Jean – Luc Marion, Ο Θεός χωρίς το Είναι

Σχολιάστε

b183779

Jean – Luc Marion,  Ο Θεός χωρίς το Είναι, μετάφραση: Χρήστος Μαρσέλλος, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2012, ISBN 978-960-435-367-5.

Αναδημοσίευση της κριτικής του π. Ευαγγέλου Γκανά (αρχική δημοσίευση: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-7-2013)

π. Ευάγγελος Γκανάς

Η ελευθερία στη θεολογία δικαίως μας τρομάζει

(Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-7-2013)

Η πρώτη φράση του Ζαν Λυκ Μαριόν από το βιβλίο του «Ο Θεός χωρίς το Είναι» (σε ιδιαίτερα επιμελημένη μετάφραση του Χρήστου Μαρσέλλου) στοιχειώνει τη φαντασία του φιλοσόφου και του θεολόγου εξίσου: «Θα έπρεπε να ομολογήσουμε κάποτε ότι η θεολογία, από όλες τις μορφές γραφής, είναι εκείνη που προκαλεί μάλλον τη μεγαλύτερη απόλαυση. Μάλιστα όχι την απόλαυση του κειμένου, αλλά την απόλαυση -εκτός αν πούμε ήδη τη χαρά- που αισθάνεται κανείς όταν το υπερβαίνει: πηγαίνοντας από τα verba στο Verbum». Από το πλήθος των τεκμηρίων που προσκομίζει το πυκνό και γόνιμο αυτό δοκίμιο εις επίρρωσιν του παραπάνω ισχυρισμού θα αρκεστώ σε τρία.

Πέρα από τη μεταφυσική

Το πρώτο μέλημα του Μαριόν είναι να καταστήσει προβληματικό το προφανές, αυτό στο οποίο συμφωνούν τόσο οι παλαιοί μεταφυσικοί όσο και ορισμένοι σύγχρονοι νεοθωμιστές: ότι ο Θεός, πριν από οτιδήποτε άλλο οφείλει να είναι. Επικαλούμενος μια γνωστή ρήση του Χάιντεγκερ, ο Μαριόν μας λέει πως σε έναν Θεό που νοείται ως αιτία του εαυτού τoυ (causa sui) ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσευχηθεί, δεν μπορεί να πέσει στα γόνατα περιδεής, προσφέροντας αίνο και λατρεία. Θεϊσμός και αθεϊσμός μάχονται αενάως ως αντίπαλοι, αν και στην πραγματικότητα είναι αδελφοί-εχθροί: κοινή τους μήτρα η ανυπέρβλητη ειδωλολατρία. Αντιθέτως ο χριστιανισμός σκέπτεται τον Θεό βάσει του ίδιου του Θεού και μόνο, στο μέτρο που Αυτός αποκαλύπτεται. Για την αρχαία χριστιανική πίστη η φιλοσοφία ήταν μωρία. Αυτό δεν φανερώνει γνωσιοθεωρητική αλαζονεία, αλλά την πεποίθηση ότι η θεολογία καθίσταται η ίδια μωρία αν δεχθεί ως αναγκαία θεραπαινίδα της τη φιλοσοφία. Η θεολογία δεν αφορά τον Θεό, αλλά το γεγονός της πίστης στον εσταυρωμένο και αναστάντα Χριστό.

Η επιδίωξη της ισχύος πλάθει «θεούς», σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που η παρουσία των «θεών» καταλήγει κοινότοπη και οδηγεί τον άνθρωπο στη δυσφορία και τους «θεούς» στο λυκόφως τους. Ομως ταυτόχρονα, κάθε στιγμή της ζωής, η ανθρώπινη κατάσταση απαιτεί και παράγει νέους «θεούς», όσο και αν δυσφορεί για τους παλαιούς. Η επιδίωξη της ισχύος δεν παύει να επιθυμεί τον εαυτό της και αυτό ισχύει τόσο όταν παράγει «θεούς» όσο κι όταν τους αποκαθηλώνει από το βάθρο τους. Επιδίωξη της ισχύος και μεταφυσική αλληλοπεριχωρούνται.

Στη διαπίστωση του Τσέλαν πως κανείς δεν μαρτυρεί για τον μάρτυρα, ο Μαριόν αντιτείνει ότι ο χριστιανός δεν μαρτυρείται τέτοιος λέγοντας μόνος του ότι είναι χριστιανός, αλλά περιμένει από τον Ιησού να επιβεβαιώσει την απόφανση αυτή. Η ομολογία προϋποθέτει την πίστη ότι ο Ιησούς είναι πραγματικά ο Κύριος. Κύριος του κόσμου και της Ιστορίας, διαρκώς παρών με τις ενέργειές του και ότι ο ομολογών έχει πραγματικά αναδημιουργηθεί κατ’ εικόνα του Χριστού. Υπάρχει πάντοτε μια ένταση, ένα χάσμα, ανάμεσα στην ομολογία, όπου το εγώ λέει υπερβολικά πολλά, και την μαρτυρία, οπού το εγώ αφήνεται σιωπηλά στην ενατένιση της δόξας του Ιησού.

Η μαρτυρία αυτή καθιστά συχνά τους χριστιανούς μειοψηφία υπό διωγμό. Ετσι ξαναβρίσκουμε τον συσχετισμό ομολογίας και μαρτυρίου. Σε αυτόν που ομολογεί, το μαρτύριο δίνει, όπως στην περίπτωση του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, τη χάρη να εισέλθει σε μια κατάσταση όπου η ομολογία πίστεως είναι απολύτως σωστή. Γιατί ο μάρτυρας αφενός αναλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του Χριστού και αφετέρου έχει αναληφθεί από αυτά: αφήνει το πνεύμα του στον Θεό και συγχωρεί τους θύτες του. Υιοθετώντας τη βιβλική και πατερική αντίληψη, ο Μαριόν οδηγείται στο συμπέρασμα ότι ο θεολόγος δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιζητεί ένα «επιστημονικό» κύρος, δεν μπορεί παρά να γίνει ο ίδιος άγιος, γιατί μόνο ο άγιος γνωρίζει για τι μιλά όταν κάνει θεολογία.

Σκοπός της θεολογίας

Ο Λόγος έχει ολοκληρώσει το έργο του και κάθεται ήδη στα δεξιά του Πατρός (εξ ου και η τελευταία λέξη του επί του σταυρού: τετέλεσται). Ετσι στη θεολογία δεν υπάρχει δυνατότητα για πρόοδο και ανακάλυψη παρά μόνο για μεταστροφή (conversion) στον Λόγο. Η θεολογία αστοχεί όταν υφαρπάζει την ανθρωπολογία από τον αυστηρά φαινομενολογικό (επομένως φιλοσοφικό) στόχο μιας αναλυτικής του Dasein. Αντικείμενο της θεολογίας είναι το Dasein ως πιστό. Σκοπός της θεολογίας, με άλλα λόγια, είναι να δείξει στον κόσμο τι σημαίνει ότι είναι ο κόσμος και όχι η Εκκλησία. Στην Εκκλησία έχει δοθεί και χώρος και χρόνος. Χώρος είναι τα έθνη που εγκεντρίζονται στον Ισραήλ. Χρόνος είναι το saeculum, o χρόνος που απομένει (βλ. Αγκάμπεν), μέχρι την Παρουσία του Κυρίου.

Ας κλείσουμε με τα λόγια του ίδιου του Μαριόν: «Είμαστε απείρως ελεύθεροι στη θεολογία: βρίσκουμε τα πάντα ήδη δεδομένα, κεκτημένα, διαθέσιμα. Δεν μένει παρά να καταλάβουμε, να πούμε και να γιορτάσουμε. Τόση ελευθερία, δικαίως, μας τρομάζει».

http://www.kathimerini.gr/492554/article/politismos/arxeio-politismoy/h-eley8eria-sth-8eologia-dikaiws-mas-tromazei

Περί βιβλίων

Σχολιάστε

του Αριστείδη Μπαλτά

Πηγή:  Η ΑΥΓΗ, 13-4-2014

Το βιβλίο είναι υλικό αντικείμενο που απευθύνεται στη σκέψη ή στο συναίσθημα, που θέλει κάτι να εκφράσει ή κάπου να συνδράμει. Ακόμη και αν διαιρείται σε τόμους ή αποτελεί συλλογή σχετικά αυτοτελών κειμένων, το βιβλίο ενοποιείται από μια ιδέα που κατά κανόνα αποτυπώνεται στον τίτλο του, οσοδήποτε υπαινικτικά. Η διαχείριση της ιδέας μπορεί να ενδυθεί ποικίλες μορφές. Ας πούμε του αφηγήματος, του ποιήματος, του διαλόγου, των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, του δοκιμίου, της σάτιρας, του εγχειριδίου, της οδηγίας. Ή κάποιου συνδυασμού τους. Μπορεί να μορφοποιείται ως πραγματεία, ως ανθολογία, ως άρθρωση αφορισμών, ως συλλογή τεκμηρίων. Όπως και υπό πολλούς άλλους όρους, όχι πάντοτε σαφώς προσδιορισμένους.

Όπως είχε κάποτε παρατηρήσει ο Άγγελος Ελεφάντης, μερικά υλικά αντικείμενα που φέρονται ως βιβλία συνιστούν μη-βιβλία. Αποτελούν μάλλον αθύρματα πεπλανημένης και απειθάρχητης βούλησης, σπαράγματα που πετιούνται φύρδην μίγδην σε τυπογραφικά φύλλα, συγκροτώντας ενοποιητική ιδέα μόνον ιδίοις αναλώμασι. Στην ιδιαζόντως φιλελεύθερη ελληνική αγορά τέτοια «βιβλία» βλέπουν το φως μόνο λόγω της ματαιοδοξίας του παραγωγού τους ή χάρη στην ανενδοίαστη γενναιοδωρία και τη σκληρή ιδιοτέλεια του εκδότη τους.

Υπάρχουν και τα βιβλία της προ χειρών επικαιρότητας, εκείνα που συμμαζεύουν όπως – όπως κεφάλαια μόνο για να αδράξουν τον παλμό της στιγμής. Πρόκειται για πρόχειρα συμπιλήματα, δηλαδή βιβλία κατά προσέγγιση, που επείγονται να εμφανιστούν στον αφρό για να προβάλουν εδώ και τώρα την εγρήγορση του συγγραφέα τους -ή απλώς για να πουλήσουν. Η χειρονομία είναι διάφανη, αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι υποχρεωτικά επιβλαβές. Απέναντι σε ένα ζήτημα που απασχολεί, όντως αισθανόμαστε συχνά την ανάγκη κάτι να διαβάσουμε. Ακόμη και μια άτεχνη συρραφή κατασκευασμένη επί τούτω. Κάπως έτσι δημιουργούνται εφήμερα ευπώλητα.

Τα βιβλία κρίνονται. Από τους αναγνώστες τους, με ενδεχόμενη μεσολάβηση κάποιων επαγγελματιών ή ερασιτεχνών της βιβλιοκρισίας. Η κρίση δεν αφορά τόσο το περιεχόμενο της ιδέας που συνέχει το βιβλίο όσο τον τρόπο με τον οποίο την πραγματεύεται, δηλαδή την πειθαρχεί εσωτερικά. Καθιστώντας την έτσι αξιόμαχη, κατά τα δικά της ίδια μέσα, στο ειδικό δημόσιο πεδίο όπου θέλει να ενταχθεί.

Κάποια βιβλία παρουσιάζονται δημόσια. Κατά κανόνα από κάποιους ειδικούς του συναφούς πεδίου. Αυτοί υποτίθεται πως έχουν διεξέλθει το βιβλίο και συμφωνούν να το συστήσουν. Δέχονται να καταστούν ένα είδος γέφυρας ανάμεσα σε εκείνο και στους υποψήφιους αναγνώστες του. Η συνήθεια είναι γόνιμη. Τα κλειδιά ανάγνωσης που προτείνονται στις συναφείς εκδηλώσεις μπορεί να συμβάλουν στη γνωριμία με το βιβλίο ή ακόμη και να εμπλουτίσουν τους ίδιους τους όρους ανάγνωσης.

Εδώ και καιρό έχει αναδειχθεί στα καθ’ ημάς μια ιδιόρρυθμη εκδοχή βιβλιοπαρουσίασης, χαρακτηριστική του κυρίαρχου δημόσιου ήθους: πολιτικά στελέχη περιωπής συνευρίσκονται για να ομονοήσουν επί της απαράμιλλης αξίας του παρουσιαζόμενου βιβλίου. Η συνήθεια ωφελεί: τα πολιτικά στελέχη επιδεικνύουν πνευματικότητα και οι συγγραφείς εύρος απήχησης. Εκείνο που δεν ωφελείται είναι το ίδιο το βιβλίο. Γιατί τα φώτα της δημοσιότητας που περιβάλλουν την αντίστοιχη εκδήλωση -χωρίς αυτά η εκδήλωση δεν θα είχε νόημα- αφήνουν το τελευταίο στο σκοτάδι. Του αξίζει τέτοια μεταχείριση; Δεν μπορούμε να αποφανθούμε γενικώς και αδιακρίτως. Αλλά έτσι ή αλλιώς scripta manent.

http://www.avgi.gr/article/2282167/peri-biblion

Αρέσει σε %d bloggers: