Jean – Luc Marion, Ο Θεός χωρίς το Είναι

Σχολιάστε

b183779

Jean – Luc Marion,  Ο Θεός χωρίς το Είναι, μετάφραση: Χρήστος Μαρσέλλος, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2012, ISBN 978-960-435-367-5.

Αναδημοσίευση της κριτικής του π. Ευαγγέλου Γκανά (αρχική δημοσίευση: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-7-2013)

π. Ευάγγελος Γκανάς

Η ελευθερία στη θεολογία δικαίως μας τρομάζει

(Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-7-2013)

Η πρώτη φράση του Ζαν Λυκ Μαριόν από το βιβλίο του «Ο Θεός χωρίς το Είναι» (σε ιδιαίτερα επιμελημένη μετάφραση του Χρήστου Μαρσέλλου) στοιχειώνει τη φαντασία του φιλοσόφου και του θεολόγου εξίσου: «Θα έπρεπε να ομολογήσουμε κάποτε ότι η θεολογία, από όλες τις μορφές γραφής, είναι εκείνη που προκαλεί μάλλον τη μεγαλύτερη απόλαυση. Μάλιστα όχι την απόλαυση του κειμένου, αλλά την απόλαυση -εκτός αν πούμε ήδη τη χαρά- που αισθάνεται κανείς όταν το υπερβαίνει: πηγαίνοντας από τα verba στο Verbum». Από το πλήθος των τεκμηρίων που προσκομίζει το πυκνό και γόνιμο αυτό δοκίμιο εις επίρρωσιν του παραπάνω ισχυρισμού θα αρκεστώ σε τρία.

Πέρα από τη μεταφυσική

Το πρώτο μέλημα του Μαριόν είναι να καταστήσει προβληματικό το προφανές, αυτό στο οποίο συμφωνούν τόσο οι παλαιοί μεταφυσικοί όσο και ορισμένοι σύγχρονοι νεοθωμιστές: ότι ο Θεός, πριν από οτιδήποτε άλλο οφείλει να είναι. Επικαλούμενος μια γνωστή ρήση του Χάιντεγκερ, ο Μαριόν μας λέει πως σε έναν Θεό που νοείται ως αιτία του εαυτού τoυ (causa sui) ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσευχηθεί, δεν μπορεί να πέσει στα γόνατα περιδεής, προσφέροντας αίνο και λατρεία. Θεϊσμός και αθεϊσμός μάχονται αενάως ως αντίπαλοι, αν και στην πραγματικότητα είναι αδελφοί-εχθροί: κοινή τους μήτρα η ανυπέρβλητη ειδωλολατρία. Αντιθέτως ο χριστιανισμός σκέπτεται τον Θεό βάσει του ίδιου του Θεού και μόνο, στο μέτρο που Αυτός αποκαλύπτεται. Για την αρχαία χριστιανική πίστη η φιλοσοφία ήταν μωρία. Αυτό δεν φανερώνει γνωσιοθεωρητική αλαζονεία, αλλά την πεποίθηση ότι η θεολογία καθίσταται η ίδια μωρία αν δεχθεί ως αναγκαία θεραπαινίδα της τη φιλοσοφία. Η θεολογία δεν αφορά τον Θεό, αλλά το γεγονός της πίστης στον εσταυρωμένο και αναστάντα Χριστό.

Η επιδίωξη της ισχύος πλάθει «θεούς», σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που η παρουσία των «θεών» καταλήγει κοινότοπη και οδηγεί τον άνθρωπο στη δυσφορία και τους «θεούς» στο λυκόφως τους. Ομως ταυτόχρονα, κάθε στιγμή της ζωής, η ανθρώπινη κατάσταση απαιτεί και παράγει νέους «θεούς», όσο και αν δυσφορεί για τους παλαιούς. Η επιδίωξη της ισχύος δεν παύει να επιθυμεί τον εαυτό της και αυτό ισχύει τόσο όταν παράγει «θεούς» όσο κι όταν τους αποκαθηλώνει από το βάθρο τους. Επιδίωξη της ισχύος και μεταφυσική αλληλοπεριχωρούνται.

Στη διαπίστωση του Τσέλαν πως κανείς δεν μαρτυρεί για τον μάρτυρα, ο Μαριόν αντιτείνει ότι ο χριστιανός δεν μαρτυρείται τέτοιος λέγοντας μόνος του ότι είναι χριστιανός, αλλά περιμένει από τον Ιησού να επιβεβαιώσει την απόφανση αυτή. Η ομολογία προϋποθέτει την πίστη ότι ο Ιησούς είναι πραγματικά ο Κύριος. Κύριος του κόσμου και της Ιστορίας, διαρκώς παρών με τις ενέργειές του και ότι ο ομολογών έχει πραγματικά αναδημιουργηθεί κατ’ εικόνα του Χριστού. Υπάρχει πάντοτε μια ένταση, ένα χάσμα, ανάμεσα στην ομολογία, όπου το εγώ λέει υπερβολικά πολλά, και την μαρτυρία, οπού το εγώ αφήνεται σιωπηλά στην ενατένιση της δόξας του Ιησού.

Η μαρτυρία αυτή καθιστά συχνά τους χριστιανούς μειοψηφία υπό διωγμό. Ετσι ξαναβρίσκουμε τον συσχετισμό ομολογίας και μαρτυρίου. Σε αυτόν που ομολογεί, το μαρτύριο δίνει, όπως στην περίπτωση του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, τη χάρη να εισέλθει σε μια κατάσταση όπου η ομολογία πίστεως είναι απολύτως σωστή. Γιατί ο μάρτυρας αφενός αναλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του Χριστού και αφετέρου έχει αναληφθεί από αυτά: αφήνει το πνεύμα του στον Θεό και συγχωρεί τους θύτες του. Υιοθετώντας τη βιβλική και πατερική αντίληψη, ο Μαριόν οδηγείται στο συμπέρασμα ότι ο θεολόγος δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιζητεί ένα «επιστημονικό» κύρος, δεν μπορεί παρά να γίνει ο ίδιος άγιος, γιατί μόνο ο άγιος γνωρίζει για τι μιλά όταν κάνει θεολογία.

Σκοπός της θεολογίας

Ο Λόγος έχει ολοκληρώσει το έργο του και κάθεται ήδη στα δεξιά του Πατρός (εξ ου και η τελευταία λέξη του επί του σταυρού: τετέλεσται). Ετσι στη θεολογία δεν υπάρχει δυνατότητα για πρόοδο και ανακάλυψη παρά μόνο για μεταστροφή (conversion) στον Λόγο. Η θεολογία αστοχεί όταν υφαρπάζει την ανθρωπολογία από τον αυστηρά φαινομενολογικό (επομένως φιλοσοφικό) στόχο μιας αναλυτικής του Dasein. Αντικείμενο της θεολογίας είναι το Dasein ως πιστό. Σκοπός της θεολογίας, με άλλα λόγια, είναι να δείξει στον κόσμο τι σημαίνει ότι είναι ο κόσμος και όχι η Εκκλησία. Στην Εκκλησία έχει δοθεί και χώρος και χρόνος. Χώρος είναι τα έθνη που εγκεντρίζονται στον Ισραήλ. Χρόνος είναι το saeculum, o χρόνος που απομένει (βλ. Αγκάμπεν), μέχρι την Παρουσία του Κυρίου.

Ας κλείσουμε με τα λόγια του ίδιου του Μαριόν: «Είμαστε απείρως ελεύθεροι στη θεολογία: βρίσκουμε τα πάντα ήδη δεδομένα, κεκτημένα, διαθέσιμα. Δεν μένει παρά να καταλάβουμε, να πούμε και να γιορτάσουμε. Τόση ελευθερία, δικαίως, μας τρομάζει».

http://www.kathimerini.gr/492554/article/politismos/arxeio-politismoy/h-eley8eria-sth-8eologia-dikaiws-mas-tromazei

π. Ευάγγελος Γκανάς, Η συζήτηση για το κακό μετά το Άουσβιτς ΙΙ (Η Χάνα Άρεντ για τον «αρχιτέκτονα» του Ολοκαυτώματος Άιχμαν και την κοινοτοπία του κακού)

2 Σχόλια

π. Ευάγγελος Γκανάς, Η αναγκαιότητα της μαρτυρίας, εκδ. Βιβλ. της Εστίας, Αθήνα 2012,  ISBN:978-960-05-1541-1.

Παραθέτουμε ένα ακόμη χαρακτηριστικό απόσπασμα από το τρίτο δοκίμιο του βιβλίου “Η συζήτηση για το κακό μετά το Άουσβιτς”:

(…) Για την Άρεντ ο δολοφόνος Άιχμαν δεν είναι μια δαιμονική φυσιογνωμία που διακατεχεται από σατανική επιθυμία να διαπράττει το κακό πρός χάριν του ίδιου του κακού, ούτε από ενδότερη παρόρμηση να προκαλεί τον τρόμο. Αποκαλύπτει μάλλον την «κοινοτοπία του κακού», όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του βιβλίου της.

Το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου της Χάνα Άρεντ, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού (εκδ. Νησίδες)

Με τον όρο αυτό εννοούσε μια ιδιάζουσα παθητικότητα και ανεπάρκεια στην εξέταση των εσωτερικών κινήτρων, που σταδιακά, αλλά ανεπαίσθητα, οδηγεί στη συνενοχή. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της ψυχικής διεργασίας είναι μια μοχθηρία και μιά εξαχρείωση πέρα από κάθε φαντασία. Έτσι για την Άρεντ το Άουσβιτς δεν είναι η αποκάλυψη του κακού εκτελεσμένου πρός χάριν του ίδιου του κακού, αλλά, αντίθετα, η εμφανής απόδειξη ότι ακόμη και το θεωρούμενο ως απόλυτο κακό υπηρετείται και διαπράττεται από ανθρώπους που φαντάζονται, μολονότι απρόθυμα, ότι εκπληρώνουν με αυτές τους τις πράξεις τις επιταγές της τάξης, της υπάκοης, της πολιτικής σταθερότητας και της κοινωνικής ειρήνης (…).

π. Ευάγγελος Γκανάς, Η αναγκαιότητα της μαρτυρίας, εκδ. Βιβλ. της Εστίας, Αθήνα 2012, σελ. 60-61 (αποσπάσματα).

——————–

Το δοκίμιο του π. Ευ. Γκανά πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Σύναξη, τεύχος 94, Απρίλιος- Ιούνιος 2005.

π. Ευάγγελος Γκανάς, Η συζήτηση για το κακό μετά το Άουσβιτς (από το βιβλίο «Η αναγκαιότητα της μαρτυρίας»)

3 Σχόλια

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
 

Τα κείμενα αυτού του τόμου αποτελούν μια απόπειρα εξόδου των χριστιανών στον δημόσιο χώρο, συνομιλίας με ποικίλους συγγραφείς και συμμετοχής σε διαλόγους με ανθρώπους που δεν συμμερίζονται κατ’ ανάγκην τις απόψεις τους ή και που τις απορρίπτουν προγραμματικά. Όλα αυτά όμως να τα  κάνουν ως χριστιανοί, δίχως δηλαδή να υιοθετήσουν συνειδητά ή, όπως γίνεται συνήθως, ασυνείδητα προϋποθέσεις ξένες προς τη χριστιανική παράδοση. Ο συγγραφέας δεν εμφορείται από την πεποίθηση ότι ο διάλογος μπορεί να φέρει την ποθούμενη κοινωνική αρμονία, το consensus που οραματίζονται ορισμένοι σύγχρονοι υποστηρικτές ενός οικουμενικού επικοινωνιακού Λόγου, θεωρεί ωστόσο τον διάλογο αυτό μέρος της αναγκαίας μαρτυρίας των χριστιανών προς τα έθνη. Γι’ αυτό και η έννοια της μαρτυρίας διατρέχει, άλλοτε υπόγεια και άλλοτε φανερά, όλα τα κείμενα του βιβλίου και του δίνει και τον τίτλο του.  Τη μαρτυρία αυτή την οφείλουν οι χριστιανοί προς τον κόσμο, μια που δίχως την Εκκλησία ο κόσμος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι σημαίνει να είναι  κόσμος και όχι Εκκλησία.

***
Απόσπασμα από το τρίτο δοκίμιο του βιβλίου «Η συζήτηση για το κακό μετά το Άουσβιτς»:
(…)Το γεγονός ότι οι χριστιανοί δεν διαθέτουν θεωρητική «λύση» για το πρόβλημα του κακού δεν σημαίνει καθόλου ότι είναι αμήχανοι και ανυπεράσπιστοι στη συνάντηση τους με αυτό. Η ανυπαρξία θεωρητικής λύσης έγκειται στο γεγονός ότι το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης δεν επικεντρώνει την προσοχή μας σε αρχές, ή κανόνες αλλά σε μια αφήγηση, μια ιστορία, την ιστορία της σωτηρίας, που μας αποκαλύπτει τη σχέση του Θεού με τη δημιουργία.
Η επιλογή της αφήγησης, ως μέσου μετάδοσης του περιεχομένου της πίστης, δεν είναι ούτε συμπτωματική ούτε επουσιώδης. Δεν υπάρχει καταλληλότερος τρόπος να μιλήσουμε για τον Θεό από το να διηγηθούμε μια ιστορία. (…) Η αφήγηση απαιτείται ακριβώς γιατί ο κόσμος και τα γεγονότα του κόσμου δεν υπάρχουν αναγκαστικά αλλά ενδεχομενικά, είναι προϊόν της θείας ελευθερίας, θα μπορούσαν και να μην υπάρχουν. Γι’ αυτό και η αφήγηση μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε τους εαυτούς μας ως ιστορικές υπάρξεις, και γνωρίζουμε ποιοί είμαστε μόνο όταν μπορούμε να τοποθετήσουμε τον εαυτό μας μέσα στην ιστορία του Θεού, όταν γινόμαστε συμμέτοχοι στην ιστορία της σωτηρίας.
Επειδή, λοιπόν, ο κόσμος υπάρχει ενδεχομενικά, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ερμηνεύσουμε τη δημιουργία και τη σχέση της με τον Θεό από την αφήγηση. Γιατί, όπως δεν υπάρχει αναγκαστικός «σκοπός» στη δημιουργία του Θεού, έτσι δεν υπάρχει «σκοπός» ούτε και εξήγηση της ανθρώπινης οδύνης(…). Καμία μεταφυσική κατασκευή δεν μπόρεσε μέχρι τώρα να επιλύσει το πρόβλημα του νοήματος του κόσμου ή του κακού. Και υπό αυτή την έποψη η χριστιανική θεολογία ήταν πάντοτε ουσιωδώς αντιμεταφυσική.(…)
————————————
π. Ευάγγελος Γκανάς γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Είναι πτυχιούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου και πτυχιούχος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρετεί στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών ως εφημέριος στην ενορία του Οσίου Μελετίου Σεπολίων. Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε περιοδικά («Νέα Εστία», «Σύναξη», «Θεολογία», «Ίνδικτος», «Cogito») και σε συλλογικούς τόμους. Είναι έγγαμος και πατέρας έξι παιδιών[πηγή:Βιβλιονέτ].

Παναγιώτης Κονδύλης, Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη(κυκλοφόρησε η ολοκληρωμένη ελληνική έκδοση)

Σχολιάστε

Kritiki metafysikhs-1
 Kritiki metafysikhs-2
Κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης  ολοκληρωμένο πλέον το βιβλίο αναφοράς του Π. Κονδύλη, Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη. Αναδημοσιεύουμε την αξιόλογη παρουσίαση του βιβλίου από τον π. Ευ. Γκανά (Καθημερινή, 1-7-2012):

π. Ευάγγελος Γκανάς

Η αδήριτη μεταφυσική ανάγκη

Ολοκληρωμένη ελληνική έκδοση του κλασικού έργου του αείμνηστου Παναγιώτη Κονδύλη

(Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1-7-2012)

Υπάρχει κάτι το παράδοξο στην επικράτεια της Δανιμαρκίας, την οποία οι φιλοσοφούντες ονομάζουν «μεταφυσική». Κατ’ αρχάς, για να παραφράσουμε μια γνωστή ρήση, η μεταφυσική είναι «οι άλλοι» · η έννοια της μεταφυσικής κατά τους Νέους Χρόνους συνδυάστηκε με τις πιο αρνητικές συνδηλώσεις. Παράλληλα όμως, η μεταφυσική κατόρθωσε, μέσα από ποικίλες οβιδιακές μεταμορφώσεις, να επιβιώνει και πλέον εισέρχεται πλησίστια στον 21ο αιώνα.
Το φαινομενικό αυτό παράδοξο εξηγεί και αναλύει με θαυμαστή ενάργεια, σαφήνεια και πληρότητα ο Παναγιώτης Κονδύλης στο έργο του «Η Κριτική της Μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη», το οποίο επανεκδίδεται σε μια πολύ φροντισμένη έκδοση, σε ολοκληρωμένη πλέον μορφή, συμπεριλαμβάνοντας, στον δεύτερο τόμο, τις εξελίξεις κατά τον 19ο και 20ό αιώνα, σε εξαιρετική μετάφραση του Μιχάλη Παπανικολάου.
Τι εννοούμε όταν μιλάμε για «μεταφυσική»; Η απουσία ενός γενικά δεσμευτικού ορισμού δεν σημαίνει, κατά τον Κονδύλη, ότι αδυνατούμε να περιγράψουμε τα γενικά της γνωρίσματα. Η μεταφυσική στηρίζεται στη διάκριση ανάμεσα σε Υπερβατικό και Εμμενές – σε ένα υπερεμπειρικό Εκείθεν, που θεωρείται ως η «αληθινή» και ανόθευτη πραγματικότητα και συνάμα ως πηγή ηθικών-κανονιστικών αρχών, και στο εμπειρικό Εντεύθεν. Εργο της μεταφυσικής είναι η έλλογη σύλληψη του όντος, εμφανιζόμενη έτσι και ως έμπρακτη απόδειξη της παντοδυναμίας του Λόγου.
Η κριτική της μεταφυσικής κινήθηκε, κατ’ αναλογία, σε δύο επίπεδα. Στην πρώτη χρονολογικά, και πιο ήπια μορφή της, η διάκριση Υπερβατικού και Εμμενούς διατηρείται, αλλά είτε αμφισβητείται η δυνατότητα έλλογης σύλληψης του Υπερβατικού, οδηγώντας σε κάποια μορφή αγνωστικισμού, δηλαδή σε κάποια θεωρία που επικαλείται την περατότητα των γνωστικών δυνάμεων του ανθρώπου και, συνεπώς, τη μη γνωσιμότητα του «αληθινού» Οντος, είτε η μεταφυσική ερμηνεύεται ως λανθασμένη χρήση της γλώσσας που υποστασιοποιεί αφηρημένες έννοιες. Στη δεύτερη φάση της κριτικής, η διάκριση Υπερβατικού και Εμμενούς καταρρέει. Το ενδιαφέρον στρέφεται στο ερώτημα τι οδήγησε τον άνθρωπο σε μια τόσο παράλογη και αντίθετη προς την εμπειρία πεποίθηση. Και πάλι διακρίνονται δύο τάσεις. Πρώτον, η ιστορική-κοινωνιολογική, που βλέπει τη μεταφυσική ως ιδεολογία, με καρπό της την «ψευδή συνείδηση» και αποστολή της τη διατήρηση της εξουσίας των ισχυρών επί των αδυνάτων. Και δεύτερον, η ανθρωπολογική, που βλέπει τη μεταφυσική ως έκφραση μιας ανεκρίζωτης ανθρωπολογικής σταθεράς που υπηρετεί την ανάγκη του ανθρώπου για νόημα και προσανατολισμό μέσα στον κόσμο.
Στην εποχή της επιφανειακής και από δεύτερο χέρι γνώσης που διάγουμε, μια ευρεία σύνθεση που χαρακτηρίζεται από γνώση των πηγών στην πρωτότυπη γλώσσα εκπλήσσει ευφρόσυνα. Ο Κονδύλης ξεκινά από τη συμβολή των σχολαστικών, των νομιναλιστών και των ανθρωπιστών του όψιμου Μεσαίωνα για να φτάσει μέχρι την αναλυτική φιλοσοφία και τον υπαρξισμό του 20ού αιώνα.
Ετερογονία των σκοπών
Συνεχώς παρούσα είναι η ετερογονία των σκοπών. Κάθε πνευματικό κίνημα ξεκινά μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές αφορμές για να μεταμορφωθεί στην πορεία σε κάτι συχνά ριζικά διαφορετικό, μέσα από τη διαπάλη των ιδεών ή μάλλον των ανθρώπων που επικαλούνται ιδέες και προκρίνουν συνήθως την πολεμική αποτελεσματικότητα από τη λογική συνέπεια. Τα παραδείγματα αφθονούν. Ο νομιναλισμός ξεκινά ως προϊόν της αυγουστίνειας-φραγκισκανικής παράδοσης με θεολογική στόχευση και καταλήγει να θεωρείται κίνημα που προήγαγε το επιστημονικό κοσμοείδωλο. Η μαθηματική φυσική αποστρέφει το ενδιαφέρον της από τον αριστοτελισμό προς χάριν της μελέτης μιας ανατιμημένης πια Φύσης και καταλήγει στην κλασική μεταφυσική διάκριση, αν και με καινούργιο πλέον νόημα, ανάμεσα στην ουσία και στα συμβεβηκότα της. Ο θετικισμός και η αναλυτική φιλοσοφία ασκούν δριμεία κριτική στις καταχρήσεις της γλώσσας στις οποίες υποπίπτει η μεταφυσική, για να καταλήξουν να εισαγάγουν από τη μεριά τους, κρυφά και ασυνείδητα, μεταφυσικές αρχές, στον βαθμό που δεν μπορεί να υπάρξει άμεση συνάφεια μεταξύ γεγονότων και θεωρίας όπως την υποθέτει ο εμπειρισμός. Ο Κονδύλης διαπιστώνει πως ολόκληρη η σχετική επιχειρηματολογία βασίζεται στη συνεχή επίκληση «προφανειών», μολονότι το πρόβλημα της προφάνειας είναι ανεπίλυτο, καθώς βασίζεται σε «προ-ορθολογικές αποφάσεις».
Η μακρά διάρκεια την οποία εποπτεύει ο Κονδύλης τού δίνει τη δυνατότητα να αποδώσει τα εύσημα στους σχεδόν άγνωστους πια πρωτοπόρους στον χώρο της δυτικής φιλοσοφίας (π. χ. Lorenzo Valla, Ramus, Nizolio) αναδεικνύοντας την καίρια συμβολή τους και μετριάζοντας τη σημασία της συμβολής μεταγενέστερων φιλοσόφων που έκαναν αισθητή την παρουσία τους με ιδιαίτερα αυτάρεσκο και δυσανάλογο για το πραγματικό μέγεθος της συμβολής τους τρόπο (π. χ. Heidegger, Wittgenstein).
Νόημα, ταυτότητα, ισχύς
Αν ο Θεός είναι αυτός που εξήγαγε τον Ισραήλ εξ Αιγύπτου και ανέστησε τον Ιησού εκ νεκρών, όπως έγραψε ένας σύγχρονος θεολόγος, ο Θεός αυτός ουδέποτε εμφανίζεται στις σελίδες των μεγάλων μεταφυσικών συστημάτων, ούτε και σε αυτές των κριτικών τους. Ανάλογη είναι η εξέλιξη και στο επίπεδο της αρχαιοελληνικής μεταφυσικής. Αν αρχικά μεταφυσική σήμαινε τον σχολιασμό των «Μετά τα Φυσικά» και γενικότερα του αριστοτελικού corpus που υποβάσταζε το μεσαιωνικό κοσμοείδωλο, αργότερα η έννοια διαφοροποιείται και εναρμονίζεται με εξελίξεις και αιτήματα των Νέων Χρόνων.
Ετσι το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και ως ένα φιλοσοφικό Bildungsroman με πρωταγωνιστή τον νεωτερικό δυτικό άνθρωπο που παραμερίζει το παρελθόν προσποιούμενος ότι το ανασκεύασε. Ως προς τούτο, εξόχως διαφωτιστική είναι η καταληκτήρια ετυμηγορία του Κονδύλη για το παράδοξο που ήδη αναφέραμε: αυτό της συνεχούς παρουσίας της μεταφυσικής, παρά τα συντριπτικά χτυπήματα που της κατέφεραν οι κριτικοί της. Για τον Κονδύλη, αυτό που διασώζει τη βασική δομή της μεταφυσικής σκέψης, ακόμα κι όταν η διάκριση Υπερβατικού και Εμμενούς έχει υπερβαθεί, είναι η ανθρωπολογική ανάγκη για νόημα, ταυτότητα και ισχύ. Τέτοια έσχατα ερωτήματα δεν μπορούν να απαντηθούν όσο παραμένουμε στον χώρο της εμπειρίας. Ετσι οι πρωτοπόροι του νεότερου «αντιμεταφυσικού» ορθολογισμού ήταν αναγκασμένοι να καταφύγουν σε έννοιες όπως Φύση, Ανθρωπος, Λόγος, Ιστορία, οι οποίες είχαν μια υπερ-εμπειρική διάσταση, στο φως της οποίας βλεπόταν και αξιολογούνταν η εμπειρική. Οποιος δεν αρκείται στην περιγραφή της πραγματικότητας, αλλά φιλοδοξεί να διατυπώσει λόγο κανονιστικό, δηλαδή η σαρωτική πλειονότητα των ανθρώπων με σάρκα και οστά, όποιος διακατέχεται από το ζωτικό για την ανθρώπινη υπόσταση πάθος να δημιουργήσει μια κοίτη, μέσα στην οποία θα οδηγηθούν οι ανθρώπινες ελπίδες και οι φόβοι, αναπόδραστα εισέρχεται στα δίχτυα της μεταφυσικής όσο κι αν διαρρηγνύει τα μεταφυσικά του ιμάτια. Ανεξάρτητα του πώς ερμηνεύουμε τη φράση, εκκοσμικευμένα ή υπερβατικά, δεν μπορούμε να ζήσουμε κάτω από έναν άδειο ουρανό.
[Σύνδεσμος άρθρου:

Αρέσει σε %d bloggers: