Πέτρος Π. Θεοδωρίδης: Για το παρόν, ως την μετανεωτερική αίσθηση του χρόνου

Σχολιάστε

Umschlag-24-WEB-713x1024

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό  εξάντας, τεύχος 24/ Ιούνιος 2016

[Το δοκίμιο αναδημοσιεύεται εδώ με την άδεια του συγγραφέα]

Στη σύγχρονη εποχή, της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, πληροφορίας και τεχνολογίας έχει επέλθει για τον μεμονωμένο άνθρωπο, ως αποτέλεσμα κοσμογονικών  ιστορικών διεργασιών, μια καταπιεστική συμπίεση της αίσθησης του χρόνου. Ραγδαίες μεταβολές τόσο στο ευρύτερο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον όσο και στην ίδια της φύση της εργασίας έχουν μετατοπίσει το κέντρο βάρους σε ένα περισσότερο ανακυκλωμένο παρόν, ξεκομμένο από το παρελθόν και με διαρκή αβεβαιότητα για το μέλλον.

Για την κατανόηση και ερμηνεία του φαινομένου είναι απαραίτητη μια διαχρονική θεώρηση της διαδικασίας αυτής της μετάλλαξης, εξετάζοντάς την μέσα σε διάφορες διακριτές ιστορικές περιόδους.

Θα αναφερθώ  εν συντομία σε τρεις τύπους πολιτισμών και κοινωνιών, τον καθένα με την δική του αίσθηση και κατανόηση  της έννοιας του χρόνου. Φυσικά πρόκειται εδώ για ιδεατούς  τύπους που χρησιμεύουν περισσότερο ως χάρτες της πραγματικότητας παρά ως φωτογραφικές απεικονίσεις. Στις πραγματικές κοινωνίες οι  αισθήσεις του χρόνου, όπως και οι άλλοι κοινωνικοί δεσμοί  αλληλοπλέκονται. O ιδεατός τύπος απλώς μας βοηθά να κατανοήσουμε  την, κάθε φορά, κυρίαρχη  αίσθηση.

Ο χρόνος στις παραδοσιακές κοινωνίες

Ο πρώτος τύπος κοινωνίας που αφορούσε τις λεγόμενες  αγροτικές ή παραδοσιακές κοινωνίες  ήταν κυρίαρχος  από την εποχή της γεωργικής επανάστασης μέχρι την εποχή της τυπογραφίας, της εμφάνισης και σταδιακής εδραίωσης του καπιταλισμού και του απολυταρχικού κράτους του  16ου  αιώνα  και εντεύθεν, και υφίσταται ακόμα  σε πολλά μέρη του πλανήτη. Στην παραδοσιακή κοινωνία, η παράδοση ενείχε έναν  κανονιστικό–ηθικό χαρακτήρα  που της προσέδιδε μια δεσμευτική δύναμη. Η παράδοση αντιπροσώπευε όχι μόνο το είναι της αγροτικής κοινωνίας  αλλά και το τι πρέπει να γίνεται. Ο ηθικά δεσμευτικός  αυτός χαρακτήρας  της παράδοσης προσέφερε και στα άτομα ένα είδος «οντολογικής ασφάλειας».  Οι ταυτότητες, οι ρόλοι, τα άτομα ήξεραν τι και πώς να πράξουν: τους το υποδείκνυε η παράδοση.

Στις αγροτικές κοινωνίες η παράδοση γίνονταν και ένα μέσο παραγωγής ταυτότητας. Οι ορίζοντες του κόσμου της, οι ίδιες οι κοινωνικές συνθήκες έπειθαν τον παραδοσιακό άνθρωπο-αγρότη,  ότι το μέλλον θα είναι όμοιο με το παρόν. Η αίσθηση  του χρόνου  στην προνεωτερική  παραδοσιακή κοινωνία  επηρεάζονταν και από τον τύπο επικοινωνίας, καθώς η επικοινωνία γινόταν κυρίως προφορικά (η χρήση της γραφής  περιοριζόταν σε κύκλους λογίων και γραφειοκρατών). Όταν επικοινωνώ προφορικά, βλέπω τον συνομιλητή μου στον ίδιο χώρο,  βρίσκομαι μαζί του στον ίδιο χρόνο. Έτσι στην παραδοσιακή προφορική κοινωνία ο χώρος και ο χρόνος επικοινωνιακά ταυτίζονταν και ο χρόνος γίνονταν ένας κλειστός εσωστρεφής χρόνος, αντιστρεπτός και ανακυκλώσιμος, ώστε να προσιδιάζει στον αγροτικό τρόπο παραγωγής, περιορισμένος  στην ζωή της κοινότητας .

Ο αγροτικός χρόνος είναι φυσικός χρόνος. Οι μεγάλες διαιρέσεις είναι η μέρα, η νύχτα και οι εποχές[1].  Δίπλα στον αγροτικό χρόνο επιβάλλονται και άλλοι χρόνοι: ο αρχοντικός και ο κληρικός. Ο μεσαιωνικός κλήρος κυρίως, είναι ο κύριος των δεικτών του χρόνου. Οι καμπάνες σημαίνουν τον μεσαιωνικό χρόνο για «να μπορούν να πληροφορούν για την ώρα αλλά και να θυμίζουν στους ανθρώπους ότι είναι θνητοί και να φέρνουν στο μυαλό τους την ανάσταση νεκρών και την Έσχατη κρίση»[2].

Νεωτερική κοινωνία και αφηρημένος χρόνος: Το ρολόι

Το δεύτερο παράδειγμα κοινωνίας, είναι οι νεωτερικές κοινωνίες. Η νεωτερικότητα «αναφέρεται σε τρόπους κοινωνικής ζωής, ή οργάνωσης, που αναδύθηκαν στην Ευρώπη γύρω στον 17ο  αιώνα και στην συνέχεια εξαπλώθηκαν, λίγο πολύ, σε ολόκληρο τον κόσμο»[3],  πού χαρακτηρίζονται από τον τεμαχισμό της παλαιάς, ομοιογενούς κοσμοαντίληψης, σε μια σειρά διακριτών τομέων της σκέψης και της ανθρώπινης δραστηριότητας, της οικονομίας, της οικογένειας.  Η νεωτερική κοινωνία χαρακτηριζόταν εξαρχής από μια «εξισωτική τοπολογία». Ο κοινωνικός και πολιτικός κόσμος, παύει να χωρίζεται σε τομείς όπου ισχύουν διαφορετικοί νόμοι, συνήθειες, έθιμα ή τελετουργίες. Η νεώτερη βιομηχανική κοινωνία απαιτεί από τους ανθρώπους να είναι «συμβατοί» και «ομοιογενείς» ώστε να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της έντονης κοινωνικής κινητικότητας [4]. Η νεωτερικότητα έτσι αποτελεί και μια «επιπεδοχώρα», όπου «όλα τα πράγματα, έμψυχα και άψυχα, ανεξάρτητα από το σχήμα τους παρουσιάζουν στο βλέμμα μας την ίδια σχεδόν εμφάνιση, δηλαδή μιας ευθείας γραμμής»[5]

Αν στην παραδοσιακή (μεσαιωνική) αντίληψη επικρατούσε η αξεδιάλυτη συνύφανση παρελθόντος και μέλλοντος εντός του παρόντος, στην νεώτερη κατανόηση του χρόνου, παρελθόν, παρόν και μέλλον σαφώς διαχωρίζονται, ως τμήματα μιας διαδοχικής προοδευτικής ανέλιξης.  Αρχικά το μέλλον (ως ουτοπία) και αργότερα το παρελθόν (ως παράδοση) γίνονται πεδία αναφοράς, νοηματοδότησης του παρόντος. Ο χρόνος παύει να θεωρείται πεπερασμένος και κλειστός, γίνεται άπειρος, ομοιόμορφος, μετρήσιμος χρόνος, με την ώρα και το λεπτό.

Η νεωτερικότητα λοιπόν,  χαρακτηρίζεται από μια μηχανική και όλο και πιο ομοιόμορφη αίσθηση του χρόνου, ως η εποχή του ρολογιού. Γύρω στα τέλη του 16ου αιώνα, οι περισσότερες αγγλικές ενορίες είχαν από ένα ρολόι που σήμαινε δυνατά τις ώρες.  Κατά την δεκαετία του 1790 στη Δυτική Ευρώπη, τα ρολόγια χεριού και τοίχου ήταν πολύ διαδεδομένα και άρχισαν να τα θεωρούν περισσότερο αντικείμενα πρώτης ανάγκης παρά είδη πολυτελείας. Ένα ρολόι τοίχου ή χεριού δεν ήταν μόνο κάτι χρήσιμο αλλά και κάτι που έδινε κύρος στον κάτοχό του [6].  Με το ρολόι ο χρόνος μετριέται πλέον μέσω των διαστημάτων που διανύει ο δείκτης. Έτσι ολοκληρώνεται «η αντικατάσταση του «οργανικού» χρόνου της άμεσης εμπειρίας από τον αφηρημένο μαθηματικό χρόνο, που μετριόταν με τις μονάδες μιας βαθμονομημένης κλίμακας»[7].

Το άδειασμα όμως του χρόνου (και του χώρου) από το νόημα που είχαν στην παραδοσιακή κοινωνία βιώθηκε (και βιώνεται  ακόμη) ως διαδικασία βίαιη και καταστροφική του κοινωνικού δεσμού, [8] προκαλεί συναισθήματα ανασφάλειας και άγχους. Η νεωτερική αίσθηση του χρόνου μετέβαλε και την αντίληψη μας για το υποκείμενο: τον αποδεσμευμένο, ατομικό εαυτό, η ταυτότητα του οποίου ανασυγκροτείται στη μνήμη. Η ζωή του καθενός -που  στην παραδοσιακή προνεωτερική κοινωνία  προστατευόταν  από  την «οντολογική» ασφάλεια που προσέφερε η  επανάληψη της παράδοσης – στην νεωτερικότητα έπρεπε να βιωθεί ως αυτοεξιστόρηση. Η ιστορία του καθενός πια στην νεωτερικότητα έπρεπε να αντληθεί από τα ιδιαίτερα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής της ίδιας της ζωής, ως μια αλληλουχία δρώμενων στον κοσμικό «άδειο», «ομοιογενή» χρόνο. Η ζωή σε κάθε στιγμή  θεωρήθηκε ως η αιτιατή συνέπεια αυτού που έχει διαδραματισθεί προηγουμένως. Όπως το διατυπώνει ο  Ch. Taylor, «το νόημα της ζωής θεωρείται (στη νεωτερικότητα) ως κάτι που εκτυλίσσεται μέσω γεγονότων» [9].

Ο χρόνος στην νεωτερικότητα εξορθολογίζεται, τεμαχίζεται  σε ομοιόμορφα  τμήματα, μετριέται πια με το ρολόι και το ημερολόγιο. Επιπλέον, καθώς άδειαζε από το περιεχόμενο που του  προσέδιδε η παράδοση,  άρχισε να γίνεται εξατομικευμένος. χρόνος που έδινε τη δυνατότητα  στους ανθρώπους να σκέπτονται τη ζωή τους ως αφήγηση – όχι τόσο του τι θα τους συμβεί  υποχρεωτικά, όσο του πώς θα τους συμβεί. Τους επέτρεπε, λόγου χάρη, να προσδιορίζουν ποια θα είναι τα στάδια μιας  καριέρας, να συσχετίζουν την μακρόχρονη υπηρεσία  σε μια εταιρεία  με συγκεκριμένα  βήματα  αυξημένου πλούτου.

Ο εξορθολογισμένος χρόνος προκάλεσε βαθιά τομή στην υποκειμενική ζωή. Ο άνθρωπος προετοιμαζόταν  για την ισόβια συμπεριφορά του ως μέρος  σε μια  ιεραρχική  κλίμακα: το άτομο προαγόταν, υποβιβάζονταν ή παρέμενε στάσιμο αλλά υπήρχε  πάντα  ένα σκαλοπάτι για να πατήσει. Όπως  και στον στρατό, έτσι και σε μια γραφειοκρατία (κρατική  ή των μεγάλων εταιρειών), η αποτελεσματική εξουσία διαμορφωνόταν με μορφή πυραμίδας, όπου κάθε αξίωμα, κάθε τμήμα, ενείχε συγκεκριμένη λειτουργία. Ο βιωμένος  χρόνος   σε έναν οργανισμό  με παγιωμένες λειτουργίες  «είναι σαν να ανεβαίνεις ή να κατεβαίνεις αργά  την σκάλα  ενός σπιτιού που δεν έχεις σχεδιάσει ο ίδιος»· ζεις  στο σχέδιο που έχει κάνει κάποιος άλλος για τη ζωή σου. Έτσι, η μεγαλύτερη κληρονομιά  που μας άφησε το μοντέλο του γραφειοκρατικά-στρατιωτικά οργανωμένου καπιταλισμού του  19ου και 20ου  αιώνα, ήταν ο οργανωμένος χρόνος που πλαισίωνε την ζωή, προσφέροντας στους ανθρώπους μια αφήγηση  του βίου όπου το άτομο  έχει  συγκεκριμένη σημασία  για  τους   άλλους [10].

«Ρευστή νεωτερικότητα» και χρόνος:  Παροντισμός

Η αίσθηση αυτή του σταθερού οργανωμένου χρόνου μεταλλάχθηκε ριζικά στην εποχή μας, στην σύγχρονη, (μετα- )νεωτερικοτητα ή «ρευστή νεωτερικότητα» όπως  την αποκαλεί ο Z. Bauman.  Η σύγχρονη μετανεωτερικότητα έχει ως αφετηρία  μια σειρά από κοσμοϊστορικές αλλαγές, οι οποίες συνέβησαν στη δεκαετία του 1990: Στην κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, στον πόλεμο του Κόλπου που ξέσπασε τον Ιανουάριο του 1991 και που, σύμφωνα με κάποιους διανοητές, «δεν συνέβη ποτέ», παρά μόνο μεταδίδονταν σε καθημερινές συνέχειες σε όλον τον κόσμο με την ευγενική χορηγία του CNN, την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τους πολέμους που ακολούθησαν. Η δεκαετία του ’90 σημαδεύτηκε από την κατάρρευση των ορίων ανάμεσα στο «εμείς» και το «άλλο». Το «άλλο», και ο φόβος πού το συνοδεύει, βρέθηκε στον δυτικό κόσμο κοντά μας, ανάμεσα μας, ως μετανάστης ή πρόσφυγας, ως φόβος της ανεργίας και της κοινωνικής υποβάθμισης, ως καταστροφή του περιβάλλοντος. Αυτό πού πριν φάνταζε σαν σταθερό συλλογικό εμείς σήμερα όλο και περισσότερο θυμίζει κινούμενη άμμο. Η δεκαετία του ’90 εμφανίσθηκε και ως θρίαμβος του ατομικισμού. Κατέληξε στον θρίαμβο του κομφορμισμού και της ετερονομίας,  συνοδεύτηκε και από μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα φόβου και ένα συντριπτικό αίσθημα αβεβαιότητας.  Ορισμένοι από τους παράγοντες που ευθύνονται γι αυτό το αίσθημα αβεβαιότητας – έγραφε ο Z Bauman στις αρχές της δεκαετίας του 1990 – ήταν (και είναι):

Πρώτον:  Η νέα αταξία στον κόσμο. Ύστερα από μισό αιώνα ξεκάθαρων διαχωριστικών γραμμών και στρατηγικών ήρθε ένας κόσμος χωρίς ορατή δομή και χωρίς καμία,  έστω και απειλητική, λογική.

Δεύτερον: Η παγκόσμια απορύθμιση, ο παραλογισμός και η ηθική τύφλωση του αγοραίου ανταγωνισμού, η απεριόριστη ελευθερία που παραχωρήθηκε στο Κεφάλαιο, το κομμάτιασμα των δημιουργημένων  και μέχρι πρόσφατα συντηρούμενων από την κοινωνία προστατευτικών δικτύων, καθώς και η απάρνηση όλων των λογικών επιχειρημάτων, πέραν των οικονομικών, έδωσαν μια νέα ώθηση  στην αμείλικτη διαδικασία πόλωσης, που κάποτε αναχαιτίσθηκε μέσα από το νομικό πλαίσιο του κράτους πρόνοιας, καθώς και από τη διαπραγματευτική ισχύ των εργατικών σωματείων. Σήμερα καμία δουλειά δεν είναι εγγυημένη, καμία θέση δεν είναι απόλυτα αξιόπιστη, η πείρα και η τεχνογνωσία μόλις αποκτηθούν μετατρέπονται σε μειονέκτημα και οι δελεαστικές σταδιοδρομίες συχνά αποδεικνύονται μονοπάτια που οδηγούν στην αυτοκτονία.

Τρίτον: Τα αλλά δίκτυα προστασίας, που είχαν δημιουργηθεί και συντηρηθεί από την κοινωνία, αυτές οι δεύτερες γραμμές χαρακωμάτων που προσέφερε η γειτονιά, η οικογένεια, και όπου μπορούσε κανείς να αποτραβηχτεί για να επουλώσει τις πληγές του από τις αψιμαχίες της αγοράς, αν δεν έχουν καταρρεύσει, έχουν τουλάχιστον εξασθενίσει σε μεγάλο βαθμό. Γι αυτή την εξέλιξη ευθύνονται εν μέρει οι πραγματιστικές αλλαγές στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων, που τώρα κυριαρχούνται πέρα για πέρα από το πνεύμα του καταναλωτισμού, ορίζοντας τον άλλο ως εν δυνάμει πηγή ευχάριστων εμπειριών [11]

Σήμερα δεν  υπάρχουν πια πλαίσια αναφοράς για μακροπρόθεσμα σχέδια ζωής. τα άτομα πρέπει να γίνουν ευέλικτα και ευπροσάρμοστα, ώστε να είναι συνεχώς έτοιμα και πρόθυμα  να εγκαταλείψουν τις δεσμεύσεις και πίστεις χωρίς συναίσθημα και  σκέψη. Ο καταναλωτισμός βρίσκεται στην  πηγή της ρευστοποίησης του μέχρι πρότινος «αντικειμενικού» κόσμου . Στην «ρευστή » νεωτερικότητα δεν υφίσταται καν εξωτερικό όριο,  άρα ούτε και αντικειμενικός κόσμος: υφίστανται μόνο επιθυμίες και αντικείμενα  προς κατανάλωση.

«Αυτό που με εκπλήσσει είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο δίχως στερεή πραγματικότητα», έγραφε ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Κρίστοφερ Λας. «Θεωρώ τον κόσμο, μέσα στον οποίο ζούμε, εξαιρετικά ασταθή, πρόκειται για έναν κόσμο που αποτελείται από φευγαλέες εικόνες και που τείνει όλο και περισσότερο – εν μέρει, νομίζω, χάρη στην τεχνολογία των μαζικών μέσων επικοινωνίας – να αποκτήσει έναν παραισθησιογόνο χαρακτήρα: ένα είδος κόσμου από φανταστικές εικόνες, σε αντίθεση με έναν κόσμο πραγματικών αντικειμένων τα οποία να διαρκούν περισσότερο από εμάς [….] Τα όρια ανάμεσα στο Εγώ και τον περιβάλλοντα κόσμο τείνουν να συγχέονται όλο και περισσότερο.(…)» [12].  Ενώ  σε άλλο βιβλίο του ο Λας  έγραφε:   «Ο καταναλωτής ζει περιτριγυρισμένος  όχι τόσο από πράγματα  όσο από φαντασιώσεις.  Ζει σε έναν κόσμο  που δεν έχει  αντικειμενική  ή ανεξάρτητη  ύπαρξη και φαίνεται να υπάρχει  μόνο  για να ικανοποιεί  ή να ματαιώνει τις επιθυμίες του»[13].

Ο χρόνος στην εποχή του ιντερνέτ

Στην «ρευστή»  σύγχρονη νεωτερικότητα  η διάδοση του ιντερνέτ ευνοεί την εξάπλωση της κουλτούρας του Ναρκισσισμού με έναν τρόπο που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ο Κρίστοφερ Λας στα 1979, όταν έγραφε το ομώνυμο βιβλίο. Με το ιντερνέτ μπορείς να έχεις άμεση  πρόσβαση σε εκατομμύρια αρχεία, μουσικές, βιβλία από οπουδήποτε, έτσι ώστε η  ουτοπία να πραγματώνεται με έναν κυριολεκτικό τρόπο: είσαι παντού σε πραγματικό χώρο, στο Τώρα.

Σήμερα πια – σύμφωνα με τον Richard Sennett – η οργανωμένη πλαισίωση του κοινωνικού χρόνου καταρρέει. Έχουμε το τέλος της ισόβιας απασχόλησης, αφού μια επαγγελματική καριέρα εξαντλείται ολοένα και λιγότερο στον ιδιωτικό  τομέα  εντός μιας επιχείρησης ενώ στον δημόσιο τομέα, τα κρατικά δίκτυα  πρόνοιας και ασφάλειας έχουν γίνει περισσότερο βραχύβια  και ασταθή.  Έτσι π.χ., οι  νεαροί προγραμματιστές  της Silicon Valley, που στις  αρχές  της δεκαετίας του ’90 είχαν  μεθύσει με τις δυνατότητες  της τεχνολογίας και την προοπτική πλουτισμού, όταν έσκασε η φούσκα των dot  com, το 2000,  ανακάλυψαν  ξαφνικά  τον χρόνο, τον άμορφο χρόνο, που προηγουμένως τους  χαροποιούσε, την έλλειψη κανόνων για το πώς να προχωρήσουν, πώς να πάνε μπροστά.  Η νέα σελίδα τους  ήταν λευκή. Σ’ αυτήν την περιοχή μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, απομονωμένοι, ανακάλυψαν την αποτυχία.

Ο Sennett υποδεικνύει ορισμένες  αλλαγές  που δείχνουν το πώς άλλαξε η πυραμιδική στρατιωτικοποιημένη δομή του καπιταλισμού. Μια από αυτές αφορά στη μετάβαση από την εξουσία των διευθυντών στην εξουσία των μετόχων, στις μεγάλες εταιρίες. Οι επενδυτές σχημάτισαν αυτό που συχνά αποκαλείται  «ανυπόμονο κεφάλαιο»: επιθυμούσαν  μάλλον βραχυπρόθεσμα παρά μακροπρόθεσμα αποτελέσματα και  γρήγορα άρχισαν να πιέζουν για άμεσα  κέρδη. Δείχτης των  αποτελεσμάτων των  εταιρειών  έγινε πια η τιμή της μετοχής και όχι τα μερίσματα. Η αγοραπωλησία μετοχών σε μια ανοιχτή, ρευστή αγορά είχε ταχύτερες και μεγαλύτερες αποδόσεις σε σύγκριση με την διατήρηση μετοχών μακροχρόνια Έτσι  π.χ. «ενώ το 1965 τα  αμερικανικά συνταξιοδοτικά  ταμεία διατηρούσαν  τις μετοχές  κατά μέσον όρο επί 46 μήνες, το 2000 μεγάλο μέρος του χαρτοφυλακίου   αυτών των θεσμικών επενδυτών εκχωρούνταν κατά μέσον όρο  ανά 3,8 μήνες». Ασκήθηκε  λοιπόν, τεράστια πίεση στις εταιρείες  να φαίνονται «ωραίες» στα μάτι του περαστικού ηδονοβλεψία». Ωραία ήταν η εταιρεία που παρουσίαζε ενδείξεις εσωτερικών αλλαγών και ευελιξίας, που έδινε την εντύπωση ότι ήταν δυναμική,  ακόμα και όταν  η κάποτε  σταθερή εταιρεία   λειτουργούσε τέλεια: «η σταθερότητα  της εταιρείας κατάντησε αρνητικό  και όχι θετικό  χαρακτηριστικό για τις επενδύσεις· ερμηνευόταν ως ένδειξη αδυναμίας, που υποδήλωνε στην αγορά ότι η εταιρεία  αδυνατούσε να καινοτομήσει ή να βρει νέες ευκαιρίες ή να διαχειριστεί με άλλον τρόπο τις αλλαγές». Έτσι «η προθυμία να αποσταθεροποιήσεις  την ίδια σου την επιχείρηση θεωρήθηκε ως …. θετική ένδειξη», [14]  «δείγμα δυναμισμού».

Από  μια άλλη οπτική, ο Maurizio Lazzarato αποδίδει την  τωρινή αίσθηση του ανακυκλώσιμου «παροντικού» χρόνου στην επέκταση της χρηματοπιστωτικής οικονομίας. Ενώ στο Μεσαίωνα – σύμφωνα με τον Lazzarato  – ο χρόνος ανήκε στον Θεό, σήμερα, ως δυνατότητα, δημιουργία, επιλογή και απόφαση, είναι το κύριο αντικείμενο της καπιταλιστικής ιδιοποίησης. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα φροντίζει ώστε οι μόνες δυνατές επιλογές και αποφάσεις να είναι αυτές του χρήματος που γεννά χρήμα, της παραγωγής για την παραγωγή.«Όλη η χρηματοπιστωτική καινοτομία» – γράφει ο Lazzarato – «δεν έχει παρά ένα σκοπό: να διαθέτει προκαταβολικά το μέλλον αντικειμενοποιώντας το. Η αντικειμενοποίηση αυτή είναι εντελώς άλλου τύπου από εκείνη του χρόνου εργασίας: αντικειμενοποίηση του χρόνου, προκαταβολική διάθεσή του, σημαίνει υπαγωγή κάθε δυνατότητας επιλογής και απόφασης, την οποία κρύβει το μέλλον, στην αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας. […] Η αλλόκοτη αίσθηση ότι ζούμε σε μια κοινωνία χωρίς χρόνο, χωρίς δυνατότητα, χωρίς ορατή ρήξη βρίσκει την κυριότερη εξήγηση της στο χρέος» [15].

Σήμερα «κάθε επίτευγμα δεν είναι παρά ένα ωχρό αντίτυπο του πρωτοτύπου. Το «σήμερα» δεν είναι παρά ένα ατελέστατο προμήνυμα του αύριο, η υποδεέστερη, παραμορφωμένη αντανάκλαση του. Αυτό που συμβαίνει ακυρώνεται προκαταβολικά από αυτό που θα συμβεί [16].Πέρα από την επιτάχυνση χαρακτηριστικό  της κρίσης  της σημερινής   εποχής   είναι και «η χρονική  εξάρθρωση.  [….] Ο χρόνος αποσυντίθεται  σε μιαν  απλή αλληλουχία στιγμιαίων, εξατομικευμένων παρόντων […] γίνεται αθροιστικός  και κενώνεται από κάθε αφηγηματικότητα» [17].

Χρόνος και κοινωνική αμνησία

Την εποχή μας την χαρακτηρίζει η παροντική αίσθηση του χρόνου και η κοινωνική αμνησία. Σήμερα η  επανάληψη συνυπάρχει μαζί με την αίσθηση ενός χρόνου που δε θυμάται το παρελθόν ούτε προσβλέπει στο μέλλον, ενός χρόνου που ανακυκλώνεται σε ένα αιώνιο παρόν. Την «παροντοποίηση»  αυτή του χρόνου μπορούμε να δούμε και ως συνέχιση και γενίκευση μιας τάσης που διέκρινε – ήδη από τη δεκαετία του 1970 – ο Κρίστοφερ Λας στην αμερικανική κοινωνία. «Το κυρίαρχο πάθος είναι να ζεις τη στιγμή, να ζεις για τον εαυτό σου όχι για τους προγόνους ή τους απογόνους σου» [18].

Στην εποχή μας «έχουμε πια να κάνουμε με ένα παρελθόν λησμονημένο η υπερβολικά μνημονευόμενο, μ’ ένα μέλλον που είτε έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τον ορίζοντα ή είναι πρώτα και κύρια απειλητικό, μ’ ένα παρόν που είτε αναλώνεται αδιάκοπα στην αμεσότητα της στιγμής ή είναι σχεδόν στατικό κι ατέρμονο,  σχεδόν αιώνιο» [19]. Η αίσθηση του ότι βουλιάζουμε σε ένα παρόν που διαρκώς ανακυκλώνεται, φτάνει πια, στις μέρες μας στην ολοκλήρωσή του. Από την μια, ως ο χρόνος της κυκλοφορίας του Κεφαλαίου: καθαρός, στεγανοποιημένος, μονοδιάστατος. Σαν παιδικό παιχνίδι το παρόν  γίνεται ο χρόνος μιας ανακυκλούμενης αμνησίας ως «επιπεδοχώρα», ως «χρόνος–καρτούν».
Από τη άλλη ως ο χρόνος της εργασίας, που παραμένει αποκομμένος στο παρόν, χωρίς προοπτικές καλυτέρευσης, να τον χαρακτηρίζει ένα διαρκές άγχος για το μέλλον. Ζώνες ανεργίας, ζώνες εργασίας, η επισφάλεια γενικεύεται μαζί με την αίσθηση ενός χρόνου-ποντικοπαγίδα, χρόνου όλο και πιο λεπτού, σαν τσιγαρόχαρτο.

Λεπτή εποχή, που λεπταίνει περισσότερο .σαν τους πάγους της λίμνης έτοιμους να σπάσουν την άνοιξη. Γιατί μόνο στην εποχή μας παραμένει ως μόνη διάσταση του χρόνου – για όλους μας – η πιο λεπτή, η πιο εύθραυστη, η πιο ανύπαρκτη : Το παρόν.


Επιμύθιο

Στην παραδοσιακή κοινωνία το παρόν ενείχε την αίγλη της παράδοσης, της επανάληψης της σταθερότητας. Το παρόν ήταν απλή επανάληψη του παρελθόντος. Στην νεωτερική κοινωνία το παρόν θεωρούνταν απλώς αναγκαία μεταβατική περίοδος για την οικοδόμηση του ελπιδοφόρου μέλλοντος. Μόνο στην  μετανεωτερική εποχή μας το παρόν, που πάλι είναι το μόνο που υπάρχει, στερείται και της αύρας του παρελθόντος και της ελπίδας του μέλλοντος.  Και αυτό κάνει το παρόν σχεδόν αβάσταχτο. Σήμερα ζούμε ένα παρόν χωρίς την ελπίδα ενός μέλλοντος και χωρίς το προστατευτικό κουκούλι της παράδοσης. Ένα παρόν φευγαλέο αλλά και ανακυκλώσιμο, παρόν αιωνιότητα, μια αιωνιότητα της στιγμής, ένα παρόν εφιάλτη. Στους αιώνες που θα έρθουν  κάποιος μελλοντικός ιστορικός θα γράψει   για τον  πολιτισμό μας : Να άλλος ένας πολιτισμός που νόμιζε πως θα ήταν ο τελευταίος!

Πέτρος Θεοδωρίδης, Θεσσαλονίκη

Βιβλιογραφικές  αναφορές

  • Jacques le Goff, Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής δύσης, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, Θεσσαλονίκη, εκδ. Βάνιας, 1993
  • Ε. Π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες,  1994
  • Θόδωρος Κουτσουμπός, Έννοιες του χρόνου: από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία στη σύγχρονη φυσική , εκδόσεις Γαβριηλίδη,  Αθήνα 2010 .
  • Πέτρου Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας: έθνος ,νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Αντιγόνη 2004.
  • Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γέννηση της νεωτερικής ταυτότητας, (1989) μτφ Ξενοφών Κομνηνός, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2007,
  • Richard Sennett, Η κουλτούρατου νέου καπιταλισμού, (2006) μτφ Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδ. Σαββάλας,  Αθήνα   2008,
  • Ζygmunt Bauman Η Μετανωτερικότητα και τα δεινά της, μτφ Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ.  Ψυχογιός, Αθήνα 1992
  • Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης, Ζαν Κλωντ Μισεά, Η κουλτούρα του εγωισμού, μετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014.
  • Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός,(πρώτη έκδοση 1984) Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006
  • Maurizio Lazzarato,  Η  κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου: δοκίμιο  για την νεοφιλελεύθερη κατάσταση, (2011) μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2014

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Jacques le Goff, Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής δύσης, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, Θεσσαλονίκη, Βάνιας 1993, 248-249.

[2] Ε.Π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς,  εκδ. Νησίδες,  1994 σ. 16,17.

[3]  A. Giddens, The Consequences of Modernity, Polity Press, (1991) 1992,p 1.

[4] Ernest Gellner, Nations and Nationalism (1983) Basil Blackwell, Oxford,1988,: p 63,  κ.ε.

[5] Έντουιν Άμποτ , Η  Επιπεδοχώρα:  Μυθιστορία πολλών διαστάσεων , μτφ Τάσος Δαρβέρης, εκδ. Επιλογή, Θεσσαλονίκη χ.χ., σ.39.

[6]Ε. Π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς,  εκδ. Νησίδες,  1994, σ. 25.

[7] Αναφέρεται στο: Θόδωρος Κουτσουμπός, Έννοιες του χρόνου: από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία στη σύγχρονη φυσική , εκδόσεις Γαβριηλίδη,  Αθήνα 2010, σ 139.

[8] βλ σχετικά Πέτρου Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας: έθνος νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Αντιγόνη 2004, εισαγωγή.

[9] Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γέννηση της νεωτερικής ταυτότητας, (1989) μτφ  Ξενοφών Κομνηνός, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2007,σελ  σ 470.

[10] Richard Sennett, Η κουλτούρα  του νέου καπιταλισμού, (2006) μετάφραση: Τρισεύγενη  Παπαϊωάννου, Σαββάλας  Αθήνα   2008, σελ.  31-44.

[11] Ζygmunt Bauman, Η Μετανωτερικότητα και τα δεινά της, μτφ Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 1992,  σ 53-56.

[12] Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης, Ζαν Κλωντ Μισεά, Η κουλτούρα του εγωισμού, μετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014, σ.27.

[13] Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός,(πρώτη έκδοση  1984) Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006   σ. 24.

[14] Richard Sennett ,ο.π.,σελ.  35-48.

[15] Maurizio  Lazzarato, Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου: δοκίμιο για την νεοφιλελεύθερη κατάσταση, μετάφραση:  Γιώργος Καράμπελας,  Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2014 , σ. 69.

[16] Z. Bauman,ο.π., σ 140-141.

[17] Μπιούγκ – Τσούλ  Χαν , Η κοινωνία της Κόπωσης , μτφ  Ανδρέας  Κράουζε , Opera cogito  2015,  σ.  68.

[18] Κριστοφερ Λας ,Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, μτφ Βασίλης Τομανάς, Νησίδες χ.χ. (1978), σ 15.

[19] Francois Hartog Καθεστώτα Ιστορικότητας:  Παροντισμός και εμπειρίες του χρόνου (2003) μτφ. Δημήτρης Κουσουρής,  εκδ. Αλεξάνδρεια, 2014, σ. 33.

Advertisements

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Φαντασιώσεις και Όνειρα]

Σχολιάστε

11059327_923778654348244_5355779229361845557_n

ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 35,  Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος Μάρτιος 2015.

Παρουσίαση του τεύχους 35 του ΕΝΕΚΕΝ  εδώ.

Από το δοκίμιο του Πέτρου Θεοδωρίδη «Όνειρα, Εφιάλτες, Φαντασιώσεις» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 35 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ επισημαίνουμε την ακόλουθη φράση:

Οι φαντασιώσεις συγκαλύπτουν την αλήθεια μας, ενώ τα όνειρα την ξεσκεπάζουν. 

Πέτρος Θεοδωρίδης«Όνειρα, Εφιάλτες, Φαντασιώσεις», στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 35, Ιανουάριος- Μάρτιος 2015, σελ. 76.

Δείτε αποσπάσματα από το ανωτέρω δοκίμιο εδώ και εδώ.

Νεοφιλελευθερισμός και Χριστιανισμός στον καιρό της Αυτοκρατορίας (ένα σημαντικό δοκίμιο του Δ. Σταματόπουλου)

Σχολιάστε

t131

Σύναξη: Τριμηνιαία έκδοση σπουδής στην Ορθοδοξία, τεύχος 131, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2014.

Απόσπασμα από το Προλογικό σημείωμα (σελ. 3-4):

(…) Η οικονομική δοκιμασία και η αποσάθρωση που ζουν χώρες ολόκληρες, εκπλήσσουν, μα στην πραγματικότητα δεν είναι διόλου έκπληξη. Όλο αυτό που ονομάζεται κρίση δεν είναι ένας μετεωρίτης από το υπερπέραν, αλλά πλευρά της ίδιας της λειτουργίας του κυρίαρχου οικονομικού συστήματος. Το να τρώει τα παιδιά του ο μανιακός καπιταλισμός συμπίπτει με το ότι είναι αυτός που είναι. (…)

(…) Για να συζητήσει κανείς τον Νεοφιλελευθερισμό ως συγκεκριμένη, σημερινή ιδεολογία και πρακτική, πρέπει να επικεντρωθεί στα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του και να μην παρασύρεται από την παλαιότερη, πολύ γενική και καθημερινή χρήση του όρου «φιλελεύθερος», η οποία αόριστα δηλώνει τον εραστή ελευθεριών και αντίπαλο τυραννικών καθεστώτων, με πολύ μεγάλη ποικιλία όσον αφορά το ιδεολογικό περιεχόμενο και τις κοινωνικές συγκυρίες.(…) Υπάρχει διαφορά μεταξύ του Νεοφιλελευθερισμού και του Φιλελευθερισμού, ο οποίος είναι επίσης σύγχρονος όρος, που χαρακτήρισε τα πολιτικά και οικονομικά πράγματα επί πολλές δεκαετίες. Αντίθετα προς τον πρώτο, ο δεύτερος αναγνωρίζει ρυθμιστικό ρόλο στο κράτος και στον κοινοβουλευτισμό, σε διάφορες μεν ποσοστώσεις και παραλλαγές, αλλά πάντως δεν τα θεωρεί ενεργούμενα της αγοράς.(…)

***

Απόσπασμα από το σημαντικό  δοκίμιο του Δ. Σταματόπουλου «Νεοφιλελευθερισμός και Χριστιανισμός στον καιρό της Αυτοκρατορίας»  (Σύναξη 131, σελ. 52-57):

[Σύναξη 131, σελ. 55] (…) Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού σημάδεψε ακριβώς το πέρασμα από τα κλειστά σύνορα των εθνικών κρατών του 20ου αιώνα στον ανοιχτό αποεδαφικοποιημένο αυτοκρατορικό χώρο του σύγχρονου κόσμου. Εκ των πραγμάτων ο Νεοφιλελευθερισμός θα δει και τον Χριστιανισμό και τη θρησκεία γενικά ως «αγαθό», και μάλιστα καταναλωτικό αγαθό. Δεν θα αρκεστεί να αμφισβητήσει το κρατικό μονοπώλιο της θρησκείας αλλά θα αποδεχθεί την αναγκαιότητα της για τη συναισθηματική ολοκλήρωση των κατακερματισμένων ψυχών που ο ίδιος δημιουργεί. Όπως κάποτε η χεγκελιανή προοπτική έβλεπε στη θρησκεία, και ειδικά στον Χριστιανισμό, την αναπλήρωση της ηθικής τελειότητας του αστικού κράτους, έτσι και ο Νεοφιλελευθερισμός στη γενική του επίθεση εναντίον του τελευταίου θα αναγνωρίσει την παραπληρωματικότητα της θρησκείας στην θεραπευτική λειτουργία πασχόντων καταναλωτικών υποκειμένων. Ωστόσο αυτή η υποβίβαση  της θρησκείας από την εργαλειακότητα του κράτους στην εργαλειακότητα της αγοράς δεν πρέπει να μας εμποδίσει να σκεφτούμε πάνω στη μεγάλη ομοιότητα των δυο, Χριστιανισμού και Νεοφιλελευθερισμού: ότι αποτέλεσαν ιδεολογικά οχήματα μέσα από τα οποία εμπεδώνονται αυτοκρατορικοί κόσμοι.(…)

Δ. Σταματόπουλου, «Νεοφιλελευθερισμός και Χριστιανισμός στον καιρό της Αυτοκρατορίας», Σύναξη 131, σελ. 55 (απόσπασμα).

——————————————

Ο Δημήτρης Σταματόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Βαλκανικής και Ύστερης Οθωμανικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

***

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ του τεύχους 131  της  Σύναξης

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΕΚΟΣ, Ἡ κρίση τῆς οἰκονομίας καὶ ἄρα τῆς πολιτικῆς

π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΘΕΡΜΟΣ, Οἱ μεταστάσεις τοῦ ἀτομικισμοῦ. Ψυχὴ καὶ οἰκονομία μπροστὰ στὸν ὁλοκληρωτισμὸ τῆς ἀπόλαυσης

ΠΑΝΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, Νεοφιλελευθερισμὸς καὶ πνευματικὴ ἐλευθερία

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΚΛΗΡΗΣ, Οἱ ἀνύπαρκτοι ποὺ διάλεξε ὁ Θεός

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, Νεοφιλελευθερισμὸς καὶ Χριστιανισμὸς στὸν καιρὸ τῆς Αὐτοκρατορίας

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΡΓΥΡΙΑΔΗΣ, Θανάσιμη… ψαλίδα

π. ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΓΚΑΝΑΣ, Κοινωνικὴ δικαιοσύνη καὶ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Μάτια σχιστὰ κι ὀρθάνοιχτα. Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἰαπωνία

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β. ΖΟΡΜΠΑΣ, ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΚΑΡΑΜΟΥΖΗΣ, ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΤΣΙΡΑΣ π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Θανατίζοντας τὴν Ἀνάσταση

 

 

Ο Γ. Τσιάκαλος για τον Janusz Korczak (1878-1942): υπόδειγμα παιδαγωγού και θύμα των ναζί στην Treblinka

Σχολιάστε

37496883

Άγαλμα του Janusz Korczak (1878-1942) στο Günzburg της Γερμανίας (http://www.panoramio.com/photo/37496883)

 

Απόσπασμα από την ομιλία του Γ. Τσιάκαλου «Πένθος για τους νεκρούς του Άουσβιτς», που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 32/ Μάιος-Ιούνιος 2014:

Cover 32a

 

(…)Υπενθυμίζω ποιος ήταν ο Janusz Korczak. Γνωστός και επιτυχημένος γιατρός και συγγραφέας πολλών παιδικών και νεανικών βιβλίων αφιέρωσε από πολύ νωρίς τη ζωή του στα ορφανά εβραιόπουλα της Πολωνίας. Με τη γερμανική κατοχή και το κλείσιμο του ορφανοτροφείου του συνοδεύει τα ορφανά παιδιά και ζει μαζί τους στο γκέτο της Βαρσοβίας.

Στις 5 Αυγούστου 1942, όταν έρχεται η διαταγή να μεταφερθούν τα παιδιά στο Άουσβιτς, ο  Korczak τα συνοδεύει στο σταθμό και ετοιμάζεται να επιβιβαστεί μαζί τους στο τρένο.

MV5BMjAzOTc2NTY2MF5BMl5BanBnXkFtZTgwMjk1MzEyMTE@._V1_SY317_CR5,0,214,317_AL_

Αφίσα από την ταινία KORCZAK  του Andrzej Wajda (1990) / πηγή: http://www.imdb.com/title/tt0099949/

Εκείνη τη στιγμή τον αναγνωρίζει ο Γερμανός διοικητής και τρέχει κοντά του. «Διάβασα όλα τα βιβλία σας όταν ήμουν μικρός, και σας θαυμάζω απεριόριστα», του λέει. «Παρακαλώ, κατεβείτε από το τρένο. Για εσάς δεν ισχύει η διαταγή». «Και τα παιδιά;» ρωτάει ο Korczak. «Τα παιδιά θα φύγουν. Εσείς όμως μπορείτε να μείνετε». «Απατάσθε!» αποκρίνεται ο Korczak. «Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι παλιάνθρωποι«, είπε και ανέβηκε στο βαγόνι των παιδιών. Είναι η τελευταία τεκμηριωμένη μαρτυρία, όμως ο θρύλος που γεννήθηκε και επέζησε στο Άουσβιτς λέει ότι ο Korczak συνόδευσε τα παιδιά μέχρι το θάλαμο αερίων και πέθανε μαζί τους μαρτυρικό θάνατο. (…)

Γ. Τσιάκαλου «Πένθος για τους νεκρούς του Άουσβιτς», στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝτεύχος 32/ Μάιος-Ιούνιος 2014, σελ. 62-63 (απόσπασμα).

 

 

Ο ΣΤΗΒΕΝ ΜΙΟΥΖ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟ

1 σχόλιο

1476320_628187827240663_564041592_n

(…) Ο δημοφιλής και άκρατος θρησκευτικός  συγκρητισμός, ο αντιδραστικός και επιθετικός ευαγγελικός φονταμενταλισμός της δεξιάς και οι αυτάρεσκες ψυχο-πνευματικότητες της νέας εποχής δεν μπορούν να εκφράσουν την κοινωνία και την ετερότητα αυτή υπάρχει αποκλειστικά μέσα στην Εκκλησία, η οποία αναδεικνύει τους ανθρώπους και ταυτόχρονα τους παρέχει τις προϋποθέσεις για να γίνουν απόλυτα ζωντανοί ως πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση με το Χριστό και με τους άλλους ανθρώπους μέσα στον κόσμο. Ο συγκρητισμός, ο φονταμενταλισμός και οι ψυχο-πνευματικότητες δεν επαρκούν για να προσφέρουν στη σύγχρονη ζωή ένα αντίδοτο στις απάνθρωπες δυνάμεις του Μαμμωνά, οι οποίες λειτουργούν μέσα στους πολυεθνικούς παγκόσμιους βιομηχανικούς ομίλους και μέσα στα τραπεζικά συμφέροντα που κυριαρχούν στην οικονομική ζωή. (…)

Στ. Μιούζ, «Ψυχολογικές προκλήσεις του επισκοπικού βαθμού μέσα στο σύγχρονο πολιτιστικό περιβάλλον», μετάφραση: Απόστολος Αποστολίδης, στο περιοδικό Σύναξη τεύχος 127/  Ιούλιος- Σεπτέμβριος 2013, σελ. 41-56 (το απόσπασμα που παραθέτουμε εδώ είναι από τη σελ. 45).

***

Περιεχόμενα του τεύχους 127 της Σύναξης

 

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ

 

Ἅγιος ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ, Εἴ τις ἐπισκοπῆς ὀρέγεται

 

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΑΘΡΕΛΛΟΣ, Ἡ ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία καὶ τὸ αἴτημα τῆς συνοδικότητας

 

 π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΘΕΡΜΟΣ, Τί ἐστιν ἐπίσκοπος;

 

ΣΤΗΒΕΝ ΜΙΟΥΖ, Ψυχολογικὲς προκλήσεις τοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ μέσα στὸ σύγχρονο πολιτιστικὸ περιβάλλον

 

Ἀρχιεπ. Τόκυο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Ἡμερολόγιο

 

π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ, Ὁ μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος Καλαμαρᾶς (1980-2012)

 

ΤΑΣΟΣ ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ, Ὁ Ἐπίσκοπος

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ, Ἡ σύνθεση Χριστολογίας καὶ Πνευματολογίας στὸ ἔργο τοῦ μητρ. Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα

 

 

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ι. ΖΙΑΚΑΣ, π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΛΛΙΓΕΡΗΣ: συζήτηση για το βιβλίο του T. Judt, Τα δεινά που μαστίζουν τη χώρα

 

Ο Θάνος Λίποβατς για τον αντισημιτισμό

Σχολιάστε

Ακολουθεί μικρό απόσπασμα από το μελέτημα του Θάνου Λίποβατς «Ψυχαναλυτική και πολιτισμική ανάλυση του εθνικοσοσιαλισμού και του αντισημιτισμού», που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Σύναξη, τεύχος 125/ Ιανουάριος- Μάρτιος 2013, σελ. 47-55.

t125

(…) Ωστόσο η κύρια αιτία της διαιώνισης του αντισημιτισμού στην νεωτερική εποχή είναι η κυριαρχία μιας οιονεί γνωστικής στάσης απέναντι στα πράγματα, μέσω των εκκοσμικευμένων πολιτικών θρησκειών που αποτελούν οι νεωτερικές ιδεολογίες. Η ιδεολογία της αυτονομίας δίχως τον Θεό τονίζει μεν αρχικά τη σημασία του Νόμου. Όμως συγχρόνως τον υπονομεύει μέσω της άκρατης ατομικιστικής στάσης των αυτόνομων υποκειμένων, καθώς και της κυριαρχίας της ποζιτιβιστικής επιστήμης και της τεχνολογίας, για την οποίαν «τα πάντα είναι δυνατά». Στην ύστερη νεωτερικότητα η ελευθερία του υποκειμένου υπάρχει ενάντια στον ηθικό Νόμο, ως απόλυτη, αμοραλιστική, ηδονιστική στάση. (…)

Θάνος Λίποβατς, «Ψυχαναλυτική και πολιτισμική ανάλυση του εθνικοσοσιαλισμού και του αντισημιτισμού», στο περιοδικό Σύναξη, τεύχος 125/ Ιανουάριος- Μάρτιος 2013, σελ. 47-55  (εδώ: σελ.52, απόσπασμα).

Χριστιανοί και ναζισμός

Σχολιάστε

Σύναξη: Τριμηνιαία έκδοση σπουδής στην Ορθοδοξία, τεύχος 125, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013.

t125

Κυκλοφόρησε το νέο (αρ. 125) τεύχος του περιοδικού Σύναξη, αφιερωμένο σε ένα διάπυρο ζήτημα: την ανάδυση του Ναζισμού και τη στάση των Χριστιανών απέναντί του. Με απερίφραστη αφετηριακή θέση, ότι Ναζισμός και Ευαγγέλιο είναι μεγέθη ασύμβατα και αντιθετικά, το τεύχος προσεγγίζει διάφορες πλευρές του ζητήματος.

Με ένα ιστορικό μελέτημα εξόχως χρήσιμο για την κατανόηση του σήμερα, ο Χάινριχ Χόλτσε φωτίζει τη διάβρωση της χριστιανικής συνείδησης στη ναζιστική Γερμανία. Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου εντοπίζει χρόνιες αλλοιώσεις του εκκλησιαστικού φρονήματος, οι οποίες στις μέρες μας διευκολύνουν τη διείσδυση της εθνικοσοσιαλιστικής οπτικής σε ορισμένους εκκλησιαστικούς χώρους. Στη χιτλερική περίοδο εστιάζει και ο Δημήτρης Μόσχος, για να δείξει πόσο εναργή και πόσο συγκεχυμένα, κατά περίπτωση, υπήρξαν τα αντανακλαστικά των Ορθοδόξων. Ο Θάνος Λίποβατς ερμηνεύει ψυχαναλυτικά και πολιτισμικά τον εθνικοσοσιαλισμό και τον αντισημιτισμό. Ο Βασίλης Αργυριάδης διαβάζει τη «Μαύρη Βίβλο» της «Χρυσής Αυγής». Η Ελένη Ταμαρέση παρουσιάζει τον τάφο του αγίου Αλεξάνδρου Σμορέλ και άλλων Χριστιανών αντιναζιστών Γερμανών μαρτύρων. Η φωνή, τέλος, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη έρχεται ως πονεμένη μαρτυρία κατά του αντισημιτισμού.

 [πηγή]

***

Από το προλογικό σημείωμα του τεύχους 125:

Για τους Χριστιανούς η ιστορία προχωρά ως εκτύλιξη μιας αναμέτρησης: κάθε λεπτό –ασταμάτητα– η Ανάσταση αναμετράται με τη θανατίλα του παλιού κόσμου. Υπάρχουν, ωστόσο, και στιγμές με μια ένταση ξεχωριστή ένταση, με μια κρισιμότητα αποκαλυπτική: Είναι οι στιγμές στις οποίες εγείρεται με ορμή ένα αντι-ευαγγέλιο και ο άνθρωπος καλείται να διακρίνει μεταξύ αυτού του αντι-ευαγγελίου και του ευαγγελίου του Χριστού, και να ξεκαθαρίσει με ποιο συντάσσεται, ποιο αποτάσσεται.

Ο Ναζισμός, μόρφωμα του 20ού αιώνα και ήδη παρών στον 21ο, εδράζεται στην αρχαία αποστασία. Στην αυτοθέωση μέσω της ισχύος, στην απόρριψη της «εξ ενός αίματος» συγγένειας πάντων των ανθρώπων, στην εξολόθρευση του αδύναμου ως ελαττωματικού. Αυτή η πίστη, που συμποσούται στην ανακήρυξη της γενέθλιας γης και του φυλετικού αίματος σε πηγές του νοήματος, αποτελεί αντίποδα του εκκλησιαστικού γεγονότος. Η χριστιανική συνείδηση οφείλει να είναι σαφής. Και ακριβώς γι’ αυτό προκύπτει θεόρατο πρόβλημα όταν, ευθέως ή εμμέσως, με θράσος ή με κρυφτούλι λέξεων, συνειδήσεις Χριστιανών συντάσσονται με αυτό(ν) που εκ της ταυτότητός τους αποτάσσονται.

Ενδεικτικό αυτής της αποκαλυπτικής έντασης είναι ο τρόπος με τον οποίον αντιμετώπισε το ανίερο αγκάλιασμα εθνικισμού και εκκλησίας ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, δέκα χρόνια πριν την άνοδο του Χίτλερ στην καγκελαρία. Τα σχετικά αποσπάσματα έχουν αναδημοσιευτεί πολλάκις. Η συγκυρία, όμως, στην οποία βρίσκεται η χώρα μας σήμερα, μας ικανώνει να προσέξουμε ιδιαίτερα τους σκληρούς και ατόφια θεολογικούς χαρακτηρισμούς τους, με τους οποίους δείχνει ότι το ζήτημα δεν αφορά ένα σφάλμα παραπάνω, ένα σφάλμα παρακάτω, αλλά καθαυτή την παραμονή των εκκλησιαστικών ανθρώπων στην αλήθεια του Χριστού ή την έξοδό τους από αυτήν.

«Αποτελεί βλασφημίαν, ασυγχώρητον βλασφημίαν εναντίον του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, το να κάμωμεν την Εκκλησίαν ένα εθνικόν ίδρυμα […]. Ο σκοπός της είναι υπερεθνικός, οικουμενικός, πανανθρώπινος: να ενώση εν τω Χριστώ όλους τους ανθρώπους, όλους άνευ εξαιρέσεως εθνικότητος ή φυλής ή κοινωνικού στρώματος. “Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην […]”».

«Είναι πλέον καιρός, είναι η δωδεκάτη ώρα, να παύσουν οι εκκλησιαστικοί μας αντιπρόσωποι να είναι αποκλειστικά δούλοι του εθνικισμού, και να γίνουν αρχιερείς και ιερείς της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Η από τον Χριστόν δοσμένη και από τους Αγίους Πατέρας πραγματοποιημένη αποστολή της Εκκλησίας είναι: να φυτεύεται και να καλλιεργήται μέσα εις την ψυχήν του λαού μας η αίσθησις και η επίγνωσις ότι κάθε μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι πρόσωπον καθολικόν, πρόσωπον αιώνιον και θεανθρώπινον· ότι είναι του Χριστού και δια τούτο αδελφός όλων των ανθρώπων και διάκονος όλων των ανθρώπων και των κτισμάτων. Αυτός είναι ο από Χριστού δεδομένος σκοπός της Εκκλησίας· κάθε άλλος σκοπός δεν είναι από τον Χριστόν αλλ’ από τον αντίχριστον».[1]

Ο π. Ιουστίνος δεν περιμένει να βρει τον αριθμό 666 πάνω στον εθνικισμό, για να τον χαρακτηρίσει προϊόν του αντιχρίστου! Και ποιος χαρακτηρισμός θα μπορούσε να είναι πιο εύστοχος από το «αντί-χριστος» για να σημάνει με διαύγεια την παντελή διαστροφή της εκκλησιαστικής συνείδησης, την οποία μάλιστα ο Πόποβιτς τολμηρά εξισώνει με το μοναδικό ασυγχώρητο –κατά το ευαγγέλιο- αμάρτημα, δηλαδή τη βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος; Ούτε και γιατρεύει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν το να βρίσκεται κάποιος στον επισκοπικό θρόνο. Αυτομάτως συμβαίνουν όλα τα πράγματα στη μαγεία, αλλά ουδέν στην Εκκλησία. Ο οιοσδήποτε χειροτονημένος, λοιπόν, που κομπάζει ότι είναι προεστώς του ευχαριστιακού δείπνου και ταυτοχρόνως επαινεί τον εθνικισμό ως πατριωτισμό, δεν είναι και αληθώς επίσκοπος της Εκκλησίας του Χριστού! Καλείται να μετανοήσει, ώστε να δυνηθεί έτσι να γίνει αληθινά ιερωμένος της! Επί πλέον, στο ευαγγέλιο η «ενδεκάτη ώρα» σημαίνει αυτό που σήμερα λέμε «στο παρά πέντε», σημαίνει δηλαδή την έσχατη ευκαιρία του ανθρώπου για να ανταποκριθεί στο χρέος του. «Δωδέκατη ώρα» είναι η επόμενη στιγμή, η στιγμή της Κρίσης. Ο Πόποβιτς, λοιπόν, θεωρεί ότι με την κρισιμότητα του ζητήματος αυτού βρισκόμαστε στη δωδεκάτη ώρα! Με αυτήν, άλλωστε, την αίσθηση η Σύναξη έχει δημόσια ζητήσει από τον Νοέμβριο του περασμένου έτους την καταδίκη του ναζισμού, σε κάθε του εκδοχή και μεταμφίεση (τ. 124 / 2012, σ. 82) […].

Στις σελίδες […] που ακολουθούν προσεγγίζονται παράμετροι του ζητήματος, όπως αυτό ορθώνεται μπροστά μας σήμερα. Από τη μια αναζητούνται οι χρόνιες αλλοιώσεις του εκκλησιαστικού φρονήματος, οι οποίες ευθύνονται για τη σημερινή απήχηση του εθνικοσοσιαλιστικού πνεύματος σε εκκλησιαστικούς χώρους, και από την άλλη φωτίζεται η ιστορία, για να διδάξει πότε και πώς τα αντανακλαστικά των Χριστιανών ίστανται εναργή ή βουλιάζουν μέσα στη σύγχυση και την εθελοδουλία. Με βαθειά την πεποίθηση ότι κάθε ολοκληρωτισμός είναι απανθρωπία, τα κείμενα του τεύχος πασχίζουν να είναι ταυτόχρονα μαρτυρία και σπουδή, ώστε να συνδράμουν ουσιαστικά την ορθοστασία όσων δεν είναι πρόθυμοι να κλίνουν γόνυ στα είδωλα των ταγμάτων εφόδου.

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία, πιστή στο Αρχέτυπό της [την Αγία Τριάδα], καλείται […] να κηρύττη με θάρρος μέσα στον ενθουσιασμό και του πιο δίκαιου πολέμου την αγάπη, την κατανόηση, την Ειρήνη, αλλά και μέσα στο πιο στυγνό δικτατορικό καθεστώς το απαραβίαστο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την ιερότητα του ανθρωπίνου προσώπου, την Ελευθερία. Το αν δε μιά Εκκλησία κρύττει παντού και πάντοτε, ανεξάρτητα από τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες βρίσκεται, το ιδανικό αυτό και στις δυό του πτυχές, αποτελεί κριτήριο της ορθοδοξίας της…»[2].

 

Θ.Ν.Π.

 


[1] Αρχιμ. Ιουστίνου Πάποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος. Μελετήματα Ορθοδόξου θεολογίας (μτφρ. ιερομ. Αθανασίου Γιέβτιτς), εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1974, σσ. 55-56.

[2] Παναγιώτης Νέλλας, «Τρεις βιβλικές προϋποθέσεις στο πρόβλημα Ορθοδοξία και Πολιτική», Μαρτυρία Ορθοδοξίας 1971, εκδ. Εστίας, σ. 179.

[πηγή]

***

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ του τεύχους 125 της Σύναξης

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ 

ΧΑΪΝΡΙΧ ΧΟΛΤΣΕ, Προσεγγίζοντας ἕνα δύσκολο παρελθόν

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Σημεῖα ἐθνικοσοσιαλισμοῦ στὴν ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία;

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ, Ὄψεις ἀντιπαράθεσης Ὀρθοδοξίας καὶ γερμανικοῦ ναζισμοῦ κατὰ τὴν περίοδο τοῦ μεσοπολέμου

ΘΑΝΟΣ ΛΙΠΟΒΑΤΣ, Ψυχαναλυτικὴ καὶ πολιτισμικὴ ἀνάλυση τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ καὶ τοῦ ἀντισημιτισμοῦ

ΕΛΕΝΗ ΤΑΜΑΡΕΣΗ-ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Μνήματα μαρτύρων

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΡΓΥΡΙΑΔΗΣ, Τέσσερις πλάνες κι ἕνα βιβλίο

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, Ὁ ἀντίκτυπος τοῦ νοῦ

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ, Παῦλος: Βίος καὶ Θεολογία

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ, Μνήμη Γιώργου Τσανανᾶ

Διάλογος μὲ τοὺς ἀναγνῶστες

Το Βιβλίο

[πηγή]

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: