H Julia Kristeva για τον Παύλο

Σχολιάστε

Julia Kristeva, Έθνη χωρίς εθνικισμό, μετάφραση: Κώστας Γεώρμας, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 1997,  ISBN 960-427-049-4.

Ένας Εβραίος από την Ταρσό της Κιλικίας, ένας πολύγλωσσος, ακούραστος ταξιδιώτης της ανατολικής Μεσογείου, μεταξύ των ετών 45 και 60 μ.Χ., ο Παύλος, ήταν αυτός που μετέβαλε τη μικρή εβραϊκή σέχτα, γνωστή ως χριστιανική εκκλησία, σε Εκκλησία.[…]Αυτό που είναι μάλλον λιγότερο εμφανές είναι ότι  προσθέτοντας στην κοινότητα των πολιτών της πόλης μια άλλη κοινότητα-όχι πια μια «πολιτική» κοινότητα αλλά μια κοινότητα ατόμων που υπερέβαιναν τις εθνικότητες τους δια μέσου της πίστης στο σώμα του ανυψωθέντος Χριστού- ο Παύλος, ένας ξένος, απευθυνόταν σε ξένους. Ένας Εβραίος που μιλούσε ελληνικά και είχε ραβινική εκπαίδευση, ένας Ρωμαίος πολίτης, και περήφανος γι’ αυτό ο Σαούλ/ Παύλος διέτρεξε την Ευρώπη και κυρίως τις περιοχές των συνόρων. Συχνά γύρω από συναγωγές, μιλούσε σε περιθωριακούς ανθρώπους: εμπόρους, ναύτες, εξόριστους, Εβραίους αντιτιθέμενους με την ορθοδοξία και γυναίκες (τη Λυδία ή άλλες «αξιοσέβαστες κυρίες» όπως αποκαλούνται στις Πράξεις).

Η Εκκλησία του Παύλου έγινε έτσι μια κοινότητα από ξένους, για τους οποίους η ιδιοφυία του Παύλου συνίσταται στο ότι βρήκε έναν καινούργιο «κοινό παρανομαστή»: «Δεν υπάρχει ούτε Έλληνας, ούτε Εβραίος», αλλά «ένα νέο δημιούργημα», όχι πιά λαός (Έλληνες άνθρωποι) ή γκουέρ (ξένοι ή Εβραίοι προσήλυτοι), αλλά μέσα από τον πόνο αυτών των ξεριζωμένων πλανητών, ταύτιση με το πάθος και την ανάσταση του Χριστού. Αυτή η ταύτιση, που ήταν μια αυθεντική θεραπεία που ο Παύλος προσέφερε για να απαντήσει στον αποπροσανατολισμό των ξένων σε κείνη την εποχή, αποκαλείται Ευχαριστία και Εκκλησία.[…]

Julia Kristeva, Έθνη χωρίς εθνικισμό, μετάφραση: Κώστας Γεώρμας, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 1997, σελ. 46-47 (αποσπάσματα).

Advertisements

Ο Κ. Τσουκαλάς για την ανοικτή έννοια της «μετα-κυριαρχίας» και την ετερονομία της πολιτικής εξουσίας

3 Σχόλια

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η επινόηση της ετερότητας: «Ταυτότητες» και «διαφορές» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2010, ISBN:  978-960-03-5170-5.

Περί κυριαρχίας και «μετα-κυριαρχίας»

(αποσπάσματα από τις σελ. 83-86 του βιβλίου)

[σελ. 83] […] Δεν είναι τυχαίο ότι η κλειστή έννοια της κυριαρχίας δίνει τη θέση της στην απροσδιόριστη και ανοικτή έννοια της «μετα-κυριαρχίας». Πράγματι, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, φαίνεται να μετατοπίζονται αποφασιστικά οι κοινωνικές προϋποθέσεις του κλασικού ορισμού του Καρλ Σμιτ ότι «κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την έκτακτη περίσταση». Η ετερονομία της πολιτικής εξουσίας τείνει να εξηγείται, να δικαιώνεται και να εκλογικεύεται [σελ. 84] ως μονίμως εμποτισμένη σε εξωγενώς επικαθοριζόμενες «διαρκείς καταστάσεις αναπτυξιακής ανάγκης», που θα αντιμετωπιστούν με προδιαγεγραμμένες πλέον συνταγές. Η πολιτική αλαλία και αβουλία των ημερών μας συνδέεται με τη θεαματική συρρίκνωση των προκείμενων επιλογών. Αυτήν ακριβώς την εξέλιξη σηματοδοτεί το θατσερικής έμπνευσης σύνδρομο ΤΙΝΑ (there is no alternative). Επικαλούμενη την πάντα «ανυπέρθετη» (πραγματική ή προσχηματική) ανάγκη, η πολιτική εξουσία θεωρεί πλέον δεδομένο ότι οφείλει να διεκπεραιώνει τις τρέχουσες υποθέσεις με μόνο γνώμονα τις αναπτυξιακές προτεραιότητες. Όλα τα άλλα μπορούν να περιμένουν. Ως απαλλαγμένος από όλα τα ηθικά, αισθητικά και πολιτικά διλήμματα, ο Κάλιμπαν μπορεί να κοιτά τον εαυτό του στον καθρέφτη δίχως να πτοείται από την ασχήμια του ειδώλου του. Εγκλωβισμένο στον άχαρο ρόλο του ευσυνείδητου ίσως αλλά άβουλου και αποστασιοποιημένου διαμεσολαβητή ανάμεσα στην άθλια πραγματικότητα και την αποτελεσματική της διαχείριση, το πολιτικό μπορεί πλέον να οχυρώνεται πίσω από την αξιακή αχρωματοψία του.

Έτσι, μέσα από την συνεχή επίκληση αυτής της εξωγενούς «ανάγκης» θεσμοποιείται μια νεόκοπη κυβερνητική-διοικητική τεχνική αναπαραγωγής μιας ετερόνομης πολιτικής εξουσίας που συναποδέχεται πως δεν είναι πλέον σε θέση να λαμβάνει πρωτογενώς αδέσμευτες αποφάσεις. Τα «εξορθολογισμένα» πολιτι-[σελ.85] κά συστήματα αρκούνται στο να «χειρίζονται» ή να «δια-χειρίζονται» τις απρόβλεπτες και έξωθεν οριοθετούμενες ανάγκες, αντιξοότητες και κρίσεις επί τη βάσει προδιαγεγραμμένων κριτηρίων προτεραιοτήτων και συνταγών. Η οικουμενική ολίσθηση του πολιτικού λεξιλογίου δεν είναι λοιπόν τυχαία. Έτσι κι αλλιώς οι λέξεις δεν είναι ποτέ αθώες. Η γενικής χρήσεως λέξη «δια-κυβέρνηση» δεν είναι παρά μια κυβέρνηση που συνομολογεί ότι δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ποτέ πια δυνατόν να κυβερνά ως πρωτογενώς κυρίαρχη. Έτσι, σηματοδοτείται η αψευδέστερη μεταλλαγή στους όρους σήμανσης, πρόσληψης και άσκησης του πολιτικού. Μέχρι σήμερα η αντιφατική σχέση ανάμεσα στην «κυριαρχία» και στη «διαχείριση» μπορούσε ακόμα να εντάσσεται σε μιαν ενιαία σημασιακή μήτρα   στο πλαίσιο της οποίας η πρώτη κρατούσε ακόμα τα ηνία. Με την ανάδυση της αναπτυξιακής αγοραίας οικονομίας ως απαράκαμπτου εξωπολιτικού κέντρου λήψης αποφάσεων η πανάρχαια ιδιαιτερότητα του πολιτικού φαινομένου μετατίθεται αποφασιστικά. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την «πρόοδο», έτσι και το υπό αίρεσιν πλέον «γενικό συμφέρον» και μαζί του και το πλάσμα της κοινής βούλησης» δεν αναζητούνται πια[σελ. 86] ουσιαστικά, αλλά ορίζονται αποφαντικά. Αυτό ακριβώς είναι άλλωστε και το αιτούμενο.[…]

[…] Οι απομειωμένες, ευνουχισμένες και παρακμάζουσες τάξεις των κατεστημένων πολιτικών εξουσιών φαίνεται να συμπληρώνονται και εν πολλοίς να αντικαθίστανται από τις ανονόμαστες ακόμα τάξεις των ακανονάρχητων εξουσιαστικών πλεγμάτων που αντλούν την νομιμοποίηση τους από μιαν «αυτονοήτως» πλέον ισχύουσα «έλλογη αναπτυξιακή τάξη πραγμάτων». Και έτσι κατοχυρώνεται και οριστικοποιείται η μόνη δυνατή έλλογη μορφή σχέσεων ανάμεσα στην πολιτική και στην οικονομία.[…]

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η επινόηση της ετερότητας: «Ταυτότητες» και «διαφορές» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2010, σελ. 83-86 (αποσπάσματα).

 

Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας

5 Σχόλια

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας-Έθνος, Νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, εκδ. Αντιγόνη, Θεσσαλονίκη 2004

Το εν λόγω πόνημα του Π. Θεοδωρίδη ασχολείται με  ζητήματα ολισθηρά και ακανθώδη: έθνος, νεωτερικότητα, εθνικισμός, εθνική ταυτότητα. Όπως παρατηρεί  στον πρόλογο του έργου  ο καθηγητής Ν. Δεμερτζής:

» Για το συγγραφέα, ο οποίος στο σημείο αυτό ακολουθεί μια συγκεκριμένη σχολή σκέψης, δεν είναι το έθνος που (προσδι)ορίζει τον εθνικισμό, αλλά το ακριβώς αντίστροφο. Με άλλα λόγια, ως ιδέα και ως ομάδα, το έθνος δεν προϋπάρχει της ιδεολογίας του εθνικισμού. Η διαιρετική πολιτική ιδεολογία του εθνικισμού συγκροτεί τη συλλογική ταυτότητα: έθνος, ως μια οριζόντια αδελφότητα, η οποία νομιμοποιεί μετα-παραδοσιακούς τρόπους πολιτικής κυριαρχίας» (μν. έργον, σελ. 13)

Ο συγγραφέας ασχολείται με αυτή την προβληματική από τη δεκαετία του ’90. Ανεξάρτητα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανεις μαζί του σε όλες τις προκείμενες του θέματος, οπωσδήποτε πρόκειται για σημαντική συμβολή στο διάλογο περί έθνους και ταυτότητας.

Ένα σημαντικό πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η συντομία, που συνδυασμένη με την περιεκτικότητα και την εμμονή στην ουσία του θέματος, χωρίς άχρηστες λεκτικές «φιοριτούρες», καθιστά εύληπτο το περιεχόμενο του.

Επίσης το έργο διαπνέεται από ψυχραιμία. Καταθέτει τις θέσεις του, όχι εν είδει θεσφάτου, αλλά για ευρύτερο διάλογο και προβληματισμό. Τουλάχιστον, εγώ αυτή την εντύπωση αποκόμισα. Αν και το βιβλίο είχε δύσκολη θεματική δεν με κούρασε σε κανένα σημείο του.

Επιπροσθέτως ο συγγραφέας δεν φαίνεται να θέλει να «επιβάλλει» τις απόψεις του στον αναγνώστη, αλλά να τον προβληματίσει. Δουλειά συστηματική, εργώδης, ουσιαστική.

Στο α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 25-48) ο συγγραφέας καταπιάνεται με την ερμηνεία του όρου «εθνικισμός». Κάνει μια επισκόπηση των διαφόρων προσεγγίσεων και εν συνεχεία αναφέρεται στις κρατούσες στην ακαδημαϊκή κοινότητα θεωρίες των  Kedourie, Gellner, Anderson, Giddens, Smith.  Ακολουθεί μια μικρή αναφορά στην ελληνική βιβλιογραφία, που ακολουθεί τον ίδιο δρόμο σκέψης.

Στο β’ μέρος (σελ. 51-99) διαφαίνεται η διάκριση πολιτικού και πολιτισμικού εθνικισμού, αναδεικνύονται οι ρομαντικές καταβολές του δεύτερου και γίνονται οι απαραίτητες συγκρίσεις.

Το γ’ μέρος (σελ. 103-114) επιγράφεται » Η νεωτερικότητα της εθνικιστικής ιδεολογίας». Εδώ μεταξύ άλλων αναλύεται και η γνωστή θεωρία του Hobsbawm.

Τέλος το δ’ μέρος (σελ.117-125) ασχολείται με το μεγάλο θέμα «Νεωτερικότητα και ταυτότητες», ενώ στο Επίμετρο (σελ.129-135) εξετάζονται οι «τύχες των ταυτοτήτων στην εποχή μας». Στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται η βιβλιογραφία  και ευρετήριο ονομάτων και όρων.

Φυσικά στην όλη προβληματική του βιβλίου υπάρχει αντίλογος: η κοσμοσυστημική θεωρία του καθηγητού Γ. Κοντογιώργη, η προσέγγιση του καθηγητού Π. Ήφαιστου, η σύνθεση προσωποκεντρικής οντολογίας, τριλεκτικής μεθόδου (Α. Γιόρν) και θυσιαστικής θεωρίας (Ρ. Ζιράρ) που επιχειρείται από τον Θ.Ι.Ζιάκα ή η προσέγγιση του Ν. Σβορώνου κλπ.

Παραθέτουμε ένα σημαντικό απόσπασμα του βιβλίου:

Η σχέση του πολιτικού εθνικισμού με το Χρόνο

Ο πολιτικός εθνικισμός της Γαλλικής Επανάστασης χαρακτηριζόταν από μια βίαιη εκκοσμίκευση (secularization). Τη θρησκεία αντικαθιστά η λατρεία του έθνους, η «πολιτική» θρησκεία, η λατρεία του Υπέρτατου όντος. Με τη Γαλλική επανάσταση καθιερώθηκε μια νέα πρόσληψη του χρόνου, που αρχίζει με αφετηρία μια απόφανση, δηλαδή μια επαναστατική πράξη(έτος ένα της Γαλλικής επανάστασης).

Όμως παρά την ουτοπική, μελλοντική οπτική του χρόνου του πρώτου πολιτικού εθνικισμού, ο εθνικισμός θα γλιστρήσει γρήγορα στη λατρεία του παρελθόντος. Και μόνο η διάρρηξη της παραδοσιακής σχέσης με το χρόνο, που καταργεί τη «φυσική»καθημερινή διάσταση του, ο αποφαντικός τρόπος με τον οποίο ο πολιτικός εθνικισμός αντιμετωπίζει το μέλλον, επιτρέπει την τομή του σε παρελθόν και μέλλον,αποστασιοποιεί, πραγματοποιεί, μετατρέπει το χρόνο σε αντικείμενο πρός αναμόρφωση.

(Π. Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας, σελ. 52-53).

Διαβάστε επίσης:

Αρέσει σε %d bloggers: