Ο Κώστας Χατζηαντωνίου για το βιβλίο «Ανέστιος: Ημερολόγια» της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη

Σχολιάστε

b194518

Αλεξάνδρα ΔεληγιώργηΑνέστιος: Ημερολόγια, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2014, ISBN 978-960-505-120-4.

Απόσπασμα από το βιβλίο (πηγή: Βιβλιονέτ): 

Μόνο τις σκέψεις μου, εν τέλει, δεν λέω να αποχωριστώ. Όλο και κάποιος θα βρεθεί να θελήσει να κουβεντιάσουμε, αν τολμήσει να με κοιτάξει κατάματα. Και μόνο η ιδέα πως δεν είναι απίθανο να συμβεί με ημερεύει. Το κρύο, όμως, τη νύχτα, με αγριεύει. Για να αντέξω την παγωνιά, ονειρεύομαι πως είμαι αγρίμι στα δάση και στα βουνά. Γρυλλίζω, βρυχώμαι, αρνούμαι να το δεχθώ, σαν να ‘ναι μια άδικη καταδίκη. Με το ξημέρωμα, την αποδέχομαι. Από αδιαφορία για το σαρκίο μου· γιατί οι δίκαιες τιμωρίες εκλείπουν, όπως συμβαίνει σ’ όλες τις εποχές, ιδίως στις σκοτεινές. Σημασία έχει να μπορεί κανείς να συνεχίσει να τις φαντάζεται…

Ακολουθεί το κριτικό σημείωμα που έγραψε για το βιβλίο ο Κώστας Χατζηαντωνίου (πηγή: ΑΥΓΗ/ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ, 21-9-2014):

Χωρίς εστία: Η πιο σκληρή εξορία

Σκέψεις με αφορμή το μυθιστόρημα «Ανέστιος» της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη – Εκδόσεις Άγρα, 2014

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ήταν πάντα η πιο σκληρή μορφή της βαρβαρότητας, είτε ως άσκηση ωμής βίας είτε ως απότοκος της κεφαλαιοκρατικής εξέλιξης, το γεγονός ότι αφήνει τον άνθρωπο χωρίς εστία. Ξένος στην πατρίδα του, σαν σβήνει η φωτιά στο παραγώνι της πατρικής στέγης, ξένος στην ξενιτιά που η ανάγκη τον σπρώχνει, ξένος στο δρόμο που οι νόμοι της αγοράς τον πετάνε μοιραία. Αν θυμηθούμε εδώ για λίγο πώς μένουν ο κόσμος και οι άνθρωποι χωρίς αυταπάτες (το περιέγραψε τόσο ιδανικά εκείνο το Μανιφέστο του 1848), τότε θα νιώσουμε πόσο τρομαχτικό είναι να μένει κανείς χωρίς εστία.

Δεν είναι πολύς καιρός που από τις εκδόσεις Άγρα εκδόθηκε το νέο μυθιστόρημα της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη «Ο ανέστιος- Ημερολόγια», ένα βιβλίο που μιλάει με τρόπο εξαιρετικό όχι απλώς για την υπαρκτική καταστροφή που συντελείται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα αλλά γενικότερα για όσα εκτυλίσσονται στο σύγχρονο κόσμο. Σ’ ένα κόσμο που ο φιλελεύθερος οπτιμισμός καταρρέει με βρόντους και λυγμούς και όλα αποκαλύπτονται στην τραγική τους διάσταση. Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο ανέστιος Ηλίας Κ., είναι ένας ηλεκτρολόγος μηχανικός που αιφνιδίως καταστρέφεται. Έντιμος πανεπιστημιακός και συνεταίρος σε μιαν ανθηρή τεχνική εταιρία, ξαφνικά νιώθει να χάνει κάθε διάθεση για εκείνους τους μικρούς αλλά συνεχείς συμβιβασμούς που κάνουν εφικτή μια συνηθισμένη ζωή. Επιλέγοντας αντί της άμεσης αυτοκτονίας μια βραδεία αυτοεξόντωση, μοιράζει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία και αναχωρεί φυγάς θεόθεν και αλήτης σ’ ένα ταξίδι εξερεύνησης του εαυτού του.

Ο Ηλίας Κ., είναι αλήθεια πως δεν είναι ένας συνηθισμένος άστεγος. Όχι μόνο επειδή επί έξι χρόνια καταγράφει με υποδειγματική συνέπεια σε τετράδια την περιπλάνησή του σε ένα κόσμο ανεστιότητας. Είναι υπέρμαχος της ιστορικότητας της συνείδησης και ξέρει πώς είναι να ζει κανείς σε ένα ατέρμον παρόν. Ζει στο ελάχιστο εδώ και τώρα όχι επειδή το είχε σκοπό αλλά από μια απόλυτη επιθυμία ελευθερίας. Ούτε από συνήθεια ούτε από ανάγκη. Για να δώσει δρόμο στα πάντα κάνει το δρόμο σπίτι του. Πρόκειται για την απόλυτη αποδέσμευση, να χαθείς απ’ όλα και να ζεις χωρίς κανένα κέντρο, χωρίς μια τρύπα να συμμαζέψεις το βλέμμα και τις δυνάμεις σου. «Μόνο τις σκέψεις μου, εν τέλει, δεν λέω να αποχωριστώ», διαπιστώνει. Ο πόθος για διάλογο που τον κατέτρωγε, γίνεται πυρετικός μονόλογος. Τη μέρα βέβαια είναι εύκολο να αποδέχεται την παγωνιά. Τις νύχτες όμως, για να αντέξει, πρέπει να ονειρεύεται πως είναι αγρίμι. Και έτσι ζει.

Με γραφή παλλόμενη μεταξύ αισθημάτων και στοχασμού, η Δεληγιώργη συνθέτει μια εξαιρετική ψυχολογική αποτύπωση του γεγονότος της ανεστιότητας. Πώς γίνεται, για παράδειγμα, ανέστιος αυτός που ζητά ματαίως ένα πραγματικό φίλο επειδή δεν θέλει πια άλλους γνωστούς, άλλες γνωριμίες, άλλες τυχαίες παρέες. Συνήθως, ο εν δυνάμει ανέστιος έχει λόγους να κρύβει την ερημιά του. Κάποτε όμως έρχεται η στιγμή της αλήθειας. Δεν έχει πια νόημα να κρύβεις πως είσαι μόνος, οριστικά και τελεσίδικα μόνος. Τελειώνει τότε η εποχή που μετρούσε «όχι ποιος είσαι αλλά πώς καταφέρνεις να κρύψεις αυτό που είσαι». Μια αβάσταχτη ανάγκη γεννιέται, η ανάγκη επιστροφής στην παιδικότητα, στην καθαρότητα των πραγμάτων και ζητά ξανά το πέταγμα. Βέβαια δεν είναι εφικτό πια να πετάς. Μα τούτο δεν είναι πρόσχημα και για να σέρνεσαι. Κι αφού «κανείς δεν τολμά πια να μιλήσει για κάποιον προορισμό», ο ήρωας της Δεληγιώργη δεν έχει άλλο δρόμο παρά να οδεύει. Χωρίς να βιάζεται, χωρίς να βραδυπορεί. Αναπαύεται στο παγκάκι, απολαμβάνει την εγγύτητα με τον Άλλο, παρατηρεί το μυαλό που χοροπηδάει από το ατομικό στο παγκόσμιο με εκπληκτική ευκολία.

Η προτίμηση στο παγκάκι ενός κήπου και όχι στο καφενείο: να μια αναζήτηση όχι κοινωνικότητας παλαιού τύπου αλλά ένας πόθος προσωπικής επαφής. Ως αναζήτηση του φίλου και όχι του γνωστού. Ο Ηλίας Κ. αναζητώντας το όλον αρνείται το μέρος. Το ξέρει πως ο πραγματικά άστεγος είναι ο ανέστιος. Αυτός που περιφέρεται χωρίς σταματημό και έχει χάσει κάθε σημείο αναφοράς, κάθε κέντρο βάρους. Είναι ύπουλη αρρώστια η ανεστιότητα, η πιο φονική επιδημία του αιώνα μας. Εκατομμύρια τα θύματά της αφού τέσσερις τοίχοι και μια σκεπή δεν συνιστούν βέβαια εστία. Χωρίς σεβασμό στην πιο ανθρώπινη ιδιότητα, την συναναστροφή, ο ατομικισμός, η πιο βάρβαρη θρησκεία, καταστρέφει εστίες, πατρίδες, κοινωνίες. Και το πιο απάνθρωπο: ζητά να εξαφανίσεις το παρελθόν από μέσα σου. Κι επειδή ξέρει πως η λήθη, η απομάκρυνση, η σιωπή, η αποξένωση είναι τεχνάσματα (δεν αρκούν για να ξεφύγεις από το παρελθόν) ζητά την απόλυτη καταστροφή της μνήμης. Επειδή όμως «δεν γίναμε ακόμη αυτό που ήταν να γίνουμε», η καταστροφή αυτή γεννά αφεύκτως το μηδέν. Γινόμαστε αντί για όντα, παρόντα. Πλάσματα του εδώ και τώρα, παρέστιοι, παρατρεχάμενοι και παρεπιδημούντες, όπως σημειώνει η Δεληγιώργη. Αυτή η βαθιά παραμόρφωση –μια επέμβαση που απέκοψε ζωτικές διαστάσεις της ύπαρξης όπως είναι το παρελθόν και κατά συνέπεια το μέλλον– οδηγεί φυσικά όλους «εύλογα να αναρωτιούνται πώς έγινε, διάολε, και το μέλλον αντί να είναι η φυσική προέκταση του παρόντος, όπως όλοι προθυμότατα πίστεψαν, ήταν εν τέλει αντικατοπτρισμός του χθες, η αντίπερα όχθη που το καθρέφτιζε».

Ζώντας σε ένα κακοχυμένο κόσμο που κακοφόρμισε, ο ανέστιος της Δεληγιώργη ζητά να βρει πότε άρχισε το κακό. Οι μύθοι για την πτώση ελάχιστα τον παρηγορούν. Η εξουθενωτική αναζήτηση της αιτίας, στην Ιστορία που φωτίζει την καλά κρυμμένη σαπίλα, αποκαλύπτει μια τεράστια πολιορκητική μηχανή ψευδολογίας. Ο φόβος να ξεσπάσει βίαια η αηδία γι’ αυτό τον κόσμο είναι έντονος. Ευτυχώς όμως υπάρχει η γραφή: «Τα ημερολόγια, ένας τρόπος να μη χυθεί τόσο αίμα», όπως σημειώνει και ο Ηλίας Κ. που δεν είναι μηδενιστής και δεν χαίρεται με τις κατακρημνίσεις, αφού πιστεύει ακόμη στη ζωή. Ελπίζει, παλεύει, δεν αδιαφορεί για τον μίτο της Αριάδνης. Ποθεί την έξοδο από το λαβύρινθο. Ποθεί ένα νόημα. Γιατί η έξοδος και η εξορία του δεν είναι εν τέλει παρά η αναζήτηση μιας εστίας. Ανέστιος από παιδί, υπέρμαχος της ζωής και όχι της επιβίωσης, γνωρίζει πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη διαστροφή, δεν υπάρχει βαθύτερη αλλοτρίωση του ανθρώπινου προσώπου από την ανεστιότητα: χωρίς εστία, χωρίς πατρίδα, καμιά απελευθέρωση δεν είναι δυνατή.

Ποιος είναι τελικά ο Ηλίας Κ.; «Μια φλογερή καρδιά που κάηκε στη φλόγα της ανημπόριας του. Διόλου απίθανο το κακό να συνέβη από αφηρημάδα ή ευπιστία ή περιφρόνηση για τις λογιστικές πράξεις ή από καθαρή (έμφυτη) αδυναμία να κάνει σωστά το λογαριασμό». Καθώς αρνείται την ιερότητα της χρησιμότητας (που δεν είναι εν τέλει παρά μια υποκρισία) και τον στείρο ορθολογισμό (που δεν είναι παρά οκνηρία) και ψάχνει να βρει την άκρη για να λύσει το αίνιγμα της ζωής του, ο ήρωας της Δεληγιώργη ενώνει τον 21ο με τον 19ο αιώνα. Η ιστορία και η ζωή φανερώνουν τη συνέχεια τους, με ρωγμές και τρύπες βέβαια παντού αλλά συνέχεια. Πρόκειται για το νήμα που φέρνει ξανά στο φως την ελληνική τραγωδία. Γιατί ο «Ανέστιος» είναι συνυφασμένος με τις συνθήκες, τον κοσμολογικό ρυθμό και το εσωτερικό κλίμα της τραγωδίας. Ο κόσμος ξαναβρίσκει τη φλέβα της τραγικής κραυγής, της κραυγής για νόημα. «Ένας ατέλειωτος θάνατος» τούτη η κραυγή, κατά τη φράση του Μάρλοου που ξαναφέρνει το τραγικό ρίγος στον κόσμο, σε ένα κόσμο που είναι αυτή η ίδια κόλαση, όπως θα πει ο Μεφιστοφελής στον Φάουστους. Αλλά και αφορμή για μια σπάνια λογοτεχνία όπως αυτή που διακονεί με συνέπεια, χρόνια τώρα, η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2014/09/blog-post_60.html

«Μια στάλα ζωής να ξεδιψάσει η ψυχή της. Μια στάλα ζωής» : Το «ἀεὶ σχοινοβατεῖν» της ύπαρξης μας- Σκέψεις, στιγμές και αναγνώσεις με αφορμή το βιβλίο του π. Χ. Παπαδόπουλου «Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά»

3 Σχόλια

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2011, ISBN:978-960-527-682-9.

Να ζήσεις μόνο μιαν αυγή
τόση ζωή σε φτάνει

ρόδο π’ ανθεί πολύ καιρό
την μυρωδιά του χάνει.

Παραδοσιακή κρητική μαντινάδα

Το είχα προμηθευτεί μόλις κυκλοφόρησε. Πήγα και στην παρουσίαση του. Παρόλα αυτά παρέμενε υπομονετικά στη στοίβα με τα αδιάβαστα. Είναι φορές που δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαβάσεις. Κι όταν εντέλει διαβάζεις ένα πραγματικά σπουδαίο βιβλίο η σκέψη έρχεται αυτόματα: «Μα γιατί, γιατί το άφησα τόσο καιρό στην αναμονή;». Οι βιβλιόφιλοι εν πολλοίς καταλαβαίνουν  τι εννοώ.

Το 2006 γνώρισα για πρώτη φορά τη σκέψη του π. Χ. Παπαδόπουλου. Αφορμή ένα απίστευτης ομορφιάς κείμενο του με τίτλο «Η νεκροψία της ψυχής μας» (εφημ. «Πατρίς», 22-3-2006), που θεωρώ σκόπιμη την υπενθύμιση του εδώ:

Ποιος προφήτης τώρα θ΄ ακουστεί,
σαν φωνή σε στέρνα κλειστή,
σ΄ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό,
ποια κραυγή από τον ουρανό

Μ. Χατζιδάκις, Η μπαλάντα του οδοιπόρου

Καθώς η ελληνική Βουλή ψήφιζε τον νόμο για την καύση των νεκρών, ένας «νεκρός» μιλούσε για την όντως ζωή και ο Θεός καταργούσε τους νόμους της φύσεως.
«Σκήνωμα ιερομονάχου ονόματι Βησσαρίων ευρέθη αναλλοίωτο, άφθαρτο και μυροβλύζον μετά από 15 χρόνια…».
Η ελληνική κοινωνία “παγώνει”, προσπαθεί ν΄ αναθερμάνει την υποθερμία της πίστεως της. Επίσημοι, θρησκευόμενοι και μη, ζητούν την βοήθεια της επιστήμης για να διασφαλίσουν την λογικοφανή «εγκυρότητα» του θαυμαστού, λες και το όνειρο πιστοποιείται ή το θαύμα αναλύεται.
«Όλα είναι μυστήριο, το κάθε τι είναι κι ένα μυστήριο…..το μυστήριο του Θεού είναι παντού…Όλα τα πράγματα και τα πλάσματα και τα πιο ασήμαντα και τα μικρά είναι μυστήρια…Τόσο το καλύτερο αν υπάρχουν μυστήρια. Πιο όμορφο ΄ναι να υπάρχει το μυστήριο. Είναι θαυμαστό και φοβερό για την καρδιά, όσο μικρό κι ακατανόητο φαντάζει για το μυαλό….Ο άνθρωπος ξέρει να καταλαβαίνει πολύ περισσότερα πράγματα, απ΄ όσα μπορεί να εκφράσει.» (Έφηβος, Φ. Ντοστογιέφσκυ)
Ο Βησσαρίων όμως μίλησε γι΄ αυτό που βίωσε, ο Θεός απάντησε και εμείς αδέξιοι χειριστές του λόγου της Αλήθειας πνιγήκαμε στην θάλασσα των ματαίων λογισμών «..φθαρτών δακρύων απόγονοι…».
Ζητείται πλέον άνθρωπος να μιλά την γλώσσα του ουρανού, του θαυμαστού !
Εάν μας κατέστησαν ανέπαφους μπροστά στο Μυστήριο, μπροστά στο θαύμα, φταίμε πρώτα εμείς, που αφήσαμε τους λογής-λογής γδάρτες των ονείρων μας να αποξηράνουν τους χυμούς της υπάρξεως μας.
Ποιος διαμαρτυρήθηκε ή «απήργησε» όταν του είπαν ότι το φεγγάρι δεν είναι σύμβολο του έρωτα, μούσα χρυσοστόλιστη του παραμυθιού, μήτε τυραννικής βραδιάς παραμυθία αλλά ένα μάτσο πέτρες και βουβοί κρατήρες ;
Ποιος φώναξε να τρίξουν τα θεμέλια της γης, όταν μας είπαν ότι ο έρωτας δεν είναι η αποκάλυψη της ζωής, το θαύμα της σχέσης που ξεπερνά την αναγκαιότητα της φύσης αλλά η βιοχημεία των συναισθημάτων μας;
Κανείς δεν έκανε απεργία πείνας υπαρξιακής όταν η μοναδικότητα του προσώπου, το ένα βλέμμα, το ένα άγγιγμα, το ένα χαμόγελο και κλάμα, το ένα και αναλλοίωτο μοναδικό έγινε «κλώνος» στα εργαστήρια της λογικολαγνείας.
Κι΄ ήρθε ο Λάκης (Λαζόπουλος) ν΄ αποκαταστήσει την χαμένη αθωότητα του μύθου, το δέος των ματιών και της ψυχής μπροστά στο θαύμα. Έβγαλε το καπέλο του και υποκλινόμενος μπροστά στον Γέροντα Βησσαρίωνα, ψέλισε την εξομολόγηση μιας ολόκληρης γενιάς.
«Συγχώρεσε Γέροντα την εποχή μου που δεν μπορεί να ψηλαφήσει το θαύμα. Που βρώμισε τόσο πολύ η ψυχή μας ώστε δεν εκπλήσσεται μπροστά στο θαυμαστό. Το θέμα δεν είναι εάν πρόκειται για θαύμα ή όχι αλλά ότι χάσαμε την αίσθηση του θαύματος στην ζωή μας…» Καληνύχτα!

[π. Χ. Παπαδόπουλος, «Η νεκροψία της ψυχής μας«, εφημ. «Πατρίς, 22-3-2006, σύνδεσμος άρθρου: http://www.patris.gr/articles/82216?PHPSESSID=]

Λίγο καιρό αργότερα ανακάλυψα το μπλόγκ του (π. Λίβυος): όαση πραγματική ομορφιάς και αγάπης. Κείμενα πολύ δυνατά, γεμάτα ζωή, σταυραναστάσιμα. Ατμόσφαιρα χαρμολύπης, κατάφασης στην ανθρώπινη κατάσταση, έμφαση στην ουσία της υπάρξεως (στο -κατά Εμμ. Λεβινάς- «υπάρχειν»). Λόγος σημερινός, απτός, χωρίς άσκοπες λεκτικές φιοριτούρες, ζεστός και προσφυής για το πολλαπλώς χειμαζόμενο και κατακερματισμένο σύγχρονο υποκείμενο. Μέσα μου αυτόματα πέρασε η σκέψη: «Υπάρχουν τέτοιοι παπάδες; Τέτοιους παπάδες θέλουμε, δυναμικούς και αγαπητικούς, απλούς, μέσα στη ζωή, δίπλα στον κόσμο και τα σοβούντα προβλήματα του, μακριά από αδιέξοδους ηθικισμούς και βερμπαλισμούς».

Πρόσφατα είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον π. Χαράλαμπο και δια ζώσης. Ήταν κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του Στ. Ράμφου(ενός σπουδαίου διανοούμενου, παρά τις πάμπολλες διαφωνίες μου με τη σκέψη του). Εκεί πέραν της ευρύτητας της παιδείας  και της καλλιέργειας του γνώρισα κάτι σημαντικότερο: τον Άνθρωπο π. Χαράλαμπο. Έναν άνθρωπο ευαίσθητο, ήρεμο, γεμάτο αγάπη, εγκάρδιο. Ένιωσα το μεγαλείο της ευγένειας και της ζεστασιάς του. Την κατάφαση στον Άλλον, καθώς εστί,ως Προσώπον.

Αλλά και στην παρουσίαση του βιβλίου στην Ανδρόγεω πόσο συγκινητική ήταν η παρουσία των συγχωριανών και ενοριτών του! Τι παραπάνω θέλει ένας άνθρωπος από τους λόγους καρδιάς του εκλεκτού φίλου του π. Χ. Κοπανάκη;

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την αλήθεια του κοινωνείν:  «Καθ’ ὅ,τι ἄν κοινωνήσωμεν(…), ἀληθεύομεν, ἅ δε ἄν ἰδιάσωμεν, ψευδόμεθα» (Ηράκλειτος, στο: Diels-Kranz, Fragmente der Vorsokratiker, τόμος Ι, σελ. 148 ).

Το βιβλίο του π. Χ. Παπαδόπουλου περιλαμβάνει 18 διηγήματα. Η αφήγηση συναρπάζει. Ιστορίες από τη ζωή και για τη ζωή.  Άνθρωποι, Θεός, φύση, συναισθήματα, νοσταλγία, αθωότητα, ενοχές, πάθη, πόθοι, λογισμοί, αγώνας, ύπαρξη, ζωή, πόνος, χαρά, στιγμές, πτώσεις και αναβάσεις, απώλειες και υποστροφές, σπαρακτικά διαπλέκονται. Το «Να ζεις» είναι  διακύβευμα, αλλά και ζητούμενο, σχοινοβασία διαρκής και άθλημα ελευθερίας. Διότι «πολλές φορές δεν είναι εύκολο να βρίσκεσαι μπροστά στην ευθύνη των ονείρων σου» (σελ. 13). Μας θυμίζει ο συγγραφέας mutatis mutandis τα λόγια του Όσκαρ Ουάιλντ: «Δυο είναι οι μεγάλες τραγωδίες στη ζωή. Η μια είναι να μην πραγματοποιήσεις το όνειρο σου. Η άλλη, είναι να το πραγματοποιήσεις» (το παραθέτει ο P.Watzlawick στο βιβλίο του «Φτιάξε τη δυστυχία σου μόνος σου«, εκδ. Αλήστου μνήμης, σελ.40). Ο συγγραφέας διαπιστώνει με πικρία, πως όποιος δεν ζει, δεν αφήνει ούτε τον Άλλον να ζήσει:

(…)Ως και την θρησκεία έβαζε στη μέση. Προσπαθούσε να την γεμίσει ενοχές γιατί απλά ένιωθε γυναίκα. Παλιά τέχνη όλων εκείνων που θέλουν να ελέγχουν τους ανθρώπους μέσω των ενοχών. Να μην ζούν αυτοί και να μην αφήνουν και τους άλλους να χαρούν τη ζωή(…).

(απόσπασμα από το διήγημα «Μια στάλα ζωής», σελ. 22).

Θα κλείσουμε το σημείωμα μας με ένα συγκλονιστικό απόσπασμα του βιβλίου αφιερωμένο σε όσους διψούν για ζωή:

(…) Το να ζεις, φίλε Βασίλη, είναι μεγάλη υπόθεση. Είναι η μεγαλύτερη τέχνη πάνω στην γη. Η τέχνη της ύπαρξης. Είναι μια περιπέτεια χωρίς εγγυήσεις και βεβαιότητες. Είναι σχοινοβασία. Και δεν μαθαίνεται ούτε με βιβλία, ούτε με κηρύγματα, ούτε με τσιτάτα. Μονάχα ζώντας μαθαίνεις να ζεις. Θα ανέβεις και θα κατέβεις πολλές φορές στην κόλαση για να φτάσεις στον παράδεισο. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος(…)

(απόσπασμα από το διήγημα «Στην Προκυμαία», σελ. 50-51).

Αντέχετε;

Γ. Μ. Βαρδαβάς

Μεγάλη Δευτέρα/Μεγάλη Τρίτη

9-10 Απριλίου 2012

Αρέσει σε %d bloggers: