αντιπροσωπεύουν και να υιοθετούν την πατροπαράδοτη βυζαντινή προοπτική, βάση της οποίας κάθε «συμβιβασμός» με την εκάστοτε πολιτική δύναμη, βασιζόταν στο σύστημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, που είχε διαμορφωθεί από τα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου.

                Το βιβλίο της Ευαγγελής Ντάτση, αν και «παλαιά» ως έκδοση, αποτελεί ευπρόσδεκτη συμβολή στην ιστορία των ιδεολογιών και νοοτροπιών του πνευματικού μας βίου, στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Advertisements

Δ.ΜΟΣΧΟΣ,ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Σχολιάστε

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ,Συνοπτική ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας, τόμος Α΄, Η πρώτη χιλιετία, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2008, σελίδες 244 + Γενικό Ευρετήριο σελίδες 12.
Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ
Θεολόγου Καθηγητή – DEA Εκκλησιαστικής Ιστορίας – Δρ Θεολογίας ΑΠΘ
Παλαιότερα ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ τεκμηριώνοντας την άποψη περί ιστορικότητας της χριστιανικής πίστης, με χαρακτηριστικό τρόπο υποστήριζε ότι ο Χριστιανισμός ως «θρησκεία των ιστορικών», «καταφεύγει δυναμικά στην ιστορία». Γι΄ αυτό και η διδασκαλία του είναι «μαρτυρία πίστεως σε ορισμένα γεγονότα του παρελθόντος, σε ορισμένα συγκεκριμένα δεδομένα της ιστορίας». Δίνοντας έμφαση στην ιστορικότητα του ίδιου του χριστιανικού Πιστεύω, ο επιφανής Ρώσος ορθόδοξος κληρικός και ιστορικός, έλεγε ότι αυτό «περιέχει την όλη ουσία του Χριστιανισμού σ’ ένα απλό ιστορικό σχεδίασμα σαν μια “ιστορία της σωτηρίας” από τη δημιουργία προς την τελείωση, προς την έσχατη κρίση και το τέλος της ιστορίας»[1].
Η επίδραση που άσκησε ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, στους μεταγενέστερους εκκλησιαστικούς ιστορικούς υπήρξε τεράστια. Τούτο μπορεί κανείς να το διαγνώσει και στο παρουσιαζόμενο εδώ βιβλίο του Δημητρίου Ν. Μόσχου, Λέκτορα στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η γοητεία της σπουδής σε όποιον σελίδα – σελίδα το περιδιαβεί, θα σηματοδοτηθεί από την ανακάλυψη μιας συνιστώσας των ιστορικών τεκμηρίων, τις οποίες πρώτος ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ έθεσε στο πολύπλευρο και διεισδυτικό συγγραφικό του έργο, στις τάσεις των οποίων όλο και περισσότερο θητεύει σήμερα η εκκλησιαστική ιστορική επιστήμη.
Είναι πράγματι γεγονός, ότι η σύγχρονη εκκλησιαστική ιστοριογραφία, απαλλαγμένη από αδυναμίες παλαιότερων εποχών, έχει καταφέρει να αποτυπώσει ένα διαφορετικό λόγο, που συνεχώς ιχνηλατεί πρόσωπα και γεγονότα, βλέποντας την Εκκλησιαστική Ιστορία ως ιστορικό και θεολογικό έργο. Έγνοια του εκκλησιαστικού ιστορικού είναι δυναμικά πάντοτε, άλλοτε να θεάται κι άλλοτε να αποτιμά το μακρινό και εγγύτερο θεολογικό και εκκλησιαστικό παρελθόν. Για τον εκκλησιαστικό ιστορικό που θέλει να έχει καλή σχέση με την επιστήμη που διακονεί, είναι αυτόδηλο, ότι το υφάδι της ενασχόλησής του με ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα που σχετίζονται με την Εκκλησία και το έργο της, στη διαδρομή δύο χιλιάδων και πλέον ετών, με τα πρόσωπα που τη διακονούν, αλλά και γενικότερα με τη Θρησκευτική Ιστορία[2] δομείται πάνω σ’ ένα βασικό άξονα. Πέραν της αντικειμενικότητας[3], η σχέση του ίδιου του εκκλησιαστικού ιστορικού με τα ίδια τα εκκλησιαστικά ιστορικά γεγονότα εξαρτάται πάντα από τον τρόπο που τα καταγράφει και τα ερμηνεύει. Κύρια επιδίωξή του είναι η νηφάλια προσέγγιση και ανάλυσή τους, στην προοπτική που θέλει τον χριστιανό ιστορικό, να βλέπει την ιστορία σαν «μυστήριο και τραγωδία – μυστήριο της σωτηρίας και τραγωδία της αμαρτίας»[4].
Όσον αφορά τώρα στην παρουσίαση του συγκεκριμένου βιβλίου, ευθύς εξ αρχής, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω δύο θεωρητικά ζητήματα. Το πρώτο σχετίζεται με την Εισαγωγή (σσ. 17-34). Ο συγγραφέας ύστερα από μια σύντομη ανασκόπηση διαφόρων ιστορικών σχολών που αναπτύχθηκαν κυρίως από την εποχή του Διαφωτισμού και μετά, και οι οποίες επηρέασαν η καθεμιά την Εκκλησιαστική Ιστορία, (διαφωτιστικός ορθολογισμός, θετικισμός, ιδεαλισμός, ρομαντισμός, σχολή των Annales, ρωσική θεολογία της Sobornost, θεολογική γενιά του ’60), προβαίνει στην πραγμάτευση της ύλης με επιστημονικά κριτήρια και προτάσεις, για μια θεολογική ερμηνεία των γεγονότων της μακραίωνης ιστορικής διαδρομής της Χριστιανικής Εκκλησίας.
Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι ο εκκλησιαστικός ιστορικός οφείλει να τοποθετείται κριτικά έναντι των εκκλησιαστικών ιστορικών γεγονότων, ούτως ώστε να είναι σε θέση να ξεκαθαρίζει τη σχέση της Εκκλησιαστικής ιστορίας με το «εσχατολογικό μέλλον» της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Για να το επιτύχει αυτό, οφείλει με τον καλύτερο τρόπο να ακολουθεί τη μεθοδολογία που βλέπει αντικειμενικά και κριτικά τα εκάστοτε ιστορικά γεγονότα. Υπ’ αυτήν την έννοια, ορθά ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι «καμμιά θεολογία δεν διαγράφει ποτέ τα γεγονότα, ούτε τα επινοεί», διότι «ηθελημένη διαστρέβλωση» αυτών κινδυνεύει να «διασύρει συνολικά το έργο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας». Όμορες προς την Εκκλησιαστική Ιστορία επιστήμες, όπως η Κοινωνική Ανθρωπολογία και η Κοινωνιολογία, για τον συγγραφέα είναι δυνατόν να προσφέρουν το απαραίτητο υλικό για εφαρμόσει ο εκκλησιαστικός ιστορικός τη μέθοδο εκείνη ερμηνείας του εσχατολογικού μηνύματος του Ευαγγελίου, με αποτέλεσμα να κάμει μια άλλη ανάγνωση της κοινωνίας που αυτοπροσδιορίζεται ως χριστιανική.
Το δεύτερο θεωρητικό ζήτημα αφορά στη μεθοδολογία παρουσίασης της Ιστορίας της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία, (σσ. 35-242). Αν και ο τρόπος της παρουσίασης των ιστορικών γεγονότων είναι συνοπτικός, καταβάλλεται προσπάθεια αυτά να καταγραφούν και να αποτιμηθούν με νηφαλιότητα. Επισκοπώντας χίλια χρόνια εκκλησιαστικών και θεολογικών αγώνων, ο συγγραφέας πετυχαίνει να αποδώσει διαγραμματικά την Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία της, μια χιλιετία της οποίας το τέλος συμπίπτει με το οριστικό Σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας (1054).
Σκοπός του έργου είναι να δώσει ένα «οδηγητικό νήμα» στην έρευνα της Ιστορίας του Χριστιανισμού, η οποία δεν είναι μόνο σύνθετη, αλλά θέτει επί τάπητος και την ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, μέσα από την «οπτική γωνία της ορθόδοξης θεολογίας», που ορθά ο συγγραφέας τη θέλει να βρίσκεται σε ένα συνεχή «διάλογο με όλα τα ιστοριογραφικά ρεύματα της εποχής της νεωτερικότητας». Ο αναγνώστης, είτε αυτός σχετίζεται άμεσα, είτε έμμεσα με τη θεολογική επιστήμη, άνετα μπορεί να συνεχίσει μόνος του το εγχείρημα της ιστορικής σπουδής του Χριστιανισμού, με πρόσθετο οπλισμό τη σχετική βιβλιογραφία που παραθέτει ο συγγραφέας στο τέλος κάθε κεφαλαίου, αλλά και την επιπλέον βιβλιογραφία που πλουσιοπάροχα σήμερα προφέρεται. Όπως λόγου χάριν, δύο πρόσφατα μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα και εκδοθέντα βιβλία, του Bamber Gascoigne, Συνοπτική Ιστορία του Χριστιανισμού, μτφρ. Μαρία Τσάτσου, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2008, και του Α. Ντ. Λη, Παγανιστές και Χριστιανοί στην Ύστερη Αρχαιότητα. Ένα ανθολόγιο πηγών, μτφρ. Χαρίκλεια Τσαλιγοπούλου, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2009[5].
Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, ο συγγραφέας οργανώνει το υλικό του σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρουσιάζει την Ιστορία της Εκκλησίας από την ίδρυσή της μέχρι το διάταγμα των Μεδιολάνων (313), (σσ. 37-89). Στο δεύτερο, την περίοδο όπου ο χριστιανική οικούμενη ήταν ενιαία (313-1054), (σσ. 93-242). Εκείνο, ωστόσο, που εδώ οφείλω να επισημάνω με καίριο τρόπο είναι το γεγονός, ότι ο συγγραφέας ευθύς εξ αρχής θέτει το κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσο δηλαδή η Εκκλησία αποτέλεσε το «προνομιακό πεδίο απολογητικής» της χριστιανικής πίστης, ή την «απόλυτη απόδειξη της ολοκληρωτικής αποτυχίας της;».
Μια πρώτη ερμηνεία ο αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει ανατρέχοντας στα συμπεράσματα που παραθέτει ο συγγραφέας στο τέλος κάθε κεφαλαίου, όπως, ότι ο «Χριστιανισμός μετεξελίχθητε από “κίνημα του Ιησού” στον πολιτιστικό και θρησκευτικό χώρο του Ιουδαϊσμού σε μια ανεξάρτητη κίνηση ανθρώπων από αρκετά έως τελείως διαφορετικά θρησκευτικά και πολιτιστικά περιβάλλοντα, που επεξεργάσθηκε το αρχικό παράδοξο βίωμα της Αποκάλυψης του ενός βιβλικού Θεού στο πρόσωπο και το έργο ενός Μεσσία που σταυρώνεται και ανασταίνεται και αναμένεται να επανέλθει για να σώσει και να κρίνει τον κόσμο», (σ. 43), ή ότι η Χριστιανική Εκκλησία κατά την περίοδο 135-313, με το άνοιγμά της στον ελληνορωμαϊκό κόσμο και την αντιπαράθεσή της με αυτόν, καταφέρνει να διασφαλίσει την διδασκαλία της και να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην «έμπρακτη ηθική (αγάπη, διακονία), σε αντιδιαστολή με τον Γνωστικισμό, στην προφητεία (χάρισμα)», εξηγώντας γιατί αυτός ο τρόπος ζωής οδηγούσε στους «διωγμούς (μαρτύριο)», (σ. 88).
Το βιβλίο του Δ. Μόσχου[6], σε έκδοση φροντισμένη από τις εκδόσεις Ακρίτας, αποτελεί ευπρόσδεκτη συμβολή στην εκκλησιαστική ιστορική επιστήμη.
Υποσημειώσεις

[1] Χριστιανισμός και Πολιτισμός, μτφρ. Ν. Πουρναράς, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 40. Για τη προσφορά του π. Γ. Φλωρόφκσυ στη Θεολογία βλ., «π. Γεώργιος Φλωρόφκσυ. Από τη θεολογία των Πατέρων στη “νεοπατερική σύνθεση”», Σύναξη τχ. 64 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1997) 4-82. Πρβλ. N. Berdyaev, Το πεπρωμένο του ανθρώπου στο σύγχρονο κόσμο, μτφρ. Ευτυχία Β. Γιούλτση, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 18.
[2] Επίκαιρη επισκόπηση του ζητήματος γύρω απ’ αυτόν τον κλάδο της ιστορικής επιστήμης βλ. Olwen Hufton «Τι είναι Θρησκευτική Ιστορία σήμερα;», στον τόμο: Τι είναι Ιστορία σήμερα;, μτφρ. Κώστας Αθανασίου, εκδ. Νήσος, Αθήνα 2007, σσ. 115-154.
[3] Γενικότερα σ’ ότι αφορά στο ερώτημα κατά πόσο η ιστορία μπορεί να είναι αντικειμενική βλ. W. H. Walsh, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία της Ιστορίας, μτφρ. Φ. Βώρος, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1994, σσ. 145-182.
[4] π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Χριστιανισμός και Πολιτισμός, σ. 85.
[5] Το δεύτερο ειδικότερα, έρχεται να συμπληρώσει προγενέστερες μελέτες για την μακρά περίοδο διαλόγου και συγκρούσεως του Χριστιανισμού με τα θρησκευτικές παραδόσεις της Ύστερης Αρχαιότητας. Ενδεικτικά βλ. Ε. Ρ. Ντοντς, Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας. Όψεις της θρησκευτικής εμπειρίας από τον Μάρκο Αυρήλιο ως τον Μ. Κωνσταντίνο, μτφρ. Κ. Αντύπας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1995. Πήτερ Μπράουν, Ο κόσμος της ύστερης αρχαιότητας (150-750 μ.Χ.), μτφρ. Ελένη Σταμπόγλη, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998. Δ. Κυρτάτας, Επίκρισις. Η κοινωνική δομή των χριστιανικών κοινοτήτων από τον πρώτο έως τον τρίτο αιώνα, εκδ. Εστία, Αθήνα 1992.

[6] Ο Β΄ τόμος: Συνοπτική Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας. Από το Σχίσμα έως τους Νεότερους Χρόνους, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2010.

ΤΟ ΣΤΥΛ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ Ο ΥΜΕΝΑΣ ΤΟΥ ΥΦΟΥΣ

Σχολιάστε

Σάκης Παπαδημητρίου, Τζαζ ιστορίες και ανησυχίες, εκδ. Απόπειρα, Αθήνα 2003, ISBN: 960-537-057-3.

Σκόρπιες σκέψεις με αφορμή τις «Τζαζ ιστορίες και ανησυχίες»

του Σάκη Παπαδημητρίου.

Του Αθανασίου Ι. Καλαμάτα

Γνωρίζω τον Σάκη Παπαδημητρίου από τη Θεσσαλονίκη. Ήταν η χρονιά του 1994, χρονιά που έκαμε την έκδοση δύο σημαντικών βιβλίων του για την τζαζ. Στον πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο University Studio Press, όπου τότε εργαζόμουν ως υπεύθυνος εκδόσεων, είχε έρθει ο Σάκης για να εκδώσει την Εισαγωγή στην τζαζ και ένα βιβλίο για τον Leonard Bernstein. Πολλές ήταν τότε οι στιγμές – μοναδικές θα τις χαρακτήριζα – που συζητώντας μαζί του, είχα τη χρυσή ευκαιρία να διευρύνω τη σχέση μου με την τζαζ μουσική. Ήξερα, βέβαια, ότι η υπόθεση της τζαζ στην Ελλάδα ήταν, και συνεχίζει βέβαια να είναι, αδιαχώριστα συνδεδεμένη με το όνομα του Σάκη Παπαδημητρίου. Το μόνο ωστόσο, που δεν φανταζόμουν ήταν ότι μουσικός αυτός δημιουργός, ποιητής, πεζογράφος και παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, θα ήταν τόσο απλός και οικείος, αλλά και πρωτοπόρος. Ενθυμούμαι πολύ καλά, τώρα που γράφω αυτές τις σκέψεις, τα θλιβερά γεγονότα της συναυλίας με τη Γεωργία Συλλαίου που είχε κάμει ο Σάκης Παπαδημητρίου στη Ροτόντα, τότε που μαινόμενοι «χριστιανομαθημένοι» χούλιγκαν «πιστοί» είχαν εισβάλλει στο μοναδικό για το είδος του αυτό μνημείο και τα είχαν κάμει γυαλιά καρφιά. Αντιδρούσαν βλέπετε στην «παραβίαση» της ιερότητας του χώρου, ο οποίος όμως για την ίδια την ιστορία της ανεξάντλητης αυτής πόλης, της Θεσσαλονίκης, εγγράφεται ως μνημείο όχι μόνο θρησκευτικό, αλλά και ως μνημείο – σύμβολο της ιστορικής πολυπολιτισμικής φυσιογνωμίας της.

Ο Σάκης Παπαδημητρίου έχει το ακριβό προνόμιο να συνταιριάζει άψογα το ρόλο του μουσικού δημιουργού με αυτόν του κριτικού. Όλα του σχεδόν τα βιβλία και η δράση του, από τη μαγευτική «Διαγώνιο» μέχρι τις ανεπιτήδευτες ραδιοφωνικές παραγωγές του, φέρουν το στίγμα της πρωτοτυπίας και αντιστέκονται στο κυρίαρχο συρμό της βιομηχανοποιημένης μουσικής των ημερών μας. Σ’ αυτό το δέκατο έβδομο βιβλίο του, πάνω απ’ όλα ο αφηγητής Σάκης Παπαδημητρίου, ανήσυχα και απρόβλεπτα μας ξετυλίγει προσωπικές ιστορίες και περιπέτειες του, ταξίδια και φεστιβάλ, πρόσωπα, βιβλία και δίσκους, «ανοίγει» την τζαζ σ’ άλλες καλλιτεχνικές μορφές: τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, το θέατρο, το χορό, τη φωτογραφία. Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου τα κριτήρια αξιολόγησης κυριαρχούνται από το πνεύμα της τζαζ. Διαρθρωμένο σε τρια μέρη, στο μεν πρώτο, με «έδρα τη Θεσσαλονίκη», απεικονίζει μνήμες από τα νεανικά χρόνια του καλλιτέχνη, στο δεύτερο, σχολιάζει βιβλία με θέμα τη τζαζ και βιογραφεί μουσικούς, στο δε τρίτο, επανεκτιμά ορισμένες σύγχρονες κριτικές τάσεις που αφορούν το συγκεκριμένο μουσικό ρεύμα, όπως λόγου χάριν την πολεμική του Adorno, το «νέο πνεύμα» του Le Corbusier και του Δ. Μητρόπουλου.

Είπαν πως η τζαζ είναι κατεξοχήν τέχνη του αυτοσχεδιασμού. Εξού και η πολλαπλότητα των στοιχείων της, της βαριάς κληρονομιάς της: η γέννησή της στη Νέα Ορλεάνη, τα σπιρίτζουαλ, τα μπλουζ, τα μίνστρελ, το σουίνγκ, η αφροκουβανέζικη επίδρασή της. Ο Σάκης Παπαδημητρίου βιώνει εκπληκτικά τον καλλιτεχνικό αυτό ορίζοντα, δίνοντάς μας απλόχερα για άλλη μια φορά, μέσα από ένα μουσικό σχολείο που ξεκινάει από το 1975 στο Β΄ Πρόγραμμα και φτάνει σε εκπομπή της ΕΡΤ 3 με την «παγκοσμιότητα της τζαζ», ένα βιβλίο ουτοπικό.

Χρήστος Γιανναράς, Το ρητό και το άρρητο

Σχολιάστε

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Το ρητό και το άρρητο: Τα γλωσσικά όρια ρεαλισμού της μεταφυσικής, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1999, σσ. 324. ISBN: 960-7721-48-9.

Του Αθανασίου Καλαμάτα

[Η παρούσα  βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύθηκε αρχικά στην εφημ. ΑΙΟΛΙΚΑ ΝΕΑ, Μάιος 2000.  Αναδημοσιεύεται εδώ με την άδεια του συγγραφέα].

Κατά την άποψη του συγγραφέα πρόκειται για βιβλίο που αποτελεί το δεύτερο «σταθμό» στην προσωπική πορεία του συγγραφικού μόχθου του, μετά το εναργέστατο σε φιλοσοφικό λόγο βιβλίο του Το πρόσωπο και ο έρως. Λόγος λαγαρός, κοφτερός, ισοδύναμος της προγενέστερης φιλοσοφικής και θεολογικής παράδοσης, ουσιαστικός και συγκλονιστικός, δοκιμάζει τη γλωσσική σήμανση της κριτικής οντολογίας, με συνομιλητή τον κορυφαίο εκπρόσωπο της φιλοσοφίας της «κοινής γλώσσας», αυστριακό φιλόσοφο του πρώτου μισού του αιώνα μας Ludwig Wittgenstein, για τον οποίο ο Χρήστος Γιανναράς γράφει ότι σημάδεψε τη συγγραφική δουλειά του. Αυτή η γόνιμη συντροφιά αλλά και αντιπαράθεση με τη δυτική φιλοσοφική σκέψη, δείχνει να μην εγκλωβίζεται σε ένα σύστημα δογματικών και τετριμμένων αποφάνσεων, αντιθέτως μάλιστα είναι διεισδυτική και αναλυτική, καθώς ρωμαλέα περιγράφει την οντολογία του προσώπου. Βέβαια, ένας τέτοιος λόγος περί φιλοσοφικής γλώσσας, θα ήταν φαινομενικά σκόρπιος και αδύναμος, αν δημιουργικά δεν συναναστρεφόταν με την ορθόδοξη θεολογική παράδοση και μάλιστα με τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.
Το βιβλίο παρουσιάστηκε στις 17 Απριλίου 2000 στην κατάμεστη από κόσμο Αίθουσα Τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με ομιλητές τον Σεβ. Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), κορυφαίο εν ζωή ορθόδοξο θεολόγο, καθηγητή στα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης, της Γλασκόβης, του Εδιμβούργου και του Κινγς Κόλετζ του Λονδίνου, το συγγραφέα Θεόδωρο Ζιάκα και τον Σταύρο Γιαγκάζογλου, Σύμβουλο στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και Διευθυντή του περ. Θεολογία. Τη συζήτηση προλόγισε και συντόνισε ο Λάμπρος Σιάσος Αναπληρωτής Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Θ.Ι.Ζιάκας, Πέρα απο το άτομο

Σχολιάστε

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Πέρα από το άτομο, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2003,

ISBN:978-960-527-275-3.

του Γιάννη Δ. Ιωαννίδη

Όταν το 1989 γκρεμιζόταν το «τείχος τού Βερολίνου», πολλοί ήταν εκείνοι που πίστεψαν πως η λήξη τού «ψυχρού πολέμου» – τού πρώτου παγκόσμιου κλεφτοπολέμου κατά τον 20ό αιώνα – θα συνοδευόταν από μια αδιατάρακτη πλέον άνθιση τής ειρήνης, τής συνεργασίας και τών δημοκρατικών δικαιωμάτων σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ποιός άραγε θα μπορούσε πλέον να παρενοχλήσει,σκέφτονταν, την ευόδωση τού παλιού σχεδίου μιάς πλανητικής εξάπλωσης τών ριζοσπαστικών ιδεών τού ουμανιστικού Ανθρωπισμού, που ξεκίνησε στη Δύση με το Διαφωτισμό και εδραιώθηκε με τη Γαλλική επανάσταση; Η γρια-Κίνα άρχιζε να δίνει γην και ύδωρ στο νεωτερικό πολιτισμό αποδεχόμενη το «οικονομικό» σκέλος τών φιλελεύθερων ιδεών – προϋπόθεση, κατά τούς μοντέρνους ανθρωπιστές, ενός παραπέρα «βαθαίματος τής Δημοκρατίας» στη χώρα τού αιώνιου κολεκτιβισμού. Όσο για το «παλαιστινιακό», αυτό τούς φαινόταν σαν ένα τοπικό πρόβλημα που σίγουρα θα έβρισκε τη λύση του με την πρόοδο τού νεωτερικού πολιτισμού σε παγκόσμια κλίμακα.

Διάψευση και νέα πόλωση

Οι ελπίδες όλων αυτών διαψεύστηκαν πάραυτα. Μόλις δυό χρόνια αργότερα, το 1991, με πρόσχημα την αποκατάσταση τής δημοκρατικής νομιμότητας στον Κόλπο, η παγκόσμια ατμομηχανή τής νεωτερικότητας, οι ΗΠΑ, υπό ρεπουμπλικανική κυβέρνηση, ξεκινούν τον πρώτο πόλεμο κατά τού Ιράκ συμπαρασύροντας όλες τις δυτικές κυβερνήσεις και τις σύμμαχές τους δυνάμεις. Το ίδιο εγχείρημα επαναλαμβάνουν λίγο αργότερα, υπό δημοκρατική κυβέρνηση αυτή τη φορά, στη Γιουγκοσλαβία. Κι ενώ το παλαιστινιακό, αντί να επιλύεται, φαίνεται να οξύνεται όλο και περισσότερο, έρχεται το χτύπημα τών Δίδυμων Πύργων τής Νέας Υόρκης στις 11 Σεπτεμβρίου τού 2001 από ισλαμιστές νεοασασίνους για να δώσει το έναυσμα για μια νέα επέμβαση στο Ιράκ, και πάλι υπό το πρόσχημα τής αποκατάστασης τής Δημοκρατίας και τών ανθρωπιστικών αρχών τού νεωτερικού πολιτισμού. Μόνο που τώρα, οι δόσεις τής ιδεολογικής προπαγάνδας και τών βομβών είναι ενισχυμένες εις τη νιοστή καθώς ο πολιτισμός αυτός θεωρεί πλέον πως αντιμετωπίζει και πάλι σε παγκόσμια κλίμακα την απειλή μιάς συντονισμένης έξωθεν «βαρβαρότητας». Το «κολεκτιβιστικό Τέρας», που φάνηκε να πέφτει καταγής με την κατάρρευση τού σοβιετικού μπλοκ, ξανασηκώνεται λοιπόν όρθιο, αυτή τη φορά με ισλαμιστικό μανδύα. Ο δεύτερος παγκόσμιος κλεφτοπόλεμος έχει αρχίσει.

Όπως συμβαίνει στις κάθε λογής συρράξεις, όλος ο κόσμος καλείται στανικώς, ή και σπεύδει αυθορμήτως, να «πάρει θέση» υπέρ τού ενός στρατοπέδου και κατά τού άλλου. Κι όπως επίσης συμβαίνει στις κάθε λογής συρράξεις, η αμοιβαία τύφλωση κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος στις σκέψεις και τις συνειδήσεις τών ανθρώπων – άμεσα εμπλεκομένων ή προς το παρόν απλών θεατών –, αποπέμποντας όχι μόνο το νηφάλιο αναστοχασμό αλλά ακόμα και αυτή την κριτική και αυτοκριτική σκέψη που υποτίθεται οτι αποτελεί χαρακτηριστικό σημάδι και κλέος τού νεωτερικού ανθρώπου.

Έτσι, για παράδειγμα, ορισμένοι, εστιάζοντας στις φονταμενταλιστικές πεποιθήσεις τού προέδρου Μπους, σπεύδουν να καταλογίσουν την επέμβαση στο Ιράκ σε μια παράξενη αναζωπύρωση τού προτεσταντικού φονταμενταλισμού, κατά κάποιον τρόπο ευθέως ανάλογη τής αναζωπύρωσης τού ισλαμικού φονταμενταλισμού στο αντίπαλό του στρατόπεδο. Λησμονούν όμως οτι τέτοιου είδους πεποιθήσεις δεν χαρακτηρίζουν τον κύριο Μπλερ ή άλλους πρόθυμους συμμάχους τών ΗΠΑ, αλλά και τόσο οτι η επέμβαση αυτή στηρίχθηκε σε αμιγώς νεωτερικού τύπου προσχήματα (δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα) όσο και οτι η επέκταση τού νεωτερικού πολιτισμού στην ίδια τη Δύση δεν εδραιώθηκε ούτε αναίμακτα ούτε χωρίς βίαιες επεμβάσεις κάθε λογής.

Από την άλλη, οι όποιοι υποστηρικτές τών δικαίων τού ισλαμικού φονταμενταλισμού, εκείνοι που βλέπουν σε αυτόν μια μετεξέλιξη τού αντι-ιμπεριαλιστικού αγώνα τών καταπιεζομένων λαών που η νεωτερικότητα «ξέχασε» ν’ αφομοιώσει καταδικάζοντάς τους στην πείνα και την ανέχεια, φαίνεται να ξεχνούν πως, για παράδειγμα, ο αδιάκριτος σφαγιασμός «δικαίων και αδίκων» στον οποίον επιδίδονται οι ισλαμιστές «καμικάζι» αποτελεί ένα μάλλον νεωτερικό παρά προνεωτερικό φρούτο, που δεν χαρακτήριζε ούτε αυτούς τους Ασασίνους, ούτε τους Ιάπωνες καμικάζι, ούτε ακόμη τούς τρομερούς «ναρόντνικους» δυναμιτιστές κατά τις παραμονές τού 1917, και ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να δικαιώνεται με κανένα επιχείρημα.

…. Από το μηδέν
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Θεόδωρος Ζιάκας είναι από τούς λίγους εκείνους που εξακολουθούν να υπερασπίζονται το νηφάλιο κριτικό στοχασμό τών γεγονότων. Και κάτι περισσότερο: αντίθετα από μια τρέχουσα συνήθεια, κατά την οποία ο νηφάλιος στοχασμός ισοδυναμεί με απουσία θέσης, ο Ζιάκας παίρνει θέση. Είναι όμως τέτοιας έκτασης και χρονικού βάθους η εξάπλωση τής τύφλωσης και η λατρεία τής συνθηματολογίας, που για να μάς εξηγήσει τη θέση του οφείλει να ξεκινήσει από το … μηδέν.

Για όσους έχουν παρακολουθήσει την έως τώρα συγγραφική πορεία του από το Έθνος και Παράδοση έως το Η έκλειψη τού υποκειμένου, τής αρθρογραφίας του συμπεριλαμβανομένης, η θέση τού Ζιάκα είναι εκπληκτικά απλή. Τα πολιτικά προβλήματα που παρακολουθούμε, και στα οποία καλούμαστε να απαντήσουμε, δεν είναι διαχειριστικά προβλήματα αλλά ουσιαστικά προβλήματα πολιτισμού. Είναι, συγκεκριμένα, δομικά προβλήματα τού νεωτερικού πολιτισμού. Συνδέονται μάλιστα άμεσα με το γεγονός οτι τα διάφορα κινήματα υπέρβασης τού κυρίαρχου σήμερα πολιτισμού, τού νεωτερικού πολιτισμού, απέτυχαν ριζικά κι αυτό, επειδή, παρά τις όποιες διακηρύξεις τους, τα προτάγματά τους αποτελούσαν ουσιαστικά υποσύνολα προτάγματα τού νεωτερικού προτάγματος και συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να τον υπερβούν. Έτσι, ο θρίαμβος τού νεωτερικού πολιτισμού τον οδήγησε στη «μεταμοντέρνα» φάση τής μηδενιστικής αποσύνθεσής του, την οποία ψηλαφούμε ήδη από τη δεκαετία τού 1960 και βιώνουμε πλέον όλο και εντονότερα εδώ και μερικά χρόνια. Υπάρχει παρ’ όλα αυτά ένα πρόταγμα πολιτισμού, με πιστοποιητικά μιάς ορισμένης ιστορικής του πραγμάτωσης επιπλέον, στο οποίο μπορούμε να ανιχνεύσουμε τα βασικά κλειδιά μιάς υπέρβασης τού νεωτερικού πολιτισμού. Πρόκειται για το χριστιανικό προσωποκεντρικό πρότυπο, το οποίο επεξεργάστηκαν οι Έλληνες Πατέρες τής ορθόδοξης Εκκλησίας και το οποίο συνδέεται πολιτειακά με την παράδοση τού ελληνικού κοινοτισμού.

Γνωρίζοντας ότι, στη σημερινή εποχή, βασικά εννοιολογικά εργαλεία του όπως το «έθνος», η «παράδοση» και η «ορθοδοξία» δεν είναι ούτε δημοφιλή αλλά, κυρίως, ούτε κατανοητά, ο Ζιάκας – ένας από τούς όλο και πιο σπάνιους σήμερα στοχαστές που δεν πληρώνεται για να στοχάζεται – αφιέρωσε χρόνο, μελέτη, έρευνα και κόπο πολύ ώστε να τα εξηγήσει με τρόπο ικανοποιητικό για τις απαιτήσεις τού σύγχρονου κριτικού-αναλυτικού νοός.

Στο Έθνος και Παράδοση προσδιόρισε το έθνος ως «δομή παραδόσεων». Προσδιόρισε τις παραδόσεις ως το σύνολο εκείνων τών διεργασιών θέσμισης κοινωνικών σημασιών, δια τών οποίων η ανθρωπότητα εκπολιτίζει τον εαυτό της μετασχηματίζοντας τον άνθρωπο από ύπαρξη σε υποκείμενο. Υπογράμμισε το ρόλο τής «ιδανικής προτύπωσης» σε αυτές τις υποκειμενοποιητικές διαδικασίες: ο παιδαγωγικός μετασχηματισμός τού ανθρώπου από ύπαρξη σε υποκείμενο πραγματοποιείται μέσω τής θέσμισης προτύπων. Διέκρινε, στο εσωτερικό κάθε έθνους, τις παραδόσεις σε «ηγετικές» (εκείνες που κρατούν στα χέρια τους την Παιδεία), «κεντρικές» (εκείνες που διαθέτουν την ευρύτερη λαϊκή αποδοχή) και «περιφερειακές». Προσδιόρισε τις διαφορετικές εθνικές ταυτότητες με βάση τις προηγούμενες διακρίσεις και επιπλέον διέκρινε την «ελληνική άποψη» από τις δυναμοκεντρικές προτυπώσεις, στις οποίες συγκαταλέγεται κατ’ εξοχήν και ο νεωτερικός ατομοκεντρικός πολιτισμός. Τοποθέτησε τις επιμέρους εθνικές ταυτότητες μέσα στα ευρύτερα συναφή προς αυτές οικουμενικά πλαίσια και τέλος, σε συνάρτηση με όλα αυτά, μάς μετέφερε την άποψή του για την «ελληνική άποψη» και τις αλλοτριώσεις που υπέστη κατά την προέλαση τού νεωτερικού προτύπου, καταθέτοντας ταυτόχρονα τη θέση ότι «η Ορθοδοξία είναι η ελληνική Οικουμένη», η οποία χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι «είναι ηγεμονία κυρίως πνευματική [και] δεν έχει εξουσιαστικό περιεχόμενο».

Λίγο αργότερα, στην Έκλειψη τού υποκειμένου, εστίασε την προσοχή μας αφ’ ενός στην προϊούσα κρίση τού νεωτερικού πολιτισμού, την οποία εντόπισε στο γεγονός ότι, στα πλαίσιά του, το υποκείμενο τείνει να επισκιασθεί από τις συστηματοποιές δομές και έτσι να εκλείψει και αφ’ ετέρου, σε μια αναλυτική καταγραφή τών βασικών δεδομένων ανα-αποκάλυψης τού υποκειμένου, την οποία παρέχει το ορθόδοξο χριστιανικό προσωποκεντρικό πρόταγμα.

Τι είναι πολιτισμός;
Τώρα, στο Πέρα από το Άτομο, ο Ζιάκας επιχειρεί μια ανασύνθεση τών προηγούμενων εργασιών του επαναλαμβάνοντας την κεντρική θέση του αλλά αυτή τη φορά μέσα από ένα πολύ ευρύτερο συνθετικό διάβημα. Και μάς ξεκινά πράγματι, όπως προείπαμε, από το μηδέν, δηλαδή χωρίς κανένα αυτονόητο, αφού έχει πλέον διαπιστώσει πως οι όποιες μελέτες ή διαμάχες γύρω από τούς πολιτισμούς γίνονται χωρίς ποτέ να έχει οριστεί τι εστί πολιτισμός και σε τι ακριβώς μπορεί να συνίσταται μια πολιτισμική (και κατ’ επέκταση εθνική) ταυτότητα μέσα στο ποτάμι τών πολυποίκιλων ιστορικών μεταλλάξεων.

Για να διακρίνουμε όμως την ταυτότητα ενός πολιτισμού, οφείλουμε να γνωρίζουμε τι συνιστά πολιτισμό, δηλαδή ποιά είναι η ιδρυτική πράξη κάθε πολιτισμού εν γένει. Κι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο «ακαδημαϊκό» ερώτημα. Είναι ένα δραματικά πρακτικό ερώτημα, διότι αφορά στη συγκρότηση μιάς κοινής παραδοχής και άρα μιάς βάσης για συνενόηση και διάλογο μεταξύ των διαφορετικών πολιτισμών, δηλαδή μιάς συμφιλίωσης τών λαών.

Φυσικά κάθε πολιτισμός ισχυρίζεται ότι, συγκροτούμενος, προσδιορίζει και μια τέτοια παραδοχή, την οποία μάλιστα θεωρεί υψηλότερου επιπέδου από τις προηγούμενες και την προτείνει έτσι σαν οικουμενική. Το θέμα όμως είναι κατά πόσον η παραδοχή αυτή είναι μυθολογικής φύσεως ή όχι. Ο νεωτερικός πολιτισμός για παράδειγμα θεμελιώθηκε στην ιδέα τής «αέναης προόδου», μιάς «αμετάκλητης ανάπτυξης τών παραγωγικών δυνάμεων», σε συνδυασμό με μια εξίσου αμετάκλητη κατοχύρωση τής «εξατομίκευσης». Αν όμως παρακολουθήσουμε τούς πλέον οξυδερκείς ανατόμους τής νεωτερικότητας, θα δούμε ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Αναιρώντας την παραμυθία περί «αόρατου χεριού» και διαπιστώνοντας την τραγική ελλειπτικότητα ακόμα και τής ίδιας τής εξατομίκευσης στη νεωτερική αστική κοινωνία, ο Χέγκελ προσδιόρισε ως ιδρυτική πράξη κάθε πολιτισμού όχι την αέναη πρόοδο αλλά μια έως θανάτου μάχη μεταξύ Κυρίου και Δούλου. Ο Μαρξ, στα ίδια ίχνη πατώντας, έθεσε ως ιδρυτική πράξη κάθε πολιτισμού – άρα και τού νεωτερικού — την έως θανάτου πάλη μεταξύ τών κυρίαρχων και τών υπόδουλων Τάξεων. Ο Νίτσε, στην εποχή τού ανερχόμενου ευρωπαϊκού μηδενισμού, διαπίστωσε πως κάθε πρόοδος στηρίζεται σε ανθρώπινες θυσίες με την πιο κυριολεκτικά ανατριχιαστική έννοια τού όρου. Ο Φρόυντ τέλος, μίλησε για την ιδρυτική «πατροκτονία». Κοντολογίς, όλοι τους εντόπισαν ως ιδρυτική πράξη πολιτισμού μια πράξη βίας. Αλλά και όλοι τους υπαναχώρησαν ενώπιον αυτού τού εκτυφλωτικού γεγονότος και, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ξαναμυθοποίησαν και επανιεροποίησαν τη βία. Η «αέναη πρόοδος» και η «εξατομίκευση» έχουν λοιπόν κι αυτές τούς μύθους τους, με τούς οποίους αποκρύβουν την αλήθεια πάνω στην ίδρυση τής νεωτερικότητας.

Σύνθεση θυσιαστικής ανθρωπολογίας, τριλεκτικής μεθόδου και προσωποκεντρικής οντολογίας

Ο Ζιάκας δεν είναι διατεθειμένος να υπαναχωρήσει. Την απάντησή του στο ερώτημα «τι είναι αυτό που συγκροτεί πολιτισμό;» τη θεμελιώνει, στηριγμένος γερά πάνω στις προηγούμενες μελέτες του, σε μια πρωτότυπη σύνθεση τριών πηγών. Τη θυσιαστική θεωρία τού Ρενέ Ζιράρ, την τριλεκτική μέθοδο τού Άσγκερ Γιόρν και την προσωποκεντρική οντολογία των Ελλήνων Πατέρων τής χριστιανικής Εκκλησίας.

Από τον Ζιράρ συγκρατεί, και μάς αναπτύσσει, κυρίως τη θέση οτι κάθε πολιτισμός θεμελιώνεται πάνω στη θυσία και στο φαινόμενο τής αποπομπής («αποδιοπομπαίοι τράγοι»), και τη θέση για την τριγωνική φύση τής επιθυμίας (επιθυμία-αντικείμενο-πρότυπο). Έτσι, συνδέοντας τον Ζιράρ με τον Γιόρν, διακρίνει τούς πολιτισμούς κατ’ αρχήν με βάση τον τρόπο τριλεκτικής διαχείρισης τής θυσίας-αποπομπής και τής επιθυμίας: (α) Σύνθεση αντικειμένου-προτύπου με αποπομπή τής επιθυμίας (κολεκτιβιστικοί πολιτισμοί της Ανατολής) (β) Σύνθεση επιθυμίας-αντικειμένου με αποπομπή τού προτύπου (νεωτερικός ατομοκεντρικός πολιτισμός) Και (γ) σύνθεση επιθυμίας-προτύπου με αποπομπή τού αντικειμένου (αρχαιοελληνικός και χριστιανικός προσωποκεντρικός ελληνικός πολιτισμός).

Από τον Γιόρν συγκρατεί αφ’ ενός, όπως είδαμε, την τριλεκτική μέθοδο, σύμφωνα με την οποία κάθε κατάσταση δεν προσδιορίζεται από τη διαλεκτική αντίθεση μεταξύ δύο πλευρών αλλά από την ένταση μεταξύ τριών πλευρών, όπου οι δύο έρχονται σε αμοιβαία «συμπαιγνία» αποπέμποντας την τρίτη. Αφ’ ετέρου, συγκρατεί την ιδέα τής τριλεκτικής συγκρότησης τού ευρωπαϊκού πολιτισμού, την οποία ο Δανός στοχαστής διατύπωσε το 1964 (στο Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, στα ελληνικά εκδόσεις «Αλήστου Μνήμης», 2003) και σύμφωνα με την οποία οφείλουμε να διακρίνουμε σε αυτόν μια λατινική-κολεκτιβιστική πλευρά, μία νορδική-ατομοκεντρική (συνεισφορά τών Βόρειων λαών τής Μεγάλης Μετανάστευσης) και μια ελληνοβυζαντινή-προσωποκεντρική πλευρά, η οποία αναφέρεται στην καθ’ ημάς Ανατολή. Έτσι, στον εδώ και δύο αιώνες κυρίαρχο πολιτισμό, σ’ αυτό που κάπως θολά συνηθίζουμε ν’ αποκαλούμε δυτικό πολιτισμό ή Δύση, ο Ζιάκας βλέπει μία σαφή «συμπαιγνία» μεταξύ τής λατινικής-κολεκτιβιστικής πλευρά και τής νορδικής-ατομοκεντρικής με ηγετική τη δεύτερη, στηριγμένη στην αποπομπή τής χριστιανικής-προσωποκεντρικής πλευράς τής καθ’ ημάς Ανατολής. Άκρως ενδιαφέρουσες εδώ, σε σχέση με τα σημερινά παγκόσμια δράματα, είναι οι παρατηρήσεις τού Ζιάκα για τις εντάσεις μεταξύ Βορρά-Νότου και Ανατολής-Δύσης, καθώς και η επισήμανση οτι το Ισλάμ ανήκει στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και ειδικά σαν μια κολεκτιβιστική συνιστώσα του.

Τέλος, από τούς Έλληνες Πατέρες ο Ζιάκας συγκρατεί σ’ αυτή τη «Γενική Εισαγωγή» του κυρίως την ανθρωπολογική κλίμακα, κατά την οποία οι άνθρωποι διακρίνονται σε «δούλους», «μισθωτούς» και «φίλους» τού Θεού. Οι πρώτοι, μάς εξηγεί, αφορούν τα κολεκτιβιστικά πολιτισμικά πρότυπα, όπου προέχει η υπακοή και η συμμόρφωση. Οι δεύτεροι τα ατομοκεντρικά, όπου προέχει η ισότιμη ανταλλαγή με όρους αμοιβαίου ωφελιμισμού. Οι τρίτοι αφορούν στο προσωποκεντρικό πρότυπο, όπου προέχει η αυθυπερβατική αγάπη.

Βεβαίως, κανείς πολιτισμός δεν είναι αμιγής. Σε κάθε πολιτισμό μπορούμε να διακρίνουμε κολεκτιβιστικές, ατομοκεντρικές και προσωποκεντρικές παραμέτρους. Το καίριο όμως σημείο, εκείνο που δίνει σε κάθε πολιτισμό την ιδιαίτερη ταυτότητά του, είναι το ποιά από τις τρείς αποτελεί την ηγετική παράδοσή του και συνεπώς το ηγετικό πρότυπο τής Παιδείας του ως σύνολο διεργασιών διαμόρφωσης υποκειμένων. Έτσι, σε ό,τι αφορά τον κυρίαρχο νεωτερικό πολιτισμό ο Ζιάκας δικαίως συμπεραίνει ότι πρόκειται για συμπαιγνία «δούλων»-«μισθωτών», δηλαδή λατινικού κολεκτιβισμού και νορδικού ατομοκεντρισμού με ηγετική παράδοση και πρότυπο το νεωτερικό Άτομο. Το Πρόσωπο λοιπόν, ηγετικό πρότυπο τού ελληνοβυζαντινού πολιτισμού, είναι εκείνο που σήμερα αποπέμπεται μαζί του.

Υπάρχει διέξοδος;
Ανατέμνοντας τη σημερινή κατάσταση τού νεωτερικού πολιτισμού, με πλήθος επιχειρημάτων (όπως είναι η αύξουσα κυριαρχία τού ατομικισμού, υποκειμενισμού, τού σχετικισμού και τού εν γένει αποδομητικού πνεύματος) ο Ζιάκας αποφαίνεται ότι έχει ήδη διέλθει το κατώφλι τής «μεταμοντέρνας» μηδενιστικής αποσύνθεσής του. Δεν πρόκειται βεβαίως για μια αληθινά μετανεωτερική κατάσταση, εφόσον δεν προήλθε από μια τομή αλλά από την ίδια την εσωτερική εξέλιξη τής νεωτερικής κατάστασης. Έτσι, η παρούσα κατάσταση δεν μάς αφήνει να σκεφτούμε ως πιθανές παρά δύο εκδοχές για το μέλλον, η μια ανεπιθύμητη και η άλλη επιθυμητή.

Η ανεπιθύμητη έκβαση τών σημερινών πραγμάτων συνδέεται, κατά τον Ζιάκα, με το μοναδικό σταθερό σημείο αναφοράς που εξακολουθεί να συνέχει τον αποδιοργανωνόμενο νεωτερικό πολιτισμό. Δεν είναι άλλο από τον τεχνολογικό μεσσιανισμό και τη συναφή με αυτόν λατρεία τής συστημικής-αλγοριθμικής σκέψης, που χαρακτήρισε άλλωστε όλη την εξέλιξη τής νεωτερικότητας. Και είναι ανεπιθύμητη αυτή η έκβαση διότι, αφ’ ενός μεν η προώθησή της στηρίζεται αναγκαστικά στην παντοκρατορία τού Συστήματος και συνεπώς την έκλειψη τού υποκειμένου, δηλαδή στην επικράτηση ενός νέου «Μεσαίωνα», όχι πλέον «θεοκρατικού» αλλά «μηχανοκρατικού», και αφ’ ετέρου, διότι αυτή ακριβώς η εξέλιξη θα σημαδέψει τη μετατροπή τού ανθρώπου σε βιορομπότ, οδηγώντας στα άκρα την ήδη επιτυχημένη από τη νεωτερικότητα μετατροπή του σε χρονο-ανταλλακτικό.

Η άλλη έκβαση, η επιθυμητή, συνδέεται κατά τον Ζιάκα με μια «επιστροφή» τού αποπεμφθέντος από τη νεωτερικότητα προσωποκεντρικού προτύπου, όπως το επεξεργάστηκαν οι Έλληνες Πατέρες στην εποχή τους και οφείλουμε να επεξεργαστούμε περισσότερο σήμερα, αποβάλλοντας τις αλλοτριώσεις που υπέστη το χριστιανικό μήνυμα τόσο από τη λατινική-κολεκτιβιστική και από τη νορδική-ατομοκεντρική κυριαρχία, όσο και από την ίδια την καθ’ ημάς Ανατολή στην αγωνία της να συμμετάσχει στο νεωτερικό πολιτισμό – θέμα καίριο, με το οποίο φαίνεται οτι ο Ζιάκας θα καταπιαστεί διεξοδικά στο δεύτερο μέρος τού Πέρα από το Άτομο, το οποίο μάς έχει ήδη υποσχεθεί.

Τι θα μπορούσε όμως, αναρωτιέται εύλογα ο αναγνώστης, να ευνοήσει αυτήν εδώ την «επιστροφή» στις παρούσες, άκρως σκοτεινές κι επικίνδυνες συνθήκες; Η απάντηση τού Ζιάκα είναι σαφής. Η πορεία τού δυτικού πολιτισμού από τον κολεκτιβισμό προς το νεωτερικό ατομοκεντρισμό και τη σημερινή μηδενιστική αποσύνθεση είναι από πάρα πολλές πλευρές ανάλογη τής πορείας τού ελληνικού πολιτισμού από την βαθύτερη αρχαιότητα έως και τούς ελληνιστικούς χρόνους. Ωστόσο, ο ελληνικός πολιτισμός κατόρθωσε τότε να κάνει το επόμενο βήμα. Δεξιώθηκε το προσωποκεντρικό μήνυμα τού Χριστού και μάλιστα παρήγε έναν οικουμενικής εμβέλειας πολιτισμό επ’ αυτού. Έχει λοιπόν στη διάθεσή του τα βασικά «κλειδιά» για μια οικουμενικής εμβέλειας απάντηση στη σημερινή αγωνία τού θνήσκοντος νεωτερικού πολιτισμού. Κι έτσι, για άλλη μια φορά στην ιστορία του, ο ελληνικός πολιτισμός καλείται σήμερα «να δώσει τα φώτα του» στον κόσμο. Θ’ ανταποκριθεί άραγε στην πρόκληση τών καιρών;

Στο Πέρα από το Άτομο θα πρέπει λοιπόν να δούμε κάτι περισσότερο από ένα βιβλίο. Θα πρέπει να δούμε ένα «σημείο» που μάς δείχνει ότι είναι υπαρκτή η δυνατότητα τής ανταπόκρισης τού ελληνικού πολιτισμού στην πρόκληση τών καιρών. Σαν βιβλίο πάντως οφείλουμε να το μελετήσουμε, χωρίς να φεισθούμε τών κόπων που απαιτεί, και από την πλευρά τού αναγνώστη, ένα τόσο διευρυμένο συνθετικό εγχείρημα.

Πηγή: Happy Few & Αντίφωνο

Διαβάστε επίσης:

Χρ. Γιανναρά, H πολιτική ταυτότητα των κάποτε Eλλήνων (Καθημερινή, 8-2-2004)

Αρέσει σε %d bloggers: