Χριστιανοί και ναζισμός

Σχολιάστε

Σύναξη: Τριμηνιαία έκδοση σπουδής στην Ορθοδοξία, τεύχος 125, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013.

t125

Κυκλοφόρησε το νέο (αρ. 125) τεύχος του περιοδικού Σύναξη, αφιερωμένο σε ένα διάπυρο ζήτημα: την ανάδυση του Ναζισμού και τη στάση των Χριστιανών απέναντί του. Με απερίφραστη αφετηριακή θέση, ότι Ναζισμός και Ευαγγέλιο είναι μεγέθη ασύμβατα και αντιθετικά, το τεύχος προσεγγίζει διάφορες πλευρές του ζητήματος.

Με ένα ιστορικό μελέτημα εξόχως χρήσιμο για την κατανόηση του σήμερα, ο Χάινριχ Χόλτσε φωτίζει τη διάβρωση της χριστιανικής συνείδησης στη ναζιστική Γερμανία. Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου εντοπίζει χρόνιες αλλοιώσεις του εκκλησιαστικού φρονήματος, οι οποίες στις μέρες μας διευκολύνουν τη διείσδυση της εθνικοσοσιαλιστικής οπτικής σε ορισμένους εκκλησιαστικούς χώρους. Στη χιτλερική περίοδο εστιάζει και ο Δημήτρης Μόσχος, για να δείξει πόσο εναργή και πόσο συγκεχυμένα, κατά περίπτωση, υπήρξαν τα αντανακλαστικά των Ορθοδόξων. Ο Θάνος Λίποβατς ερμηνεύει ψυχαναλυτικά και πολιτισμικά τον εθνικοσοσιαλισμό και τον αντισημιτισμό. Ο Βασίλης Αργυριάδης διαβάζει τη «Μαύρη Βίβλο» της «Χρυσής Αυγής». Η Ελένη Ταμαρέση παρουσιάζει τον τάφο του αγίου Αλεξάνδρου Σμορέλ και άλλων Χριστιανών αντιναζιστών Γερμανών μαρτύρων. Η φωνή, τέλος, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη έρχεται ως πονεμένη μαρτυρία κατά του αντισημιτισμού.

 [πηγή]

***

Από το προλογικό σημείωμα του τεύχους 125:

Για τους Χριστιανούς η ιστορία προχωρά ως εκτύλιξη μιας αναμέτρησης: κάθε λεπτό –ασταμάτητα– η Ανάσταση αναμετράται με τη θανατίλα του παλιού κόσμου. Υπάρχουν, ωστόσο, και στιγμές με μια ένταση ξεχωριστή ένταση, με μια κρισιμότητα αποκαλυπτική: Είναι οι στιγμές στις οποίες εγείρεται με ορμή ένα αντι-ευαγγέλιο και ο άνθρωπος καλείται να διακρίνει μεταξύ αυτού του αντι-ευαγγελίου και του ευαγγελίου του Χριστού, και να ξεκαθαρίσει με ποιο συντάσσεται, ποιο αποτάσσεται.

Ο Ναζισμός, μόρφωμα του 20ού αιώνα και ήδη παρών στον 21ο, εδράζεται στην αρχαία αποστασία. Στην αυτοθέωση μέσω της ισχύος, στην απόρριψη της «εξ ενός αίματος» συγγένειας πάντων των ανθρώπων, στην εξολόθρευση του αδύναμου ως ελαττωματικού. Αυτή η πίστη, που συμποσούται στην ανακήρυξη της γενέθλιας γης και του φυλετικού αίματος σε πηγές του νοήματος, αποτελεί αντίποδα του εκκλησιαστικού γεγονότος. Η χριστιανική συνείδηση οφείλει να είναι σαφής. Και ακριβώς γι’ αυτό προκύπτει θεόρατο πρόβλημα όταν, ευθέως ή εμμέσως, με θράσος ή με κρυφτούλι λέξεων, συνειδήσεις Χριστιανών συντάσσονται με αυτό(ν) που εκ της ταυτότητός τους αποτάσσονται.

Ενδεικτικό αυτής της αποκαλυπτικής έντασης είναι ο τρόπος με τον οποίον αντιμετώπισε το ανίερο αγκάλιασμα εθνικισμού και εκκλησίας ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, δέκα χρόνια πριν την άνοδο του Χίτλερ στην καγκελαρία. Τα σχετικά αποσπάσματα έχουν αναδημοσιευτεί πολλάκις. Η συγκυρία, όμως, στην οποία βρίσκεται η χώρα μας σήμερα, μας ικανώνει να προσέξουμε ιδιαίτερα τους σκληρούς και ατόφια θεολογικούς χαρακτηρισμούς τους, με τους οποίους δείχνει ότι το ζήτημα δεν αφορά ένα σφάλμα παραπάνω, ένα σφάλμα παρακάτω, αλλά καθαυτή την παραμονή των εκκλησιαστικών ανθρώπων στην αλήθεια του Χριστού ή την έξοδό τους από αυτήν.

«Αποτελεί βλασφημίαν, ασυγχώρητον βλασφημίαν εναντίον του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, το να κάμωμεν την Εκκλησίαν ένα εθνικόν ίδρυμα […]. Ο σκοπός της είναι υπερεθνικός, οικουμενικός, πανανθρώπινος: να ενώση εν τω Χριστώ όλους τους ανθρώπους, όλους άνευ εξαιρέσεως εθνικότητος ή φυλής ή κοινωνικού στρώματος. “Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην […]”».

«Είναι πλέον καιρός, είναι η δωδεκάτη ώρα, να παύσουν οι εκκλησιαστικοί μας αντιπρόσωποι να είναι αποκλειστικά δούλοι του εθνικισμού, και να γίνουν αρχιερείς και ιερείς της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Η από τον Χριστόν δοσμένη και από τους Αγίους Πατέρας πραγματοποιημένη αποστολή της Εκκλησίας είναι: να φυτεύεται και να καλλιεργήται μέσα εις την ψυχήν του λαού μας η αίσθησις και η επίγνωσις ότι κάθε μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι πρόσωπον καθολικόν, πρόσωπον αιώνιον και θεανθρώπινον· ότι είναι του Χριστού και δια τούτο αδελφός όλων των ανθρώπων και διάκονος όλων των ανθρώπων και των κτισμάτων. Αυτός είναι ο από Χριστού δεδομένος σκοπός της Εκκλησίας· κάθε άλλος σκοπός δεν είναι από τον Χριστόν αλλ’ από τον αντίχριστον».[1]

Ο π. Ιουστίνος δεν περιμένει να βρει τον αριθμό 666 πάνω στον εθνικισμό, για να τον χαρακτηρίσει προϊόν του αντιχρίστου! Και ποιος χαρακτηρισμός θα μπορούσε να είναι πιο εύστοχος από το «αντί-χριστος» για να σημάνει με διαύγεια την παντελή διαστροφή της εκκλησιαστικής συνείδησης, την οποία μάλιστα ο Πόποβιτς τολμηρά εξισώνει με το μοναδικό ασυγχώρητο –κατά το ευαγγέλιο- αμάρτημα, δηλαδή τη βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος; Ούτε και γιατρεύει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν το να βρίσκεται κάποιος στον επισκοπικό θρόνο. Αυτομάτως συμβαίνουν όλα τα πράγματα στη μαγεία, αλλά ουδέν στην Εκκλησία. Ο οιοσδήποτε χειροτονημένος, λοιπόν, που κομπάζει ότι είναι προεστώς του ευχαριστιακού δείπνου και ταυτοχρόνως επαινεί τον εθνικισμό ως πατριωτισμό, δεν είναι και αληθώς επίσκοπος της Εκκλησίας του Χριστού! Καλείται να μετανοήσει, ώστε να δυνηθεί έτσι να γίνει αληθινά ιερωμένος της! Επί πλέον, στο ευαγγέλιο η «ενδεκάτη ώρα» σημαίνει αυτό που σήμερα λέμε «στο παρά πέντε», σημαίνει δηλαδή την έσχατη ευκαιρία του ανθρώπου για να ανταποκριθεί στο χρέος του. «Δωδέκατη ώρα» είναι η επόμενη στιγμή, η στιγμή της Κρίσης. Ο Πόποβιτς, λοιπόν, θεωρεί ότι με την κρισιμότητα του ζητήματος αυτού βρισκόμαστε στη δωδεκάτη ώρα! Με αυτήν, άλλωστε, την αίσθηση η Σύναξη έχει δημόσια ζητήσει από τον Νοέμβριο του περασμένου έτους την καταδίκη του ναζισμού, σε κάθε του εκδοχή και μεταμφίεση (τ. 124 / 2012, σ. 82) […].

Στις σελίδες […] που ακολουθούν προσεγγίζονται παράμετροι του ζητήματος, όπως αυτό ορθώνεται μπροστά μας σήμερα. Από τη μια αναζητούνται οι χρόνιες αλλοιώσεις του εκκλησιαστικού φρονήματος, οι οποίες ευθύνονται για τη σημερινή απήχηση του εθνικοσοσιαλιστικού πνεύματος σε εκκλησιαστικούς χώρους, και από την άλλη φωτίζεται η ιστορία, για να διδάξει πότε και πώς τα αντανακλαστικά των Χριστιανών ίστανται εναργή ή βουλιάζουν μέσα στη σύγχυση και την εθελοδουλία. Με βαθειά την πεποίθηση ότι κάθε ολοκληρωτισμός είναι απανθρωπία, τα κείμενα του τεύχος πασχίζουν να είναι ταυτόχρονα μαρτυρία και σπουδή, ώστε να συνδράμουν ουσιαστικά την ορθοστασία όσων δεν είναι πρόθυμοι να κλίνουν γόνυ στα είδωλα των ταγμάτων εφόδου.

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία, πιστή στο Αρχέτυπό της [την Αγία Τριάδα], καλείται […] να κηρύττη με θάρρος μέσα στον ενθουσιασμό και του πιο δίκαιου πολέμου την αγάπη, την κατανόηση, την Ειρήνη, αλλά και μέσα στο πιο στυγνό δικτατορικό καθεστώς το απαραβίαστο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την ιερότητα του ανθρωπίνου προσώπου, την Ελευθερία. Το αν δε μιά Εκκλησία κρύττει παντού και πάντοτε, ανεξάρτητα από τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες βρίσκεται, το ιδανικό αυτό και στις δυό του πτυχές, αποτελεί κριτήριο της ορθοδοξίας της…»[2].

 

Θ.Ν.Π.

 


[1] Αρχιμ. Ιουστίνου Πάποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος. Μελετήματα Ορθοδόξου θεολογίας (μτφρ. ιερομ. Αθανασίου Γιέβτιτς), εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1974, σσ. 55-56.

[2] Παναγιώτης Νέλλας, «Τρεις βιβλικές προϋποθέσεις στο πρόβλημα Ορθοδοξία και Πολιτική», Μαρτυρία Ορθοδοξίας 1971, εκδ. Εστίας, σ. 179.

[πηγή]

***

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ του τεύχους 125 της Σύναξης

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ 

ΧΑΪΝΡΙΧ ΧΟΛΤΣΕ, Προσεγγίζοντας ἕνα δύσκολο παρελθόν

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Σημεῖα ἐθνικοσοσιαλισμοῦ στὴν ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία;

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ, Ὄψεις ἀντιπαράθεσης Ὀρθοδοξίας καὶ γερμανικοῦ ναζισμοῦ κατὰ τὴν περίοδο τοῦ μεσοπολέμου

ΘΑΝΟΣ ΛΙΠΟΒΑΤΣ, Ψυχαναλυτικὴ καὶ πολιτισμικὴ ἀνάλυση τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ καὶ τοῦ ἀντισημιτισμοῦ

ΕΛΕΝΗ ΤΑΜΑΡΕΣΗ-ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Μνήματα μαρτύρων

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΡΓΥΡΙΑΔΗΣ, Τέσσερις πλάνες κι ἕνα βιβλίο

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, Ὁ ἀντίκτυπος τοῦ νοῦ

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ, Παῦλος: Βίος καὶ Θεολογία

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ, Μνήμη Γιώργου Τσανανᾶ

Διάλογος μὲ τοὺς ἀναγνῶστες

Το Βιβλίο

[πηγή]

Ο Θ. Παπαθανασίου για την κρίση, την έκλειψη της πολιτικής και τη θέση της θρησκείας στο δημόσιο χώρο

Σχολιάστε

Αποσπάσματα από την εισήγηση του Θανάση Παπαθανασίου «Εποχή πνευματικής και υλικής χρεοκοπίας στην Ευρώπη; Μια πολύτιμη ευκαιρία για να αναδυθεί το «Νόημα»»  στο 4ο Συνέδριο Ελληνορθόδοξης Παιδείας και Τεχνολογίας (Πολιτισμικό Σπουδαστήριο Αγίου Νικολάου Έγκωμης), με θέμα «Κύπρος και Ευρώπη σε δίσεκτους χρόνους» (Λευκωσία, Κυριακή 11 Μαρτίου 2012).

πηγή: Aντίφωνο

Η εισήγηση δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Manifesto,  τεύχος 35, Ιούλιος- Αυγουστος 2012, σσ. 32-36.  Ακολουθεί απόσπασμα από τη σελ. 34:

[…]Πώς αντιλαμβανόμαστε, άραγε, την οικονομική κρίση; Ως ένα ατύχημα; Είναι μια βλάβη, που αίφνης έπληξε έξωθεν το καλοκουρδισμένο σύστημα της ελεύθερης αγοράς; Ή μήπως, αντιθέτως, καθαυτό το σύστημα (ακόμα δηλαδή και όταν λειτουργούσε ρολόι) αποτελεί ανθρωπολογική βλάβη; Τι άλλο, παρά βλάβη, είναι ένα σύστημα που έχει στη φύση του την αποθέωση του ατομικού κέρδους, τον θαυμασμό προς τον πλουτισμό, την αντιμετώπιση του κόσμου ως ιδιοκτησίας και την αποδοχή της αδικίας ως θεμιτής παράπλευρης απώλειας; Το καθεστώς που κυριάρχησε μέχρι τώρα, και το οποίο ο Κονδύλης είχε ονομάσει «μαζική δημοκρατία», εδράστηκε σε κάτι πρωτόφαντο στην ιστορία: στη δυνατότητα για συνεχή αύξηση των υλικών προσδοκιών. Έτσι, τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι η μαζική παραγωγή, η μαζική κατανάλωση, η εννόηση του πολίτη ως καταναλωτή. Η ίδια η πραγμάτωση του ανθρώπου θεωρήθηκε δυνατή μόνο υπό όρους αφθονίας και κατανάλωσης.[11]  […]

Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετοί εκκλησιαστικοί λόγιοι ασκούν στον καπιταλισμό όση κριτική τους επιτρέπει η χαρά που ένιωσαν ανακαλύπτοντας στον Μαξ Βέμπερ και στον συσχετισμό Καλβινισμού και καπιταλισμού μια συνηγορία κατά των αιρετικών. Αλλά πέραν αυτού του αυτοδοξασμού, μυωπάζουν μπροστά στην ανάπτυξη ενός ενδορθόδοξου καλβινισμού! Επικαλούνται μεν διάφορα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, που μιλούν για την φιλανθρωπία, αποσιωπούν όμως τα συγκλονιστικά πατερικά κείμενα τα οποία προχωρούν βαθύτερα, κρίνουν τις δομές, αποτρέπουν από συναλλαγές με τους ισχυρούς, αποδοκιμάζουν το πιστωτικό σύστημα, μαστιγώνουν την τοκογλυφία (σύννομη και παράνομη), καταδικάζουν ως φόνο την αποστέρηση του εργατικού μισθού κλπ [13].  O καψερός ο Βέμπερ πολλά θα είχε να μάθει από σημερινούς Ορθοδόξους που είναι ανενδοίαστα επιδέξιοι και σε μπίζνες και σε ευχέλαια. Σε έναν παγανισμό, δηλαδή, μεταμφιεσμένο σε Χριστιανισμό!

Σύμφυτο με την οικονομική κρίση είναι ένα πρόβλημα στο δεύτερο εκ των τριών πεδίων που ανέφερα. Ένα πρόβλημα απολύτως επίκαιρο και ζωτικής κρισιμότητας για την Ευρώπη: η έκλειψη της πολιτικής. Πολιτική είναι να δρας με όραμα και να κάνεις αυτό που, αν δεν το κάνεις, δεν θα γίνει ποτέ από μόνο του. Αντιθέτως, όμως, τώρα σαρώνει η πεποίθηση ότι η οικονομία δεν είναι θέμα οράματος και επιλογής, αλλά μια λογιστική διαδικασία, η οποία έχει έναν και μόνο μόνο τρόπο χειρισμού όπως, για παράδειγμα, η πρόσθεση γίνεται μόνο με έναν τρόπο! Υπό τη δεσποτεία αυτής της πεποίθησης, η πολιτική συνεχίζει μεν να υπάρχει, αλλά απλώς ως φάντασμα: ως γραφείο διεκπεραίωσης των εντολών του κερδοσκοπικού κεφαλαίου. Εδώ, λοιπόν, οφείλει να είναι αποφασιστική η συμβολή των Χριστιανών, ως συνηγορία υπέρ της πολιτικής: υπέρ της ευθύνης, δηλαδή, του ανθρώπου να  αλλάζει τον κόσμο με τις επιλογές και τις πράξεις του. Στην ιθαγένεια των Βαλκυριών πλησίον είναι εξ ορισμού ο όμαιμος, και στην ιθαγένεια του νεοφιλελευθερισμού πλησίον είναι μόνος ο εαυτός. Στον Χριστιανισμό, όμως, ο πλησίον δεν «είναι». «Γίνεται»! Αυτό μας λέει η παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Η παραβολή ξεκίνησε με την ερώτηση του κόσμου «τις εστίν ο πλησίον;», και έκλεισε με την αντερώτηση του Χριστού «Τις εγένετο ο πλησίον;»[14]. Η εγγύτητα δεν υπάρχει, αλλά φτιάχνεται μέσα από την αληλέγγυα πράξη, από το μυστήριο του να αναγνωρίζεις τον Κύριό σου στο πρόσωπο οιουδήποτε ελαχίστου. Μιλώντας, λοιπόν, για πολιτική, δεν μιλώ για κομματική υποτέλεια και για την κομματοκρατία που αποσαθρώνει κοινωνίες. Μιλώ για τη συμμετοχή στη συνάρθρωση του κοινού βίου και για το μεδούλι της χριστιανικής ύπαρξης: να ρηγματώνεις το γκρίζο της καθημερινότητας με το φως της Ανάστασης. Αλλά αυτό τι σημαίνει στην πράξη; Δύνανται, άραγε, σήμερα οι Ορθόδοξοι να μην κομπορρημονούν για την προίκα τους, αλλά να τη δοκιμάσουν στο χτίσιμο νέων πολιτικών μορφών, κοντά στην άμεση δημοκρατία, στα κοινωνικά κινήματα και την προσωπική ευθύνη; Ή αδιάκοπα οι «υιοί του αιώνος τούτου» θα αποδεικνύονται «φρονιμότεροι υπέρ τους υιούς του φωτός»;

Ο δημόσιος χώρος οφείλει να είναι το φόρουμ όπου κατατίθενται, εκτίθενται και λογοδοτούν όλες οι προτάσεις νοηματοδότησης της ανθρώπινης ζωής, άρα και οι θρησκείες. Οι θρησκείες δεν μπορούν να εγκιβωτίζονται στην ιδιωτική σφαίρα, όπως υποστηρίζουν οι θιασώτες της ακραίας  laicité.  Ούτε όμως και να μετατρέπονται σε κρατικές υπηρεσίες. Στον δημόσιο χώρο, λοιπόν! Αλλά το ζήτημα είναι πώς ίστασαι στον δημόσιο χώρο. Η ταυτότητα κάθε θρησκείας δεν αποτελεί έναν φυσικό αριθμό, αλλά ένα πηλίκον: ένα κλάσμα, δηλαδή μια σχέση, μεταξύ του θρησκευτικού ένδον αφενός και της άποψής του για τον γύρω κόσμο αφετέρου. […]

—————————————-

Υποσημειώσεις (διατηρείται η αρχική αρίθμηση)

[11].  Βλ. Παναγιώτης Kονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2000, σσ. 231-235.

[13].  Βλ. Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Κοινωνική δικαιοσύνη και Ορθόδοξη θεολογία, εκδ. Ακρίτας,γ’έκδοση, Αθήνα 2006.

[14] . Αντίστοιχα: «Και τις εστί μου ο πλησίον;» και «Τις… πλησίον δοκεί σοι γεγονέναι του εμπεσόντος εις τους ληστάς;» (Λουκ. 10: 29, 36).

Θανάση Παπαθανασίου «Εποχή πνευματικής και υλικής χρεοκοπίας στην Ευρώπη; Μια πολύτιμη ευκαιρία για να αναδυθεί το «Νόημα», εισήγηση 4ο Συνέδριο Ελληνορθόδοξης Παιδείας και Τεχνολογίας (Πολιτισμικό Σπουδαστήριο Αγίου Νικολάου Έγκωμης), με θέμα «Κύπρος και Ευρώπη σε δίσεκτους χρόνους» (Λευκωσία, Κυριακή 11 Μαρτίου 2012). Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Manifesto,  τεύχος 35, Ιούλιος- Αυγουστος 2012, σσ. 32-36. Το απόσπασμα είναι από τη σελ. 34 του περιοδικού.

Αρέσει σε %d bloggers: