Giorgio Agamben, Μία προφητεία του Lichtenberg

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / lukasvasilikos.com

πηγή: ΦΡΕΑΡ

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Μία προφητεία του Lichtenberg

«Ο κόσμος μας θα γίνει τόσο πολιτισμένος που θα είναι τότε γελοίο να πιστεύει κανείς στον Θεό, όπως είναι γελοίο σήμερα να πιστεύουμε στα φαντάσματα. Ύστερα, μετά την παρέλευση ορισμένου χρόνου, ο κόσμος θα γίνει ακόμα πιο πολιτισμένος. Και θα συνεχίζει ακατάπαυστα με βιασύνη η διαδικασία που θα τον φέρει στην ύψιστη κορυφή του πολιτισμού. Όταν θα εγγίζει το αποκορύφωμα, η κρίση των ειδημόνων για άλλη μια φορά θα ανατραπεί και η γνώση θα φθάσει στην έσχατη μεταμόρφωσή της. Τότε –και αυτό θα είναι πράγματι το τέλος– θα πιστεύουμε μόνο στα φαντάσματα».

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Έντεκα συναντήσεις

2 Σχόλια

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Έντεκα συναντήσεις: Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2020, ISBN: 978-960-435-688-1.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

Ο τόμος αυτός είναι καρπός έντεκα συναντήσεων και συζητήσεων του Σταύρου Ζουμπουλάκη με τον Στρατή Μπουρνάζο. Οι δυο συνομιλητές συμφώνησαν εξαρχής να συζητήσουν, χωρίς συμβατικότητες, για θέματα που τους απασχολούν.

Το βιβλίο ξεκινάει με τα καλοκαίρια των παιδικών χρόνων και την περίοδο των σπουδών του Ζουμπουλάκη στην Αθήνα και στο Παρίσι, με τα διαβάσματα και τους δασκάλους του. Οι δυο συζητητές μιλάνε κατόπιν για το σχολείο, όπου ο πρώτος δούλεψε χρόνια, την εμπειρία της τάξης και της διδασκαλίας, την αντίληψή του για την εκπαίδευση, για την εποχή που υπήρξε διευθυντής της Νέας Εστίας, καθώς και για τα δύο ιδρύματα των οποίων είναι σήμερα επικεφαλής: τον Άρτο Ζωής και την Εθνική Βιβλιοθήκη. Τέλος, για ζητήματα γενικότερα και μεγάλα, όπως η αρρώστια και ο πόνος, η πίστη και η θρησκεία, ο εβραϊσμός και ο αντισημιτισμός, η πολιτική και η Αριστερά, η λογοτεχνία. Αναφέρονται σε προσωπικότητες γοητευτικές, όπως ο Άγγελος Ελεφάντης, o Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος.

Συζητώντας, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και ο Στρατής Μπουρνάζος βουτάνε στα βαθιά, αλλά και πλατσουρίζουν στον αφρό, στα καθημερινά. Πετάγονται, έτσι, κατά τη φράση του Βάρναλη (που χρησιμοποιεί και ο Παλαμάς για να εγκωμιάσει την ποίηση του πρώτου), «από την καβαλίνα του δρόμου στην κορφή της διπλανής ροδακινιάς».

***

Αποσπάσματα από το βιβλίο:  

1

[…] στην Ελλάδα, μη γελιόμαστε, απέξω μεταφέρουμε μοντέλα, σχήματα, διδακτικές μεθόδους. Κι αυτό είναι ενίοτε σοβαρό πρόβλημα, όταν πράγματα που στο εξωτερικό έχουν ήδη δείξει τις αδυναμίες, τα όρια και τα αδιέξοδα τους, εμείς τα φέρνουμε εδώ ως θέσφατα. […]

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Έντεκα συναντήσεις: Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2020, σελ. 217-218.

***

2

[…]Ένας φιλελεύθερος Εβραίος δεν μπορεί  ποτέ να δεχτεί την ιδέα της περιουσιότητας, ότι υπάρχει ένας λαός «εκλεγμένος», και γι’ αυτό έγιναν και πολλές προσπάθειες να την ερμηνεύσουν αλλιώς. Ο Λεβινάς, ας πούμε, λέει  ότι περιουσιότητα σημαίνει ευθύνη: εμείς έχουμε μεγάλη ευθύνη, μεγαλύτερη απ’ όλους τους άλλους. Πρόκειται δηλαδή για μια εκλογή ευθύνης, όχι προνομίων.[…]

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Έντεκα συναντήσεις: Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2020, σελ. 338-339.

Χρήστος Γιανναράς, Αντιχάρισμα στον Νίτσε

Σχολιάστε

Χρήστος Γιανναράς, Αντιχάρισμα στον Νίτσε, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2020, ISBN: 978-960-572-348-4.

 

(…) Κάθε άνθρωπος είναι υπαρκτική μονάδα ετεροκαθορισμένη από τη φύση ή ουσία της (τον δεδομένο τρόπο του είδους), αλλά και προικισμένη με συναρπαστικό περιθώριο να είναι αυτό που δεν είναι και να μην είναι αυτό που είναι. (…)

Χρήστος Γιανναράς, Αντιχάρισμα στον Νίτσε, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2020, σελ. 22.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Απελπισία και απόγνωση]

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / lukasvasilikos.com (από το project «atopos»)

Η απόγνωση δεν είναι το ίδιο με την απελπισία. Ο απελπισμένος τολμά ένα τελευταίο διάβημα· η ίδια η εξέγερση είναι πολλές φορές μια πράξη που ωθείται από την απελπισία. Άλλο είναι η απόγνωση. Στην απόγνωση είμαστε καθηλωμένοι στον εαυτό μας. Η απόγνωση συνοδεύεται από αισθήματα ανημποριάς και πλήρους παραίτησης.

Ας μην αφεθούμε ως κοινωνία στην απόγνωση.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

Νικόλας Σεβαστάκης, [Μυστήριο και Δημοκρατία]

Σχολιάστε

Νικόλας Σεβαστάκης, Η αλχημεία της ευτυχίας: Δοκίμιο για τη σοφία της εποχής, εκδόσεις Πόλις, τέταρτη έκδοση, Αθήνα 2001, ISBN: 960-8132-06-01.

Απόσπασμα από το 3ο δοκίμιο του βιβλίου με τίτλο «Έχασε ο κόσμος τη μαγεία του;» [σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου]: 

(…)[σελ.42] Ο δημοκρατικός άνθρωπος – σε αντίθεση με το καπιταλιστικό είδωλο του- κατασκευάζει το μυστήριο στη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους και όχι τόσο στη σχέση του με τα πράγματα. Ως προς αυτό παραμένει θεμελιωδώς χριστιανός: αν το παγανιστικό μυστήριο είναι φυσικό ή οντολογικό -αστρικό, γαλαξιακό, νεραϊδοβακχικό, αριθμοσοφιστικό- το μυστήριο με την χριστιανική έννοια του όρου είναι ηθικό και αγαπητικό. Δεν παράγεται από μια συναρπαστική κοσμολογική ή μεταφυσική αλήθεια αλλά από την αλήθεια του αγαπημένου, τη μηδέποτε κτησθείσα, την απεριχώρητη και αστάθμητη. Αντίθετα η ειδωλολατρεία του μυστικού και μαγικού δεν περιλαμβάνει παρά δύο όρους: τον εαυτό και τα πράγματα, το εγώ και το σύμπαν μέσα στο οποίο στοιβάζονται οι “άλλοι” άνθρωποι σαν δείγματα μιας κοσμικής πανίδας και χλωρίδας πλάι στα φυτά, στις θάλασσες, στους εξωγήινους, στα κουάρκς και στα νετρόνια.

[σελ.43] Για τη δημοκρατική σοφία το μυστήριο βρίσκεται με τη σειρά του στη μεσίτευση, όχι στην αμεσότητα. Δεν επικεντρώνεται στον ένα ή στον άλλο αλλά στη σχέση τους, σε αυτό που διαφεύγει από τους δυο, στην ακριβή και πολύτιμη τρίτη διάσταση. Είναι μια αλήθεια τριαδική και γι’ αυτό τραγική. Ο χορός στην αρχαία τραγωδία, το Άγιο Πνεύμα στη χριστιανική εμπειρία, ο “αφηγητής” στο σύγχρονο μυθιστόρημα, οι ενδιάμεσοι σταθμοί ελέγχου στη νεότερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τι άλλο είναι παρά ενσαρκώσεις αυτού του τριαδισμού που εισάγει το μυστήριο και το δράμα της ενσάρκωσης; Η μεσιτεία (η ενσάρκωση) είναι συγχρόνως πόνος και ελευθερία, έλλειψις και πλήρωσις, στρέφεται διψασμένη προς την αλήθεια αλλά ποτέ δεν την κατέχει πλήρη και αρτιμελή.

Η ανθρωπιστική σοφία μπορεί να συνοψιστεί σε μια μόνο λέξη: ενσάρκωση. Ενσάρκωση που σημαίνει πως θα πρέπει να κατοικήσουμε το τραγικό, όχι να το μισήσουμε ούτε να το αρνηθούμε για το Τέλειο. Ενσάρκωση που σημαίνει πως θα μας λείπει πάντοτε το “όλον σώμα”, το όλον της αλήθειας, το όλον της ευτυχίας, το όλον της υγείας, το όλον του ανθρώπου και του αγαπημένου. Αυτό δεν υπονοεί πως δοξάζουμε την αρνητικότητα και τη μοναξιά των διαφορών ή των ελλείψεων. Κάθε άλλο. Η ανθρωπιστική σοφία κατανοεί απλώς πως δεν υπάρχει ενσάρκωση δίχως πάθος και έλλειψη. Ενώ σε κάθε μονιστική σο- [σελ.44] φία (οντολογική, θεολογική ή πολιτική) περιφρονείται η αλήθεια της ενσάρκωσης: δοξάζεται η αρμονία δίχως ελλείψεις, η αφθονία της παραγωγής, η πλήρης κοινωνία, η μεγιστοποιημένη επίδοση.

Υπερασπίζομαι την ιουδαιοχριστιανική και ελληνοδυτική σοφία στην ποικιλία και στον εσωτερικό πλούτο της, με όλες της τις αντιθέσεις και ετερότητες: αυτό σημαίνει πως αναγνωρίζω στα σπουδαιότερα έργα του ευρωπαϊκού και μεσογειακού πολιτισμού την πικρή και ζείδωρη αλήθεια της ενσάρκωσης. Με αυτή την έννοια μπορώ να υποδεχτώ στην παράδοση μου παρουσίες τόσο διαφορετικές και “ξένες” μεταξύ τους όπως τον ιουδαϊκό νόμο, το αρχαιοελληνικό δράμα, το χριστολογικό μήνυμα, τη νεωτερική φιλοσοφία, την πολιτική δημοκρατία, την ψυχαναλυτική έρευνα, το μυθιστόρημα, το δίκαιο και την κριτική του, την επιστημονική ερώτηση και τη μεταφυσική αντερώτηση.

Σε κάθε μια από αυτές τις περιοχές κάτι πραγματώνεται και κάτι λείπει, έτσι ώστε να ανοίγεται η δυνατότητα της αντίστασης, της απορίας, της αγωνίας. Αυτό το αγωνιώδες και αγωνιστικό πνεύμα που αποστραγγίζεται στη θρησκεία της εποχής, σε τούτο το μείγμα δεισιδαιμονίας και υπερκαπιταλιστικής ειδωλολατρείας, είναι αυτό που συνοδεύει το μενού της παγκοσμιοποίησης.

Νικόλας Σεβαστάκης, Η αλχημεία της ευτυχίας: Δοκίμιο για τη σοφία της εποχής, εκδόσεις Πόλις, τέταρτη έκδοση, Αθήνα 2001, σελ.42-44 (απόσπασμα)

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Περί χρόνου και ιστορίας]

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / lukasvasilikos.com                                                 [από το project «Colors of memory»]

Υπάρχει κάτι στην παρούσα στιγμή της Ιστορίας που πυκνώνει τον χρόνο, ένα κομβικό σημείο: Σαν να μη μπορούμε να πάμε ούτε μπροστά ούτε πίσω.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

Π. Κονδύλης – Ε.Χ. Γονατάς: Εκλεκτικές συγγένειες

Σχολιάστε

Συλλογικό, 5 οικουμενικοί Έλληνες στοχαστές: Αξελός, Καστοριάδης, Κονδύλης, Πουλαντζάς, Σβορώνος, εκδόσεις Η εφημερίδα των συντακτών και Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2014, ISBN: 978-960-9797-27-6.

Π. Κονδύλης – Ε.Χ. Γονατάς: Εκλεκτικές συγγένειες

«Είναι αυτός ο φουσκωμένος διάνος φιλόσοφος;»

«Είδες που έχω δίκιο για τα ψώνια που μαζεύεις;»

του Αιμίλιου Καλιακάτσου

Εκείνη τη μέρα, 12 Οκτωβρίου 1983, στις 2 το μεσημέρι περίμενα στο τυπογραφείο τον Κονδύλη να πάρει διορθώσεις του βιβλίου, στη σειρά της «Γνώσης» που διηύθυνε, και να δει επί τόπου δοκίμια του εξωφύλλου. Το ραντεβού είχε οριστεί 6 μήνες νωρίτερα. Γερμανική συνέπεια και εκνευριστική ακρίβεια, χρόνια τώρα. Ημουν, βεβαίως, έτοιμος – κι ας τολμούσα να κάνω αλλιώς. Νωρίτερα, στις 11, θα κατέφθανε ο Γονατάς να ρίξει μια ματιά στις τελευταίες (;) διορθώσεις του βιβλίου του. Οι ώρες ταίριαζαν και για τις δυο δουλειές. Ομως, κι αυτό καθόλου ασυνήθιστο, ο Νώντας αντί για τις 11 ήρθε με «ολίγη καθυστέρηση» στις 2 παρά τέταρτο. Καθώς του ’φτιαχνα καφέ, ευχόμουν ο Τάκης να καθυστερήσει. Δουλειά με την ταυτόχρονη παρουσία και των δύο δεν μπορούσε να γίνει.

Δύο ακριβώς άνοιγε η πόρτα και χαιρετώντας με εκ του μακρόθεν ανέκραξε, με το γνωστό τρανταχτό, μεταδοτικό του γέλιο: «Χαίρε, λευκέ νέγρε!». Οταν ερχόταν από τη Χαϊδελβέργη μάς στόλιζε, καθώς μας έβρισκε συγκεντρωμένους να τον περιμένουμε, με τα παρόμοια. Το καλοκαίρι το περνούσε στη Γερμανία, γιατί έλειπαν οι Γερμανοί σε διακοπές, και ξεχειμώνιαζε στην Αθήνα καθώς είχαν επιστρέψει. «Χαίρε ευδαίμων Αραβία! Περνάτε, ευθύς αμέσως, από τη θερινή ραστώνη στη χειμερία νάρκη» και άλλα ανάλογα, γελώντας σύγκορμος. Μας πονούσε, αλλά δεν είχε κι άδικο.

Βρέθηκα σε δύσκολη θέση για την άκαιρη συνάντηση. Στην αμηχανία μου τα θαλάσσωσα στις συστάσεις. «Ο φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης» στον Νώντα, «Ο ποιητής Εψιλον Χι Γονατάς» στον Τάκη.

Ο Νώντας γινόταν έξαλλος όταν άκουγε «φιλόσοφος». «Πάψε, βρε πουλάκι μου, αυτοί τριχοτομούν την τρίχα. Γράφουν για να συλλέξουν μόρια στην πανεπιστημιακή τους καριέρα. Φλυαρίες που δεν αφορούν κανέναν. Ο τελευταίος φιλόσοφος που διαβάζω ξανά και ξανά είναι ο Σοπενάουερ». «Μαζεύεις εδώ όλα τα ψώνια, ποετάστρους της συμφοράς. Επειδή δεν μπορούν να γράψουν συγκροτημένα δέκα αράδες καταλογάδην, κάνουν ποιήματα με ασυναρτησίες και τρισάθλια ελληνικά και τα δικαιολογούν ως ποιητικές άδειες. Αδειο είναι το κεφάλι τους».

Αρπάχτηκαν για τα καλά, βεβαίως με «αστική ευγένεια», λόγω ανατροφής. Ο Τάκης έφυγε πριν της ώρας του, κατακόκκινος από θυμό, χωρίς καν να μας χαιρετίσει.

«Είδες που έχω δίκιο. Είναι αυτός ο φουσκωμένος διάνος φιλόσοφος; Να τη βράσω την πολυξεροσύνη και γλωσσομάθειά του. Δεν αντιλαμβάνεται απολύτως τίποτα».

Την επαύριο ήρθε ο Τάκης να πάρει τα δοκίμια. «Είδες που έχω δίκιο για τα ψώνια που μαζεύεις; Και το μεγαλύτερο είναι αυτός ο Εψιλον Χι».

Κάνα μήνα αργότερα, στο τυπογραφείο, Σάββατο μεσημέρι για την καθιερωμένη κρασοκατάνυξη και τα συναφή. Συνήθεια χρόνων. Συνέπεσαν οι δυο τους χωρίς να ανταλλάξουν καν χαιρετισμό. Γρήγορα έδεσαν τα «πηγαδάκια». Οι «φιλολογούντες» στον κύκλο του Γονατά και οι «φιλοσοφούντες» στου Κονδύλη. Οι πρωταγωνιστές έδειχναν εμφανώς να «αδιαφορούν» παντελώς ο ένας για τον άλλον. Υποτίθεται. Με την άκρη του ματιού και τα αυτιά τσιτωμένα παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα στη διπλανή παρέα. «Κύριε Κονδύλη, για ποιον Γιούγκερ μιλάτε;». «Μα για τον Ερνστ, κύριε Γονατά». «Τον ξέρετε; Εχω τα Απαντά του, σε γαλλική μετάφραση. Τον λατρεύω». «Είναι φίλος μου. Τον επισκέπτομαι συχνά. Η πολίχνη που διαβιοί είναι κοντά στη Χαϊδελβέργη. Εχουμε και αλληλογραφία». «Και είναι πράγματι 88 χρονών, κυκλοφορεί με ποδήλατο και καπνίζει 4 πακέτα άφιλτρα τσιγάρα;». «Ακριβώς. Βλέπω γνωρίζετε λεπτομέρειες!».

Ολοι μας ακούγαμε το όνομα του Γερμανού συγγραφέα πρώτη φορά. Στα ελληνικά δεν είχε, μέχρι τότε, κυκλοφορήσει τίποτε. Οι κύκλοι όμως παρέμεναν άτμητοι. Σε λίγο: «Ακουσα, κύριε Γονατά, να αναφέρεσθε με θαυμασμό στον Γκριλπάρτσερ. Σπουδαίος. Τον αναγιγνώσκω μετ’ ευχαριστήσεως».

Μετά από κάμποσα τέτοια οι κύκλοι ενώθηκαν. Τα «κύριε» ευθύς παραμερίστηκαν και, πράγμα απρόσμενο για τις πεποιθήσεις και των δύο, αντικαταστάθηκαν με τα τρυφερά «Τάκη μου», «αγαπητέ μου Νώντα». Δεν υπήρχε περιοχή της Τέχνης που να μην κατείχαν και τις υποσημειώσεις. Λάτρευαν τον Μπονιουέλ, τον Σκριάμπιν, τον Αϊβαζόφσκι, τον Λεσκώφ, τον Σολωμό, τους Ρώσους παντός καιρού και εποχής (ο Τάκης τους διάβαζε στο πρωτότυπο), τη νεοελληνική παραλογοτεχνία (Ιωάννη Σκουτερόπουλο, Αγγελο Τσουκαλά, Αριστείδη Κυριακό…), τους βυζαντινούς υμνωδούς (έψαλαν παρέα, όχι βεβαίως σε εκκλησία) και ό,τι άλλο βάλει ο νους.

Ο Κονδύλης αρκετές φορές μας είχε κεραυνοβολήσει: «Την ουσία του έργου μου μόνον ο Γονατάς έχει σε βάθος κατανοήσει, που δεν με διαβάζει κιόλας». «Τάκη μου, αυτά τα απέραντα πονήματά σου δεν τα μπορώ. Ανιώ αφάνταστα. Τ’ άλλα όμως, Παβέζε, Λίχτενμπεργκ, Σαμφόρ, Ριβαρόλ και τα σχετικά τα μελετώ εξονυχιστικώς». Οι εκλεκτικές τους συγγένειες, γειτόνευαν και τα σπίτια τους —στην Κηφισιά ο ένας, στον Κοκκιναρά ο άλλος—, δημιούργησαν ξεχωριστή, εγκάρδια φιλία. Είχαν διαβάσει τα ίδια βιβλία, συγκινηθεί με παραπλήσιες ουράνιες μουσικές, συναπαντηθεί με εξαίσιους θιάσους. Για τον μόνο άνθρωπο που με ρωτούσε ο Τάκης τι κάνει, στα πυκνά τηλεφωνήματά του από τη Γερμανία, ήταν ο Νώντας. «Δεν φανταζόμουνα ποτέ ότι θα συναντούσα στην καθ’ ημάς Ανατολή έναν αληθινά καλλιεργημένο άνθρωπο σαν τον Γονατά. Να μου τον ασπασθείς αλά ρωσικά». Ο Γονατάς δεν σήκωνε το τηλέφωνο παρά μόνο αν χτυπούσε με μυστικό σήμα. Συχνά τα μπέρδευε τα συνωμοτικά και δεν το σήκωνε καθόλου. Εχουμε περάσει ώρες πολλές με γέλια, αθώα πειράγματα εκατέρωθεν και καλή καρδιά, αλλά και συζητήσεις απροσμέτρητης ευφορίας.

Ο Νώντας, όταν πέθανε ο Τάκης (θλίψη ασήκωτη), στο γραφείο του κορνίζωσε και τοποθέτησε δίπλα στις φωτογραφίες του Τσέχωφ και του Φλωμπέρ (τους δασκάλους του, όπως έλεγε) και εκείνη του Τάκη, χαρισμένη από τον ίδιο τον Κονδύλη, μετά από φορτικές παρακλήσεις του Εψιλον Χι. Χειρονομία μία και μοναδική.

Συλλογικό, 5 οικουμενικοί Έλληνες στοχαστές: Αξελός, Καστοριάδης, Κονδύλης, Πουλαντζάς, Σβορώνος, εκδόσεις Η εφημερίδα των συντακτών και Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2014, σελ. 111-114.

Ronald Dworkin, Θρησκεία χωρίς Θεό

Σχολιάστε

Ronald Dworkin, Θρησκεία χωρίς Θεό, μετάφραση: Στέλιος Βιρβιδάκης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-16-8106-1.

Το παρόν βιβλίο, το οποίο ο συγγραφέας του δεν πρόλαβε να δει τυπωµένο, βασίζεται στις Διαλέξεις Αϊνστάιν που έδωσε τον Δεκέµβριο 2011 στο Πανεπιστήµιο της Βέρνης και µπορεί να θεωρηθεί ένα είδος πνευµατικής διαθήκης. Η θρησκευτική στάση την οποία ο Ντουόρκιν προβάλλει εκφράζεται µέσα από την αποδοχή της αλήθειας δύο βασικών και συναφών αξιολογικών κρίσεων. Σύµφωνα µε αυτές, η ανθρώπινη ζωή έχει αντικειµενικό νόηµα και το σύµπαν εγγενή αξία. Η αναγνώριση της αλήθειας αυτών των δύο κρίσεων συνεπάγεται πως κάθε άνθρωπος οφείλει να προσπαθεί να ζει καλά, όπως υπαγορεύουν οι ηθικές υποχρεώσεις προς τον εαυτό του και προς τους συνανθρώπους του, και πως είναι σε θέση να νιώθει δέος µπροστά στην οµορφιά του κόσµου. Αυτές τις πεποιθήσεις τις συµµερίζονται κατά κανόνα οι πιστοί των παραδοσιακών θεϊστικών θρησκειών, αλλά, σύµφωνα µε τον Ντουόρκιν, ο θεϊσµός δεν είναι απαραίτητος για τη στήριξή τους. Και οι άθεοι µπορούν να τις συµµεριστούν, υιοθετώντας µια θρησκεία χωρίς θεό. [πηγή: ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ]

***

Παραθέτουμε την κριτική της Σάρας Θηλυκού που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Αυγή» στις 18/8/2019: 

Σχέση χωρίς σύντροφο

Της Σάρας Θηλυκού*

Τον Μπλεζ Πασκάλ και τους Στοχασμούς του θυμήθηκα από τις πρώτες κιόλας σελίδες της ανά χείρας φιλοσοφικής πραγματείας, ο οποίος βεβαιώνει πως ένας άθεος είναι διατεθειμένος να πιστέψει τα πάντα αρκεί να μην χρειαστεί να πιστέψει σε κάποιον θεό. Για τον Ρόναλντ Ντουόρκιν ο αθεϊσμός είναι θρησκεία, με θεό της -μέσα στα αμερικανικά συμφραζόμενα- από το Σύνταγμα μέχρι το μπέιζμπολ. Ο Αμερικανός διανοητής επιθυμεί να απαλλάξει έννοιες όπως η ιερότητα της ζωής, η αξία της ανθρώπινης ύπαρξης, του σύμπαντος κ.ο.κ. από την παρουσία ενός θεού που να τις κατακυρώνει. Και αυτό γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος κατατρύχεται από τις εμμονές κατεξοχήν του δυτικού πολιτισμού, τη βεβαιότητα και την ανεξαρτησία. Έτσι προτάσσει την έννοια της ηθικής ανεξαρτησίας έναντι της θρησκευτικής ελευθερίας, και το ευ ζην έναντι του θεού, προκειμένου να παρακάμψει την επιλογή για σύναψη σχέσης με έναν προσωπικό θεό -για την ύπαρξη του οποίου δεν είναι βέβαιος- και την ευθύνη που αυτή η σχέση συνεπάγεται -και η οποία θίγει βεβαίως την ανεξαρτησία του.

Μια θρησκεία χωρίς Θεό συνιστά ήδη ο ντεϊσμός από την εποχή του γαλλικού διαφωτισμού, όπου η πίστη σε ένα υπέρτατο ον απομακρυσμένο από τον κόσμο, αποπροσωποποιεί τον κατεξοχήν προσωπικό Θεό-Πατέρα του Χριστιανισμού και βέβαια κλονίζει την έννοια της θείας πρόνοιας. Ο φιλοσοφικός προβληματισμός περί θεοδικίας και υπάρξεως του κακού εν γένει, αλλά και ο αντίστοιχος στοχαστών θρησκευομένων, όπως οι Πασκάλ και Κίρκεγκωρ, υπέσκαψαν την έννοια της πίστης, όπως έδειξε η Χάνα Άρεντ. Στον 20ο αιώνα μια θρησκεία χωρίς Θεό συνιστούν ήδη τα κινήματα της πρωτοπορίας εισηγούμενα μια τέχνη χωρίς Θεό ή υπερβατικό. Η έννοια της θρησκείας ταυτίζεται εν πολλοίς με μια ιδιότυπη τυραννία της βεβαιότητας, θα την αποκαλούσα, τέτοια που και σήμερα ακόμη να αρνείται σχεδόν την άσκηση της τέχνης σε ανθρώπους που πιστεύουν στον Θεό! Ή την άσκηση της θρησκείας σε ανθρώπους που αμφιβάλλουν. Όμως, ζωή και τέχνη, σε πείσμα του ηθικού μανιχαϊσμού, παραμένουν αβέβαιες, για ενθέους και αθέους, και για αυτό απολύτως σαγηνευτικές. Και η πίστη μπορεί να συμβαδίζει με την επιστήμη, όπως η αμφιβολία με τη θρησκεία. Όπως άλλωστε ο Ντουόρκιν βεβαιώνει «η κοσμική επιστήμη έχει γίνει εντυπωσιακώς παρόμοια με τη θρησκευτική διδασκαλία».

Αλλά και η σύγχρονη μαχητική, λεγομένη, αθεΐα, κρίνεται ανεπαρκής, από εκπροσώπους μάλιστα της μαρξιστικής κριτικής, η οποία δια στόματος Τέρρυ Ήγκλετον εγκαλεί τον Ρίτσαρντ Ντόκινς, κορυφαίο εκπρόσωπο της πρώτης, για το ότι ο τελευταίος θεωρεί υπεύθυνο τον μαρξισμό για τα… γκουλάγκ. Η σύγχρονη αθεΐα πράγματι εξαντλεί όλη της τη δυναμική σε έναν ιστορικό ηθικισμό, μια φιλότιμη απαρίθμηση όλων των θρησκευτικών παρεκτροπών ανά τους αιώνες, αποδεικνύοντας αυτό που ο Ήγκλετον (σε συνέντευξή του στον Δημήτρη Δημηρούλη) σημειώνει, «πόσο ανίδεοι περί θεολογίας είναι άνθρωποι όπως οι Χίτζενς, Ντόκινς και Ονφρέ». Οι νέοι θρησκευτικοί πόλεμοι κατά τον Ντουόρκιν διεξάγονται στον χώρο της πολιτικής με θέματα αιχμής τη χρήση των θρησκευτικών συμβόλων στον δημόσιο χώρο και την προσευχή στα σχολεία (με κυρίαρχη την επιταγή περί ουδετερότητας), τη σεξουαλική ηθική (με τη νομοθεσία για τις αμβλώσεις), τη μαντίλα (στη Γαλλία λόγου χάρη οι νόμοι Σαρκοζί για τη μαντίλα και τη γενειάδα για… θρησκευτικούς λόγους, καθώς και οι εικόνες γάλλων αστυνομικών σε πλαζ να προσπαθούν να… γδύσουν μουσουλμάνες λουόμενες από τα μπουρκίνι τους νομίζω πως έδειξαν τα αδιέξοδα του πιο κοσμικού κράτους) και τη διδασκαλία της δαρβινικής εξέλιξης (η οποία στην Αμερική κονταροχτυπήθηκε με τον δημιουργισμό και τον νοήμονα σχεδιασμό).

Πάντως η απόφανση της σύγχρονης Φυσικής διά στόματος Ρίτσαρντ Φάινμαν, μιας ιδιότυπης αθεΐας του θρησκευτικού αθεϊσμού, κατά πώς ο Ντουόρκιν μάς θυμίζει, πως δεν γίνεται να εξηγήσει το «γιατί» λειτουργούν έτσι τα πράγματα (δηλαδή τον σκοπό τους) αλλά μόνο το «πώς» λειτουργούν (δηλαδή τον τρόπο), θυμίζει τη διπλή θεολογική μεθοδολογία των Πατέρων, με την οποία αίρεται κάθε σύγκρουση επιστήμης και θρησκείας. Και πράγματι «ούτε είναι εύλογο να θεωρήσουμε ότι η στάση των καθηγητών επιστημονικών μαθημάτων εκφράζει δέσμευση σε κάποια εκστρατεία προαγωγής του αθεϊσμού».

Αναφερόμενος ακόμη στον Πάουλ Τίλλιχ ο Ντουόρκιν εξαίρει τον… αθεϊσμό του θεολόγου ο οποίος βεβαιώνει πως «χωρίς κάποιο στοιχείο αθεϊσμού κανένας θεϊσμός δεν μπορεί να διατηρηθεί». Ασφαλώς. Ο αποφατισμός και οι αντινομίες συνιστούν θεμελιώδη θεολογικά χαρακτηριστικά, που θα ζήλευαν οι αγνωστικιστές. Έτσι ο Θεός καλείται υπεράγνωστος καθώς όσο περισσότερο ο άνθρωπος Τον γνωρίζει τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί το ακαταληπτο της ουσιας Του. Αλλά και ο πανθεϊσμός του Σπινόζα έχει θέση σε ένα γνήσια θρησκευτικό βίωμα, όπως μπορεί να βεβαιώσει κάθε άνθρωπος που έχει ερωτευτεί έστω και μία φορά στη ζωή του.

Ο κοσμικός, λεγόμενος, ανθρωπισμός δεν επιτρέπει παρά μία προσέγγιση που ταυτίζει τη θρησκεία με την ηθική, για όσους συμμερίζονται το δέος του Καντ απέναντι στον έναστρο ουρανό και τον ηθικό νόμο εντός. Για πολλούς χριστιανούς θεολόγους λόγου χάρη, όμως, ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά υπέρβασή της, είναι δε μια κοινωνία προσώπων και όχι απλώς μια ακόμη πίστη με όρους ιδεολογικής καθαρότητας κ.ο.κ. Έτσι μια τέτοια θεώρηση φαίνεται μάλλον υποβιβαστική. Η επιλογή μιας θρησκείας χωρίς θεό φαντάζει ως η μέση λύση ανάμεσα στη μαχητική αθεΐα και την παραδοσιακή θρησκευτικότητα, για όσους ασπάζονται ένα ισχυρό αξιακό μοντέλο, καθώς αμβλύνει την αιχμηρή φυσιοκρατία έναντι μιας πιο πνευματικής θέασης της ζωής. Ας προσέξουμε, όμως, το ενδεχόμενο μιας… θεϊστικής κοσμικότητας. Δεχόμενοι μια θρησκεία χωρίς θεό μήπως δεχόμαστε έτσι και μια δημοκρατια δίχως… δήμο λόγου χάρη, μια ελέω θεού δημοκρατία; Ο Χασεμί Ραφσατζανί, γνωστός για τη θεωρητική ενασχόλησή του με τις δημοκρατίες της Δύσης (την έδρα του… Σατανά, στην οποία ωστόσο είχε καταφύγει ο ηγέτης της Ισλαμικής Επανάστασης Χομεϊνί), είχε πει πως η ισλαμική δημοκρατία του Ιράν είναι ανώτερη από τις δυτικές γιατί βασίζεται στον Θεό… Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Δημιουργού-Θεού και αυτό συνιστά την εγγενή αξία του, χωρίς η τελευταία να απομειώνεται από την οντολογική εξάρτηση της κτιστής ανθρώπινης φύσης από τον άκτιστο Δημιουργό της, ενώ η ιστορία, η πολιτική, οι τέχνες και οι επιστήμες συνιστούν ανθρώπων έργα.

Ο μεταφραστής του έργου καθηγητής Στέλιος Βιρβιδάκης, στο κριτικό επίμετρό του στο τέλος του βιβλίου προλαμβάνει τόσο τις ενστάσεις των θεϊστών όσο και ενδεχόμενες επιφυλάξεις για την πειστικότητα των επιχειρημάτων του Ντουόρκιν, εξαίροντας βέβαια τη γόνιμη συνεισφορά του στον διάλογο μεταξύ θεϊστών και αθέων. H αθεολόγητη ταύτιση της θρησκείας με την ηθική νομίζω πως καθιστά τη θρησκεία μια μάλλον γλυκερή, άνευρη, ψυχρή, πολιτικώς ορθή καθηκοντολογία, μια σίγουρη συνταγή για μια «πετυχημένη ζωή», χωρίς ρίσκο, χωρίς θυσία, χωρίς έρωτα, χωρίς τον… θεό της εντέλει. Γιατί να πιστέψει κανείς σε μια τέτοια θρησκεία και όχι στην ποδοσφαιρική του ομάδα – ή μήπως οι δύο μπορεί να ταυτίζονται; Ο Γούντι Άλλεν, στον οποίο ο Ντουόρκιν παραπέμπει, είχε πει κάποτε για τον Ντοστογιέφσκι πως είναι πολύ Ρώσος για αυτόν. Μήπως το ίδιο ισχύει και για τη θρησκεία χωρίς θεό; Πως είναι μάλλον πολύ αμερικάνικη για τα γούστα μας;

____________________________________________________________

*Η Σάρα Θηλυκού είναι ποιήτρια και δρ Θεολογίας

https://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2019/08/blog-post_52.html

Χρήστος Γιανναράς, [Περί σχέσης]

Σχολιάστε

Χρήστος Γιανναράς, Για το «νόημα» της πολιτικής, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-572-283-8.

(…) Η σχέση έχει απεριόριστη γνωστική δυναμική, συνεχώς συντελούμενη και ουδέποτε περατούμενη, ενεργά κατορθούμενη και ουδέποτε εξαντλούμενη. (…)

Χρήστος Γιανναράς, Για το «νόημα» της πολιτικής, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2019, σελ. 67.

***

(…)Σχέση είναι εκείνη η γνωστική πρόσβαση στην πραγματικότητα, που πραγματώνεται ως ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα, επομένως από κάθε σκοπιμότητα. (…)

Χρήστος  Γιανναράς, ό. π., σελ. 74

Εκδήλωση-συζήτηση με θέμα: «Οι μεταμορφώσεις του έρωτα και της σχέσης του με τον νόμο» με αφορμή το βιβλίο του Νίκου Παρασκευόπουλου «Έρωτας και τιμωρία στην Ελλάδα» την Τρίτη 2/7/2019 στη Θεσσαλονίκη

Σχολιάστε

Ο πολιτικός γνωστικισμός του Κάρλ Σμίτ

Σχολιάστε

Νικήτας Σινιόσογλου, Μαύρες Διαθήκες: Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφήςεκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2018, ISBN: 978-618-5004-82-8.

Απόσπασμα από τις σελ. 62-63 (συνίσταται η ανάγνωση ολόκληρου του βιβλίου):

(…) [σελ.62] Μολονότι δηλώνει χριστιανός, ο Σμίτ μάλλον ασπάζεται – όπως ο Χάιντεγκερ- έναν πολιτικό γνωστικισμό. Δηλαδή θεωρεί πως οι εδραιωμένες φιλελεύθερες, νεωτερικές και αστικές αξίες είναι παραισθητικές. Το διαφωτιστικό εγχείρημα είναι ένας ύπουλος μηχανισμός κυριαρχίας, το εργαλείο [σελ.63] μιας παγκοσμιοποιημένης εξουσίας που χρησιμοποιεί την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων ως άλλοθι για την υποταγή των μαζών. Απαιτείται μια νέα έννοια του πολιτικού που θα σκίσει τον πέπλο της ψευδώνυμης “αλήθειας”, “προόδου” και “ελευθερίας”. Όπως οι Γνωστικοί που θεωρούσαν ότι ο αληθινός Θεός βρίσκεται πέρα από τον κακό δημιουργό του κόσμου, ο Σμίτ αναζητεί τον κατέχοντα πίσω από το κράτος δικαίου και πέρα από τις οικείες πολιτειακές δομές. (…)

Νικήτας Σινιόσογλου, Μαύρες Διαθήκες: Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφήςεκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2018, σελ. 62-63 (απόσπασμα)

Χρήστος Γιανναράς, Norman Russell: Η μεταφυσική ως πρόκληση επικαιρική

Σχολιάστε

Χρήστος ΓιανναράςNorman Russell, Η μεταφυσική ως πρόκληση επικαιρική, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2018, ISBN: 978-960-572-258-6.

Από την ιστοσελίδα του εκδότη:

Ένας ζωντανός διάλογος ανάμεσα στον δημοφιλή Έλληνα στοχαστή και φιλόσοφο Χρήστο Γιανναρά και τον κύριο μεταφραστή των έργων του στα αγγλικά, Norman Russell. Το βιβλίο αποτελεί μία εξαιρετική εισαγωγή στην θεωρία του Χρήστου Γιανναρά και μια ευκαιρία για τους γνώστες του έργου του, να ερευνήσουν σε βάθος τη σκέψη του.

Ο Χρήστος Γιανναράς αναφέρει για την έκδοση:

Αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε για τη μετάφραση και δικών μου βιβλίων στα αγγλικά — έχουν ως τώρα εκδοθεί οκτώ ολοκληρωμένες μεταφράσεις. Στη διάρκεια αυτής της συνεργασίας (δώδεκα χρόνων περίπου) πολλές φορές εκτιμούσα και δεχόμουν ως πρόκληση ουσιωδών διασαφήσεων τις μεταφραστικές ερωτήσεις και απορίες που μου έστελνε ο Norman. Έτσι προέκυψε η ιδέα, να επιχειρήσουμε, παράλληλα με την εργασία της μετάφρασης, έναν ανυπότακτο σε άλλη σκοπιμότητα διάλογο, που να γονιμοποιείται από τις μεταφραστικές αφορμές-προκλήσεις, αλλά και να τις υπερβαίνει. Να γονιμοποιεί ο διάλογος τα όσα ουσιώδη αντιπαρερχόμαστε συχνά σαν αυτονόητα ή χωρίς να υποψιαζόμαστε επαρκώς τη δυναμική τους. Ο Norman μού έστελνε τις ερωτήσεις του στα αγγλικά και έπαιρνε τις απαντήσεις μου στα ελληνικά. Τις μετέφραζε έγκαιρα, γι’ αυτό και η αγγλική έκδοση του κοινού μας βιβλίου προηγήθηκε.

https://ikarosbooks.gr/831-i-metafysiki-os-proklisi-epikairiki.html

Charles Taylor, [Χριστιανισμός και Στωικισμός]

Σχολιάστε

Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας, μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007, ISBN 978-960-518-284-7.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

O Charles Taylor, γεννημένος τον Nοέμβριο του 1931 στον Kαναδά, είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή φιλόσοφους-καθηγητές που ασχολήθηκαν ενδελεχώς με το ζήτημα της προέλευσης και εξέλιξης αυτού που ονομάζουμε «νεωτερική ταυτότητα». Στο παρόν έργο του, που κατέχει πια θέση κλασικής μελέτης επί του θέματος, εξετάζει με τρόπο εξαντλητικό τις ρίζες του νεωτερικού φαινομένου, αναδεικνύοντας τις συνάφειες που κρύβονται στην φιλοσοφική σκέψη παλαιότερων διανοητών, έτσι όπως τις συναντά κανείς στην ιστορία της Φιλοσοφίας. O Iερός Aυγουστίνος, ο Kαρτέσιος, ο Λούθηρος, παραλαμβάνουν τις φιλοσοφικές αποσκευές του παρελθόντος και τις παραδίδουν στους νεώτερους ορίζοντας τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση στη Nεωτερικότητα που θα καθορίσει τα βήματα του σύγχρονου ανθρώπου στον βίο, τη σκέψη, την τέχνη και τον πολιτισμό. Oι Πηγές του Eαυτού είναι ένα ταξίδι από τον Πλάτωνα μέχρι τον Derrida, από την Hθική έως την Aποδόμηση, που ο Taylor το προσφέρει με τρόπο συναρπαστικό σε όλους μας, καλώντας μας να σταθούμε σε όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς της διαδρομής ώστε να φωτιστεί η κατάληξή της.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

[Χριστιανισμός και Στωικισμός]

[σελ.353] (…) Ο χριστιανισμός, ιδίως στις πιο ασκητικές παραλλαγές του, παρουσιάζεται ως συνέχεια του Στωικισμού με άλλα μέσα, ή (όπως λέει καμμιά φορά ο Nietzsche) ως μια προέκταση του Πλατωνισμού. Παρά τις έντονες, ωστόσο, ομοιότητες με τον Στωικισμό -λόγου χάριν στον οικουμενισμό του, στην έννοια της πρόνοιας, στην εξύψωση της αυταπάρνησης- υπάρχει μεταξύ τους μεγάλο χάσμα. Στην πραγματικότητα, το νόημα της αυταπάρνησης είναι εντελώς διαφορετικό. Ο στωικός σοφός είναι πρόθυμος να παραιτηθεί από κάποιο «προτιμώμενο» αγαθό, λ.χ. την υγεία, την ελευθερία ή την ζωή, διότι το θεωρεί ειλικρινά άνευ αξίας, αφού αξία έχει μόνο σύνολη η τάξη των συμβάντων, η οποία τυγχάνει βέβαια να συμπεριλαμβάνει και την άρνηση ή την απώλεια του. Ο χριστιανός μάρτυρας, παραιτούμενος από την υγεία, την ελευθερία ή την ζωή δεν αποφαίνεται ότι τα πράγματα είναι ανάξια.  Απεναντίας, η πράξη θα έχανε το νόημα της αν δεν ήταν μεγάλης αξίας. Το να λες ότι κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από εκείνον που θυσιάζει τη ζωή του υπέρ των φίλων του, υποδηλώνει ότι η ζωή είναι ένα μεγάλο αγαθό. Η πρόταση θα έχανε την ουσία της αναφερόμενη σε κάποιον που απαρνιέται τη ζωή από μία αίσθηση απάθειας ·προϋποθέτει ότι θυσιάζει κάτι.  (…)

[σελ.354] (…) Η μεγάλη διαφορά μεταξύ στωικής και χριστιανικής απάρνησης είναι τούτη: για τον Στωικό αυτό που απαρνείται κανείς, αν σωστά το απαρνηθεί, δεν αποτελεί ipso facto μέρος του αγαθού. Για τον Χριστιανό,αυτό που απαρνείται κανείς, εκ του γεγονότος και μόνο της απάρνησης του, καταφάσκεται ως αγαθό -τόσο υπό την έννοια ότι η απάρνηση θα έχανε το νόημα της αν το πράγμα ήταν αδιάφορο όσο και υπό την έννοια ότι η απάρνηση προάγει το θέλημα του Θεού, το οποίο ακριβώς επιβεβαιώνει την αγαθότητα των πραγμάτων εκείνων που απαρνείται κανείς: της υγείας, της ελευθερίας, της ζωής. Κατά παράδοξο τρόπο, η χριστιανική απάρνηση είναι μια επιβεβαίωση της αγαθότητας αυτού που απαρνείται κανείς. Για τον Στωικό, η απώλεια της υγείας, της ελευθερίας. της ζωής, δεν επηρεάζει την ακεραιότητα του αγαθού. Απεναντίας, η απώλεια είναι μέρος ενός όλου που είναι καθ’ ολοκληρίαν αγαθό και δεν θα μπορούσε να αλλάξει δίχως να καταστεί λιγότερο αγαθό. Οι Στωικοί έλκονται από εικόνες όπως εκείνη της σκιάς που είναι απαραίτητη προκειμένου να αναδειχθεί εξ αντιθέσεως η λαμπρότητα του φωτός. Στην [σελ.355] χριστιανική προοπτική, ωστόσο, η απώλεια είναι ένα ρήγμα στην ακεραιότητα του καλού. Αυτός είναι ο λόγος που ο χριστιανισμός απαιτεί μια εσχατολογική προοπτική αποκατάστασης της ακεραιότητας αυτής, αν και τούτο έχει κατανοηθεί ποικιλοτρόπως (…).

Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας, μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007,σελ. 353-355 (αποσπάσματα)

 

Giorgio Agamben, Πιλάτος και Ιησούς

2 Σχόλια

12993411_1081146011944840_5001374342085988875_n

 

Giorgio Agamben, Πιλάτος και Ιησούςμετάφραση: Δέσποινα Λαμπαδά, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2016, ISBN 978-618-5118-17-4.

Από το οπισθόφυλλο  του βιβλίου:

Ποιος είναι ο Πόντιος Πιλάτος, ο επίτροπος της Ιουδαίας ενώπιον του οποίου έγινε η δίκη του Ιησού, που οδήγησε στη Σταύρωση; Ένας σκληρός και ανελέητος τύραννος ή ένας δειλός και διστακτικός υπάλληλος που πείθεται τελικά από το Συνέδριο να καταδικάσει έναν άνθρωπο, έστω κι αν ο ίδιος τον θεωρεί αθώο; Ένα σαρκαστικό και αποδομητικό προσωπείο που εκφωνεί μερικές αξιομνημόνευτες φράσεις («Τι εστιν αλήθεια;», «Ίδε ο άνθρωπος!», «Ο γέγραφα, γέγραφα») ή μια αυστηρή θεολογική μορφή, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί το δράμα του Πάθους; Παρακολουθώντας τη δίκη σκηνή προς σκηνή, ο Αγκάμπεν προτείνει μια πρωτότυπη και ακριβολόγο ανάγνωση. Στον διάλογο του Πιλάτου και του Ιησού έρχονται αντιμέτωποι δύο κόσμοι και δύο βασίλεια: η ιστορία και η αιωνιότητα, το ιερό και το βέβηλο, η κρίση και η σωτηρία.

Μικρό απόσπασμα (συνίσταται η ανάγνωση ολοκλήρου του βιβλίου): 

[…] Δικαιοσύνη και σωτηρία δεν μπορούν να συμβιβαστούν, καταλήγουν κάθε φορά να αλληλοαποκλείονται και να αλληλοεγκαλούνται. Η κρίση είναι εξίσου αμείλικτη όσο και ανέφικτη, γιατί σε αυτήν τα πράγματα εμφανίζονται χαμένα και μη διασώσιμα· η σωτηρία είναι σπλαχνική κι ωστόσο ανεπαρκής, γιατί σ’ αυτήν τα πράγματα εμφανίζονται ως αδύνατο να τεθούν σε κρίση. […]

Giorgio Agamben, Πιλάτος και Ιησούςμετάφραση: Δέσποινα Λαμπαδά, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2016,σελ.58 (απόσπασμα)

Charles Taylor, Μια κοσμική εποχή

Σχολιάστε

thumbnail

Charles Taylor, Μια κοσμική εποχήμετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2015, ISBN: 978-960-518-426-1.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Σὲ ἕνα βιβλίο ποὺ ἔμελλε νὰ ἀποδειχθεῖ σταθμὸς γιὰ τοὺς καιρούς μας, ὁ Charles Taylor ἀναλαμβάνει τὴν πρόκληση νὰ διερευνήσει τὸ νόημα τῆς ἀλλαγῆς ποὺ ἔχει συντελεστεῖ στὴ θέση τῆς θρησκείας στὶς Δυτικὲς κοινωνίες τοὺς τελευταίους αἰῶνες: τί ἀκριβῶς συμβαίνει ὥστε μιὰ κοινωνία ποὺ τῆς ἦταν ἀδιανόητο –πρακτικὰ καὶ οὐσιαστικά– νὰ μὴν πιστεύει στὸν Θεό, νὰ ἀντιμετωπίζει σήμερα τὴν πίστη ἁπλῶς ὡς μία δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου μεταξὺ ἄλλων;

Ὁ Taylor, ἀναμφισβήτητα ἕνας ἀπὸ τοὺς διορατικότερους στοχαστὲς ἐπὶ αὐτῶν τῶν ἐρωτημάτων, κομίζει μιὰ μοναδικὴ ὀπτική. Ἐξετάζει τὴν ἐμφάνιση καὶ ἐξέλιξη πτυχῶν τῆς νεωτερικότητας ἐντὸς τῆς καλούμενης «Δυτικῆς Χριστιανοσύνης». Αὐτὸ ποὺ ἀντικρίζει δὲν εἶναι στὴν πραγματικότητα ἕνας ἁπλὸς καὶ διαρκὴς μετασχηματισμός, ἀλλὰ μιὰ σειρὰ ἀπὸ ἐπανεκκινήσεις, ὅπου προγενέστερες ἐκφάνσεις τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς ξεθωριάζουν καὶ νέες ξεπροβάλλουν στὴ θέση τους. Βλέπουμε λοιπὸν πὼς τὸ σημερινὸ κοσμικὸ σύμπαν δὲν χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπουσία τῆς θρησκείας –παρόλο ποὺ σὲ ὁρισμένες κοινωνίες ἡ θρησκευτικὴ πίστη καὶ πρακτικὴ ἔχουν αἰσθητὰ ἐγκαταλειφθεῖ–, ἀλλὰ μᾶλλον ἀπὸ τὴ διαρκῆ γέννηση νέων θρησκευτικῶν, ἀντι-θρησκευτικῶν καὶ πνευματικῶν ἐπιλογῶν, τὶς ὁποῖες ἄτομα καὶ ὁμάδες υἱοθετοῦν ὥστε νὰ νοηματοδοτήσουν τὸν βίο τους καὶ τὶς πνευματικές τους ἀνησυχίες. […]

 

Απόσπασμα από το βιβλίο: 

[…] Ἡ αἴσθηση ὅτι ἔχουμε φθάσει στὴν ὡριμότητα παραμερίζοντας τὴν πίστη μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ στὸ ἐπίπεδο τοῦ ἀποδεσμευμένου λόγου καὶ τῆς ἀνάγκης νὰ ἀποδεχτοῦμε τὰ πορίσματα τῆς ἐπιστήμης, ὅποια καὶ ἄν εἶναι αὐτά. […] Μπορεῖ ὅμως νὰ ὑπάρξει συνάμα ἡ αἰσθηση ὅτι ἡ ἐνηλικίωση πάνω ἀπὸ ὅλα σημαίνει τὸ νὰ εἶναι ἱκανὸς κανεὶς νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀπὠλεια τοῦ νοήματος τῶν πραγμάτων, τὸ νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ βρεῖ ἤ νὰ προβάλει νόημα ἔναντι ἑνὸς σύμπαντος ποὺ τὸ ἴδιο εἶναι ἄλογο. Ἐδῶ οἱ ἀρετὲς ἐνδέχεται νὰ μὴν εἶναι (ἤ νὰ μὴν εἶναι μόνο) ἐκεῖνες τοῦ ἀποδεσμευμένου λόγου καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ὑπευθυνότητας. Μἀλιστα, ἡ αἴσθηση μπορεῖ νὰ εἶναι ὅτι στὴν ἀναζήτηση νοήματος πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε τὴν ὑπερβολικὰ ἁπλὴ ἐμπιστοσύνη στὴν ἐπιστήμη. Ἡ βασικὴ ἀρετὴ ποὺ τονίζεται ἐδῶ εἶναι τὀ εὐφάνταστο θάρρος νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸ κενὸ καὶ ἡ ἐνεργοποίηση μας ἀπὸ αὐτὸ γιὰ τὴν δημιουργία νοήματος. […]

Charles Taylor, Μια κοσμική εποχήμετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2015, σελ. 885 (απόσπασμα)

Jean – Luc Marion, Ο Θεός χωρίς το Είναι

Σχολιάστε

b183779

Jean – Luc Marion,  Ο Θεός χωρίς το Είναι, μετάφραση: Χρήστος Μαρσέλλος, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2012, ISBN 978-960-435-367-5.

Αναδημοσίευση της κριτικής του π. Ευαγγέλου Γκανά (αρχική δημοσίευση: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-7-2013)

π. Ευάγγελος Γκανάς

Η ελευθερία στη θεολογία δικαίως μας τρομάζει

(Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-7-2013)

Η πρώτη φράση του Ζαν Λυκ Μαριόν από το βιβλίο του «Ο Θεός χωρίς το Είναι» (σε ιδιαίτερα επιμελημένη μετάφραση του Χρήστου Μαρσέλλου) στοιχειώνει τη φαντασία του φιλοσόφου και του θεολόγου εξίσου: «Θα έπρεπε να ομολογήσουμε κάποτε ότι η θεολογία, από όλες τις μορφές γραφής, είναι εκείνη που προκαλεί μάλλον τη μεγαλύτερη απόλαυση. Μάλιστα όχι την απόλαυση του κειμένου, αλλά την απόλαυση -εκτός αν πούμε ήδη τη χαρά- που αισθάνεται κανείς όταν το υπερβαίνει: πηγαίνοντας από τα verba στο Verbum». Από το πλήθος των τεκμηρίων που προσκομίζει το πυκνό και γόνιμο αυτό δοκίμιο εις επίρρωσιν του παραπάνω ισχυρισμού θα αρκεστώ σε τρία.

Πέρα από τη μεταφυσική

Το πρώτο μέλημα του Μαριόν είναι να καταστήσει προβληματικό το προφανές, αυτό στο οποίο συμφωνούν τόσο οι παλαιοί μεταφυσικοί όσο και ορισμένοι σύγχρονοι νεοθωμιστές: ότι ο Θεός, πριν από οτιδήποτε άλλο οφείλει να είναι. Επικαλούμενος μια γνωστή ρήση του Χάιντεγκερ, ο Μαριόν μας λέει πως σε έναν Θεό που νοείται ως αιτία του εαυτού τoυ (causa sui) ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσευχηθεί, δεν μπορεί να πέσει στα γόνατα περιδεής, προσφέροντας αίνο και λατρεία. Θεϊσμός και αθεϊσμός μάχονται αενάως ως αντίπαλοι, αν και στην πραγματικότητα είναι αδελφοί-εχθροί: κοινή τους μήτρα η ανυπέρβλητη ειδωλολατρία. Αντιθέτως ο χριστιανισμός σκέπτεται τον Θεό βάσει του ίδιου του Θεού και μόνο, στο μέτρο που Αυτός αποκαλύπτεται. Για την αρχαία χριστιανική πίστη η φιλοσοφία ήταν μωρία. Αυτό δεν φανερώνει γνωσιοθεωρητική αλαζονεία, αλλά την πεποίθηση ότι η θεολογία καθίσταται η ίδια μωρία αν δεχθεί ως αναγκαία θεραπαινίδα της τη φιλοσοφία. Η θεολογία δεν αφορά τον Θεό, αλλά το γεγονός της πίστης στον εσταυρωμένο και αναστάντα Χριστό.

Η επιδίωξη της ισχύος πλάθει «θεούς», σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που η παρουσία των «θεών» καταλήγει κοινότοπη και οδηγεί τον άνθρωπο στη δυσφορία και τους «θεούς» στο λυκόφως τους. Ομως ταυτόχρονα, κάθε στιγμή της ζωής, η ανθρώπινη κατάσταση απαιτεί και παράγει νέους «θεούς», όσο και αν δυσφορεί για τους παλαιούς. Η επιδίωξη της ισχύος δεν παύει να επιθυμεί τον εαυτό της και αυτό ισχύει τόσο όταν παράγει «θεούς» όσο κι όταν τους αποκαθηλώνει από το βάθρο τους. Επιδίωξη της ισχύος και μεταφυσική αλληλοπεριχωρούνται.

Στη διαπίστωση του Τσέλαν πως κανείς δεν μαρτυρεί για τον μάρτυρα, ο Μαριόν αντιτείνει ότι ο χριστιανός δεν μαρτυρείται τέτοιος λέγοντας μόνος του ότι είναι χριστιανός, αλλά περιμένει από τον Ιησού να επιβεβαιώσει την απόφανση αυτή. Η ομολογία προϋποθέτει την πίστη ότι ο Ιησούς είναι πραγματικά ο Κύριος. Κύριος του κόσμου και της Ιστορίας, διαρκώς παρών με τις ενέργειές του και ότι ο ομολογών έχει πραγματικά αναδημιουργηθεί κατ’ εικόνα του Χριστού. Υπάρχει πάντοτε μια ένταση, ένα χάσμα, ανάμεσα στην ομολογία, όπου το εγώ λέει υπερβολικά πολλά, και την μαρτυρία, οπού το εγώ αφήνεται σιωπηλά στην ενατένιση της δόξας του Ιησού.

Η μαρτυρία αυτή καθιστά συχνά τους χριστιανούς μειοψηφία υπό διωγμό. Ετσι ξαναβρίσκουμε τον συσχετισμό ομολογίας και μαρτυρίου. Σε αυτόν που ομολογεί, το μαρτύριο δίνει, όπως στην περίπτωση του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, τη χάρη να εισέλθει σε μια κατάσταση όπου η ομολογία πίστεως είναι απολύτως σωστή. Γιατί ο μάρτυρας αφενός αναλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του Χριστού και αφετέρου έχει αναληφθεί από αυτά: αφήνει το πνεύμα του στον Θεό και συγχωρεί τους θύτες του. Υιοθετώντας τη βιβλική και πατερική αντίληψη, ο Μαριόν οδηγείται στο συμπέρασμα ότι ο θεολόγος δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιζητεί ένα «επιστημονικό» κύρος, δεν μπορεί παρά να γίνει ο ίδιος άγιος, γιατί μόνο ο άγιος γνωρίζει για τι μιλά όταν κάνει θεολογία.

Σκοπός της θεολογίας

Ο Λόγος έχει ολοκληρώσει το έργο του και κάθεται ήδη στα δεξιά του Πατρός (εξ ου και η τελευταία λέξη του επί του σταυρού: τετέλεσται). Ετσι στη θεολογία δεν υπάρχει δυνατότητα για πρόοδο και ανακάλυψη παρά μόνο για μεταστροφή (conversion) στον Λόγο. Η θεολογία αστοχεί όταν υφαρπάζει την ανθρωπολογία από τον αυστηρά φαινομενολογικό (επομένως φιλοσοφικό) στόχο μιας αναλυτικής του Dasein. Αντικείμενο της θεολογίας είναι το Dasein ως πιστό. Σκοπός της θεολογίας, με άλλα λόγια, είναι να δείξει στον κόσμο τι σημαίνει ότι είναι ο κόσμος και όχι η Εκκλησία. Στην Εκκλησία έχει δοθεί και χώρος και χρόνος. Χώρος είναι τα έθνη που εγκεντρίζονται στον Ισραήλ. Χρόνος είναι το saeculum, o χρόνος που απομένει (βλ. Αγκάμπεν), μέχρι την Παρουσία του Κυρίου.

Ας κλείσουμε με τα λόγια του ίδιου του Μαριόν: «Είμαστε απείρως ελεύθεροι στη θεολογία: βρίσκουμε τα πάντα ήδη δεδομένα, κεκτημένα, διαθέσιμα. Δεν μένει παρά να καταλάβουμε, να πούμε και να γιορτάσουμε. Τόση ελευθερία, δικαίως, μας τρομάζει».

http://www.kathimerini.gr/492554/article/politismos/arxeio-politismoy/h-eley8eria-sth-8eologia-dikaiws-mas-tromazei

Μάξ Σέλερ, Ο μνησίκακος άνθρωπος

Σχολιάστε

Μαξ Σέλερ, Ο μνησίκακος άνθρωπος, μετάφραση: Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2002, ISBN 960-518-122-3. 

9605181223M[1]

Απόσπασμα από τις σελ. 14-15 του βιβλίου:

(…)Η λαχτάρα για εκδίκηση είναι η πιο σημαντική από τις πηγές της μνησικακίας. Η λέξη «μνησικακία» υποδεικνύει αφ’ εαυτής ότι έχουμε μια θυμική παρόρμηση που άρχεται από τη σύλληψη της θυμικής κατάστασης ενός άλλου προσώπου, ότι πρόκειται δηλαδή για μιαν αντί-δραση. Και για να διαπιστώσουμε ότι η λαχτάρα για εκδίκηση ανήκει όντως σε αυτήν την τάξη, αρκεί να την αντιτάξουμε στις άμεσες και ενεργείς ροπές, στην εχθρότητα ή στη φιλία. Η λαχτάρα για εκδίκηση συνεπάγεται προσβολή ή πρότερη βλασφημία. Σημειωτέον όμως ότι, εν προκειμένω, αυτή η λαχτάρα δεν συγχέεται επ’ ουδενί με μια ροπή για απόκρουση ή άμυνα, που θα συνοδεύεται από θυμό, λύσσα ή αγανάκτηση. Το ζώο που πιάστηκε και δαγκώνει τον κηνυγό δεν ζητάει να εκδικηθεί. Παρόμοια, η άμεση ανταπόδοση μιας γροθιάς δεν συνιστά εκδίκηση. Για να υπάρξει αληθινή εκδίκηση απαιτείται ένα μακρύ σχετικά «διάστημα χρόνου», στη διάρκεια του οποίου η ροπή για άμεση ανταπόδοση και οι συναφείς ορμές του μίσους και του θυμού θα παραμείνουν συγκρατημένες και ανεσταλμένες∙ από την άλλη μεριά, απαιτείται η πράξη της ανταπόδοσης να επιχειρηθεί σε πιο κατάλληλη ευκαιρία και στιγμή («περίμενε και θα δεις την άλλη φορά!»). Μάλιστα αυτό που συγκρατεί την άμεση ανταπόδοση είναι η πρόβλεψη για μιαν ενδεχόμενη αποτυχία η οποία υποθάλπεται από ένα διακριτό συναίσθημα «ανημποριάς» και «ανικανότητας». Συνεπώς βλέπουμε ότι η εκδίκηση καθ’ εαυτή βασίζεται σε ένα αίσθημα ανημποριάς ανήκει πάντα και προπάντων σε κάποιον «αδύναμο» (όποια κι αν είναι η μορφή της αδυναμίας του). Κατ’ ουσίαν δεν περιέχει ποτέ το φρόνημα του ανθρώπου που αντιδρά επί τόπου και ουδέποτε εκδηλώνεται σαν θυμική αντίδραση. Ετούτα τα γνωρίσματα καθιστούν τη λαχτάρα για εκδίκηση ένα πεδίο τόσο ευνοϊκό για το θέριεμα της μνησικακίας. (…)

Μαξ Σέλερ, Ο μνησίκακος άνθρωπος, μετάφραση: Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2002,σελ. 14-15 (αποσπάσματα).

Δύο στοχασμοί του Π. Βαλερύ για την πολιτική

Σχολιάστε

Πωλ Βαλερύ: Επιλογή από το έργο του, μετάφραση: Χαρά Μπανάκου – Καραγκούνη, εκδόσεις Στιγμή, β΄έκδοση, Αθήνα 2007.

1cabff36-418f-4f67-a2fb-cd203fa52f10

78

(…)Πολιτική είναι ο χειρισμός του περισσότερου από το λιγότερο, του τεράστιου αριθμού από τον μικρό, του πραγματικού από τις εικόνες και τις λέξεις.(…)

79

Η πολιτική χρήση των πιο ωραίων ονομάτων, των πιο ευγενικών προθέσεων της γλώσσας τα υποβαθμίζει· και σύντομα τα εξασθενίζει και τα εξαντλεί. (…)

Πωλ Βαλερύ: Επιλογή από το έργο του, μετάφραση: Χαρά Μπανάκου – Καραγκούνη, εκδόσεις Στιγμή, β΄έκδοση, Αθήνα 2007,σελ. 40.

 

Fredric Jameson, Μια μοναδική νεωτερικότητα

Σχολιάστε

b123937

Fredric R. Jameson, Μια μοναδική νεωτερικότητα: Δοκίμιο για την οντολογία του παρόντος, μετάφραση: Σπύρος Μαρκέτος, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2007, ISBN 978-960-221-389-6.

Από το οπισθόφυλλο:

Είναι ώρα να αναλογιστούμε το ενδεχόμενο μιας οριστικής επιστροφής ή επανεφεύρεσης του παρωχημένου μέσα στους κόλπους της πλήρους μετανεωτερικότητας· μιας επανόδου που είναι αναμφίβολα η πιο παράδοξη απ’ όλες, αφού, όπως αποδεικνύεται, πρόκειται για την επάνοδο της ίδιας της έννοιας της νεωτερικότητας, που όλοι είχαμε αφελώς υποθέσει προ πολλού ότι είχε ξεπεραστεί, αλλά στην πραγματικότητα έχει αναβιώσει ανά τον κόσμο και είναι πρακτικά αδύνατο να την αποφεύγει κανείς στις πολιτικές συζητήσεις από τη Λατινική Αμερική ως την Κίνα, για να μη μιλήσουμε για τον ίδιο τον πρώην Δεύτερο Κόσμο. Ωστόσο, ο υποτιθέμενος θρίαμβος της Δύσης πανηγυρίζεται επίμονα με όρους κατηγορηματικά μεταμοντέρνους, σαν να ήταν καμιά υπέρβαση των παλιών ουτοπικών και παραγωγιστικών αξιών τον μοντερνισμού, το «τέλος» της ιδεολογίας και μαζί της ιστορίας, η ονοματοκρατική δόξα του ιδιαίτερου και της Διαφοράς -είτε όλα αυτά αρθρώνονται σε αριστερή είτε σε δεξιά φρασεολογία (πράγματι, η καταγγελία κάθε διάκρισης μεταξύ δεξιάς και αριστεράς είναι συχνά το κεντρικό μοτίβο κάθε τέτοιας «μεταμοντέρνας» ρητορικής)… Πρέπει κατά κάποιον τρόπο να είναι κάτι το μεταμοντέρνο, αρχίζει κανείς να υποπτεύεται, τούτη η αναλαμπή της γλώσσας μιας παλιότερης νεωτερικότητας.

Frederic Jameson

Μοντερνισμός, νεωτερικότητα, μετανεωτερικότητα, εκσυγχρονισμός, χρόνος, αφήγηση, υποκειμενικότητα… Ποιος θα μπορούσε να ξαναφωτίσει αυτούς τους πολυσυζητημένους όρους της σύγχρονης φιλοσοφίας και της πολιτισμικής θεωρίας καλύτερα από τον Φρέντρικ Τζέιμσον, πρωτεργάτη της σχετικής προβληματικής; Όπως λέει ο διάσημος στοχαστής, η προσωρινή απουσία εναλλακτικών λύσεων απέναντι στον καπιταλισμό μπορεί να παίζει ένα ρόλο στην παγκόσμια αναβίωση του ιδεώδους της «νεωτερικότητας»· ωστόσο τα παράδοξα της έννοιας υποδεικνύουν την αληθινή ιστορία και δυναμική της στα πεδία της κοινωνίας, της πολιτικής και της τέχνης -καθώς και ορισμένα κριτήρια για να αποφύγουμε τις καταχρήσεις της.

Απόσπασμα από το βιβλίο (συνίσταται η ανάγνωση ολόκληρου του έργου):

(…)Δεν μπορεί κανείς να προτείνει τη συνολική εγκατάλειψη ενός όρου όπως η «νεωτερικότητα» χωρίς να βρεθεί στη γελοία θέση εκείνων των μανιακών που οι γνωστοί τους μας προειδοποιούν να μη χρησιμοποιούμε την προσβλητική λέξη μπροστά τους. Σε κάθε περίπτωση, εγώ πρότεινα πως η «νεωτερικότητα», όταν εφαρμόζεται αποκλειστικά στο παρελθόν, αποτελεί έναν χρήσιμο ρητορικό τρόπο για να γεννηθούν εναλλακτικές ιστορικές αφηγήσεις, παρά το ιδεολογικό φορτίο που αναγκαία εξακολουθεί να φέρει. Όσο για την οντολογία του παρόντος, είναι καλύτερο να συνηθίσει κανείς να σκέφτεται το «μοντέρνο» ως μια μονοδιάστατη έννοια (ή ψευδοέννοια), η οποία δεν έχει ούτε ιστορικότητα ούτε μελλοντικότητα. Αυτό σημαίνει πως ούτε και το «μεταμοντέρνο» υποδηλώνει κανένα μέλλον (αλλά μόνον, όταν χρησιμοποιείται ορθά, το δικό μας παρόν), ενώ το «μη μοντέρνο» αναπόφευκτα αποτραβιέται πίσω σ’ ένα δικό του δυναμικό πεδίο μέσα στο οποίο τείνει να συνδηλώνει αποκλειστικά το «προ-μοντέρνο» (και επίσης να το σημαίνει στο δικό μας παγκόσμιο παρόν). Τις ριζοσπαστικές εναλλακτικές λύσεις, τους συστημικούς μετασχηματισμούς δεν μπορεί κανείς να τους θεωρητικοποιήσει, ή έστω να τους φανταστεί, μέσα στο εννοιακό πεδίο που διέπεται από τη λέξη «μοντέρνο».(…)

Fredric R. Jameson, Μια μοναδική νεωτερικότητα: Δοκίμιο για την οντολογία του παρόντος, μετάφραση: Σπύρος Μαρκέτος, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2007,σελ. 226-227(αποσπάσματα)

G.W.F.Hegel, Το πνεύμα του χριστιανισμού και το πεπρωμένο του

Σχολιάστε

b191074

G.W.F.Hegel, Το πνεύμα του χριστιανισμού και το πεπρωμένο του, μετάφραση: Γιώργος Σαγκριώτης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2013, ISBN: 978-960-05-1580-0.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ο νεαρός Έγελος (G.W.F. Hegel, 1770-1831), στην περίοδο κατά την οποία κατοικεί στη Φραγκφούρτη (1797-1800), αναπτύσσει καινούργιους τρόπους σκέψης που θα φέρουν έπειτα στο φως έναν νέο τρόπο του φιλοσοφείν. Χαρακτηριστικό της περιόδου είναι ότι τότε προσφεύγει σε ένα νέο λεξιλόγιο για να περιγράψει τις δομές σκέψης που αποκαλύπτει, ενώ αργότερα θα επιλέξει, αντίστροφα, να διευρύνει τις παραδοσιακές έννοιες εμπλουτίζοντάς τες με τις δομές σκέψης που έχει ανακαλύψει. Εδώ ονομάζει «αγάπη» τη σχέση δύο αυτοσχετιζόμενων όρων που αργότερα θα θεωρήσει ότι είναι χαρακτηριστική της «έννοιας». Εδώ ονομάζει «πεπρωμένο» το γεγονός ότι η πραγματικότητα αντιδρά στη φιλοδοξία μιας μεμονωμένης όψης της να αποσπασθεί από την κοινή μοίρα, ενώ αργότερα θα εισαγάγει την ανάλυση των εννοιών βάσει της «διαδικασίας» που ενώνει τις όψεις τους.

Σκοπός της σκέψης του Έγελου στη Φραγκφούρτη είναι η απελευθέρωση της ανθρωπότητας. Αντικείμενο της κριτικής του η εβραϊκή θρησκεία και κυρίως η χριστιανική. Ο εβραϊσμός υποτάσσει τον άνθρωπο σε έναν δεδομένο νόμο, αποκόπτοντάς τον από τη φύση. Αλλά υφίσταται ως «πεπρωμένο» την αντίδραση της αποκλεισμένης πραγματικότητας. Ο χριστιανισμός έχει ως αφετηρία την προσπάθεια του ιδρυτή του να αποσυρθεί από τη σφαίρα του δούναι και λαβείν, των συμφερόντων, της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, ώστε να γλυτώσει από μια τέτοια αντίδραση. Αλλά εν τέλει υφίσταται ένα χειρότερο ακόμη «πεπρωμένο», καθώς μετατρέπεται σε όργανο καταπίεσης και εκμετάλλευσης ο ίδιος.

Ορισμένοι θεωρούν ότι το κείμενο αυτό προτρέχει την υλιστική κριτική του άθεου Φόυερμπαχ (Ludwig Feuerbach, 1804-1872) στον χριστιανισμό, άλλοι ότι εισάγει, αντίθετα, μια υπαρξιστική πρόσληψη του χριστιανισμού όπως αυτή του πιστού Κίρκεγκωρ (Sοren Kierkegaard, 1813-1855). Είναι εντυπωσιακό βέβαια ότι δημοσιεύθηκε μόνο το 1907, οπότε κανένας από τους δύο δεν το είχε διαβάσει. Και είναι ενδιαφέρον ότι κι οι δύο θεωρούν τις απόψεις τους κατ’εξοχήν αντιεγελιανές…

Απόσπασμα από τη σελ. 145 (συνίσταται η ανάγνωση ολόκληρου του βιβλίου):

(…)Η ουσία του Ιησού, ως μια σχέση του γιού προς τον πατέρα, δεν μπορεί να συλληφθεί ἐν τῇ ἀληθείᾳ παρά μόνο με την πίστη, και εκείνο που ζητούσε ο Ιησούς από τον λαό του ήταν πίστη καθ’ εαυτήν. Η πίστη αυτή χαρακτηρίζεται από το αντικείμενο της, το θείο∙ η πίστη σε κάτι πραγματικό είναι η γνώση ενός οποιουδήποτε αντικειμένου, ενός περιορισμένου  [πράγματος]∙ και όσο ένα  αντικείμενο είναι κάτι άλλο από τον Θεό, τόσο η γνώση αυτή διαφέρει από την πίστη στο θεϊκό [στοιχείο] (…)

G.W.F.Hegel, Το πνεύμα του χριστιανισμού και το πεπρωμένο του, μετάφραση: Γιώργος Σαγκριώτης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2013,σελ. 145 (απόσπασμα)

Δείτε και:

Γιώργος Σαγκριώτης, Ο νεαρός Χέγκελ, ο χριστιανισμός και οι απορίες της νεωτερικότητας, (Ελευθεροτυπία, 19/11/2011)

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: