Π. Κονδύλης – Ε.Χ. Γονατάς: Εκλεκτικές συγγένειες

Σχολιάστε

Συλλογικό, 5 οικουμενικοί Έλληνες στοχαστές: Αξελός, Καστοριάδης, Κονδύλης, Πουλαντζάς, Σβορώνος, εκδόσεις Η εφημερίδα των συντακτών και Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2014, ISBN: 978-960-9797-27-6.

Π. Κονδύλης – Ε.Χ. Γονατάς: Εκλεκτικές συγγένειες

«Είναι αυτός ο φουσκωμένος διάνος φιλόσοφος;»

«Είδες που έχω δίκιο για τα ψώνια που μαζεύεις;»

του Αιμίλιου Καλιακάτσου

Εκείνη τη μέρα, 12 Οκτωβρίου 1983, στις 2 το μεσημέρι περίμενα στο τυπογραφείο τον Κονδύλη να πάρει διορθώσεις του βιβλίου, στη σειρά της «Γνώσης» που διηύθυνε, και να δει επί τόπου δοκίμια του εξωφύλλου. Το ραντεβού είχε οριστεί 6 μήνες νωρίτερα. Γερμανική συνέπεια και εκνευριστική ακρίβεια, χρόνια τώρα. Ημουν, βεβαίως, έτοιμος – κι ας τολμούσα να κάνω αλλιώς. Νωρίτερα, στις 11, θα κατέφθανε ο Γονατάς να ρίξει μια ματιά στις τελευταίες (;) διορθώσεις του βιβλίου του. Οι ώρες ταίριαζαν και για τις δυο δουλειές. Ομως, κι αυτό καθόλου ασυνήθιστο, ο Νώντας αντί για τις 11 ήρθε με «ολίγη καθυστέρηση» στις 2 παρά τέταρτο. Καθώς του ’φτιαχνα καφέ, ευχόμουν ο Τάκης να καθυστερήσει. Δουλειά με την ταυτόχρονη παρουσία και των δύο δεν μπορούσε να γίνει.

Δύο ακριβώς άνοιγε η πόρτα και χαιρετώντας με εκ του μακρόθεν ανέκραξε, με το γνωστό τρανταχτό, μεταδοτικό του γέλιο: «Χαίρε, λευκέ νέγρε!». Οταν ερχόταν από τη Χαϊδελβέργη μάς στόλιζε, καθώς μας έβρισκε συγκεντρωμένους να τον περιμένουμε, με τα παρόμοια. Το καλοκαίρι το περνούσε στη Γερμανία, γιατί έλειπαν οι Γερμανοί σε διακοπές, και ξεχειμώνιαζε στην Αθήνα καθώς είχαν επιστρέψει. «Χαίρε ευδαίμων Αραβία! Περνάτε, ευθύς αμέσως, από τη θερινή ραστώνη στη χειμερία νάρκη» και άλλα ανάλογα, γελώντας σύγκορμος. Μας πονούσε, αλλά δεν είχε κι άδικο.

Βρέθηκα σε δύσκολη θέση για την άκαιρη συνάντηση. Στην αμηχανία μου τα θαλάσσωσα στις συστάσεις. «Ο φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης» στον Νώντα, «Ο ποιητής Εψιλον Χι Γονατάς» στον Τάκη.

Ο Νώντας γινόταν έξαλλος όταν άκουγε «φιλόσοφος». «Πάψε, βρε πουλάκι μου, αυτοί τριχοτομούν την τρίχα. Γράφουν για να συλλέξουν μόρια στην πανεπιστημιακή τους καριέρα. Φλυαρίες που δεν αφορούν κανέναν. Ο τελευταίος φιλόσοφος που διαβάζω ξανά και ξανά είναι ο Σοπενάουερ». «Μαζεύεις εδώ όλα τα ψώνια, ποετάστρους της συμφοράς. Επειδή δεν μπορούν να γράψουν συγκροτημένα δέκα αράδες καταλογάδην, κάνουν ποιήματα με ασυναρτησίες και τρισάθλια ελληνικά και τα δικαιολογούν ως ποιητικές άδειες. Αδειο είναι το κεφάλι τους».

Αρπάχτηκαν για τα καλά, βεβαίως με «αστική ευγένεια», λόγω ανατροφής. Ο Τάκης έφυγε πριν της ώρας του, κατακόκκινος από θυμό, χωρίς καν να μας χαιρετίσει.

«Είδες που έχω δίκιο. Είναι αυτός ο φουσκωμένος διάνος φιλόσοφος; Να τη βράσω την πολυξεροσύνη και γλωσσομάθειά του. Δεν αντιλαμβάνεται απολύτως τίποτα».

Την επαύριο ήρθε ο Τάκης να πάρει τα δοκίμια. «Είδες που έχω δίκιο για τα ψώνια που μαζεύεις; Και το μεγαλύτερο είναι αυτός ο Εψιλον Χι».

Κάνα μήνα αργότερα, στο τυπογραφείο, Σάββατο μεσημέρι για την καθιερωμένη κρασοκατάνυξη και τα συναφή. Συνήθεια χρόνων. Συνέπεσαν οι δυο τους χωρίς να ανταλλάξουν καν χαιρετισμό. Γρήγορα έδεσαν τα «πηγαδάκια». Οι «φιλολογούντες» στον κύκλο του Γονατά και οι «φιλοσοφούντες» στου Κονδύλη. Οι πρωταγωνιστές έδειχναν εμφανώς να «αδιαφορούν» παντελώς ο ένας για τον άλλον. Υποτίθεται. Με την άκρη του ματιού και τα αυτιά τσιτωμένα παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα στη διπλανή παρέα. «Κύριε Κονδύλη, για ποιον Γιούγκερ μιλάτε;». «Μα για τον Ερνστ, κύριε Γονατά». «Τον ξέρετε; Εχω τα Απαντά του, σε γαλλική μετάφραση. Τον λατρεύω». «Είναι φίλος μου. Τον επισκέπτομαι συχνά. Η πολίχνη που διαβιοί είναι κοντά στη Χαϊδελβέργη. Εχουμε και αλληλογραφία». «Και είναι πράγματι 88 χρονών, κυκλοφορεί με ποδήλατο και καπνίζει 4 πακέτα άφιλτρα τσιγάρα;». «Ακριβώς. Βλέπω γνωρίζετε λεπτομέρειες!».

Ολοι μας ακούγαμε το όνομα του Γερμανού συγγραφέα πρώτη φορά. Στα ελληνικά δεν είχε, μέχρι τότε, κυκλοφορήσει τίποτε. Οι κύκλοι όμως παρέμεναν άτμητοι. Σε λίγο: «Ακουσα, κύριε Γονατά, να αναφέρεσθε με θαυμασμό στον Γκριλπάρτσερ. Σπουδαίος. Τον αναγιγνώσκω μετ’ ευχαριστήσεως».

Μετά από κάμποσα τέτοια οι κύκλοι ενώθηκαν. Τα «κύριε» ευθύς παραμερίστηκαν και, πράγμα απρόσμενο για τις πεποιθήσεις και των δύο, αντικαταστάθηκαν με τα τρυφερά «Τάκη μου», «αγαπητέ μου Νώντα». Δεν υπήρχε περιοχή της Τέχνης που να μην κατείχαν και τις υποσημειώσεις. Λάτρευαν τον Μπονιουέλ, τον Σκριάμπιν, τον Αϊβαζόφσκι, τον Λεσκώφ, τον Σολωμό, τους Ρώσους παντός καιρού και εποχής (ο Τάκης τους διάβαζε στο πρωτότυπο), τη νεοελληνική παραλογοτεχνία (Ιωάννη Σκουτερόπουλο, Αγγελο Τσουκαλά, Αριστείδη Κυριακό…), τους βυζαντινούς υμνωδούς (έψαλαν παρέα, όχι βεβαίως σε εκκλησία) και ό,τι άλλο βάλει ο νους.

Ο Κονδύλης αρκετές φορές μας είχε κεραυνοβολήσει: «Την ουσία του έργου μου μόνον ο Γονατάς έχει σε βάθος κατανοήσει, που δεν με διαβάζει κιόλας». «Τάκη μου, αυτά τα απέραντα πονήματά σου δεν τα μπορώ. Ανιώ αφάνταστα. Τ’ άλλα όμως, Παβέζε, Λίχτενμπεργκ, Σαμφόρ, Ριβαρόλ και τα σχετικά τα μελετώ εξονυχιστικώς». Οι εκλεκτικές τους συγγένειες, γειτόνευαν και τα σπίτια τους —στην Κηφισιά ο ένας, στον Κοκκιναρά ο άλλος—, δημιούργησαν ξεχωριστή, εγκάρδια φιλία. Είχαν διαβάσει τα ίδια βιβλία, συγκινηθεί με παραπλήσιες ουράνιες μουσικές, συναπαντηθεί με εξαίσιους θιάσους. Για τον μόνο άνθρωπο που με ρωτούσε ο Τάκης τι κάνει, στα πυκνά τηλεφωνήματά του από τη Γερμανία, ήταν ο Νώντας. «Δεν φανταζόμουνα ποτέ ότι θα συναντούσα στην καθ’ ημάς Ανατολή έναν αληθινά καλλιεργημένο άνθρωπο σαν τον Γονατά. Να μου τον ασπασθείς αλά ρωσικά». Ο Γονατάς δεν σήκωνε το τηλέφωνο παρά μόνο αν χτυπούσε με μυστικό σήμα. Συχνά τα μπέρδευε τα συνωμοτικά και δεν το σήκωνε καθόλου. Εχουμε περάσει ώρες πολλές με γέλια, αθώα πειράγματα εκατέρωθεν και καλή καρδιά, αλλά και συζητήσεις απροσμέτρητης ευφορίας.

Ο Νώντας, όταν πέθανε ο Τάκης (θλίψη ασήκωτη), στο γραφείο του κορνίζωσε και τοποθέτησε δίπλα στις φωτογραφίες του Τσέχωφ και του Φλωμπέρ (τους δασκάλους του, όπως έλεγε) και εκείνη του Τάκη, χαρισμένη από τον ίδιο τον Κονδύλη, μετά από φορτικές παρακλήσεις του Εψιλον Χι. Χειρονομία μία και μοναδική.

Συλλογικό, 5 οικουμενικοί Έλληνες στοχαστές: Αξελός, Καστοριάδης, Κονδύλης, Πουλαντζάς, Σβορώνος, εκδόσεις Η εφημερίδα των συντακτών και Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2014, σελ. 111-114.

Advertisements

Αθ. Ι. Καλαμάτας, Λεσβιακό Ημερολόγιο 2015

Σχολιάστε

lesv._imer.2015_exofyllo

 

Λ Ε Σ Β Ι Α Κ Ο Η Μ Ε Ρ Ο Λ Ο Γ Ι Ο 2 0 1 5

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Θεολόγου Καθηγητή – DEA Εκκλησιαστικής Ιστορίας – Δρ Θεολογίας ΑΠΘ

Όσοι ασχολούμαστε με το βιβλίο (επιστήμονες, ερευνητές, βιβλιόφιλοι, κριτικοί, κ. ά), πιστεύω ότι σε μεγάλο ποσοστό συμφωνούμε ότι η σημερινή βιβλιοπαραγωγή, ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της τέχνης του βιβλίου. Αυτή είναι μια διαπίστωση προσωπική και πηγάζει μέσα από τη μακρά διαδρομή μου, τόσο στην έρευνα, όσο και στην γνώση για το πώς δηλαδή γράφεται και παράγεται ένα βιβλίο. Στην πραγματικότητα, σήμερα, πέραν της σοβαρής κρίσης που περνά το βιβλίο, βρισκόμαστε μπροστά και στο εξής πρόβλημα: τα βιβλία που καθημερινά κυκλοφορούν, για τον αναγνώστη, ειδικό και μη, έχουν αξία να τα αγοράζει, να τα διαβάζει και να τα εναποθέτει στη βιβλιοθήκη του; Το λέγω αυτό εξειδικεύοντας το ζήτημα, αναφερόμενος κυρίως στο επιστημονικό βιβλίο, με ότι αυτό συνεπάγεται, μιας και πολλοί που γράφουν και εκδίδουν ένα βιβλίο, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, αυτομάτως το βαφτίζει επιστημονικό σύγγραμμα· αξίζει και δεν αξίζει. Η εμπειρία μου πάνω σ’ αυτό το θέμα έχει πολλά να καταγράψει. Δεν είναι, όμως, του παρόντος να το αναλύσω. Ίσως, σ’ άλλο σημείωμά μου καταθέσω κάποιες σκέψεις μου.

Έρχομαι τώρα στο θέμα μου: στην παρουσίαση του Λεσβιακού Ημερολογίου 2015. Γεγονός είναι ότι η Λέσβος έχει μακρά παράδοση στο βιβλίο. Αυτό άλλωστε, σε μεγάλο ποσοστό έχει διαμορφώσει την προσφορά στον πολιτισμό της. Γνωστό, λοιπόν, στον πνευματικό κόσμο της Μυτιλήνης και των περιχώρων της είναι το Λεσβιακό Ημερολόγιο. Από την εποχή του μακαρίτη φιλολόγου και ιστοριοδίφη Π. Σαμάρα και του ακούραστου παιδαγωγού Α. Κουτζαμάνη, η ετήσια έκδοσή του, στα άξια χέρια του αγαπητού συναδέλφου φιλολόγου Π. Σκορδά αντέχει και συνεχίζει να προσφέρει στην πολιτισμική κληρονομιά αυτού του τόπου, ενάντια τολμώ να πω, στην εδραιωμένη για τα καλά αποκρουστική υποκουλτούρα που συστηματικά και με τρομακτική ταχύτητα μας προσφέρουν πολλοί γύρω μας. Κάπου εδώ, νομίζω, στο τολμηρό εγχείρημα ενός εκδοτικού οίκου, της Αιολίδας, που φιλοδοξεί να ξεπεράσει τα στενά όρια ενός νησιού, όπως η Λέσβος και να ανοιχθεί προς το κέντρο, αξίζει κανείς να σταθεί με τη δέουσα προσοχή. Κι αυτό διότι μια περιοδική έκδοση, όπως το Λεσβιακό Ημερολόγιο 2015, διαπνέεται από αίσθημα ευθύνης προς τους αναγνώστες του, αλλά και καλλιτεχνικής ευαισθησίας, όχι μόνο γιατί κοσμείται με πίνακες ζωγραφικής του Δημήτρη Καραπιπέρη – εδώ, αξίζει να αναφέρω ότι όλοι οι πίνακες επιζητούν να δείξουν πώς ο ζωγράφος υπάρχει σ’ ένα αφιλόξενο και αρνητικό περιβάλλον· υπ’ αυτές, άλλωστε, τις συνθήκες στο έργο του Καραπιπέρη πρωταγωνιστούν η αγωνία, η εξομολόγηση, η μοναξιά, αλλά και η αγάπη, η τρυφερότητα, η ελπίδα και η πίστη στη φύση και τον άνθρωπο – αλλά και για την άψογη εκδοτική φροντίδα στην εμφάνισή του. Για τον επιμελητή και τον εκδότη, «ταιριάζει γάντι» ο λόγος του Ε. Ιονέσκο: «Μόνον αυτός που δεν επιδοκιμάζει την πορεία των γεγονότων είναι ο καινούργιος, ο σπάνιος άνθρωπος». Διότι και οι δύο τους, στην άσκηση του λειτουργήματός τους, ο καθένας στο δικό του χώρο, δίνουν νόημα στην πνευματική προσφορά προς τον τόπο που τους γέννησε, αξία και αρχή συνυφασμένη με την υπόσταση πνευματικών ανθρώπων.

Η ενδοσκόπηση – χρησιμοποιώ έναν ιατρικό όρο για να περιγράψω το περιεχόμενο ενός βιβλίου – σαφώς είναι δύσκολη και επίπονη υπόθεση. Για τον καθένα απ’ όσους αγαπάνε το βιβλίο, το περιεχόμενό του λειτουργεί ως μια πρόκληση για απαιτητικό διάβασμα, με πρωταγωνιστή πάντα τον ίδιο, είτε ως αναγνώστη, είτε ως ερευνητή. Και εξηγούμαι ευθύς αμέσως. Άριστη πρόκληση ο πρόλογος του επιμελητή, με αφορμή τα τρία πανέμορφα αποφθέγματα, του Ντ. Ντιντερό, του Σ. Φρόυντ και του Π. Όστερ. Αλλά και τον μεστό του λόγο, για διαρκή «συμπλήρωση του υπέροχου ψηφιδωτού του Λεσβιακού πολιτισμού». Αυτός άλλωστε είναι και ο σκοπός τέτοιων περιοδικών εκδόσεων. Το Ημερολόγιο με τους δώδεκα μήνες του 2015 που ακολουθεί, κι αυτό διαρκής υπενθύμιση για όλα εκείνα τα συμβάντα της βαριάς κληρονομιάς που ως λαός κουβαλάμε στις πλάτες μας, ολάκερο το ενιαυτό, κάθε μέρα και μια γιορτή. Στο ίδιο μοτίβο και οι χαιρετισμοί τριών προσώπων – κεφαλών του τόπου μας, του Μητροπολίτη Ιακώβου, της Περιφερειάρχου κ. Χριστιάνας Καλογήρου και του Δημάρχου κ. Σπύρου Γαληνού, οι οποίοι εύχονται να ‘ναι καλοτάξιδο κι αυτό το Λεσβιακό Ημερολόγιο, πέμπτο στη σειρά.

Το κύριο σώμα του περιεχομένου του Λεσβιακού Ημερολογίου 2015 είναι διαρθρωμένο σε δώδεκα θεματικές. Για την πρώτη: «Η Λέσβος του Δημήτρη Καραπιπέρη», μίλησα λίγο πιο πάνω. Ωστόσο, οφείλω να συμπληρώσω κάτι ακόμη. Εκτός των πινάκων ζωγραφικής του, αξίζει κανείς να διαβάσει τη σκέψη του ίδιου του ζωγράφου για την «Εικαστική του Λέσβο», αλλά και την ευσύνοπτη θεώρηση του έργου του από την Μάγδα Μυστακίδου. Οι επόμενες ένδεκα θεματικές, αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του Λεσβιακού Ημερολογίου. Καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της ντόπιας κληρονομιάς μας: Πρώτες γραφές και πρώτες αναγνώσεις (Γιάννης Μανούκας, Μαρία Κοτοπούλη, Τάκης Συρέλλης)· Προσωπογραφίες, του Στάθη Μάστορα, των Μιχαηλίδων, του Σπύρου Αναγνώστου, του Δημητρίου Μαντζουράνη και του Ανέστη Μυράκτιου, γραμμένες από καλούς γνώστες της Τοπικής Ιστορίας (Ελευθέριο Ζούρο, Νίκο Παπαδέλλη, Δημήτριο Μπούμπα, Γιώργο Αλβανό και Κώστα Μίσσιο)· Αρχαιολογία, με άρθρα της Δέσποινας Τσολάκη για «Αγγεία και τάφους της οδού Κυδωνιών», του Μάκη Αξιώτη για τις «Οθωμανικές κρήνες στη Λέσβο» και του Σάββα Κωφόπουλου για τις «Λεσβιακές αρχαιότητες στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης»· Νεότερη Ιστορία, με άρθρα του Παναγιώτη Δουκέλλη για «Μνήμες σε ένα οικογενειακό αρχείο από την Αγία Μαρίνα», του Παναγιώτη Μιχαηλάρη για την «Ίδρυση ενός Συλλόγου Μανταμαδιωτών στο Χέβερχιλ της Μασαχουσέτης», της Μαρίας Μανταμαδιώτου για τις «Βουλευτικές εκλογές του 1908. Η περίπτωση της Μυτιλήνης», του Αντώνη Χαλδαίου για τη «Λέσβο στα τέλη του 19ου αιώνα μέσα από τους εμπορικούς οθωμανικούς οδηγούς», του Αριστείδη Κυριαζή για «Οκτώ Δήμους και εκατόν εξήντα τέσσερα χωριά της Λέσβου επί Τουρκοκρατίας» και της Γαβριέλλας Σουλουγάνη για τη «Θέση της γυναίκας στο Μανταμάδο στα 1880»· Γλώσσα, με άρθρο του Νίκου Σαραντάκου για «Είκοσι Λεσβιακές λέξεις που όμως ακούγονται και αλλού»· Μουσική, με άρθρο του Νίκου Ανδρίκου για «Τα σαντούρια του Αναγνωστηρίου της Αγιάσου»· Κοινωνική Ανθρωπολογία, με άρθρο της Μαρίας Ζαφειρίου για τη «Λέσβο. Μια πατρίδα για μετανάστες, αλλοδαπούς και παλλινοστούντες. Ο ελληνικός γραμματισμός ως μέσο άμβλυνσης της γλωσσικής και πολιτισμικής τους ετερότητας»· Εικαστικά, με άρθρο του Γιάννη Αγριτέλλη για το «Νέο Μουσείο – Βιβλιοθήκη Στρατή Ελευθεριάδη – Τεριάντ»· και Γραμματολογία, με άρθρο του Παναγιώτη Σκορδά «Συμβολή στη Λεσβιακή Βιβλιογραφία. Οι εκδόσεις του έτους 2013». Όλα τα παραπάνω, φρονώ ότι συνιστούν σημαντικότατη συμβολή στον Λεσβιακό πολιτισμό. Όχι μόνο γιατί αναδεικνύουν σχεδόν άγνωστες πτυχές του, αλλά και διότι ο επιμελητής αρχιτεκτόνησε το υλικό με τέτοιο τρόπο που ο αναγνώστης να μην κουράζεται στο ξεφύλλισμα και στο διάβασμα άρθρων που τον ενδιαφέρουν.

Ακρογωνιαίος λίθος του Λεσβιακού Ημερολογίου 2015 είναι οι δύο τελευταίες θεματικές του, όπου φωτογραφικό υλικό από τα προσωπικά αρχεία του Μάκη Μπεκιάρη, του Ιγνάτη Σίμου, του Στρατή Αναγνώστου και του Παναγιώτη Σκορδά, με τίτλο: «Η Λέσβος, οι άνθρωποι, ο χρόνος, οι ιστορίες του», αλλά και τρεις γελοιογραφίες του Γιάννη Μακαρώνη, του Αντώνη Κυριαζή και του Μάκη Αξιώτη, με τίτλο: «Στο μεταίχμιο από το 2014 στο 2015», δίνουν στον αναγνώστη το μήνυμα ότι μια περιοδική έκδοση πρωτοπορεί, με γνώμονα και τη «γλώσσα» της εικόνας, όπως ακριβώς την λέγει μια κινεζική παροιμία: «μια εικόνα χίλιες λέξεις».

Κλείνοντας την παρουσίαση του Λεσβιακού Ημερολογίου 2015, θα ήθελα να πω και τούτο: κάτι που φαίνεται ωραίο και όμορφο, κάτι που εντυπωσιάζει, όταν μάλιστα εκδοτικά είναι καλοστημένο, γι’ αυτόν που το παρουσιάζει, υπάρχει ο κίνδυνος να κατηγορηθεί ότι κολακεύει τους συντελεστές της έκδοσης. Προς αποφυγήν μιας τέτοιας κατηγορίας, οφείλω να σημειώσω ότι δεν με διακατέχει ο ρόλος του παρουσιαστή που «λιβανίζει» φίλους και συνοδοιπόρους ανάπτυξης των Λεσβιακών Γραμμάτων και Τεχνών. Ως εκ τούτου, λοιπόν, μπράβο στους εκδότες που αναλαμβάνουν το οικονομικό κόστος τέτοιας έκδοσης και μπράβο στον επιμελητή που συνεχίζει την μακρά παράδοση των Λεσβιακών Ημερολογίων. Κι αυτό δεν είναι υπερβολή.

Υ. Γ. Πριν λίγα χρόνια, στις σοβαρές περιοδικές εκδόσεις του νησιού μας ανήκε και το ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΒΗΜΑ ΑΙΓΑΙΟΥ. Μετά τον αδόκητο χαμό των υπευθύνων του σταμάτησε να κυκλοφορεί. Ερώτημα προς Δασκάλους και Καθηγητές αυτού του νησιού, με την τόσο πλούσια παιδαγωγική παράδοση: μήπως κάποιοι πρέπει να ανασκουμπωθούμε και να τολμήσουμε την επανέκδοσή του;

J. Butler, [Επιτελεστικότητα, επισφάλεια και ενσώματος λαός]

Σχολιάστε

Συλλογικό, Τι είναι λαός; εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, Αθήνα 2014, ISBN: 978-618-5118-00-6.

b194133

Από το οπισθόφυλλο: 

Λαός – μια λέξη που υποδηλώνει την εξαφάνιση του υπαρκτού κράτους; Λαϊκός – ένα επίθετο μέσω του οποίου οι κυριαρχούμενοι αποδέχονται τις πιο δυσμενείς συνθήκες για την ίδια τους τη γλώσσα;  «Εμείς, ο Λαός» – μια επιτελεστική εκφορά με την οποία συγκροτούνται ως λαός τα σώματα που συνενώνονται στον δρόμο; Όχι ένας λαός, αλλά λαοί που συνυπάρχουν; Συσχετισμός δύναμης, μια ιστορία συσχετισμού δυνάμεων; Και ο λαϊκισμός, ένα σχήμα που κατασκευάζεται με τη μείξη μιας ικανότητας -της γυμνής δύναμης του μεγάλου αριθμού- και μιας ανικανότητας – της αδαημοσύνης που αποδίδεται στον ίδιο αυτό μεγάλο αριθμό;

Ο Alain Badiou, ο Pierre Bourdieu, η Judith Butler, ο Georges Didi-Huberman, ο Sadri Khiari και ο Jacques Ranciere φωτίζουν σ’ αυτό το βιβλίο μερικές από τις όψεις του λαού. Διαφορετικές προσεγγίσεις, σίγουρα, που έχουν όμως ένα κοινό σημείο, παρά την πολυσημία της λέξης και την πολυσθένεια της ιδέας: ότι τοποθετούν χωρίς δισταγμό τον λαό στο πλευρό της χειραφέτησης.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

J. Butler, » Εμείς,  ο λαός» : Σκέψεις για την ελευθερία της συνάθροισης

 (…) Η επιτελεστική θέσπιση του «Εμείς, ο λαός» συμβαίνει πριν από κάθε φώνηση αυτής της συγκεκριμένης φράσης. Η φράση είναι ενσώματη πριν εκφωνηθεί, και παραμένει ενσώματη και αφού εκφωνηθεί. Η φράση δεν μπορεί να εννοηθεί χωριστά από την ενσάρκωση της. (…)

Ο ενσώματος χαρακτήρας του λαού αποδεικνύεται πολύ σημαντικός σε ό, τι αφορά τα είδη των αιτημάτων που διατυπώνονται. Όταν, για παράδειγμα, ο πλούτος συγκεντρώνεται στο 2% του πληθυσμού και ολοένα περισσότεροι άνθρωποι χάνουν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους, τότε ο λαός προφανώς διαιρείται ταξικά, και η οικονομική εξουσία κατανέμεται με τρόπους ριζικά άνισους. Όταν όσοι έρχονται αντιμέτωποι με ραγδαίες προοπτικές επισφάλειας βγαίνουν στους δρόμους και ξεκινούν τη διεκδίκηση τους με το «εμείς, ο λαός», ισχυρίζονται ότι αυτοί, όσοι εμφανίζονται και μιλούν εκεί, ορίζονται ως «ο λαός». Εργάζονται ενάντια στη  λήθη. Η φράση δεν σημαίνει ότι όσοι κερδίζουν δεν είναι » ο λαός», και δεν υποδηλώνει αναγκαστικά μια απλή έννοια συμπερίληψης: «είμαστε και εμείς ο λαός». Δηλώνει μάλλον μια μορφή ισότητας μπροστά στην αυξανόμενη ανισότητα, κι αυτό δεν το κάνει προφέροντας απλώς τη συγκεκριμένη φράση, αλλά ενσαρκώνοντας την ισότητα σε όποιο βαθμό αποδεικνύεται δυνατό, συγκροτώντας μια συνέλευση του λαού με όρους ισότητας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι διεκδικούν την ισότητα εν μέσω ανισότητας, κι αυτό είναι ανώφελο και άχρηστο, καθώς η πράξη τους δεν είναι παρά συμβολική, ενώ η αληθινή οικονομική ισότητα συνεχίζει να γίνεται ολοένα πιο μακρινή για εκείνους που βλέπουν τα χρέη τους να φτάνουν σε αστρονομικά ποσά και τις πιθανότητες τους να βρουν δουλειά να εξαφανίζονται. Κι ωστόσο, φαίνεται πως η ενσάρκωση της ισότητας στις πρακτικές της συνέλευσης, η επιμονή στην αλληλεξάρτηση, το από κοινού κατειλημμένο έδαφος, όλα αρχίζουν να φέρνουν στον κόσμο μια εκδοχή της ισότητας που χάνεται γοργά σε άλλα μέρη. Το ζητούμενο δεν είναι να θεωρηθεί το σώμα απλώς σαν ένα όργανο για τη διατύπωση μιας πολιτικής διεκδίκησης, αλλά να αφεθεί το σώμα αυτό, η πολλαπλότητα των σωμάτων, να γίνει η προϋπόθεση κάθε μελλοντικής πολιτικής διεκδίκησης. (…)

Συλλογικό, Τι είναι λαός; εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, Αθήνα 2014, σελ. 61-62 (αποσπάσματα)

Κρίστοφερ Λας: «Ζούμε σε έναν κόσμο δίχως στέρεη πραγματικότητα»

1 σχόλιο

b198223

 

Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης, Ζαν Κλωντ ΜισεάΗ κουλτούρα του εγωϊσμού, μετάφραση: Χριστίνα ΣταματοπούλουΕναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014, ISBN 978-960-427-155-9.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Το 1986, το βρετανικό τηλεοπτικό κανάλι, Channel 4, οργάνωσε μία συνάντηση ανάμεσα στον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κρίστοφερ Λας, συνάντηση που πραγματοποιήθηκε, υπό την διεύθυνση και με τη συμμετοχή του Καναδού φιλόσοφου και πολιτικού Μάικλ Ιγνάτιεφ. Αυτή η συνομιλία, που δεν ξαναμεταδόθηκε ούτε μεταγράφηκε ποτέ, μέχρι την πρόσφατη έκδοσή της το 2013, αναλύει τις ηθικές, ψυχολογικές και ανθρωπολογικές επιπτώσεις της ανάπτυξης του σύγχρονου καπιταλισμού. Οι απαρχές της καταναλωτικής κοινωνίας συνοδεύονται από τη γέννηση ενός νέου εγωισμού, που κάνει τα άτομα να αποσύρονται από τη δημόσια σφαίρα και να καταφεύγουν σε έναν αποκλειστικά ιδιωτικό κόσμο. Χωρίς σχέδιο, όμηροι ενός παραισθησιογόνου κόσμου, ναρκωμένου από το μάρκετινγκ και τη διαφήμιση, τα άτομα δεν διαθέτουν πλέον πρότυπα με τα οποία μπορούν να ταυτιστούν. Η συνομιλία ακολουθείται από ένα εκτενές επίμετρο του Ζαν-Κλωντ Μισεά, με τίτλο «Η ψυχή του ανθρώπου στον καπιταλισμό».

***

Πριν από τριάντα ή εξήντα χρόνια, οι άνθρωποι της αριστεράς μιλούσαν για τη Μεγάλη Νύχτα, οι άνθρωποι της δεξιάς για την αέναη πρόοδο κ.λπ. Σήμερα, κανένας δεν τολμάει να εκφράσει ένα φιλόδοξο σχέδιο, ή τουλάχιστον ορθολογικό, που να πηγαίνει πέρα από τον προϋπολογισμό ή από τις προσεχείς εκλογές

Κορνήλιος Καστοριάδης

 

Περιέγραψα τον «ελάχιστο εαυτό» ή το «ναρκισσιστικό Εγώ» σαν ένα Εγώ που αδειάζει όλο και περισσότερο από κάθε περιεχόμενο, που έχει φτάσει να προσδιορίζει τους στόχους του για τη ζωή με τους πιο περιοριστικούς όρους, με όρους απλής επιβίωσης, καθημερινής επιβίωσης.

Κρίστοφερ Λας

 

Οι σύγχρονοι άνθρωποι δεν πρόκειται να βρουν τον δρόμο προς μια προσωπική και συλλογική χειραφέτηση, πραγματική και συνάμα γνήσια ανθρώπινη, με το να δαιμονοποιούν ως «αντιδραστική» κάθε αίσθηση ταυτότητας και συγγένειας ή χαρακτηρίζοντας, από θέση αρχής, ως υποχρεωτικά «παρελθοντολατρεία» τη θεμιτή προσήλωση των λαών στη γλώσσα τους, τις παραδόσεις τους και τον πολιτισμό τους – και ως γνωστόν, αυτός είναι, σήμερα, ο σταθερός πυρήνας κάθε αριστερής μεταφυσικής.

Ζαν Κλωντ Μισεά

Απόσπασμα από το βιβλίο (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου): 

[σελ. 26] (…)Κρίστοφερ Λας

Αυτό που με εκπλήσσει είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο δίχως στέρεη πραγματικότητα…Λέμε συχνά πως η καταναλωτική κοινωνία μας περιβάλλει με αντικείμενα, πως μας ωθεί να τους δίνουμε μεγάλη σημασία, αλλά νομίζω πως πρόκειται για απατηλή ιδέα. Θεωρώ τον κόσμο, μέσα στον οποίο ζούμε, εξαιρετικά ασταθή, πρόκειται για έναν κόσμο που αποτελείται από φευγαλέες εικόνες και που τείνει όλο και περισσότερο -εν μέρει, νομίζω, χάρη στην τεχνολογία των μαζικών μέσων επικοινωνίας- να αποκτήσει έναν παραισθησιογόνο χαρακτήρα: ένα είδος κόσμου από φανταστικές εικόνες, σε αντίθεση με έναν κόσμο πραγματικών αντικειμένων τα οποία να διαρκούν περισσότερο από εμάς. Αυτή η αίσθηση της ιστορικής συνέχειας, που προσφέρει, μεταξύ άλλων η οικειότητα με στέρεα, χειροπιαστά αντικείμενα, δείχνει να υποχωρεί όλο και περισσότερο μπροστά σε μια επίθεση από εικόνες φτιαγμένες, [σελ.27] τις περισσότερες φορές, για να ξυπνάνε τις φαντασιώσεις μας. Πιστεύω πως ακόμα και η επιστήμη, που, μέχρι τώρα, θεωρούνταν ένα από τα κυριότερα μέσα δημιουργίας μιας πιο ορθολογικής, πιο ρεαλιστικής κοσμοαντίληψης, εμφανίζεται, στην καθημερινή μας ζωή, σαν μια διαδοχή τεχνολογικών θαυμάτων που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι όλα είναι δυνατά. Σε έναν κόσμο όπου όλα είναι δυνατά, με μία έννοια, τίποτε δεν είναι εφικτό. Κι έπειτα, τα όρια ανάμεσα στο Εγώ και τον περιβάλλοντα κόσμο τείνουν να συγχέονται όλο και περισσότερο.(…)

Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης, Ζαν Κλωντ ΜισεάΗ κουλτούρα του εγωϊσμού, μετάφραση: Χριστίνα ΣταματοπούλουΕναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014, σελ.26-27.

Που πηγαίνει η δημοκρατία;

2 Σχόλια

b192999

Giorgio AgambenAlain BadiouDaniel BensaidWendy BrownJean-Luc NancyJacques RancièreKristin RossSlavoj ŽižekΠου πηγαίνει η δημοκρατία;μετάφραση: Νατάσα ΚατσογιάννηΦρίξος ΜαραβέλιαςΦώτης Σιατίτσαςεπιμέλεια: Δημήτρις Βεργέτης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, ISBN: 978-960-16-5114-9.

Από το οπισθόφυλλο του συλλογικού τόμου: 

(…)Στο βιβλίο αυτό δεν θα βρούμε ούτε τον ορισμό της δημοκρατίας ούτε οδηγίες χρήσεως ούτε, ακόμη περισσότερο, μια ετυμηγορία υπέρ ή κατά της δημοκρατίας. Ο κοινός παρονομαστής της σκέψης των οκτώ φιλοσόφων είναι ότι η δημοκρατία δεν περιορίζεται στις κάλπες. Οι απόψεις τους είναι σαφείς, διαφορετικές μεταξύ τους, ακόμη και αντικρουόμενες: αυτή η λέξη, όσο ταλαιπωρημένη κι αν θεωρείται, δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί – είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο, από την εποχή του Πλάτωνα έως σήμερα, στρέφεται ο πολιτικός διάλογος και η στρατηγική βελτίωσης της ζωής που επιχειρεί ο κόσμος.

Απόσπασμα από το «Εισαγωγικό σημείωμα πάνω στην έννοια της δημοκρατίας» του G. Agamben:

[σελ. 15] (…) Εάν γινόμαστε σήμερα μάρτυρες μιας συντριπτικής επικυριαρχίας της (δια)κυβέρνησης και της οικονομίας επί μιας λαϊκής κυριαρχίας που αποστραγγίστηκε σταδιακά από κάθε νόημα, αυτό συμβαίνει πιθανόν διότι οι δυτικές δημοκρατίες πληρώνουν αυτή τη στιγμή το αντίτιμο μιας φιλοσοφικής κληρονομιάς που αποδέχτηκαν ανεπιφύλακτα. Η παρεξήγηση, που έγκειται στη σύλληψη της (δια)κυβέρνησης ως απλής εκτελεστικής εξουσίας, αποτελεί ένα από τα σφάλματα με τις πιο βαριές συνέπειες στην ιστορία της πολιτικής της Δύσης. Είχε ως αποτέλεσμα ο πολιτικός στοχασμός της νεοτερικότητας να χαθεί πίσω από ορισμένες κενές αφαιρέσεις όπως αυτή του νόμου, της γενικής βούλησης και της λαϊκής κυριαρχίας, αφήνοντας αναπάντητο το καθοριστικό, από κάθε άποψη, πρόβλημα, που είναι εκείνο της (δια)κυβέρνησης και της άρθρωσης της με το κυρίαρχον. (…)

Συλλογικό έργο, Που πηγαίνει η δημοκρατία;μετάφραση: Νατάσα ΚατσογιάννηΦρίξος ΜαραβέλιαςΦώτης Σιατίτσαςεπιμέλεια: Δημήτρις Βεργέτηςεκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, σελ. 15 (αποσπάσματα)

Νεοναζιστικός παγανισμός και ορθόδοξη Εκκλησία

Σχολιάστε

Σταύρος Ζουμπουλάκης(επιμ.), Νεοναζιστικός, παγανισμός και ορθόδοξη Εκκλησία: Παρεμβάσεις και τεκμήρια, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 2013, ISBN: 978-960-8053-41-0.

κατάλογος

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου (πρβλ. σελ. 13-14):

Παγανισμός, ως θεολογική έννοια, είναι η διάκριση των ανθρώπων σε δικούς μας και ξένους, σε ανώτερους και κατώτερους, σε εχθρούς και φίλους, παγανισμός είναι η λατρεία της γης, η φωνή του αίματος και της φυλής, η έξαρση της φυσικής ρώμης. Στον παγανισμό η βιβλική παράδοση αντιτάσσει την καθολικότητα του ανθρώπινου προσώπου στην απόλυτη γυμνότητά του, το ανθρώπινο πρόσωπο χωρίς κανέναν προσδιορισμό, εθνικό, φυλετικό, θρησκευτικό ή άλλον. Η πιο ακραία έκφραση της παγανιστικής θεοποίησης της φυλής και του αίματος στην ιστορία υπήρξε ο ναζισμός του 20ου αιώνα, τον οποίο στήριξαν αλίμονο, και εκατομμύρια χριστιανοί.

Το αποτρόπαιο πρόσωπο του ναζιστικού παγανισμού αναβιώνει σήμερα στον τόπο μας με τη Χρυσή Αυγή, που διακρίνει ξανά τον κόσμο, όπως οι πρόγονοί της Γερμανοί ναζί, σε ανθρώπους και υπανθρώπους, και απειλεί την κοινωνία και τη δημοκρατία μας. Ενάντια σε αυτήν την πραγματική απειλή, η διοικούσα Εκκλησία της Ελλάδος όχι μόνο δεν κινητοποιείται αλλά τηρεί, κατά πλειονότητα, μια στάση σιωπής ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ρητής δημόσιας υποστήριξης!

Το παρόν βιβλίο -το οποίο θα ήταν εντελώς περιττό, αν η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος είχε πάρει θέση εναντίον της φονικής οργάνωσης- χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος δημοσιεύονται οι εισηγήσεις από την ομότιτλη εκδήλωση που διοργάνωσε ο Άρτος Ζωής, στις 26 Νοεμβρίου 2012 στην Αθήνα, και στις οποίες έχουν προστεθεί δύο ακόμη κείμενα μητροπολιτών. Το δεύτερο μέρος αποτελεί ένα μικρό απάνθισμα κειμένων της ίδιας της Χρυσής Αυγής, δημοσιευμένων στα έντυπά της, που δείχνουν χωρίς περιφράσεις το βαθύ μίσος κατά του χριστιανισμού.
Οι χριστιανοί πολίτες της Ελλάδος δεν έχουν σήμερα καμιά απολύτως δικαιολογία να μην πρωτοστατούν στον αγώνα εναντίον της Χρυσής Αυγής.

Στ. Ζουμπουλάκης

***

Περιεχόμενα

Προλόγισμα

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Εισαγωγικός χαιρετισμός

Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος, Επιστροφή στην κλασική ελληνική παιδεία και τη χριστιανική πίστη

Μητροπολίτης Σισανίου καί Σιατίστης Παύλος, Χρυσή Αυγή και χριστιανική διδασκαλία

Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, Μια Εκκλησία «πολιτευομένη» είναι ένα εκκλησιαστικό μόρφωμα

Σταύρος Γιαγκάζογλου, Θεολογία και νεοναζιστικός εθνικισμός

π. Βασίλειος Θερμός, Μια ψυχαναλυτική ανάγνωση της αντιχριστιανικότητας του ναζισμού

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Χρυσή Αυγή και Ορθόδοξη Εκκλησία

Γιώργος Καλαντζής, Ο νεοναζισμός είναι ναζισμός

ΤΕΚΜΗΡΙΑ

Βιογραφικά

[πηγή περιεχομένων]

 

Το άλυτο πρόβλημα δεν είναι οι ξένοι στην πατρίδα μας. Είναι οι ντόπιοι, όταν είναι αποξενωμένοι από το Χριστό. – See more at: http://www.imalex.gr/3D327525.el.aspx#sthash.MwclQVl3.dpuf
Το άλυτο πρόβλημα δεν είναι οι ξένοι στην πατρίδα μας. Είναι οι ντόπιοι, όταν είναι αποξενωμένοι από το Χριστό. – See more at: http://www.imalex.gr/3D327525.el.aspx#sthash.MwclQVl3.dpuf
Το άλυτο πρόβλημα δεν είναι οι ξένοι στην πατρίδα μας. Είναι οι ντόπιοι, όταν είναι αποξενωμένοι από το Χριστό. – See more at: http://www.imalex.gr/3D327525.el.aspx#sthash.MwclQVl3.dpuf

Περίληψη του Παναγιώτη Κονδύλη για το βιβλίο του «Ισχύς και απόφαση» (εκ του ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ 25 της «Στιγμής»)

Σχολιάστε

Αιμίλιος Καλιακάτσος(επιμ.), Κατάλογος 25, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα  2011.

b177947

Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998)

ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών

[Περίληψη που έγραψε ο Π.Κ. για το οπισθόφυλλο της έκδοσης του βιβλίου του από τη «Στιγμή», αλλά λόγω εκτάσεως εν τέλει δεν τυπώθηκε (Σ.τ.ε.)]

***

b66789

[σημ. «Αναγνώσεων»: το κείμενο εδώ αναρτάται στο μονοτονικό για τεχνικούς λόγους. Στον ΚΑΤΑΛΟΓΟ 25 της «Στιγμής» η περίληψη του Π.Κ. δημοσιεύεται στο πολυτονικό.]

[ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 25, σελ. 72] Η φιλοδοξία του βιβλίου είναι να διατυπώσει μια γενική θεωρία για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι κοσμοεικόνες των ατομικών και συλλογικών υποκειμένων καθώς και οι αξιολογίες ή τα ιδεώδη τους. Αυτό γίνεται με άξονα την ανάλυση δυο θεμελιωδών εννοιών, δηλαδή των εννοιών «ισχύς» και «απόφαση». Ο συγγραφέας ξεκινά από έναν ορισμό της έννοιας «απόφαση» ριζικά διαφορετικό από εκείνον ο οποίος συνίσταται στις σύγχρονες υπαρξιστικές φιλοσοφίες και δείχνει με ποιούς μηχανισμούς η θεμελιώδης «απόφαση» κάθε υποκειμένου, δηλαδή ο τρόπος που διαμορφώνει την κοσμοεικόνα του, αρθρώνει την ανάγκη του να προσανατολιστεί μέσα στον κοινωνικό κόσμο και να αποκτήσει σταθερή ταυτότητα, δηλαδή να διασφαλίσει την αυτοσυντήρηση του. Ο αγώνας για αυτοσυντήρηση είναι όμως παράλληλα αγώνας για κοινωνική ισχύ, εφ όσον διεξάγεται στο σημείο τομής πολλών ταυτόχρονων και αντιφατικών επιδιώξεων για αυτοσυντήρηση. Μέσα στη βασική αυτή προοπτική εξηγείται ποιό είναι το νόημα και η λειτουργία των ιδεών μέσα στην κοινωνική συμβίωση, και ιδιαίτερα πως συνδέεται η υπεράσπιση μεταφυσικών ή ηθικών ιδεών και αξιών με τις πολεμικές ανάγκες και τις αξιώσεις ισχύος των κοινωνικών υποκειμένων∙ επίσης εξηγείται η αντιφατική δομή των κοινωνικών θεσμών και οι λόγοι της αδιάκοπης κύμανσης τους στό πλαίσιο του αγώνα για μονοπώληση της κοινωνικής ισχύος. Τέλος, αναλύεται ο χαρακτήρας και οι πολεμικές λειτουργίες της πνευματικής, και μάλιστα της θεω- [ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 25, σελ. 73]ρητικής παραγωγής. Οι αναλύσεις του βιβλίου κινούνται ταυτόχρονα στο φιλοσοφικό, το ανθρωπολογικό και το κοινωνιολογικό επίπεδο, και ο σκοπός του είναι να δώσει απαντήσεις σε έσχατα ερωτήματα που αφορούν τις προϋποθέσεις κάθε ανθρώπινης σκέψης και δραστηριότητας. Πρόκειται για μια συμπύκνωση μακρών μελετών και εμπειριών, γραμμένη σε ύφος σφιχτό και επιγραμματικό, συνάμα όμως και γλαφυρό. Στο έργο αυτό ο συγγραφέας διατυπώνει σε αφηρημένη και γενικευμένη μορφή τις θεωρητικές αρχές, στις οποίες στηρίζονται οι αναλύσεις των πολιτικών και των ιστορικών του έργων.

Αιμίλιος Καλιακάτσος(επιμ.), Κατάλογος 25, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα  2011, σελ. 72-73.

Δείτε και:

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: