Ο εφιάλτης του παροντισμού

Σχολιάστε

[Για το βιβλίο του Πέτρου Θεοδωρίδη Όνειρα, εφιάλτες, φαντασιώσεις – Η αίσθηση του χρόνου στις αρχές του 21ου αιώνα]

 

 

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ στις 28/5/2022]

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Πέτρος Θεοδωρίδης, Όνειρα, εφιάλτες, φαντασιώσεις – Η αίσθηση του χρόνου στις αρχές του 21ου αιώνα, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2021, ISBN: 978-960-9708-58-6.

Χώρος…

Τον κατακτάμε

Ιστάμενοι, ιπτάμενοι, βυθιζόμενοι.

Χρόνος…

Μας καίει βραδυφλεγώς…Μακάρι!

Μαζί τα μαλάξαμε.

Χωρόχρονος…

Μήπως γλιτώσουμε …το φυγείν.

Αδύνατον!

Νίκος Κ. Παπαντωνάκης, Χωρό-χρονος (αδημοσίευτο)

Εννέα χρόνια μετά την Απατηλή υπόσχεση της αγάπης ο Πέτρος Θεοδωρίδης επανέρχεται με μια σειρά έξι σημαντικών δοκιμίων. Πρόκειται για στοχαστικές δοκιμές που αποτυπώνουν την εργώδη ενασχόληση του συγγραφέα με ζητήματα ακανθώδη όπως ο χρόνος, το πρόβλημα του κακού, το ολοκληρωτικό φαινόμενο και ο ναζισμός, η ρευστή νεωτερικότητα κ.α.π.

Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί στον Πρόλογο του βιβλίου ο Καθηγητής Ηθικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ. κ. Διονύσης Δρόσος δεν πρόκειται για «papers που θα γεμίσουν ένα βιογραφικό» αλλά για καρπό μακροχρόνιας ενδελεχούς μελέτης και γόνιμου προβληματισμού. Ο Θεοδωρίδης σε καμία περίπτωση δεν γράφει διεκπεραιωτικά. Αντιθέτως, στοχάζεται με ψυχραιμία, καθαρότητα, σαφήνεια και δίχως ίχνος έπαρσης.

Στο πρώτο δοκίμιο με τίτλο «Η αίσθηση του χρόνου στις αρχές του 21ου αιώνα» (σελ. 10-33) ο συγγραφέας καταπιάνεται με το πολυσύνθετο ζήτημα του χρόνου. Από την όλη διαπραγμάτευση καταφαίνεται ότι ο Θεοδωρίδης δεν αγνοεί την κλασική περί χρόνου ρήση του E. M. Cioran: «Αν ο Χρόνος ήταν μια περιουσία, ένα αγαθό, τότε ο θάνατος θα ήταν η χειρότερη μορφή ληστείας[1]». Εν αντιθέσει με κάποιες «οργανικές» φωνές που επίμονα υποστηρίζουν ότι «δεν έχουμε παρόν» ο συγγραφέας θεωρεί τον παροντισμό ως έκφραση της ευθραυστότητας και της ρευστότητας του χρόνου. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Στη σύγχρονη εποχή έχει επέλθει μία καταπιεστική συμπίεση της αίσθησης του χρόνου. Η τωρινή, “παροντική”, αγχωτική αίσθηση του χρόνου δεν υπήρξε “χρονικά” αμετάβλητη» (σελ. 10). Και παρακάτω σε άλλο σημείο ο συγγραφέας τονίζει: «Στις μέρες μας, η αίσθηση ότι βουλιάζουμε στο παρόν φτάνει στην κορύφωσή της. Από τη μία, ο χρόνος της κυκλοφορίας του κεφαλαίου: στεγανοποιημένος, μονοδιάστατος, ο χρόνος μιας ανακυκλούμενης αμνησίας. Από την άλλη, ο χρόνος της εργασίας ως ένα διαρκές άγχος για το μέλλον. Ζώνες ανεργίας, ζώνες εργασίας, η επισφάλεια γενικεύεται μαζί με την αίσθηση ενός χρόνου-ποντικοπαγίδας, χρόνου όλο και πιο λεπτού, σαν τσιγαρόχαρτο. Μια εποχή σαν τους πάγους της λίμνης έτοιμους να σπάσουν την άνοιξη. Γιατί μόνον στην εποχή μας παραμένει ως μόνη διάσταση του χρόνου, για όλους μας, η πιο λεπτή, η πιο εύθραυστη, η πιο ανύπαρκτη: το παρόν» (σελ. 32). Με άλλη αφορμή ο συγγραφέας είχε συνδέσει το φαινόμενο του παροντισμού με τις αθέλητες μνήμες: «Αν η δράση στο παρόν είναι αυτή που μας αναγκάζει να επιλέξουμε από την δεξαμενή της μνήμης, η απουσία δράσης, η ακινησία, η ανημποριά, στην όποια μας καθηλώνει το τωρινό παρόν, είναι αυτή που κάνει να αναδύονται σκόρπιες, ασυνάρτητες, αθέλητες μνήμες: να ζούμε σε ένα όνειρο, να επιστρέφουν όλα τα απωθημένα»[2].

Ο συγγραφέας αναφέρεται διεξοδικά σε τρεις τύπους κοινωνιών (παραδοσιακή, νεωτερική, σύγχρονη) και στις αντίστοιχες αντιλήψεις περί χρόνου που εκπορεύονται από αυτές. Έτσι «στην παραδοσιακή κοινωνία, η παράδοση ενείχε έναν κανονιστικό- ηθικό χαρακτήρα»  και αντιπροσώπευε όχι μόνο το «είναι» αλλά και το «δέον γενέσθαι». Παράλληλα «στις παραδοσιακές χριστιανικές και εβραϊκές αντιλήψεις της ιστορίας (…) τα γεγονότα δομούν και καθορίζουν το χρόνο» (σελ.15). Ο χρόνος στη νεωτερικότητα ήταν κατά τον συγγραφέα «αφηρημένος», «ομοιόμορφος» και «συνεχής» (σελ.16-17). Στην παραδοσιακή κοινωνία υπήρχε «αξεδιάλυτη συνύφανση παρελθόντος και μέλλοντος» ενώ στη νεωτερική κοινωνία παρελθόν, παρόν και μέλλον «διαχωρίζονται με σαφήνεια, ως τμήματα μιας διαδοχικής προοδευτικής ανέλιξης» (σελ.17). Στην εποχή μας «η οργανωμένη πλαισίωση του κοινωνικού χρόνου καταρρέει» (σελ.20). Ο συγγραφέας τεκμηριώνει την ανάλυση του επικαλούμενος τα πορίσματα διαπρεπών στοχαστών (G. Agamben, M. Postone, C. Taylor, C. Lasch, Z. Bauman, U. Beck κ.α.).

Στο δεύτερο δοκίμιο του βιβλίου με τίτλο «Όνειρα, εφιάλτες, φαντασιώσεις» (σελ. 34-53) ο συγγραφέας κάνει μια αναδρομή στις αντιλήψεις περί ονείρων από τον Πορφύριο και τον Αρτεμίδωρο μέχρι την ψυχανάλυση, τον Φουκώ, τον Λακάν και τον Ζίζεκ. Σε άλλη συνάφεια ο Θεοδωρίδης έχει γράψει τα εξής καίρια: «Ονειρεύτηκα ότι έβλεπα έναν εφιάλτη. Ξύπνησα μέσα στο όνειρο ξανά και ξανά. Αυτός ήταν ο εφιάλτης: η επανάληψη[3]».

Στο τρίτο, εξαιρετικά ενδιαφέρον, δοκίμιο με τίτλο «Μπρέχτ και ναζισμός -Τρόμος, αθλιότητα και όνειρα στο Γ’ Ράιχ» (σελ. 54-65) ο Θεοδωρίδης εξετάζει εκ παραλλήλου τα βιβλία: α) Μπ. Μπρεχτ, Τρόμος και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ, β) Ch. Beradt, Τα όνειρα στο Τρίτο Ράιχ, γ) Π. Φρίτσε, Ζωή και θάνατος στο Τρίτο Ράιχ. Με την παράλληλη ανάγνωση των παραπάνω βιβλίων ο συγγραφέας επιχειρεί να περιγράψει τους μετασχηματισμούς της γερμανικής κοινωνίας εξαιτίας του ναζισμού. Η περιγραφή στιγμιοτύπων από τα μονόπρακτα του Μπρεχτ σε συνδυασμό με τα όνειρα απλών ανθρώπων της διπλανής πόρτας και της εν γένει καθημερινότητας τους αναδεικνύουν τον βαθμό επίδρασης του ναζισμού σε ολόκληρο το φάσμα της γερμανικής κοινωνίας. Παράλληλα φέρνουν στο προσκήνιο την, κατά Χ. Άρεντ, κοινοτοπία του κακού: «Ο ναζισμός δεν είναι μια ακραία ιδεολογία αλλά μάλλον η υπερβολή της μεσότητας, η μετριότητα, η εξουσία της κοινοτοπίας» (σελ.55)

Στο τέταρτο δοκίμιο με θέμα «Οι Γνωστικοί και το πρόβλημα του κακού» (σελ.66-83) ο συγγραφέας προβαίνει σε μια ανατομία του γνωστικισμού. Αναφερόμενος στις θέσεις του Θ. Λίποβατς ο Θεοδωρίδης επισημαίνει ότι αυτό που κυριαρχεί στη Γνώση είναι «το μίσος ενάντια στον Άλλον» (σελ.82), ενώ παράλληλα επισημαίνει την μυστικιστική πτυχή της: «(…) η Γνώση ευνοεί πάντα ένα κλίμα μυστηρίου και μυστικισμού, για το οποίο ιδιαιτέρως πρόσφορες είναι οι περίοδοι πολιτισμικής, πολιτικής, κοινωνικής και ψυχικής κρίσης κι ανασφάλειας, κατά τις οποίες ορισμένα άτομα (…) είναι ευάλωτα και ικανοποιεί την ανάγκη της φυγής από την ανυπόφορη υπαρκτή πραγματικότητα» (σελ.79).

Στο δοκίμιο «Ο θαυμαστός καινούργιος μετανεωτερικός κόσμος» (σελ. 84-93) αναδύεται η ρευστότητα και η δυστοπία των καιρών μας με αφορμή το κλασικό έργο του Χάξλεϊ. Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα (σελ. 91): «Σήμερα, “μπορούμε να είμαστε ερωτευμένοι χωρίς να ερωτευτούμε”. Ο Έρωτας εξημερώνεται, θετικοποιείται και γίνεται μια βολική φόρμουλα κατανάλωσης. Ο σκοπός είναι να αποφευχθεί οποιοδήποτε τραύμα». Ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι από τον Θαυμαστό καινούργιο κόσμο «απωθείται ο έρωτας (όχι το σεξ, ούτε η πορνογραφία), ο πόνος και ο θάνατος, ακριβώς όπως και σήμερα. Και γιατί τότε επιστρέφει διαρκώς ο έρωτας, η λύπη, ο πόνος και ο θάνατος; Μα γιατί απλούστατα το απωθημένο πάντα επιστρέφει» (σελ.93).

Ο τόμος κλείνει με το δοκίμιο «Η πανδημία ως μεταφορά» (σελ. 94-102). Ο Θεοδωρίδης καθηλώνει τον αναγνώστη με την πρωτοτυπία της σκέψης του και την ευαισθησία του. Η αυθεντικότητα, η υπαρξιακή δυναμική, η λεπτότητα, ο πλουραλισμός και η αντικειμενικότητα χαρακτηρίζουν τα δοκίμια της συλλογής.

Η νέα σειρά δοκιμίων του Πέτρου Θεοδωρίδη αξίζει την προσοχή κάθε φιλέρευνου αναγνώστη.

Ηράκλειο, 18-19 Μαΐου 2022


[1] E.M.Cioran, Στοχασμοί, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 2010, σελ. 362.

[2]Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, «Παροντισμός και αθέλητες μνήμες», βλ. στο ιστολόγιο του συγγραφέα: http://nosferatos.blogspot.com/2015/10/blog-post_31.html, ανάρτηση στις 12/10/2015 (τελευταία πρόσβαση: 18/5/2022).

[3]Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, «Ο εφιάλτης», βλ. στο ιστολόγιο του συγγραφέα: http://nosferatos.blogspot.com/2015/10/blog-post_19.html, ανάρτηση στις 7/10/2015 (τελευταία πρόσβαση: 19/5/2022)

Advertisement

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Θα έχω υπάρξει

Σχολιάστε

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Θα έχω υπάρξει – Ποιήματα που γράφτηκαν εν θερμώ στο διαδίκτυο, Θεσσαλονίκη 2022, ISBN: 978-960-92448-1-7.

 

Θα έχω υπάρξει

Του Ιωάννη Ξενίδη

Aν δώσεις στους ανθρώπους αντικείμενα καθημερινής χρήσης θα ξέρουν πώς να τα χειριστούν και τι μπορούν να πετύχουν με αυτά! Αν αντιθέτως τους δωρίζεις ακριβές έννοιες όπως αγάπη, πόνος, μνήμη, ψευδαίσθηση και χρόνος, απλά θα κοιτούν και θα νιώθουν αμήχανοι! Ο Πέτρος Θεοδωρίδης με τα βιβλία, την πολύχρονη διδασκαλία στα σχολεία και τις πλούσιες παρεμβάσεις στα ιστολόγια και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κάνει αυτήν την γενναιόδωρη χειρονομία των πιο ακριβών του σκέψεων και συναισθημάτων!

Τα «ποιήματα που γράφτηκαν εν θερμώ» διατηρούν την πρωτογενή τους ορμή, επειδή δεν επιδέχονται καμιά αναβολή και δευτερογενή επεξεργασία. Ο Χρόνος κυλάει ανάποδα. Υπάρχει μια πιεστική ανάγκη για επιστροφή στις παιδικές μνήμες που είναι γεμάτες από αισθήσεις που η ενηλικίωση δεν πρόλαβε να διαγράψει! Μπορεί οι φιλίες, οι ιδεολογίες, οι έρωτες, τα λάθη και τα πάθη να ξεθωριάζουν σαν «φευγαλέες εικόνες», ωστόσο υπάρχει κάτι που παραμένει αναλλοίωτο στην κρύπτη της παιδικής ηλικίας! Δεν απομακρυνόμαστε ποτέ απ’ αυτήν και είναι το όνειρο η «αρτηρία του ασυνειδήτου» που μας καθοδηγεί προς αυτές τις μνήμες της παιδικής ηλικίας. Εκεί ξεχειλίζουν οι «φαντασιώσεις της αιώνιας νεότητας». Εκεί όλα έχουν συμβεί ως ένα οριστικό παρελθόν! Δυστυχώς, το πραγματικό του θανάτου παραμονεύει. Η αιωνιότητα προς τα πίσω είναι ολισθηρή, επειδή μέσα μας υπάρχει μια  «μαύρη τρύπα» (ιδέα που απασχολεί συχνά τον Πέτρο Θεοδωρίδη) και απορροφά όλο το φως της διαφυγής προς τις απαρχές της παιδικής ηλικίας, εκεί όπου βιώναμε τα παραμύθια, τα νανουρίσματα και τα αγγίγματα.

Παντού είναι στημένες οι παγίδες της μαύρης τρύπας! Οι έντονες διαψεύσεις στην διαπάλη των ιδεών της πολιτικής, αυτοί που πληγώσαμε ή μας πρόδωσαν, οι αχάριστοι και οι ποταποί, όλα εμφανίζονται από το πουθενά για να δείξουν ότι η επιστροφή δεν είναι ένας απλός «περίπατος αναψυχής».

Καλούμαστε, όπως λέει το πολύ δυνατό ποίημα της συλλογής, σε ένα τελετουργικό αποχαιρετισμού. Το βόλεμα, η αυστηρή τήρηση των κανόνων, οι ασκήσεις ακριβείας και η εκμάθηση μιας αναπνοής που έχει μάθει μόνο στην λειτουργία της εκπνοής, είναι όλα αυτά που πρέπει να προσπεράσουμε ή να αποχωριστούμε, για να επιστρέψουμε ανάλαφροι στις πρωταρχικές εγγραφές της μνήμης μας! «Ποδοπατούν τον χρόνο μας», διαβάζουμε στο ίδιο ποίημα, αλλά εμείς «θα έχουμε υπάρξει» μέσα σ’ αυτήν την βαρβαρότητα και από την καλή και από την ανάποδη.

[πηγή]

***

Την ποιητική συλλογή  Θα έχω υπάρξει του Πέτρου Π. Θεοδωρίδη μπορείτε να την βρείτε στα βιβλιοπωλεία «Το Κεντρί» (Δ. Γούναρη 32, Θεσσαλονίκη) και «Ακυβέρνητες Πολιτείες» (Αλ. Σβώλου 28, Θεσσαλονίκη). Εναλλακτικά, μπορείτε να τη διαβάσετε στην παρακάτω διεύθυνση:

https://heyzine.com/flip-book/d4c5cabace.html

 

Ένας αφορισμός του Πέτρου Π. Θεοδωρίδη

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός  / https://lukasvasilikos.com

Υπάρχει κάτι στην απόγνωση που την κάνει να μοιάζει πολύ με την αγάπη.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Παροντισμός και αναπλαισιωμένη μνήμη]

Σχολιάστε

 φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός

Στον παροντισμό η μνήμη αποσυνδέεται από το ιστορικό της πλαίσιο και ξεχειλίζει, εδώ κι εκεί, αναπλαισιωμένη εργαλειακά μέσα στο παρόν. Έτσι η ιστορική μνήμη στον παροντισμό υφίσταται ένα διαρκές βραχυκύκλωμα.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Μνήμες και απουσία Μνήμης

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός 

Η εποχή μας ξεχειλίζει μνήμες: ιστορικές μνήμες, ταινίες, πόλεμοι μνήμης, μνήμες τραυμάτων.

Μήπως όμως αυτή η πληθώρα από μνήμες συγκαλύπτουν την απουσία Μνήμης, την κοινωνική αμνησία; Στην εγκλωβισμένη στον καθρέφτη του παρόντος ναρκισσιστική εποχή μας οι μνήμες –ως υπομνήματα– δεν υποκαθιστούν την Μνήμη;

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Το μυστικό

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός

Έφαγε τη ζωή του ψάχνοντας το μυστικό της ζωής και όταν το ανακάλυψε κατάλαβε πως ήταν τόσο τρομερό που θα έπρεπε να παραμείνει μυστικό: Άν το μάθαιναν όλοι, δε θα το άντεχε κάνεις τους.

 

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Απελπισία και απόγνωση]

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / lukasvasilikos.com (από το project «atopos»)

Η απόγνωση δεν είναι το ίδιο με την απελπισία. Ο απελπισμένος τολμά ένα τελευταίο διάβημα· η ίδια η εξέγερση είναι πολλές φορές μια πράξη που ωθείται από την απελπισία. Άλλο είναι η απόγνωση. Στην απόγνωση είμαστε καθηλωμένοι στον εαυτό μας. Η απόγνωση συνοδεύεται από αισθήματα ανημποριάς και πλήρους παραίτησης.

Ας μην αφεθούμε ως κοινωνία στην απόγνωση.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Περί δημοσίου χώρου]

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / lukasvasilikos.com (από το project Brightest Spot )                        

 

 

Ο δημόσιος χώρος -έλεγε κάπου η Hannah Arendt– είναι ένα στρογγυλό τραπέζι που μας ενώνει αλλά και μας χωρίζει από -και με- τους άλλους.

Όμως στην εποχή μας αυτό το τραπέζι απο-υλοποιείται· γίνεται όλο και πιο λεπτό, σαν τσιγαρόχαρτο· γίνεται εικονικό τραπέζι.

Αυτό σημαίνει ότι ερχόμαστε ταυτόχρονα πάρα πολύ κοντά αλλά και πάρα πολύ μακριά· γινόμαστε ένα μάγμα, σαν μέσα στο όνειρο ή στον εφιάλτη.

Ο δημόσιος χώρος γίνεται ιδιωτικός αλλά και το ιδιωτικό δημοσιοποιείται, όπως σ’ εκείνα τα όνειρα, όπου βλέπουμε τους τοίχους να εξαφανίζονται και μένουμε μόνοι μέσα στη γύμνια μας σε κοινή θέα.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Περί χρόνου και ιστορίας]

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / lukasvasilikos.com                                                 [από το project «Colors of memory»]

Υπάρχει κάτι στην παρούσα στιγμή της Ιστορίας που πυκνώνει τον χρόνο, ένα κομβικό σημείο: Σαν να μη μπορούμε να πάμε ούτε μπροστά ούτε πίσω.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Περί εθνολαϊκισμού]

Σχολιάστε

        φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / lukasvasilikos.com                                       [από το project «Colors of memory»]

Ο εθνολαϊκισμός λειτουργεί όπως οι φοβίες: δεν εξαφανίζονται, απλά, μετατοπίζονται.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Παροντισμός και κοινωνική ανορεξία

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / lukasvasilikos.com

Ο σύγχρονος παροντισμός έχει ως σύμπτωμα την νευρική ανορεξία: καταβροχθίζουμε το κενό Παρόν.

 

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

[πηγή]

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης: Για το παρόν, ως την μετανεωτερική αίσθηση του χρόνου

Σχολιάστε

Umschlag-24-WEB-713x1024

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό  εξάντας, τεύχος 24/ Ιούνιος 2016

[Το δοκίμιο αναδημοσιεύεται εδώ με την άδεια του συγγραφέα]

Στη σύγχρονη εποχή, της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, πληροφορίας και τεχνολογίας έχει επέλθει για τον μεμονωμένο άνθρωπο, ως αποτέλεσμα κοσμογονικών  ιστορικών διεργασιών, μια καταπιεστική συμπίεση της αίσθησης του χρόνου. Ραγδαίες μεταβολές τόσο στο ευρύτερο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον όσο και στην ίδια της φύση της εργασίας έχουν μετατοπίσει το κέντρο βάρους σε ένα περισσότερο ανακυκλωμένο παρόν, ξεκομμένο από το παρελθόν και με διαρκή αβεβαιότητα για το μέλλον.

Για την κατανόηση και ερμηνεία του φαινομένου είναι απαραίτητη μια διαχρονική θεώρηση της διαδικασίας αυτής της μετάλλαξης, εξετάζοντάς την μέσα σε διάφορες διακριτές ιστορικές περιόδους.

Θα αναφερθώ  εν συντομία σε τρεις τύπους πολιτισμών και κοινωνιών, τον καθένα με την δική του αίσθηση και κατανόηση  της έννοιας του χρόνου. Φυσικά πρόκειται εδώ για ιδεατούς  τύπους που χρησιμεύουν περισσότερο ως χάρτες της πραγματικότητας παρά ως φωτογραφικές απεικονίσεις. Στις πραγματικές κοινωνίες οι  αισθήσεις του χρόνου, όπως και οι άλλοι κοινωνικοί δεσμοί  αλληλοπλέκονται. O ιδεατός τύπος απλώς μας βοηθά να κατανοήσουμε  την, κάθε φορά, κυρίαρχη  αίσθηση.

Ο χρόνος στις παραδοσιακές κοινωνίες

Ο πρώτος τύπος κοινωνίας που αφορούσε τις λεγόμενες  αγροτικές ή παραδοσιακές κοινωνίες  ήταν κυρίαρχος  από την εποχή της γεωργικής επανάστασης μέχρι την εποχή της τυπογραφίας, της εμφάνισης και σταδιακής εδραίωσης του καπιταλισμού και του απολυταρχικού κράτους του  16ου  αιώνα  και εντεύθεν, και υφίσταται ακόμα  σε πολλά μέρη του πλανήτη. Στην παραδοσιακή κοινωνία, η παράδοση ενείχε έναν  κανονιστικό–ηθικό χαρακτήρα  που της προσέδιδε μια δεσμευτική δύναμη. Η παράδοση αντιπροσώπευε όχι μόνο το είναι της αγροτικής κοινωνίας  αλλά και το τι πρέπει να γίνεται. Ο ηθικά δεσμευτικός  αυτός χαρακτήρας  της παράδοσης προσέφερε και στα άτομα ένα είδος «οντολογικής ασφάλειας».  Οι ταυτότητες, οι ρόλοι, τα άτομα ήξεραν τι και πώς να πράξουν: τους το υποδείκνυε η παράδοση.

Στις αγροτικές κοινωνίες η παράδοση γίνονταν και ένα μέσο παραγωγής ταυτότητας. Οι ορίζοντες του κόσμου της, οι ίδιες οι κοινωνικές συνθήκες έπειθαν τον παραδοσιακό άνθρωπο-αγρότη,  ότι το μέλλον θα είναι όμοιο με το παρόν. Η αίσθηση  του χρόνου  στην προνεωτερική  παραδοσιακή κοινωνία  επηρεάζονταν και από τον τύπο επικοινωνίας, καθώς η επικοινωνία γινόταν κυρίως προφορικά (η χρήση της γραφής  περιοριζόταν σε κύκλους λογίων και γραφειοκρατών). Όταν επικοινωνώ προφορικά, βλέπω τον συνομιλητή μου στον ίδιο χώρο,  βρίσκομαι μαζί του στον ίδιο χρόνο. Έτσι στην παραδοσιακή προφορική κοινωνία ο χώρος και ο χρόνος επικοινωνιακά ταυτίζονταν και ο χρόνος γίνονταν ένας κλειστός εσωστρεφής χρόνος, αντιστρεπτός και ανακυκλώσιμος, ώστε να προσιδιάζει στον αγροτικό τρόπο παραγωγής, περιορισμένος  στην ζωή της κοινότητας .

Ο αγροτικός χρόνος είναι φυσικός χρόνος. Οι μεγάλες διαιρέσεις είναι η μέρα, η νύχτα και οι εποχές[1].  Δίπλα στον αγροτικό χρόνο επιβάλλονται και άλλοι χρόνοι: ο αρχοντικός και ο κληρικός. Ο μεσαιωνικός κλήρος κυρίως, είναι ο κύριος των δεικτών του χρόνου. Οι καμπάνες σημαίνουν τον μεσαιωνικό χρόνο για «να μπορούν να πληροφορούν για την ώρα αλλά και να θυμίζουν στους ανθρώπους ότι είναι θνητοί και να φέρνουν στο μυαλό τους την ανάσταση νεκρών και την Έσχατη κρίση»[2].

Νεωτερική κοινωνία και αφηρημένος χρόνος: Το ρολόι

Το δεύτερο παράδειγμα κοινωνίας, είναι οι νεωτερικές κοινωνίες. Η νεωτερικότητα «αναφέρεται σε τρόπους κοινωνικής ζωής, ή οργάνωσης, που αναδύθηκαν στην Ευρώπη γύρω στον 17ο  αιώνα και στην συνέχεια εξαπλώθηκαν, λίγο πολύ, σε ολόκληρο τον κόσμο»[3],  πού χαρακτηρίζονται από τον τεμαχισμό της παλαιάς, ομοιογενούς κοσμοαντίληψης, σε μια σειρά διακριτών τομέων της σκέψης και της ανθρώπινης δραστηριότητας, της οικονομίας, της οικογένειας.  Η νεωτερική κοινωνία χαρακτηριζόταν εξαρχής από μια «εξισωτική τοπολογία». Ο κοινωνικός και πολιτικός κόσμος, παύει να χωρίζεται σε τομείς όπου ισχύουν διαφορετικοί νόμοι, συνήθειες, έθιμα ή τελετουργίες. Η νεώτερη βιομηχανική κοινωνία απαιτεί από τους ανθρώπους να είναι «συμβατοί» και «ομοιογενείς» ώστε να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της έντονης κοινωνικής κινητικότητας [4]. Η νεωτερικότητα έτσι αποτελεί και μια «επιπεδοχώρα», όπου «όλα τα πράγματα, έμψυχα και άψυχα, ανεξάρτητα από το σχήμα τους παρουσιάζουν στο βλέμμα μας την ίδια σχεδόν εμφάνιση, δηλαδή μιας ευθείας γραμμής»[5]

Αν στην παραδοσιακή (μεσαιωνική) αντίληψη επικρατούσε η αξεδιάλυτη συνύφανση παρελθόντος και μέλλοντος εντός του παρόντος, στην νεώτερη κατανόηση του χρόνου, παρελθόν, παρόν και μέλλον σαφώς διαχωρίζονται, ως τμήματα μιας διαδοχικής προοδευτικής ανέλιξης.  Αρχικά το μέλλον (ως ουτοπία) και αργότερα το παρελθόν (ως παράδοση) γίνονται πεδία αναφοράς, νοηματοδότησης του παρόντος. Ο χρόνος παύει να θεωρείται πεπερασμένος και κλειστός, γίνεται άπειρος, ομοιόμορφος, μετρήσιμος χρόνος, με την ώρα και το λεπτό.

Η νεωτερικότητα λοιπόν,  χαρακτηρίζεται από μια μηχανική και όλο και πιο ομοιόμορφη αίσθηση του χρόνου, ως η εποχή του ρολογιού. Γύρω στα τέλη του 16ου αιώνα, οι περισσότερες αγγλικές ενορίες είχαν από ένα ρολόι που σήμαινε δυνατά τις ώρες.  Κατά την δεκαετία του 1790 στη Δυτική Ευρώπη, τα ρολόγια χεριού και τοίχου ήταν πολύ διαδεδομένα και άρχισαν να τα θεωρούν περισσότερο αντικείμενα πρώτης ανάγκης παρά είδη πολυτελείας. Ένα ρολόι τοίχου ή χεριού δεν ήταν μόνο κάτι χρήσιμο αλλά και κάτι που έδινε κύρος στον κάτοχό του [6].  Με το ρολόι ο χρόνος μετριέται πλέον μέσω των διαστημάτων που διανύει ο δείκτης. Έτσι ολοκληρώνεται «η αντικατάσταση του «οργανικού» χρόνου της άμεσης εμπειρίας από τον αφηρημένο μαθηματικό χρόνο, που μετριόταν με τις μονάδες μιας βαθμονομημένης κλίμακας»[7].

Το άδειασμα όμως του χρόνου (και του χώρου) από το νόημα που είχαν στην παραδοσιακή κοινωνία βιώθηκε (και βιώνεται  ακόμη) ως διαδικασία βίαιη και καταστροφική του κοινωνικού δεσμού, [8] προκαλεί συναισθήματα ανασφάλειας και άγχους. Η νεωτερική αίσθηση του χρόνου μετέβαλε και την αντίληψη μας για το υποκείμενο: τον αποδεσμευμένο, ατομικό εαυτό, η ταυτότητα του οποίου ανασυγκροτείται στη μνήμη. Η ζωή του καθενός -που  στην παραδοσιακή προνεωτερική κοινωνία  προστατευόταν  από  την «οντολογική» ασφάλεια που προσέφερε η  επανάληψη της παράδοσης – στην νεωτερικότητα έπρεπε να βιωθεί ως αυτοεξιστόρηση. Η ιστορία του καθενός πια στην νεωτερικότητα έπρεπε να αντληθεί από τα ιδιαίτερα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής της ίδιας της ζωής, ως μια αλληλουχία δρώμενων στον κοσμικό «άδειο», «ομοιογενή» χρόνο. Η ζωή σε κάθε στιγμή  θεωρήθηκε ως η αιτιατή συνέπεια αυτού που έχει διαδραματισθεί προηγουμένως. Όπως το διατυπώνει ο  Ch. Taylor, «το νόημα της ζωής θεωρείται (στη νεωτερικότητα) ως κάτι που εκτυλίσσεται μέσω γεγονότων» [9].

Ο χρόνος στην νεωτερικότητα εξορθολογίζεται, τεμαχίζεται  σε ομοιόμορφα  τμήματα, μετριέται πια με το ρολόι και το ημερολόγιο. Επιπλέον, καθώς άδειαζε από το περιεχόμενο που του  προσέδιδε η παράδοση,  άρχισε να γίνεται εξατομικευμένος. χρόνος που έδινε τη δυνατότητα  στους ανθρώπους να σκέπτονται τη ζωή τους ως αφήγηση – όχι τόσο του τι θα τους συμβεί  υποχρεωτικά, όσο του πώς θα τους συμβεί. Τους επέτρεπε, λόγου χάρη, να προσδιορίζουν ποια θα είναι τα στάδια μιας  καριέρας, να συσχετίζουν την μακρόχρονη υπηρεσία  σε μια εταιρεία  με συγκεκριμένα  βήματα  αυξημένου πλούτου.

Ο εξορθολογισμένος χρόνος προκάλεσε βαθιά τομή στην υποκειμενική ζωή. Ο άνθρωπος προετοιμαζόταν  για την ισόβια συμπεριφορά του ως μέρος  σε μια  ιεραρχική  κλίμακα: το άτομο προαγόταν, υποβιβάζονταν ή παρέμενε στάσιμο αλλά υπήρχε  πάντα  ένα σκαλοπάτι για να πατήσει. Όπως  και στον στρατό, έτσι και σε μια γραφειοκρατία (κρατική  ή των μεγάλων εταιρειών), η αποτελεσματική εξουσία διαμορφωνόταν με μορφή πυραμίδας, όπου κάθε αξίωμα, κάθε τμήμα, ενείχε συγκεκριμένη λειτουργία. Ο βιωμένος  χρόνος   σε έναν οργανισμό  με παγιωμένες λειτουργίες  «είναι σαν να ανεβαίνεις ή να κατεβαίνεις αργά  την σκάλα  ενός σπιτιού που δεν έχεις σχεδιάσει ο ίδιος»· ζεις  στο σχέδιο που έχει κάνει κάποιος άλλος για τη ζωή σου. Έτσι, η μεγαλύτερη κληρονομιά  που μας άφησε το μοντέλο του γραφειοκρατικά-στρατιωτικά οργανωμένου καπιταλισμού του  19ου και 20ου  αιώνα, ήταν ο οργανωμένος χρόνος που πλαισίωνε την ζωή, προσφέροντας στους ανθρώπους μια αφήγηση  του βίου όπου το άτομο  έχει  συγκεκριμένη σημασία  για  τους   άλλους [10].

«Ρευστή νεωτερικότητα» και χρόνος:  Παροντισμός

Η αίσθηση αυτή του σταθερού οργανωμένου χρόνου μεταλλάχθηκε ριζικά στην εποχή μας, στην σύγχρονη, (μετα- )νεωτερικοτητα ή «ρευστή νεωτερικότητα» όπως  την αποκαλεί ο Z. Bauman.  Η σύγχρονη μετανεωτερικότητα έχει ως αφετηρία  μια σειρά από κοσμοϊστορικές αλλαγές, οι οποίες συνέβησαν στη δεκαετία του 1990: Στην κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, στον πόλεμο του Κόλπου που ξέσπασε τον Ιανουάριο του 1991 και που, σύμφωνα με κάποιους διανοητές, «δεν συνέβη ποτέ», παρά μόνο μεταδίδονταν σε καθημερινές συνέχειες σε όλον τον κόσμο με την ευγενική χορηγία του CNN, την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τους πολέμους που ακολούθησαν. Η δεκαετία του ’90 σημαδεύτηκε από την κατάρρευση των ορίων ανάμεσα στο «εμείς» και το «άλλο». Το «άλλο», και ο φόβος πού το συνοδεύει, βρέθηκε στον δυτικό κόσμο κοντά μας, ανάμεσα μας, ως μετανάστης ή πρόσφυγας, ως φόβος της ανεργίας και της κοινωνικής υποβάθμισης, ως καταστροφή του περιβάλλοντος. Αυτό πού πριν φάνταζε σαν σταθερό συλλογικό εμείς σήμερα όλο και περισσότερο θυμίζει κινούμενη άμμο. Η δεκαετία του ’90 εμφανίσθηκε και ως θρίαμβος του ατομικισμού. Κατέληξε στον θρίαμβο του κομφορμισμού και της ετερονομίας,  συνοδεύτηκε και από μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα φόβου και ένα συντριπτικό αίσθημα αβεβαιότητας.  Ορισμένοι από τους παράγοντες που ευθύνονται γι αυτό το αίσθημα αβεβαιότητας – έγραφε ο Z Bauman στις αρχές της δεκαετίας του 1990 – ήταν (και είναι):

Πρώτον:  Η νέα αταξία στον κόσμο. Ύστερα από μισό αιώνα ξεκάθαρων διαχωριστικών γραμμών και στρατηγικών ήρθε ένας κόσμος χωρίς ορατή δομή και χωρίς καμία,  έστω και απειλητική, λογική.

Δεύτερον: Η παγκόσμια απορύθμιση, ο παραλογισμός και η ηθική τύφλωση του αγοραίου ανταγωνισμού, η απεριόριστη ελευθερία που παραχωρήθηκε στο Κεφάλαιο, το κομμάτιασμα των δημιουργημένων  και μέχρι πρόσφατα συντηρούμενων από την κοινωνία προστατευτικών δικτύων, καθώς και η απάρνηση όλων των λογικών επιχειρημάτων, πέραν των οικονομικών, έδωσαν μια νέα ώθηση  στην αμείλικτη διαδικασία πόλωσης, που κάποτε αναχαιτίσθηκε μέσα από το νομικό πλαίσιο του κράτους πρόνοιας, καθώς και από τη διαπραγματευτική ισχύ των εργατικών σωματείων. Σήμερα καμία δουλειά δεν είναι εγγυημένη, καμία θέση δεν είναι απόλυτα αξιόπιστη, η πείρα και η τεχνογνωσία μόλις αποκτηθούν μετατρέπονται σε μειονέκτημα και οι δελεαστικές σταδιοδρομίες συχνά αποδεικνύονται μονοπάτια που οδηγούν στην αυτοκτονία.

Τρίτον: Τα αλλά δίκτυα προστασίας, που είχαν δημιουργηθεί και συντηρηθεί από την κοινωνία, αυτές οι δεύτερες γραμμές χαρακωμάτων που προσέφερε η γειτονιά, η οικογένεια, και όπου μπορούσε κανείς να αποτραβηχτεί για να επουλώσει τις πληγές του από τις αψιμαχίες της αγοράς, αν δεν έχουν καταρρεύσει, έχουν τουλάχιστον εξασθενίσει σε μεγάλο βαθμό. Γι αυτή την εξέλιξη ευθύνονται εν μέρει οι πραγματιστικές αλλαγές στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων, που τώρα κυριαρχούνται πέρα για πέρα από το πνεύμα του καταναλωτισμού, ορίζοντας τον άλλο ως εν δυνάμει πηγή ευχάριστων εμπειριών [11]

Σήμερα δεν  υπάρχουν πια πλαίσια αναφοράς για μακροπρόθεσμα σχέδια ζωής. τα άτομα πρέπει να γίνουν ευέλικτα και ευπροσάρμοστα, ώστε να είναι συνεχώς έτοιμα και πρόθυμα  να εγκαταλείψουν τις δεσμεύσεις και πίστεις χωρίς συναίσθημα και  σκέψη. Ο καταναλωτισμός βρίσκεται στην  πηγή της ρευστοποίησης του μέχρι πρότινος «αντικειμενικού» κόσμου . Στην «ρευστή » νεωτερικότητα δεν υφίσταται καν εξωτερικό όριο,  άρα ούτε και αντικειμενικός κόσμος: υφίστανται μόνο επιθυμίες και αντικείμενα  προς κατανάλωση.

«Αυτό που με εκπλήσσει είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο δίχως στερεή πραγματικότητα», έγραφε ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Κρίστοφερ Λας. «Θεωρώ τον κόσμο, μέσα στον οποίο ζούμε, εξαιρετικά ασταθή, πρόκειται για έναν κόσμο που αποτελείται από φευγαλέες εικόνες και που τείνει όλο και περισσότερο – εν μέρει, νομίζω, χάρη στην τεχνολογία των μαζικών μέσων επικοινωνίας – να αποκτήσει έναν παραισθησιογόνο χαρακτήρα: ένα είδος κόσμου από φανταστικές εικόνες, σε αντίθεση με έναν κόσμο πραγματικών αντικειμένων τα οποία να διαρκούν περισσότερο από εμάς [….] Τα όρια ανάμεσα στο Εγώ και τον περιβάλλοντα κόσμο τείνουν να συγχέονται όλο και περισσότερο.(…)» [12].  Ενώ  σε άλλο βιβλίο του ο Λας  έγραφε:   «Ο καταναλωτής ζει περιτριγυρισμένος  όχι τόσο από πράγματα  όσο από φαντασιώσεις.  Ζει σε έναν κόσμο  που δεν έχει  αντικειμενική  ή ανεξάρτητη  ύπαρξη και φαίνεται να υπάρχει  μόνο  για να ικανοποιεί  ή να ματαιώνει τις επιθυμίες του»[13].

Ο χρόνος στην εποχή του ιντερνέτ

Στην «ρευστή»  σύγχρονη νεωτερικότητα  η διάδοση του ιντερνέτ ευνοεί την εξάπλωση της κουλτούρας του Ναρκισσισμού με έναν τρόπο που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ο Κρίστοφερ Λας στα 1979, όταν έγραφε το ομώνυμο βιβλίο. Με το ιντερνέτ μπορείς να έχεις άμεση  πρόσβαση σε εκατομμύρια αρχεία, μουσικές, βιβλία από οπουδήποτε, έτσι ώστε η  ουτοπία να πραγματώνεται με έναν κυριολεκτικό τρόπο: είσαι παντού σε πραγματικό χώρο, στο Τώρα.

Σήμερα πια – σύμφωνα με τον Richard Sennett – η οργανωμένη πλαισίωση του κοινωνικού χρόνου καταρρέει. Έχουμε το τέλος της ισόβιας απασχόλησης, αφού μια επαγγελματική καριέρα εξαντλείται ολοένα και λιγότερο στον ιδιωτικό  τομέα  εντός μιας επιχείρησης ενώ στον δημόσιο τομέα, τα κρατικά δίκτυα  πρόνοιας και ασφάλειας έχουν γίνει περισσότερο βραχύβια  και ασταθή.  Έτσι π.χ., οι  νεαροί προγραμματιστές  της Silicon Valley, που στις  αρχές  της δεκαετίας του ’90 είχαν  μεθύσει με τις δυνατότητες  της τεχνολογίας και την προοπτική πλουτισμού, όταν έσκασε η φούσκα των dot  com, το 2000,  ανακάλυψαν  ξαφνικά  τον χρόνο, τον άμορφο χρόνο, που προηγουμένως τους  χαροποιούσε, την έλλειψη κανόνων για το πώς να προχωρήσουν, πώς να πάνε μπροστά.  Η νέα σελίδα τους  ήταν λευκή. Σ’ αυτήν την περιοχή μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, απομονωμένοι, ανακάλυψαν την αποτυχία.

Ο Sennett υποδεικνύει ορισμένες  αλλαγές  που δείχνουν το πώς άλλαξε η πυραμιδική στρατιωτικοποιημένη δομή του καπιταλισμού. Μια από αυτές αφορά στη μετάβαση από την εξουσία των διευθυντών στην εξουσία των μετόχων, στις μεγάλες εταιρίες. Οι επενδυτές σχημάτισαν αυτό που συχνά αποκαλείται  «ανυπόμονο κεφάλαιο»: επιθυμούσαν  μάλλον βραχυπρόθεσμα παρά μακροπρόθεσμα αποτελέσματα και  γρήγορα άρχισαν να πιέζουν για άμεσα  κέρδη. Δείχτης των  αποτελεσμάτων των  εταιρειών  έγινε πια η τιμή της μετοχής και όχι τα μερίσματα. Η αγοραπωλησία μετοχών σε μια ανοιχτή, ρευστή αγορά είχε ταχύτερες και μεγαλύτερες αποδόσεις σε σύγκριση με την διατήρηση μετοχών μακροχρόνια Έτσι  π.χ. «ενώ το 1965 τα  αμερικανικά συνταξιοδοτικά  ταμεία διατηρούσαν  τις μετοχές  κατά μέσον όρο επί 46 μήνες, το 2000 μεγάλο μέρος του χαρτοφυλακίου   αυτών των θεσμικών επενδυτών εκχωρούνταν κατά μέσον όρο  ανά 3,8 μήνες». Ασκήθηκε  λοιπόν, τεράστια πίεση στις εταιρείες  να φαίνονται «ωραίες» στα μάτι του περαστικού ηδονοβλεψία». Ωραία ήταν η εταιρεία που παρουσίαζε ενδείξεις εσωτερικών αλλαγών και ευελιξίας, που έδινε την εντύπωση ότι ήταν δυναμική,  ακόμα και όταν  η κάποτε  σταθερή εταιρεία   λειτουργούσε τέλεια: «η σταθερότητα  της εταιρείας κατάντησε αρνητικό  και όχι θετικό  χαρακτηριστικό για τις επενδύσεις· ερμηνευόταν ως ένδειξη αδυναμίας, που υποδήλωνε στην αγορά ότι η εταιρεία  αδυνατούσε να καινοτομήσει ή να βρει νέες ευκαιρίες ή να διαχειριστεί με άλλον τρόπο τις αλλαγές». Έτσι «η προθυμία να αποσταθεροποιήσεις  την ίδια σου την επιχείρηση θεωρήθηκε ως …. θετική ένδειξη», [14]  «δείγμα δυναμισμού».

Από  μια άλλη οπτική, ο Maurizio Lazzarato αποδίδει την  τωρινή αίσθηση του ανακυκλώσιμου «παροντικού» χρόνου στην επέκταση της χρηματοπιστωτικής οικονομίας. Ενώ στο Μεσαίωνα – σύμφωνα με τον Lazzarato  – ο χρόνος ανήκε στον Θεό, σήμερα, ως δυνατότητα, δημιουργία, επιλογή και απόφαση, είναι το κύριο αντικείμενο της καπιταλιστικής ιδιοποίησης. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα φροντίζει ώστε οι μόνες δυνατές επιλογές και αποφάσεις να είναι αυτές του χρήματος που γεννά χρήμα, της παραγωγής για την παραγωγή.«Όλη η χρηματοπιστωτική καινοτομία» – γράφει ο Lazzarato – «δεν έχει παρά ένα σκοπό: να διαθέτει προκαταβολικά το μέλλον αντικειμενοποιώντας το. Η αντικειμενοποίηση αυτή είναι εντελώς άλλου τύπου από εκείνη του χρόνου εργασίας: αντικειμενοποίηση του χρόνου, προκαταβολική διάθεσή του, σημαίνει υπαγωγή κάθε δυνατότητας επιλογής και απόφασης, την οποία κρύβει το μέλλον, στην αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας. […] Η αλλόκοτη αίσθηση ότι ζούμε σε μια κοινωνία χωρίς χρόνο, χωρίς δυνατότητα, χωρίς ορατή ρήξη βρίσκει την κυριότερη εξήγηση της στο χρέος» [15].

Σήμερα «κάθε επίτευγμα δεν είναι παρά ένα ωχρό αντίτυπο του πρωτοτύπου. Το «σήμερα» δεν είναι παρά ένα ατελέστατο προμήνυμα του αύριο, η υποδεέστερη, παραμορφωμένη αντανάκλαση του. Αυτό που συμβαίνει ακυρώνεται προκαταβολικά από αυτό που θα συμβεί [16].Πέρα από την επιτάχυνση χαρακτηριστικό  της κρίσης  της σημερινής   εποχής   είναι και «η χρονική  εξάρθρωση.  [….] Ο χρόνος αποσυντίθεται  σε μιαν  απλή αλληλουχία στιγμιαίων, εξατομικευμένων παρόντων […] γίνεται αθροιστικός  και κενώνεται από κάθε αφηγηματικότητα» [17].

Χρόνος και κοινωνική αμνησία

Την εποχή μας την χαρακτηρίζει η παροντική αίσθηση του χρόνου και η κοινωνική αμνησία. Σήμερα η  επανάληψη συνυπάρχει μαζί με την αίσθηση ενός χρόνου που δε θυμάται το παρελθόν ούτε προσβλέπει στο μέλλον, ενός χρόνου που ανακυκλώνεται σε ένα αιώνιο παρόν. Την «παροντοποίηση»  αυτή του χρόνου μπορούμε να δούμε και ως συνέχιση και γενίκευση μιας τάσης που διέκρινε – ήδη από τη δεκαετία του 1970 – ο Κρίστοφερ Λας στην αμερικανική κοινωνία. «Το κυρίαρχο πάθος είναι να ζεις τη στιγμή, να ζεις για τον εαυτό σου όχι για τους προγόνους ή τους απογόνους σου» [18].

Στην εποχή μας «έχουμε πια να κάνουμε με ένα παρελθόν λησμονημένο η υπερβολικά μνημονευόμενο, μ’ ένα μέλλον που είτε έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τον ορίζοντα ή είναι πρώτα και κύρια απειλητικό, μ’ ένα παρόν που είτε αναλώνεται αδιάκοπα στην αμεσότητα της στιγμής ή είναι σχεδόν στατικό κι ατέρμονο,  σχεδόν αιώνιο» [19]. Η αίσθηση του ότι βουλιάζουμε σε ένα παρόν που διαρκώς ανακυκλώνεται, φτάνει πια, στις μέρες μας στην ολοκλήρωσή του. Από την μια, ως ο χρόνος της κυκλοφορίας του Κεφαλαίου: καθαρός, στεγανοποιημένος, μονοδιάστατος. Σαν παιδικό παιχνίδι το παρόν  γίνεται ο χρόνος μιας ανακυκλούμενης αμνησίας ως «επιπεδοχώρα», ως «χρόνος–καρτούν».
Από τη άλλη ως ο χρόνος της εργασίας, που παραμένει αποκομμένος στο παρόν, χωρίς προοπτικές καλυτέρευσης, να τον χαρακτηρίζει ένα διαρκές άγχος για το μέλλον. Ζώνες ανεργίας, ζώνες εργασίας, η επισφάλεια γενικεύεται μαζί με την αίσθηση ενός χρόνου-ποντικοπαγίδα, χρόνου όλο και πιο λεπτού, σαν τσιγαρόχαρτο.

Λεπτή εποχή, που λεπταίνει περισσότερο .σαν τους πάγους της λίμνης έτοιμους να σπάσουν την άνοιξη. Γιατί μόνο στην εποχή μας παραμένει ως μόνη διάσταση του χρόνου – για όλους μας – η πιο λεπτή, η πιο εύθραυστη, η πιο ανύπαρκτη : Το παρόν.


Επιμύθιο

Στην παραδοσιακή κοινωνία το παρόν ενείχε την αίγλη της παράδοσης, της επανάληψης της σταθερότητας. Το παρόν ήταν απλή επανάληψη του παρελθόντος. Στην νεωτερική κοινωνία το παρόν θεωρούνταν απλώς αναγκαία μεταβατική περίοδος για την οικοδόμηση του ελπιδοφόρου μέλλοντος. Μόνο στην  μετανεωτερική εποχή μας το παρόν, που πάλι είναι το μόνο που υπάρχει, στερείται και της αύρας του παρελθόντος και της ελπίδας του μέλλοντος.  Και αυτό κάνει το παρόν σχεδόν αβάσταχτο. Σήμερα ζούμε ένα παρόν χωρίς την ελπίδα ενός μέλλοντος και χωρίς το προστατευτικό κουκούλι της παράδοσης. Ένα παρόν φευγαλέο αλλά και ανακυκλώσιμο, παρόν αιωνιότητα, μια αιωνιότητα της στιγμής, ένα παρόν εφιάλτη. Στους αιώνες που θα έρθουν  κάποιος μελλοντικός ιστορικός θα γράψει   για τον  πολιτισμό μας : Να άλλος ένας πολιτισμός που νόμιζε πως θα ήταν ο τελευταίος!

Πέτρος Θεοδωρίδης, Θεσσαλονίκη

Βιβλιογραφικές  αναφορές

  • Jacques le Goff, Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής δύσης, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, Θεσσαλονίκη, εκδ. Βάνιας, 1993
  • Ε. Π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες,  1994
  • Θόδωρος Κουτσουμπός, Έννοιες του χρόνου: από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία στη σύγχρονη φυσική , εκδόσεις Γαβριηλίδη,  Αθήνα 2010 .
  • Πέτρου Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας: έθνος ,νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Αντιγόνη 2004.
  • Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γέννηση της νεωτερικής ταυτότητας, (1989) μτφ Ξενοφών Κομνηνός, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2007,
  • Richard Sennett, Η κουλτούρατου νέου καπιταλισμού, (2006) μτφ Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδ. Σαββάλας,  Αθήνα   2008,
  • Ζygmunt Bauman Η Μετανωτερικότητα και τα δεινά της, μτφ Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ.  Ψυχογιός, Αθήνα 1992
  • Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης, Ζαν Κλωντ Μισεά, Η κουλτούρα του εγωισμού, μετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014.
  • Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός,(πρώτη έκδοση 1984) Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006
  • Maurizio Lazzarato,  Η  κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου: δοκίμιο  για την νεοφιλελεύθερη κατάσταση, (2011) μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2014

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Jacques le Goff, Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής δύσης, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, Θεσσαλονίκη, Βάνιας 1993, 248-249.

[2] Ε.Π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς,  εκδ. Νησίδες,  1994 σ. 16,17.

[3]  A. Giddens, The Consequences of Modernity, Polity Press, (1991) 1992,p 1.

[4] Ernest Gellner, Nations and Nationalism (1983) Basil Blackwell, Oxford,1988,: p 63,  κ.ε.

[5] Έντουιν Άμποτ , Η  Επιπεδοχώρα:  Μυθιστορία πολλών διαστάσεων , μτφ Τάσος Δαρβέρης, εκδ. Επιλογή, Θεσσαλονίκη χ.χ., σ.39.

[6]Ε. Π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς,  εκδ. Νησίδες,  1994, σ. 25.

[7] Αναφέρεται στο: Θόδωρος Κουτσουμπός, Έννοιες του χρόνου: από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία στη σύγχρονη φυσική , εκδόσεις Γαβριηλίδη,  Αθήνα 2010, σ 139.

[8] βλ σχετικά Πέτρου Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας: έθνος νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Αντιγόνη 2004, εισαγωγή.

[9] Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γέννηση της νεωτερικής ταυτότητας, (1989) μτφ  Ξενοφών Κομνηνός, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2007,σελ  σ 470.

[10] Richard Sennett, Η κουλτούρα  του νέου καπιταλισμού, (2006) μετάφραση: Τρισεύγενη  Παπαϊωάννου, Σαββάλας  Αθήνα   2008, σελ.  31-44.

[11] Ζygmunt Bauman, Η Μετανωτερικότητα και τα δεινά της, μτφ Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 1992,  σ 53-56.

[12] Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης, Ζαν Κλωντ Μισεά, Η κουλτούρα του εγωισμού, μετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014, σ.27.

[13] Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός,(πρώτη έκδοση  1984) Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006   σ. 24.

[14] Richard Sennett ,ο.π.,σελ.  35-48.

[15] Maurizio  Lazzarato, Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου: δοκίμιο για την νεοφιλελεύθερη κατάσταση, μετάφραση:  Γιώργος Καράμπελας,  Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2014 , σ. 69.

[16] Z. Bauman,ο.π., σ 140-141.

[17] Μπιούγκ – Τσούλ  Χαν , Η κοινωνία της Κόπωσης , μτφ  Ανδρέας  Κράουζε , Opera cogito  2015,  σ.  68.

[18] Κριστοφερ Λας ,Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, μτφ Βασίλης Τομανάς, Νησίδες χ.χ. (1978), σ 15.

[19] Francois Hartog Καθεστώτα Ιστορικότητας:  Παροντισμός και εμπειρίες του χρόνου (2003) μτφ. Δημήτρης Κουσουρής,  εκδ. Αλεξάνδρεια, 2014, σ. 33.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Το καλό και η καλοσύνη

Σχολιάστε

1453559

Δυο λέξεις: το καλό και η καλοσύνη.

Προτιμώ τη δεύτερη.

H πρώτη λέξη έχει κάτι το απόλυτο , το σίγουρο,  το αλαζονικό (Γνωρίζω ποιο είναι το Καλό και το Κακό).

Η δεύτερη επιτρέπει το λάθος και τη συμπόνια.

Αντί να κάνουμε το ΚΑΛΟ (κάτι που μπορεί να μας οδηγήσει κατευθείαν στο ΚΑΚΟ ) ας προσπαθήσουμε για την Καλοσύνη.

Δεν μας λείπουν σταυροφόροι του καλού. Μας λείπουν οι καλοί άνθρωποι, μας λείπει η καλοσύνη.

[πηγή]

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Ένα πλεόνασμα πληροφόρησης δεν φωτίζει τον κόσμο]

Σχολιάστε

street-bw021 (1)

                         φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός [ http://lukasvasilikos.com/ ]

Στην εποχή μας η συσκότιση και στρέβλωση της αλήθειας δεν προκύπτει μέσω της απόκρυψης πληροφοριών αλλά αντίθετα μέσα από την πληθώρα και την ταχύτατη διάδοση τους.
Ένα πλεόνασμα πληροφόρησης δεν φωτίζει τον κόσμο: είναι σαν να σκεπάζουμε το μυαλό μας με τόνους λάσπης. 

Η υπερπληροφόρρηση κάνει τον κόσμο μας πιο Διάφανο αλλά και πιο εύθραυστο, αδιανόητα εύθραυστο: σαν να κάνουμε πατινάζ σε πολύ λεπτό πάγο βλέποντας τις ρωγμές να ανοίγουν κάτω από τα πόδια μας.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

[πηγή]

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Ο εφιάλτης

Σχολιάστε

uncanny0026

                     φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός [ http://lukasvasilikos.com/ ]

Ονειρεύτηκα ότι έβλεπα έναν εφιάλτη. Ξύπνησα μέσα στο όνειρο ξανά και ξανά. Αυτός ήταν ο εφιάλτης: η επανάληψη.

 

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

[πηγή]

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Παροντισμός και αθέλητες μνήμες

Σχολιάστε

uncanny0049

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός [ http://lukasvasilikos.com/ ]

Αν η δράση στο παρόν είναι αυτή που μας αναγκάζει να επιλέξουμε από την δεξαμενή της μνήμης, η απουσία δράσης, η ακινησία, η Ανημποριά, στην όποια μας καθηλώνει το Τωρινό Παρόν, είναι αυτή που κάνει να αναδύονται σκόρπιες, ασυνάρτητες, αθέλητες Μνήμες: να ζούμε σε ένα Όνειρο, να επιστρέφουν Όλα τα Απωθημένα.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

[πηγή]

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Φαντασιώσεις και Όνειρα]

Σχολιάστε

11059327_923778654348244_5355779229361845557_n

ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 35,  Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος Μάρτιος 2015.

Παρουσίαση του τεύχους 35 του ΕΝΕΚΕΝ  εδώ.

Από το δοκίμιο του Πέτρου Θεοδωρίδη «Όνειρα, Εφιάλτες, Φαντασιώσεις» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 35 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ επισημαίνουμε την ακόλουθη φράση:

Οι φαντασιώσεις συγκαλύπτουν την αλήθεια μας, ενώ τα όνειρα την ξεσκεπάζουν. 

Πέτρος Θεοδωρίδης«Όνειρα, Εφιάλτες, Φαντασιώσεις», στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 35, Ιανουάριος- Μάρτιος 2015, σελ. 76.

Δείτε αποσπάσματα από το ανωτέρω δοκίμιο εδώ και εδώ.

Παρουσίαση των βιβλίων του Π. Θεοδωρίδη στις 2/4/2015 στη Θεσσαλονίκη

Σχολιάστε

11076089_1069199443106443_975462556_n

Πέτρος Θεοδωρίδης, Ακόμα και η Αριάδνη ήταν ψέμα

Σχολιάστε

ariadni

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Πέτρος Θεοδωρίδης, Ακόμα και η Αριάδνη ήταν ψέμα, επιμέλεια: Δήμος Χλωπτσιούδης, εκδόσεις τοβιβλίο , Θεσσαλονίκη 2014, ISBN:  978-618-81129-7-1.

Η ποίηση είναι ένας πειραματισμός. Η Τέχνη η ίδια είναι πειραματισμός. Έχει τις δικές της νόρμες, το δικό της κέντρισμα στο συναίσθημα αδιαφορώντας για τη συμβατική καθημερινότητα. Αν κλείσουμε την ποίηση στην καθημερινότητα και την επανάληψη, τότε απλά έχουμε μια άλλη υποκουλτούρα και έναν ιδιότυπο λαϊκισμό. Και από τούτη την επανάληψη καταφέρνει ακόμη μία φορά να (μας) δραπετεύσει με τη νέα του συλλογή ο Πέτρος Θεοδωρίδης.

Μετά την πρώτη του εμφάνιση με το «Όταν συναντηθούμε ξανά»(εκδόσεις τοβιβλίο, 2014), η νέα συλλογή φέρνει στην επιφάνεια μια σειρά ενδόμυχων αγωνιών. Η συλλογή κυκλοφόρησε πρόσφατα –πρωτίστως στο διαδίκτυο- υπό τον τίτλο «Ακόμα και η Αριάδνη ήταν ψέμα» (εκδόσεις τοβιβλίο). Πρόκειται για μία συλλογή στην οποία κυριαρχεί το στοιχείο των υπαρξιακών αναζητήσεων.

Ομοιοκατάληκτα ή ελεύθερα, πεζολογικά ή στιχουργικά, ο Θεοδωρίδης εκφράζει μεστός συναισθημάτων όλο το φάσμα των υπαρξιακών και κοινωνικών ανησυχιών. Με την ίδια ικανότητα ποιεί έμμετρα δίστιχα ή τετράστιχα (μέχρι και σονέτο) και σε ελεύθερο στίχο ή πεζά.

Οι αναμνήσεις συνδέονται με το παρόν, η κοινωνική δυσφορία αγκαλιάζει τον ερωτισμό και το αποκαλυπτικό στοιχείο τη μοναξιά. Οι πολιτικές ανησυχίες -συμβολικές ή άμεσα εμφανείς- αγγίζουν το υπαρξιακό. Η πολιτική και η κοινωνία, άλλωστε, αποτελούν ζωτικό στοιχείο της συγγραφικής δραστηριότητας του Θεοδωρίδη. Ψυχρά πολιτικά σχόλια ή εμπλουτισμένα με ισχυρές δόσεις ειρωνείας αποκαλύπτουν τις αγωνίες του. Άλλοτε, με στίχους (ομοιοκατάληκτους ή ελεύθερους), άλλοτε με πεζολογική κυριαρχία στην έκφραση, σατιρίζει, προκαλεί, παρατηρεί.

Το μεταφυσικό και το θρησκευτικό στοιχείο στο λόγο του γίνονται ένα μέσο έκφρασης ακριβώς αυτών των κοινωνικών και υπαρξιακών αγωνιών του. Η θρησκευτική  (και ιδιαίτερα η εσχατολογική λαϊκή)  παράδοση αποτελεί την πρώτη ύλη για τη δημιουργία μιας ενότητας που θα στέκονταν και αυτόνομα μέσα στη συλλογή. Ωστόσο, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της γιατί ακριβώς υποστηρίζει -υπό μία άλλη οπτική, με άλλη έμπνευση και με διαφορετική γραφή- το υπαρξιακό υπόστρωμα της συλλογής.

Όλη αυτή η ενότητα αποδίδεται εκφραστικά με πεζό λόγο. Με ποιητικές διατυπώσεις και μακροσκελή λόγο, το σύνολο τούτο διακρίνεται από τις πιο λυρικές συνθέσεις αλλά και από τα άλλα πεζά της συλλογής. Με έναν χαρακτήρα αποκαλυπτικό συνδέεται ο ποιητικός λόγος με την πρόζα και ο λυρισμός με την εσχατολογία και την υπαρξιακή αναζήτηση.

Μια άλλη αυτόνομη -θα λέγαμε- ακολουθία  είναι τα υπαρξιακά ποιητικά πεζά που θα τιτλοφορούσαμε με το ρήμα «είμαστε», από την πρώτη λέξη με την οποία ξεκινούν όλα τους. Πρόκειται για συνθέσεις με πεζολογικά χαρακτηριστικά. Έντονο εδώ είναι το συναίσθημα της απογοήτευσης και της απαισιοδοξίας, της αναζήτησης απαντήσεων για τον Άνθρωπο.

Η μοναξιά, οι σχέσεις των ανθρώπων, ο έρωτας και ο πολιτικός συμβολισμός διακρίνονται στον ποιητικό λόγο του Θεοδωρίδη. Ο πειραματισμός στη μορφή και τη γραφή υποδηλοί την ανάγκη πολλαπλής έκφρασης αυτών των αγωνιών. Δεν ικανοποιείται από κάποια εκφραστική σταθερά, αλλά επιλέγει την ποικιλία θεματικών και εξωτερίκευσης.

Σε τούτη τη βάση συνθέτει αξιοποιώντας την κοινωνική εμπειρία, τη θρησκευτική και την αρχαιοελληνική παράδοση και τη νεώτερη παγκόσμια λογοτεχνική διδαχή. Από το Θησέα μέχρι το Σατανά, από το μυθιστορηματικό κόμη του Ντράκουλ (Δράκουλα) ως τον Ντόριαν Γκρέυ και το Μόμπυ Ντικ και την ανούσια σαρκική επαφή μέχρι τον εθνολαϊκισμό.

Το υπαρξιακό στοιχείο, έντονο στη γενιά της Μεταπολίτευσης, σήμερα πια φαντάζει τόσο επίκαιρο. Με τούτη τη συλλογή συνδέεται ποιητικά η γενιά της Μεταπολίτευσης με τη νεώτερη γενιά της κρίσης. Μοιάζει λες και οι ανησυχίες και οι φόβοι της προηγούμενης γενιάς να επανέρχονται -επικαιροποιημένες- στις νέες συνθήκες. Η μελαγχολική εικόνα του παρελθόντος (υπό το βάρος των κοινωνικών και πολιτικών περιστάσεων της εποχής), επανέρχεται λόγω των ιδιαίτερων σύγχρονων συνθηκών εμπλουτισμένο από τις νέες εξελίξεις.

 ***

Τη συλλογή ποιημάτων του Π. Θεοδωρίδη  Ακόμα και η Αριάδνη ήταν ψέμα» μπορείτε να την «κατεβάσετε» ελεύθερα από εδώ ή να τη διαβάσετε online εδώ.

 

 

[πηγή]

Πέτρος Θεοδωρίδης, Όταν συναντηθούμε ξανά

1 σχόλιο

Πέτρος Θεοδωρίδης, Όταν συναντηθούμε ξανά, επιμέλεια: Δήμος Χλωπτσιούδης, εκδόσεις τοβιβλίο , Θεσσαλονίκη 2014, ISBN: 978-618-81129-4-0.

otan-syntnatithoume

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Τον Πέτρο Θεοδωρίδη τον ξέραμε ως δοκιμιογράφο και συγγραφέα με δυο  βιβλία (οι Μεταμορφώσεις της Tαυτότητας και η Απατηλή Υπόσχεση της Αγάπης) στο ενεργητικό του πριν εκδώσει την συλλογή «όταν   συναντηθούμε ξανά » με υπότιτλο «ποιηματάκια».

Από το διαδίκτυο ξεπήδησαν τα ποιηματάκια. Έτσι απλά και λιτά. Όχι ποιήματα, αλλά ποιηματάκια. Σαν ένας άλλος συνομιλητής του Θεόκριτου ο Θεοδωρίδης από το πρώτο σκαλί παρατηρεί το έργο του. Ανικανοποίητος επιλέγει το υποκοριστικό. Ποιηματάκια, λοιπόν, που επεξεργάστηκε, ξαναδιάβασε και φρόντισε σαν ασθενικά παιδιά που τελικά ενηλικιώθηκαν και βρήκαν το δρόμο τους προς την έκδοση.

Με συνείδηση της πλαστικότητας του στίχου ο Θεοδωρίδης αγγίζει ευαίσθητες χορδές του σύγχρονου ανθρώπου. Με την οξυδέρκεια του δοκιμιογράφου, του συγγραφέα που αναζητά την εικόνα πίσω από το επιφανειακό χρώμα της ρητορείας και του κομφορμισμού, μεταχειρίζεται το στίχο ως ένα μέσο προκειμένου να αφυπνίσει τον αναγνώστη του. Συνδέει την προβληματική με την τέχνη, την αγωνία για το παρόν και το μέλλον με την εικονοπλασία και την πρόζα, τη θέαση της σύγχρονης κοινωνίας με το συναίσθημα και τον ποιητικό λόγο, με έναν τόνο διαχρονικό.

Η ποιητική του Θεοδωρίδη είναι ανθρωποκεντρική, θα λέγαμε ανθρωπιστική. Τον ενδιαφέρει ο Άνθρωπος, κάθε φυλής, κάθε χρώματος. Η υπαρξιακή αυτογνωσία και οι σύγχρονες ψυχικές ανάγκες βρίσκουν το δρόμο τους από τις λέξεις. Η φιλοσοφία και η μεταφυσική συνδέονται με τις πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις που απειλούν το σύγχρονο άνθρωπο.

Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουμε κάποια ποιήματα. Δύσκολο γιατί κάποια ξεχωρίζουν με τη δομή του στίχου, την ομοιοκαταληξία, το βαθύ νόημα και την εικονοπλαστική τους δύναμη.

Διακρίναμε την εισαγωγική διάγνωση. Ένα ποίημα σε μορφή πρόζας θεατρικής, μία μονολογική διάγνωση ενός ψυχιάτρου. Η νεολαία για την οποία όλοι μιλούν, για το μέλλον της οποίας όλοι τάχα φροντίζουν,  ζει μέσα στο αίμα που την ποτίζουν, γίνεται εφιάλτης απέναντι στην αγάπη. Ο ποιητής με ένα μακροσκελές ασύνδετο σχήμα δίνει όλη την έκταση των προβολών βίας απέναντι σε ανθρώπους, στο φυσικό περιβάλλον, σε οτιδήποτε υλικό. Ο κοινωνικός κανιβαλισμός και η κοινωνική καταπίεση, γέμισαν το παιδί με αδιαφορία για την αγάπη.

Στη συλλογή ξεχωρίζει επίσης η δική του Ιθάκη (κάποιες φορές δε θέλουμε να βρούμε την Ιθάκη). Ο Θεοδωρίδης δεν ακολουθεί τη στόχευση ούτε της ομηρικής ούτε της καβαφικής Ιθάκης. Ο άνθρωπος δεν έχει μόνο ανάγκη από την ένταση του καβαφικού ταξιδιού. Μερικές φορές χρειάζεται απλά να απολαύσει τη ζωή του, την ηρεμία. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να ταυτιστεί με τη φύση, να δεθεί μαζί της. Η ηρεμία της φύσης, το ειρηνικό θαλασσινό τοπίο δίνεται μέσα από ένα πλούτο εικόνων που μόνο η ανάγνωσή της χαλαρώνει.

Σταχυολογούμε επίσης το εξαιρετικό η σκοτωμένη ΧελιδΏνα. Ένας επιτάφιος συμβολικός στη φύση και την ανθρώπινη μοχθηρία. Με 9 ομοιοκατάληκτα δίστιχα ο δημιουργός πραγματεύεται την αχαριστία και τη μοχθηρία απέναντι στη Φύση, που συμβολίζεται από τη Χελιδόνα.

Η δυνατή εικονοπλασία γίνεται ένα μέσο για να καταδειχθεί η μοχθηρία του ανθρώπου που με δολοφονικά ένστικτα χύνει όλη του τη μανία στη φύση. Με σκληρές εικόνες τρόμου υπογραμμίζει τη δολοφονία της Χελιδόνας, γιατί ήταν ελεύθερη και πετούσε απλώνοντας χαμόγελα στους γύρω. Η δυναμική των εικόνων, παρά τη σκληρότητά τους, μεταφέρει έναν πλούτο συναισθημάτων στον αναγνώστη: αποτροπιασμός κι αγανάκτηση, πόνος και θλίψη, οδύνη και συμπόνια ξεπηδούν ανεμπόδιστα από τις λέξεις.

Διάχυτη στο ποίημα είναι ειρωνεία του ποιητή. Από τον τίτλο ακόμα, με εκείνο το “ανορθόγραφο” κεφαλαίο ωμέγα στη λέξη χελιδόνα, εκφράζει την ειρωνεία του. Με ανάλογο ύφος σχολιάζει το σαδισμό και το μίσος προς το αγαπημένο πουλί των παιδιών. Η χλεύη προς τον απάνθρωπο άνθρωπο διαπνέει όλο το ποίημα. Μάλιστα το ποίημα κλείνει με μία μοναδική σαρκαστική διάθεση, διατυπωμένη με ένα τρίστιχο σε πλήρη αντίθεση με τα προηγούμενα εννέα ομοιοκατάληκτα δίστιχα. Ο Θεοδωρίδης χλευάζει την ανθρώπινη στάση προς το περιβάλλον. Οι αμετανόητοι δολοφόνοι μετά από τόσο σκληρές εικόνες, προσεύχονται στο Θεό να τους στείλει κι άλλα χελιδόνια για να τα σκοτώσουν.

Επισημαίνουμε επίσης το μεταμοντέρνο εδώ, στο μέλλον… με τις ιδιαίτερες εικόνες του και την υπαρξιακή του αγωνία. Ο άνθρωπος έρμαιο των αιώνων πασχίζει να επιβιώσει, παλεύει συνεχώς να αντέξει στο μεταίχμιο του χρόνου. Ολιγόστιχο μα πλήρες νοημάτων. Οι στίχοι και οι λέξεις με συνεχείς αντιθέσεις (ολοφώτεινη νύχτα, ερμητικά ορθάνοιχτα, σκοτεινό ξημέρωμα) δηλώνουν τις συγκρούσεις του ανθρώπου, τη συνεχή -διαλεκτική- αλλαγή των καταστάσεων. Οι σχεδόν υπερρεαλιστικές εικόνες (ασθμαίνοντας σαν ρινόκεροι σε μάχη, αγριότοπο του παρόντος, αιχμηρό μεταίχμιο) συμπληρώνουν την υπαρξιακή αγωνία του ποιητή.  Το πρώτο  πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο δίνει μία πανανθρώπινη και διαχρονική έμφαση

Ιδιαίτερο είναι και το τέλος τους, όπου ο ποιητής πραγματεύεται έναν ινδιάνικο μύθο για την ταφή των σαμάνων. Ο θάνατος, το φυσικό τοπίο και το θείο συνδέονται σε τρεις τετράστιχες στροφές με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Ο άνθρωπος δένεται με το θεό με την ταφή μέσα στη φύση.

Στην Ιστορία (σελ 29) ο δημιουργός πραγματεύεται το παρελθόν, την κίνηση της ιστορίας, την κοινωνική εξέλιξη. Με ειρωνική διάθεση προσεγγίζει αντιλήψεις που έχουν ακουστεί για την ιστορία. Η ιστορία προχωρά από την ανάγκη (α-πορία) αδιαφορώντας για τον άνθρωπο (μας ποδοπατά) και οικοδομεί χωρίς να το σχεδιάζει (οικοδομεί αθέλητα κάτι το πιο μεγάλο) πάνω στον άνθρωπο (εμείς είμαστε υλικά για την εργολαβία). Η θεοδωριδική ιστορία είναι μια μάγισσα που χτίζει με μαντζούνια και ξόρκια παίζοντας ζάρια πάνω στον άνθρωπο. Οι θνητοί αδυνατούν να την ελέγξουν κι έτσι το μόνο που μένει ότι πρόσφεραν σαν οικοδομικό υλικό για να χτιστεί το κάτι πιο μεγάλο.

Το φασιστικό τρόμο πραγματεύεται στο ναρκισσισμό που γεννιέται από την αλαζονεία της ημιμάθειας, τον εγωισμό και την αυταπάτη της μοναδικότητας. Η εθνική υπερηφάνεια δίπλα στην αφέλεια δίνεται ένα πέπλο που καλύπτει τη γύμνια των ιδεών και την ντροπή για την κατάντια των ανθρώπων. Ο φασισμός γίνεται ένα ρούχο που κρύβει τελικά το φαουστικό  πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ. Εκείνος γερνά και γιγαντώνεται δίπλα μας, ενώ εμείς βλέπουμε ακόμα το νεαρό πλάσμα του παρελθόντος. Το ίδιο θέμα απασχολεί το Θεοδωρίδη και στο το φασισμό γεννά η έπαρσή μας. Όλα τα αρνητικά αισθήματα του ανθρώπου (ανωτερότητα, φόβος, κακία, μικροψυχία, κομφορμισμός, βλακεία) γεννούν τελικά το φασισμό. Μόνο που τούτη τη φορά δεν κρύβεται το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ, αλλά φανερά δακρύζει μέσα στον εξανδραποδισμό της ναρκισσιστικής αντίληψης για την ανωτερότητα και τη βία στον απροστάτευτο.

——————————————————————
Τη συλλογή ποιημάτων «όταν συναντηθούμε ξανά» μπορείτε να «κατεβάσετε» ελεύθερα από εδώ ή να  διαβάσετε online εδώ.
——————————————————————-
πηγή:

 

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: