Νικόλας Σεβαστάκης, [Οι νέοι εθνικισμοί]

Σχολιάστε

Νικόλας ΣεβαστάκηςΤαξίδι στο άγνωστο: Φιλελεύθερη δημοκρατία και κρίση πολιτισμούεκδόσεις Στερέωμα, Αθήνα 2020, ISBN: 978-960-8061-81-1.

[…] Πως είναι δυνατή η αντίσταση στην πρόζα της δημοκρατίας από τη σκοπιά της ποιητικής της, των δημιουργικών πράξεων που δεν θέλουν να αποδεχτούν την πτώση της δημοκρατίας σε αποστεωμένη ρουτίνα; Άν το πολιτικό ενδιαφέρον προορίζεται για εφήμερες εκλάμψεις σε μια θάλασσα πολιτικού χρόνου, πως μπορούμε να φανταστούμε μια πιο απαιτητική πολιτική λογική; Εδώ βρίσκουμε σήμερα τον ρόλο των κινημάτων ταυτότητας και τις πολιτισμικές διαμάχες που γεννούν συγκρούσεις. Αυτά τα κινήματα κληρονομούν την ιδέα της έντασης που έχουν οι σωτηριολογικές πολιτικές θρησκείες αλλά σε ένα ασταθές και υπονομευμένο πλαίσιο όπου έχει χαθεί η συνεκτικότητα των μεγάλων ιδεολογικών χώρων. Οι νέοι εθνικισμοί εμφανίζονται έτσι ως οι μοναδικές ενεργές πολιτικές συλλογικότητες. Γι’ αυτό τον λόγο και οι θιασώτες τους στρέφονται αυθόρμητα και στη συνέχεια συνειδητά εναντίον του ατομικισμού της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς. Δυσπιστούν τόσο απέναντι στη γλώσσα του ορθολογικού συμφέροντος στην κεντροδεξιά όσο και απέναντι στη ρητορική των δικαιωμάτων και του πολιτισμικού φιλελευθερισμού στην κεντροαριστερά.

Ο εθνικισμός, εντέλει, λειτουργεί αυτά τα τελευταία χρόνια όπως ο κομμουνισμός πριν από κάποιες δεκαετίες: ως υποδοχέας και χειριστής ποικίλων δυσαρεσκειών που δεν σχετίζονται πάντα με εθνικές διαμάχες και στερεότυπα, ούτε καν με τον φόβο για την ανεξέλεγκτη μετανάστευση, όπως προβάλλεται κατά κόρον στη συμβατική ευρωπαϊκή συζήτηση για τις νέες μορφές λαϊκιστικής δεξιάς. […]

Νικόλας ΣεβαστάκηςΤαξίδι στο άγνωστο: Φιλελεύθερη δημοκρατία και κρίση πολιτισμούεκδόσεις Στερέωμα, Αθήνα 2020, σελ. 111-112 (απόσπασμα)

Νικόλας Σεβαστάκης, Ταξίδι στο άγνωστο

1 σχόλιο

Νικόλας Σεβαστάκης, Ταξίδι στο άγνωστο: Φιλελεύθερη δημοκρατία και κρίση πολιτισμού, εκδόσεις Στερέωμα, Αθήνα 2020, ISBN: 978-960-8061-81-1.

Από την ιστοσελίδα του εκδότη: 

Παλιές ενστάσεις για τον αδύναμο χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας επιστρέφουν δριμύτερες. Ο συγγραφέας βλέπει καχύποπτα την εύκολη αποκαθήλωση των φιλελεύθερων δημοκρατιών τονίζει όμως ότι οι συναγερμοί είναι αναγκαίοι και πιστεύει ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στις πολιτικές αποτυχίες και στις πολιτισμικές προκλήσεις που μας περιβάλλουν.

Στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού πρώτου αιώνα πολιτικοί θεωρητικοί, καλλιτέχνες και μυθιστοριογράφοι βεβαιώνουν ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία βρίσκεται σε αποσύνθεση. Παλιές ενστάσεις για τον ρηχό και αδύναμο χαρακτήρα αυτής της δημοκρατίας επιστρέφουν δριμύτερες σε συνδυασμό με μια σοβαρή κρίση ταυτότητας του δυτικού παραδείγματος. 

Στο καινούριο του δοκίμιο ο Νικόλας Σεβαστάκης επανέρχεται στο θέμα της κριτικής του πολιτισμού και στο πώς αυτή τέμνεται με τις απαιτήσεις της πολιτικής σκέψης. Περνώντας από τους αφορισμούς του Μισέλ Ουελμπέκ και τις αφηγήσεις για την παρακμή της Δύσης στις ψυχρές διαγνώσεις των πολιτικών αναλυτών, ο συγγραφέας συζητεί τις διαφιλονικούμενες ταυτότητες της δημοκρατίας. 

Δυο ερωτήματα διατρέχουν το βιβλίο: μπορούν άραγε ιδέες και ρυθμίσεις κληρονομημένες από προγενέστερες αστικές εποχές να αντέξουν το σοκ των σημερινών ανελέητων μετασχηματισμών; Μπορεί η πολιτική συζήτηση για τη δημοκρατία να αφήσει έξω τα βαθιά, ανθρωπολογικά ερωτήματα για τον προορισμό μας; Ο συγγραφέας βλέπει καχύποπτα την εύκολη αποκαθήλωση των φιλελεύθερων δημοκρατιών από κάποιους θεωρητικούς και ανθρώπους της τέχνης. Την ίδια στιγμή όμως τονίζει ότι οι συναγερμοί είναι αναγκαίοι και πιστεύει ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στις πολιτικές αποτυχίες και στις πολιτισμικές προκλήσεις που μας περιβάλλουν.

https://www.stereoma-sa.gr/p/dokimio/taksidi-sto-agnwsto/

***

Μικρό απόσπασμα από το βιβλίο: 

[σελ.21] […] Ανάμεσα στο 2000 και στο σήμερα, παρατηρούμε την εμφανή συρρίκνωση όλων των υπερεθνικών υποσχέσεων ή μάλλον τον περιορισμό τους σε όλο και πιο μειοψηφικά  ακροατήρια στο πολιτικό κέντρο ή σε κύκλους της φιλελεύθερης αριστεράς.  Την προσοχή κερδίζουν διάφοροι ρεαλιστικοί σκεπτικισμοί που πιέζουν, όπως φαίνεται, όλους τους δρώντες παράγοντες της πολιτικής να αναπροσαρμόσουν τις «ευρωπαϊστικές» τους αυταπάτες. Η δημοκρατία ξαναγίνεται πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στη ρητορική για κάποια ριζοσπαστική της επανίδρυ-[σελ.22]ση και στη ράθυμη συνέχιση των κεκτημένων τελετουργιών της. Αυτό που υποχωρεί είναι η ανακαινιστική ορμή στην οποία αναγνωρίζονταν τόσο η ακτινοβολία ορισμένων θεσπισμένων αρχών και κανόνων όσο και οι στιγμές της δημιουργικής δράσης οι οποίες έφερναν συχνά νέες ερμηνείες «στο τραπέζι». Αναγνωρίζονταν, για παράδειγμα, τόσο η ανάγκη για μια ιδέα του κοινού καλού όσο και οι δημιουργικές πολιτικές συγκρούσεις ως δύο πτυχές μιας ενιαίας κίνησης. Αυτή, ωστόσο, η πρόσληψη της δημοκρατικής ισορροπίας ανάμεσα σε στοιχεία τάξης και δυναμικές κίνησης, σε ρουτίνες και πειραματισμούς, θεωρείται πλέον είτε ξεπερασμένη από τον ρου της Ιστορίας είτε αδύναμη να εμπνεύσει τις διεκδικήσεις ατόμων και κοινοτήτων στις σημερινές πολυκερματισμένες κοινωνίες. Σε μια τέτοια κλινική διάγνωση αμηχανίας βρισκόμαστε εδώ και κάποια χρόνια, ιδίως από τότε που η ύστατη έξαρση της φιλελεύθερης δημοκρατικής αισιοδοξίας στην τελευταία δεκαετία του εικοστού αιώνα καταλάγιασε για να μετατραπεί πια σε άσχημο προαίσθημα και απαισιόδοξη προφητεία για το μέλλον. […]

Νικόλας Σεβαστάκης, Ταξίδι στο άγνωστο: Φιλελεύθερη δημοκρατία και κρίση πολιτισμού, εκδόσεις Στερέωμα, Αθήνα 2020, σελ. 21-22 (απόσπασμα)

***

Πρβλ. και:

Πρόλογος-Η αχανής ήπειρος

(εκτενές απόσπασμα από τις σελ. 11-22 του βιβλίου στην ιστοσελίδα του εκδότη)

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Ἀνοιχτά Χαρτιὰ

Σχολιάστε

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Ἀνοιχτὰ Χαρτιά, ἐκδόσεις Ἴκαρος, στ’ ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, ISBN: 960-7233-97-2.

[…] Τὸ κόκκινο πανί μου -τὸ πιὸ κόκκινο- ἦταν καὶ εἶναι ἀκόμα ἡ εὐκολία. Τὴν ὑποψιαζόμουνα παντοῦ. Κάτω ἀπὸ τὰ κηρύγματα γιὰ τὴν ἁπλότητα, γιὰ τὴν τάξη, γιὰ τὴν ἐγκράτεια. Τὴ μυριζόμουνα πίσω ἀπὸ τὶς συνταγὲς γιὰ τὸν πεζὸ λόγο, ποὺ ὄφειλε τάχα νὰ περιορίζεται στὶς μικρὲς περιεχτικὲς φράσεις καὶ ν’ ἀποφεύγει σὰν τὸ διάβολο τὶς εἰκονοπλαστικὲς ἀντιστοιχίες ἤ τοὺς συναισθηματικοὺς συνειρμούς. Ἐξάλλου, μὲ δυσαρέσκεια ἔβλεπα, ὁλοένα καὶ περισσότερο γύρω μου, ἀπὸ ἕνα εἶδος νεοεγκεφαλισμοῦ νὰ ρέπουν ὅλοι πρὸς τὴν ἀφηρημένη ἔκφραση, τὶς ἡθελημένες παρασιωπήσεις αὐτὸς προπάντων ὁ φόβος: μήπως τὰ ποῦμε ὅλα –, τοὺς μελετημένους ὑπαινιγμούς, τὶς ἔμμεσες ἀναφορὲς σὲ παλαιότερα στρώματα παιδείας, μιὰ ἀληθινὴ πανδαισία γιὰ ὅλα τὰ γένη τῶν συγχρόνων ὑδροκεφάλων. […]

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Ἀνοιχτὰ Χαρτιά, ἐκδόσεις Ἴκαρος, στ’ ἔκδοση, Ἀθήνα 2004,σελ. 5-6.

 

 

Νικήτας Σινιόσογλου, [Περί μοναξιάς]

2 Σχόλια

Νικήτας Σινιόσογλου, Λεωφόρος ΝΑΤΟ: Δοκιμή περιπλάνησης, εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2019, ISBN: 978-618-5004-96-5.

[…] Μοναξιὰ εἶναι ὁ ἀποκλεισμὸς ἀπὸ ἕναν κόσμο ποὺ θὰ τὸν νοιαζόσουν ἀρκετά, ὥστε νὰ τὸν ἀναγνωρίσεις ὡς θεῖο καὶ νὰ τὸν σεβαστεῖς – πάει νὰ πεῖ ἡ ἀναγνώριση ἑνὸς κόσμου μὴ ἀνθρώπινου ἤ μήπως βαθύτατα ἀνθρώπινου; Κι αὐτὸ εἶναι ἡ ἀνεστιότητα τοῦ πλάνητα, μιὰ ἐνεοστασία τῆς θεραπείας, φροντίδα ποὺ δὲν ἔχει ποῦ νὰ ἀπευθυνθεῖ, σὰν τὸ ἡλιοτρόπιο ποὺ κινεῖται ἀκόμη φυσικὰ ἀλλὰ ὁ ἥλιος δὲν τὸ πείθει πὼς εἶναι ἥλιος. […]

Νικήτας Σινιόσογλου, Λεωφόρος ΝΑΤΟ: Δοκιμή περιπλάνησης, εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2019, σελ. 57.

 

 

Νικόλας Σεβαστάκης, [Μυστήριο και Δημοκρατία]

Σχολιάστε

Νικόλας Σεβαστάκης, Η αλχημεία της ευτυχίας: Δοκίμιο για τη σοφία της εποχής, εκδόσεις Πόλις, τέταρτη έκδοση, Αθήνα 2001, ISBN: 960-8132-06-01.

Απόσπασμα από το 3ο δοκίμιο του βιβλίου με τίτλο «Έχασε ο κόσμος τη μαγεία του;» [σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου]: 

(…)[σελ.42] Ο δημοκρατικός άνθρωπος – σε αντίθεση με το καπιταλιστικό είδωλο του- κατασκευάζει το μυστήριο στη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους και όχι τόσο στη σχέση του με τα πράγματα. Ως προς αυτό παραμένει θεμελιωδώς χριστιανός: αν το παγανιστικό μυστήριο είναι φυσικό ή οντολογικό -αστρικό, γαλαξιακό, νεραϊδοβακχικό, αριθμοσοφιστικό- το μυστήριο με την χριστιανική έννοια του όρου είναι ηθικό και αγαπητικό. Δεν παράγεται από μια συναρπαστική κοσμολογική ή μεταφυσική αλήθεια αλλά από την αλήθεια του αγαπημένου, τη μηδέποτε κτησθείσα, την απεριχώρητη και αστάθμητη. Αντίθετα η ειδωλολατρεία του μυστικού και μαγικού δεν περιλαμβάνει παρά δύο όρους: τον εαυτό και τα πράγματα, το εγώ και το σύμπαν μέσα στο οποίο στοιβάζονται οι “άλλοι” άνθρωποι σαν δείγματα μιας κοσμικής πανίδας και χλωρίδας πλάι στα φυτά, στις θάλασσες, στους εξωγήινους, στα κουάρκς και στα νετρόνια.

[σελ.43] Για τη δημοκρατική σοφία το μυστήριο βρίσκεται με τη σειρά του στη μεσίτευση, όχι στην αμεσότητα. Δεν επικεντρώνεται στον ένα ή στον άλλο αλλά στη σχέση τους, σε αυτό που διαφεύγει από τους δυο, στην ακριβή και πολύτιμη τρίτη διάσταση. Είναι μια αλήθεια τριαδική και γι’ αυτό τραγική. Ο χορός στην αρχαία τραγωδία, το Άγιο Πνεύμα στη χριστιανική εμπειρία, ο “αφηγητής” στο σύγχρονο μυθιστόρημα, οι ενδιάμεσοι σταθμοί ελέγχου στη νεότερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τι άλλο είναι παρά ενσαρκώσεις αυτού του τριαδισμού που εισάγει το μυστήριο και το δράμα της ενσάρκωσης; Η μεσιτεία (η ενσάρκωση) είναι συγχρόνως πόνος και ελευθερία, έλλειψις και πλήρωσις, στρέφεται διψασμένη προς την αλήθεια αλλά ποτέ δεν την κατέχει πλήρη και αρτιμελή.

Η ανθρωπιστική σοφία μπορεί να συνοψιστεί σε μια μόνο λέξη: ενσάρκωση. Ενσάρκωση που σημαίνει πως θα πρέπει να κατοικήσουμε το τραγικό, όχι να το μισήσουμε ούτε να το αρνηθούμε για το Τέλειο. Ενσάρκωση που σημαίνει πως θα μας λείπει πάντοτε το “όλον σώμα”, το όλον της αλήθειας, το όλον της ευτυχίας, το όλον της υγείας, το όλον του ανθρώπου και του αγαπημένου. Αυτό δεν υπονοεί πως δοξάζουμε την αρνητικότητα και τη μοναξιά των διαφορών ή των ελλείψεων. Κάθε άλλο. Η ανθρωπιστική σοφία κατανοεί απλώς πως δεν υπάρχει ενσάρκωση δίχως πάθος και έλλειψη. Ενώ σε κάθε μονιστική σο- [σελ.44] φία (οντολογική, θεολογική ή πολιτική) περιφρονείται η αλήθεια της ενσάρκωσης: δοξάζεται η αρμονία δίχως ελλείψεις, η αφθονία της παραγωγής, η πλήρης κοινωνία, η μεγιστοποιημένη επίδοση.

Υπερασπίζομαι την ιουδαιοχριστιανική και ελληνοδυτική σοφία στην ποικιλία και στον εσωτερικό πλούτο της, με όλες της τις αντιθέσεις και ετερότητες: αυτό σημαίνει πως αναγνωρίζω στα σπουδαιότερα έργα του ευρωπαϊκού και μεσογειακού πολιτισμού την πικρή και ζείδωρη αλήθεια της ενσάρκωσης. Με αυτή την έννοια μπορώ να υποδεχτώ στην παράδοση μου παρουσίες τόσο διαφορετικές και “ξένες” μεταξύ τους όπως τον ιουδαϊκό νόμο, το αρχαιοελληνικό δράμα, το χριστολογικό μήνυμα, τη νεωτερική φιλοσοφία, την πολιτική δημοκρατία, την ψυχαναλυτική έρευνα, το μυθιστόρημα, το δίκαιο και την κριτική του, την επιστημονική ερώτηση και τη μεταφυσική αντερώτηση.

Σε κάθε μια από αυτές τις περιοχές κάτι πραγματώνεται και κάτι λείπει, έτσι ώστε να ανοίγεται η δυνατότητα της αντίστασης, της απορίας, της αγωνίας. Αυτό το αγωνιώδες και αγωνιστικό πνεύμα που αποστραγγίζεται στη θρησκεία της εποχής, σε τούτο το μείγμα δεισιδαιμονίας και υπερκαπιταλιστικής ειδωλολατρείας, είναι αυτό που συνοδεύει το μενού της παγκοσμιοποίησης.

Νικόλας Σεβαστάκης, Η αλχημεία της ευτυχίας: Δοκίμιο για τη σοφία της εποχής, εκδόσεις Πόλις, τέταρτη έκδοση, Αθήνα 2001, σελ.42-44 (απόσπασμα)

Ronald Dworkin, Θρησκεία χωρίς Θεό

Σχολιάστε

Ronald Dworkin, Θρησκεία χωρίς Θεό, μετάφραση: Στέλιος Βιρβιδάκης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-16-8106-1.

Το παρόν βιβλίο, το οποίο ο συγγραφέας του δεν πρόλαβε να δει τυπωµένο, βασίζεται στις Διαλέξεις Αϊνστάιν που έδωσε τον Δεκέµβριο 2011 στο Πανεπιστήµιο της Βέρνης και µπορεί να θεωρηθεί ένα είδος πνευµατικής διαθήκης. Η θρησκευτική στάση την οποία ο Ντουόρκιν προβάλλει εκφράζεται µέσα από την αποδοχή της αλήθειας δύο βασικών και συναφών αξιολογικών κρίσεων. Σύµφωνα µε αυτές, η ανθρώπινη ζωή έχει αντικειµενικό νόηµα και το σύµπαν εγγενή αξία. Η αναγνώριση της αλήθειας αυτών των δύο κρίσεων συνεπάγεται πως κάθε άνθρωπος οφείλει να προσπαθεί να ζει καλά, όπως υπαγορεύουν οι ηθικές υποχρεώσεις προς τον εαυτό του και προς τους συνανθρώπους του, και πως είναι σε θέση να νιώθει δέος µπροστά στην οµορφιά του κόσµου. Αυτές τις πεποιθήσεις τις συµµερίζονται κατά κανόνα οι πιστοί των παραδοσιακών θεϊστικών θρησκειών, αλλά, σύµφωνα µε τον Ντουόρκιν, ο θεϊσµός δεν είναι απαραίτητος για τη στήριξή τους. Και οι άθεοι µπορούν να τις συµµεριστούν, υιοθετώντας µια θρησκεία χωρίς θεό. [πηγή: ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ]

***

Παραθέτουμε την κριτική της Σάρας Θηλυκού που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Αυγή» στις 18/8/2019: 

Σχέση χωρίς σύντροφο

Της Σάρας Θηλυκού*

Τον Μπλεζ Πασκάλ και τους Στοχασμούς του θυμήθηκα από τις πρώτες κιόλας σελίδες της ανά χείρας φιλοσοφικής πραγματείας, ο οποίος βεβαιώνει πως ένας άθεος είναι διατεθειμένος να πιστέψει τα πάντα αρκεί να μην χρειαστεί να πιστέψει σε κάποιον θεό. Για τον Ρόναλντ Ντουόρκιν ο αθεϊσμός είναι θρησκεία, με θεό της -μέσα στα αμερικανικά συμφραζόμενα- από το Σύνταγμα μέχρι το μπέιζμπολ. Ο Αμερικανός διανοητής επιθυμεί να απαλλάξει έννοιες όπως η ιερότητα της ζωής, η αξία της ανθρώπινης ύπαρξης, του σύμπαντος κ.ο.κ. από την παρουσία ενός θεού που να τις κατακυρώνει. Και αυτό γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος κατατρύχεται από τις εμμονές κατεξοχήν του δυτικού πολιτισμού, τη βεβαιότητα και την ανεξαρτησία. Έτσι προτάσσει την έννοια της ηθικής ανεξαρτησίας έναντι της θρησκευτικής ελευθερίας, και το ευ ζην έναντι του θεού, προκειμένου να παρακάμψει την επιλογή για σύναψη σχέσης με έναν προσωπικό θεό -για την ύπαρξη του οποίου δεν είναι βέβαιος- και την ευθύνη που αυτή η σχέση συνεπάγεται -και η οποία θίγει βεβαίως την ανεξαρτησία του.

Μια θρησκεία χωρίς Θεό συνιστά ήδη ο ντεϊσμός από την εποχή του γαλλικού διαφωτισμού, όπου η πίστη σε ένα υπέρτατο ον απομακρυσμένο από τον κόσμο, αποπροσωποποιεί τον κατεξοχήν προσωπικό Θεό-Πατέρα του Χριστιανισμού και βέβαια κλονίζει την έννοια της θείας πρόνοιας. Ο φιλοσοφικός προβληματισμός περί θεοδικίας και υπάρξεως του κακού εν γένει, αλλά και ο αντίστοιχος στοχαστών θρησκευομένων, όπως οι Πασκάλ και Κίρκεγκωρ, υπέσκαψαν την έννοια της πίστης, όπως έδειξε η Χάνα Άρεντ. Στον 20ο αιώνα μια θρησκεία χωρίς Θεό συνιστούν ήδη τα κινήματα της πρωτοπορίας εισηγούμενα μια τέχνη χωρίς Θεό ή υπερβατικό. Η έννοια της θρησκείας ταυτίζεται εν πολλοίς με μια ιδιότυπη τυραννία της βεβαιότητας, θα την αποκαλούσα, τέτοια που και σήμερα ακόμη να αρνείται σχεδόν την άσκηση της τέχνης σε ανθρώπους που πιστεύουν στον Θεό! Ή την άσκηση της θρησκείας σε ανθρώπους που αμφιβάλλουν. Όμως, ζωή και τέχνη, σε πείσμα του ηθικού μανιχαϊσμού, παραμένουν αβέβαιες, για ενθέους και αθέους, και για αυτό απολύτως σαγηνευτικές. Και η πίστη μπορεί να συμβαδίζει με την επιστήμη, όπως η αμφιβολία με τη θρησκεία. Όπως άλλωστε ο Ντουόρκιν βεβαιώνει «η κοσμική επιστήμη έχει γίνει εντυπωσιακώς παρόμοια με τη θρησκευτική διδασκαλία».

Αλλά και η σύγχρονη μαχητική, λεγομένη, αθεΐα, κρίνεται ανεπαρκής, από εκπροσώπους μάλιστα της μαρξιστικής κριτικής, η οποία δια στόματος Τέρρυ Ήγκλετον εγκαλεί τον Ρίτσαρντ Ντόκινς, κορυφαίο εκπρόσωπο της πρώτης, για το ότι ο τελευταίος θεωρεί υπεύθυνο τον μαρξισμό για τα… γκουλάγκ. Η σύγχρονη αθεΐα πράγματι εξαντλεί όλη της τη δυναμική σε έναν ιστορικό ηθικισμό, μια φιλότιμη απαρίθμηση όλων των θρησκευτικών παρεκτροπών ανά τους αιώνες, αποδεικνύοντας αυτό που ο Ήγκλετον (σε συνέντευξή του στον Δημήτρη Δημηρούλη) σημειώνει, «πόσο ανίδεοι περί θεολογίας είναι άνθρωποι όπως οι Χίτζενς, Ντόκινς και Ονφρέ». Οι νέοι θρησκευτικοί πόλεμοι κατά τον Ντουόρκιν διεξάγονται στον χώρο της πολιτικής με θέματα αιχμής τη χρήση των θρησκευτικών συμβόλων στον δημόσιο χώρο και την προσευχή στα σχολεία (με κυρίαρχη την επιταγή περί ουδετερότητας), τη σεξουαλική ηθική (με τη νομοθεσία για τις αμβλώσεις), τη μαντίλα (στη Γαλλία λόγου χάρη οι νόμοι Σαρκοζί για τη μαντίλα και τη γενειάδα για… θρησκευτικούς λόγους, καθώς και οι εικόνες γάλλων αστυνομικών σε πλαζ να προσπαθούν να… γδύσουν μουσουλμάνες λουόμενες από τα μπουρκίνι τους νομίζω πως έδειξαν τα αδιέξοδα του πιο κοσμικού κράτους) και τη διδασκαλία της δαρβινικής εξέλιξης (η οποία στην Αμερική κονταροχτυπήθηκε με τον δημιουργισμό και τον νοήμονα σχεδιασμό).

Πάντως η απόφανση της σύγχρονης Φυσικής διά στόματος Ρίτσαρντ Φάινμαν, μιας ιδιότυπης αθεΐας του θρησκευτικού αθεϊσμού, κατά πώς ο Ντουόρκιν μάς θυμίζει, πως δεν γίνεται να εξηγήσει το «γιατί» λειτουργούν έτσι τα πράγματα (δηλαδή τον σκοπό τους) αλλά μόνο το «πώς» λειτουργούν (δηλαδή τον τρόπο), θυμίζει τη διπλή θεολογική μεθοδολογία των Πατέρων, με την οποία αίρεται κάθε σύγκρουση επιστήμης και θρησκείας. Και πράγματι «ούτε είναι εύλογο να θεωρήσουμε ότι η στάση των καθηγητών επιστημονικών μαθημάτων εκφράζει δέσμευση σε κάποια εκστρατεία προαγωγής του αθεϊσμού».

Αναφερόμενος ακόμη στον Πάουλ Τίλλιχ ο Ντουόρκιν εξαίρει τον… αθεϊσμό του θεολόγου ο οποίος βεβαιώνει πως «χωρίς κάποιο στοιχείο αθεϊσμού κανένας θεϊσμός δεν μπορεί να διατηρηθεί». Ασφαλώς. Ο αποφατισμός και οι αντινομίες συνιστούν θεμελιώδη θεολογικά χαρακτηριστικά, που θα ζήλευαν οι αγνωστικιστές. Έτσι ο Θεός καλείται υπεράγνωστος καθώς όσο περισσότερο ο άνθρωπος Τον γνωρίζει τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί το ακαταληπτο της ουσιας Του. Αλλά και ο πανθεϊσμός του Σπινόζα έχει θέση σε ένα γνήσια θρησκευτικό βίωμα, όπως μπορεί να βεβαιώσει κάθε άνθρωπος που έχει ερωτευτεί έστω και μία φορά στη ζωή του.

Ο κοσμικός, λεγόμενος, ανθρωπισμός δεν επιτρέπει παρά μία προσέγγιση που ταυτίζει τη θρησκεία με την ηθική, για όσους συμμερίζονται το δέος του Καντ απέναντι στον έναστρο ουρανό και τον ηθικό νόμο εντός. Για πολλούς χριστιανούς θεολόγους λόγου χάρη, όμως, ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά υπέρβασή της, είναι δε μια κοινωνία προσώπων και όχι απλώς μια ακόμη πίστη με όρους ιδεολογικής καθαρότητας κ.ο.κ. Έτσι μια τέτοια θεώρηση φαίνεται μάλλον υποβιβαστική. Η επιλογή μιας θρησκείας χωρίς θεό φαντάζει ως η μέση λύση ανάμεσα στη μαχητική αθεΐα και την παραδοσιακή θρησκευτικότητα, για όσους ασπάζονται ένα ισχυρό αξιακό μοντέλο, καθώς αμβλύνει την αιχμηρή φυσιοκρατία έναντι μιας πιο πνευματικής θέασης της ζωής. Ας προσέξουμε, όμως, το ενδεχόμενο μιας… θεϊστικής κοσμικότητας. Δεχόμενοι μια θρησκεία χωρίς θεό μήπως δεχόμαστε έτσι και μια δημοκρατια δίχως… δήμο λόγου χάρη, μια ελέω θεού δημοκρατία; Ο Χασεμί Ραφσατζανί, γνωστός για τη θεωρητική ενασχόλησή του με τις δημοκρατίες της Δύσης (την έδρα του… Σατανά, στην οποία ωστόσο είχε καταφύγει ο ηγέτης της Ισλαμικής Επανάστασης Χομεϊνί), είχε πει πως η ισλαμική δημοκρατία του Ιράν είναι ανώτερη από τις δυτικές γιατί βασίζεται στον Θεό… Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Δημιουργού-Θεού και αυτό συνιστά την εγγενή αξία του, χωρίς η τελευταία να απομειώνεται από την οντολογική εξάρτηση της κτιστής ανθρώπινης φύσης από τον άκτιστο Δημιουργό της, ενώ η ιστορία, η πολιτική, οι τέχνες και οι επιστήμες συνιστούν ανθρώπων έργα.

Ο μεταφραστής του έργου καθηγητής Στέλιος Βιρβιδάκης, στο κριτικό επίμετρό του στο τέλος του βιβλίου προλαμβάνει τόσο τις ενστάσεις των θεϊστών όσο και ενδεχόμενες επιφυλάξεις για την πειστικότητα των επιχειρημάτων του Ντουόρκιν, εξαίροντας βέβαια τη γόνιμη συνεισφορά του στον διάλογο μεταξύ θεϊστών και αθέων. H αθεολόγητη ταύτιση της θρησκείας με την ηθική νομίζω πως καθιστά τη θρησκεία μια μάλλον γλυκερή, άνευρη, ψυχρή, πολιτικώς ορθή καθηκοντολογία, μια σίγουρη συνταγή για μια «πετυχημένη ζωή», χωρίς ρίσκο, χωρίς θυσία, χωρίς έρωτα, χωρίς τον… θεό της εντέλει. Γιατί να πιστέψει κανείς σε μια τέτοια θρησκεία και όχι στην ποδοσφαιρική του ομάδα – ή μήπως οι δύο μπορεί να ταυτίζονται; Ο Γούντι Άλλεν, στον οποίο ο Ντουόρκιν παραπέμπει, είχε πει κάποτε για τον Ντοστογιέφσκι πως είναι πολύ Ρώσος για αυτόν. Μήπως το ίδιο ισχύει και για τη θρησκεία χωρίς θεό; Πως είναι μάλλον πολύ αμερικάνικη για τα γούστα μας;

____________________________________________________________

*Η Σάρα Θηλυκού είναι ποιήτρια και δρ Θεολογίας

https://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2019/08/blog-post_52.html

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

Σχολιάστε

 

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Θεολόγου 3ου ΓΕΛ Ηρακλείου

 

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα»αρ. φ. 15808/13-7-2019, σελ. 42]

Θ. Ι. Ρηγινιώτης, Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο: Δοκίμιο πνευματικής και κοινωνικής αναζήτησης, εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2019, σσ. 250, ISBN: 978-960-597-204-2.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον» το νέο πόνημα του γνωστού θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο». Η προβληματική που απασχόλησε το συγγραφέα στο μυθιστόρημα του Εναντίον του Θεού (εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006, βλ. σχετικό σημείωμα μας για το βιβλίο στην εφημερίδα «Πατρίς», αρ. φ. 17991/20-12-2006, σελ. 16) εδώ επεκτείνεται και διευρύνεται σε μια εξαντλητική διαπραγμάτευση. Στόχος του συγγραφέα είναι να πραγματώσει έναν οιονεί διάλογο με τον «σκεπτόμενο άθεο» της εποχής μας. Ο παραπάνω όρος δεν χρησιμοποιείται τυχαία από το συγγραφέα, δοθέντος του γεγονότος, ότι υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως «άθεοι» αλλά εμφορούνται από τέτοιο βαθμό φανατισμού και καχυποψίας που καθιστούν απαγορευτική κάθε καλοπροαίρετη απόπειρα διαλόγου. Τα άτομα αυτά εμμένοντας με δογματισμό στις αθεϊστικές τους βεβαιότητες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στην «απόλυτη αλήθεια» της «πίστης» τους στην ανυπαρξία του Θεού. Το οντολογικό ερώτημα, ωστόσο, είναι διαχρονικό και δεν προσφέρεται για επιδερμικές προσεγγίσεις ή ιδεολογικοποιημένες απολυτοποιήσεις του τύπου «άσπρο-μαύρο». Πέραν τούτου, σαφώς υπάρχουν και καλοπροαίρετοι άνθρωποι που μπορεί να δηλώνουν άθεοι, άθρησκοι, άπιστοι, αγνωστικιστές, σχετικιστές, σκεπτικιστές κ.α.π. (δικαίωμα τους βεβαίως, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, δεν είναι εδώ Ιράν, όπως διατείνονται ορισμένοι) αλλά είναι ανοικτοί έμπρακτα στο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων. Οι συγκεκριμένοι έχουν μια αρετή: έχουν μάθει να ακούνε και να σέβονται τη γνώμη του άλλου, ακόμα κι αν διαφωνούν· είναι με άλλα λόγια απροκατάληπτοι,γεγονός καθόλου αυτονόητο στους χαλεπούς καιρούς μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν ενίοτε και για όσους δηλώνουν «ένθεοι», «πιστοί» κ.α.π., που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν την αντίθετη άποψη αλλά θωρακίζονται πίσω από τις «βεβαιότητες» τους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εν λόγω έχουν κατασκευάσει έναν χριστιανισμό «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» τους, έναν χριστιανισμό φονταμενταλιστικό και παραδοσιαρχικό, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθεντικό χριστιανισμό.

Ο συγγραφέας προσπάθησε με τρόπο τω όντι εξαντλητικό να παρουσιάσει στα δοκίμια του την αυθεντική ορθοδοξία (αποστασιοποιούμενος επιτυχημένα από τις πολυποίκιλλες παραφθορές της), δίδοντας τη ζωντανή μαρτυρία της στους ρευστούς μετανεωτερικούς καιρούς μας. Είναι νομίζουμε γνωστό ότι λάθος εικόνα περί ορθοδοξίας έχουν διαμορφώσει τόσο οι «ένθεοι», όσο και οι «άθεοι». Οι πρώτοι εμμένουν σε μια παραδοσιαρχία που εκβάλλει στη λογική των αλήστου μνήμης θρησκευτικών οργανώσεων ή σε έναν πιετισμό προτεσταντικού τύπου ή σε έναν υφέρποντα φονταμενταλισμό που εγγίζει τα όρια του παλαιοημερολογητισμού. Φαίνεται, ωστόσο, να απουσιάζει η μέση οδός αφού από την άλλη πλευρά υπάρχει η λεγόμενη «εκσυγχρονιστική» μερίδα που εμμένει σε μια ελιτίστικη πρόσληψη της θεολογίας, καθιστώντας την τελευταία «θεολογία του σαλονιού», μια θεολογία για λίγους και εκλεκτούς θεολογίζοντες, στα όρια της σέκτας, μη έχουσα σχέση με τα προβλήματα, τα βάσανα, τις ανάγκες και τις πνευματικές ανησυχίες του λαού μας. «Αλλά ταύτα περιττά», καθότι γνωστά για να θυμηθώ την εισαγωγή του βιβλίου (σελ. 11). Από την άλλη πλευρά, η μερίδα των «αθέων» προσλαμβάνει στη συντριπτική της πλειοψηφία το χριστιανισμό με τους όρους της δυτικής σκέψης και διανόησης αγνοώντας το κοσμοσυστημικό ελληνικό παράδειγμα: αγνοούν πεισματικά και με ιδεολογική προκατάληψη το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο ποτέ δεν βιώσαμε φεουδαρχία, ιερά εξέταση, θρησκευτικούς πολέμους κ.α.π. αλλά αντιθέτως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας άκμασαν οι ελληνικές κοινότητες, τα λεγόμενα κοινά, που όπως επαρκώς έχει αποδείξει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ήταν αυτοδιοίκητες, ήταν «κοινωνίες εν ελευθερία». Όλα αυτά αγνοούνται παντελώς και υιοθετούνται μεταπρατικά τα δυτικά ιδεολογήματα (E. Hobsbawm, B. Anderson, J. P.Fallmerayer κλπ)

Ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι ζούμε σε καιρούς μεταχριστιανικούς (βλ. σελ. 11) αλλά εκείνο που θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη είναι η αυθεντική ορθοδοξία, η πνευματική κληρονομιά της καθ’ ημάς Ανατολής, η παρακαταθήκη της νηπτικής και ασκητικής θεολογίας των αγίων, των οσίων και όλων όσοι διέβησαν τη χαρισματική οδό μέσω των τριών σταδίων (κάθαρση, φωτισμός, θέωση, βλ. μεταξύ πολλών, σελ. 221 κ.ε.), που όμως δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να ιδεολογικοποιούνται.

Eνθυμούμενος τις πολυποίκιλλες παραφθορές του χριστιανισμού ο συγγραφέας παραθέτει τα παρακάτω σοφά λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τις καίριες επισημάνσεις του Χρήστου Γιανναρά: «Ἄν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἤ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα». (Χρ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2003, σελ.101)

Το βιβλίο περιλαμβάνει δοκίμια του συγγραφέα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο αλλά έχουν ξαναδουλευθεί και πήραν την τελική τους μορφή στο εν λόγω έργο.

Στο Α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 15-125) με τίτλο «Η περί Θεού επιστήμη» ο συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει το περί Θεού ερώτημα μέσα από την ορθόδοξη προοπτική. Αναλύονται εξαντλητικά πλήθος συναφών θεμάτων εκ των οποίων σταχυολογούμε ελάχιστα μόνο εν συνεχεία: α) Ο νεώτερος αθεϊσμός (σελ. 18-22), β) Η γνώση του Θεού (σελ. 19, 45 κ.ε. και αλλ.), γ) Ορθοδοξία και Δύση (σελ. 22-28), δ) Περί αγάπης (σελ. 28 κ.ε., σελ. 40 κ.ε. και αλλ.), ε) Ήθος και ηθικισμός (σελ. 30-39), στ) Το ασκητικό βίωμα στο χριστιανισμό (σελ. 50 κ.ε., σελ. 59 κ.ε.), ζ) Η αποφατική θεολογία (σελ. 52), η) Η θεολογία ως θεοπτία (σελ. 55), θ) Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία (σελ. 73 κ.ε.), ι) Η διάκριση των πνευμάτων (σελ. 90 κ.ε.), ια) Περί πίστεως (σελ. 105 κ.ε.).

Στο Β΄ μέρος του βιβλίου (σελ. 129-232) με τίτλο «Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια» ο συγγραφέας αναφέρεται σε ορισμένους αντιχριστιανικούς μύθους, τους οποίους και ανατρέπει τεκμηριωμένα, ενώ παράλληλα τον απασχολούν δογματικά και λειτουργικά θέματα. Ο πιο κλασικός εξ αυτών των μύθων, που επανέφερε στο προσκήνιο προ ετών η -ήδη ξεπερασμένη- μόδα του «ντανμπραουνισμού», αναφέρει ότι δήθεν ο χριστιανισμός που ξέρουμε πήρε την τελική του μορφή στην Α’ Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο συγγραφέας ανατρέπει με πλήρη τεκμηρίωση τον εν λόγω μύθο (σελ. 129-134).

Τα ζητήματα της τριαδολογίας και της χριστολογίας, που αποτελούν την πεμπτουσία της ορθοδόξου διδασκαλίας, απασχολούν ιδιαίτερα το συγγραφέα (σελ. 135-162). Αναφέρεται αναλυτικά στις μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) και στις μαρτυρίες των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της μεταποστολικής εποχής.

Το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και επιστήμης απασχολεί ιδιαίτερα το συγγραφέα (βλ. σελ. 162-182), ο οποίος αναφέρεται στην εικονολογική γλώσσα του βιβλίου της Γενέσεως, στους ποικίλλους ανθρωπομορφισμούς αλλά και στις σχετικές αναφορές της πατερικής ερμηνευτικής, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στο απαράδεκτο του δημιουργισμού και του εξ ΗΠΑ ορμώμενου «ευφυούς σχεδιασμού» (σελ. 179). Παράλληλα τονίζει ότι θρησκεία και επιστήμη έχουν διακριτούς ρόλους και δεν πρέπει να εμπλέκεται η μια στα ζητήματα της άλλης. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει απόλυτη εμμένεια στις επιστημονικές διατυπώσεις (πρβλ π.χ. κβαντομηχανική, εντροπία, απροσδιοριστία κλπ): «(…) ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας -η πιο θεμελιώδης- απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία(…)» (σελ. 171). Κατά συνέπεια η ενδεχομενικότητα και η πιθανότητα αμβλύνουν τις όποιες θετικιστικές βεβαιότητες, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies: «Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη» (Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67).

Το συγγραφέα απασχολούν ακόμη καίρια θέματα λειτουργικής θεολογίας (σελ. 182-197), ιεραποστολικής στην Αφρική (Ουγκάντα- Κένυα, σελ. 197-207) και σωτηριολογίας (ένα σημαντικό δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελ. 208-232). Σχετικά με τη «μέση κατάσταση των ψυχών» (σελ. 225 κ.ε.) υπενθυμίζουμε ότι συνιστά θεολογούμενο για την ορθόδοξη εκκλησία.

Στον Επίλογο του βιβλίου δημοσιεύεται μια λίαν ενδιαφέρουσα «Επιστολή σε γονιό, που η έφηβη κόρη του είναι έγκυος» (σελ. 233-237) και ακολουθεί αναλυτική Βιβλιογραφία.

Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό οδηγό για τον αυθεντικό χριστιανισμό μακριά από παραφθορές, παραναγνώσεις, «ιδιωτικές θεολογίες», θεολογισμούς, ηθικισμούς και εστετισμούς. Θα κλείσουμε με μια σπουδαία φράση του συγγραφέα: «(…) ο άνθρωπος καθώς γίνεται άγιος, είναι ουσιαστικά ελεύθερος, άσχετα από τις εξωτερικές συνθήκες ζωής του» (σελ. 33, υποσημείωση 24). Τεράστιο το διακύβευμα. Αντέχετε;

Ηράκλειο, 10 Ιουλίου 2019

[πηγή]

Charles Taylor, [Χριστιανισμός και Στωικισμός]

Σχολιάστε

Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας, μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007, ISBN 978-960-518-284-7.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

O Charles Taylor, γεννημένος τον Nοέμβριο του 1931 στον Kαναδά, είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή φιλόσοφους-καθηγητές που ασχολήθηκαν ενδελεχώς με το ζήτημα της προέλευσης και εξέλιξης αυτού που ονομάζουμε «νεωτερική ταυτότητα». Στο παρόν έργο του, που κατέχει πια θέση κλασικής μελέτης επί του θέματος, εξετάζει με τρόπο εξαντλητικό τις ρίζες του νεωτερικού φαινομένου, αναδεικνύοντας τις συνάφειες που κρύβονται στην φιλοσοφική σκέψη παλαιότερων διανοητών, έτσι όπως τις συναντά κανείς στην ιστορία της Φιλοσοφίας. O Iερός Aυγουστίνος, ο Kαρτέσιος, ο Λούθηρος, παραλαμβάνουν τις φιλοσοφικές αποσκευές του παρελθόντος και τις παραδίδουν στους νεώτερους ορίζοντας τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση στη Nεωτερικότητα που θα καθορίσει τα βήματα του σύγχρονου ανθρώπου στον βίο, τη σκέψη, την τέχνη και τον πολιτισμό. Oι Πηγές του Eαυτού είναι ένα ταξίδι από τον Πλάτωνα μέχρι τον Derrida, από την Hθική έως την Aποδόμηση, που ο Taylor το προσφέρει με τρόπο συναρπαστικό σε όλους μας, καλώντας μας να σταθούμε σε όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς της διαδρομής ώστε να φωτιστεί η κατάληξή της.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

[Χριστιανισμός και Στωικισμός]

[σελ.353] (…) Ο χριστιανισμός, ιδίως στις πιο ασκητικές παραλλαγές του, παρουσιάζεται ως συνέχεια του Στωικισμού με άλλα μέσα, ή (όπως λέει καμμιά φορά ο Nietzsche) ως μια προέκταση του Πλατωνισμού. Παρά τις έντονες, ωστόσο, ομοιότητες με τον Στωικισμό -λόγου χάριν στον οικουμενισμό του, στην έννοια της πρόνοιας, στην εξύψωση της αυταπάρνησης- υπάρχει μεταξύ τους μεγάλο χάσμα. Στην πραγματικότητα, το νόημα της αυταπάρνησης είναι εντελώς διαφορετικό. Ο στωικός σοφός είναι πρόθυμος να παραιτηθεί από κάποιο «προτιμώμενο» αγαθό, λ.χ. την υγεία, την ελευθερία ή την ζωή, διότι το θεωρεί ειλικρινά άνευ αξίας, αφού αξία έχει μόνο σύνολη η τάξη των συμβάντων, η οποία τυγχάνει βέβαια να συμπεριλαμβάνει και την άρνηση ή την απώλεια του. Ο χριστιανός μάρτυρας, παραιτούμενος από την υγεία, την ελευθερία ή την ζωή δεν αποφαίνεται ότι τα πράγματα είναι ανάξια.  Απεναντίας, η πράξη θα έχανε το νόημα της αν δεν ήταν μεγάλης αξίας. Το να λες ότι κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από εκείνον που θυσιάζει τη ζωή του υπέρ των φίλων του, υποδηλώνει ότι η ζωή είναι ένα μεγάλο αγαθό. Η πρόταση θα έχανε την ουσία της αναφερόμενη σε κάποιον που απαρνιέται τη ζωή από μία αίσθηση απάθειας ·προϋποθέτει ότι θυσιάζει κάτι.  (…)

[σελ.354] (…) Η μεγάλη διαφορά μεταξύ στωικής και χριστιανικής απάρνησης είναι τούτη: για τον Στωικό αυτό που απαρνείται κανείς, αν σωστά το απαρνηθεί, δεν αποτελεί ipso facto μέρος του αγαθού. Για τον Χριστιανό,αυτό που απαρνείται κανείς, εκ του γεγονότος και μόνο της απάρνησης του, καταφάσκεται ως αγαθό -τόσο υπό την έννοια ότι η απάρνηση θα έχανε το νόημα της αν το πράγμα ήταν αδιάφορο όσο και υπό την έννοια ότι η απάρνηση προάγει το θέλημα του Θεού, το οποίο ακριβώς επιβεβαιώνει την αγαθότητα των πραγμάτων εκείνων που απαρνείται κανείς: της υγείας, της ελευθερίας, της ζωής. Κατά παράδοξο τρόπο, η χριστιανική απάρνηση είναι μια επιβεβαίωση της αγαθότητας αυτού που απαρνείται κανείς. Για τον Στωικό, η απώλεια της υγείας, της ελευθερίας. της ζωής, δεν επηρεάζει την ακεραιότητα του αγαθού. Απεναντίας, η απώλεια είναι μέρος ενός όλου που είναι καθ’ ολοκληρίαν αγαθό και δεν θα μπορούσε να αλλάξει δίχως να καταστεί λιγότερο αγαθό. Οι Στωικοί έλκονται από εικόνες όπως εκείνη της σκιάς που είναι απαραίτητη προκειμένου να αναδειχθεί εξ αντιθέσεως η λαμπρότητα του φωτός. Στην [σελ.355] χριστιανική προοπτική, ωστόσο, η απώλεια είναι ένα ρήγμα στην ακεραιότητα του καλού. Αυτός είναι ο λόγος που ο χριστιανισμός απαιτεί μια εσχατολογική προοπτική αποκατάστασης της ακεραιότητας αυτής, αν και τούτο έχει κατανοηθεί ποικιλοτρόπως (…).

Charles Taylor, Πηγές του εαυτού: Η γένεση της νεωτερικής ταυτότητας, μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007,σελ. 353-355 (αποσπάσματα)

 

René Girard (1923-2015), Περί φθόνου

Σχολιάστε

60ce59de-0543-4d47-b423-fd83c8fb4e67

René Girard (1923-2015),  Η αρχαία οδός των ασεβών, μετάφραση: Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1991, ISBN: 960-256-093-2.

Απόσπασμα (συνίσταται η ανάγνωση ολόκληρου του βιβλίου):

[σελ. 71] (…) Ο φθόνος δεν θα’ χε την πρωτοφανή δύναμη που έχει, αν στις ανθρώπινες κοινωνίες οι άνθρωποι δεν είχαν την τάση να μιμούνται αμοιβαία τις επιθυμίες τους. Ο φθόνος δεν είναι τίποτε άλλο από το αμοιβαίο εκείνο δάνειο επιθυμιών, μέσα σε συνθήκες επαρκούς ισότητας, για την εξασφάλιση της ανάπτυξης των μιμητικών ανταγωνισμών. (…)

René Girard (1923-2015),  Η αρχαία οδός των ασεβών, μετάφραση: Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1991, σελ. 71 (απόσπασμα).

Νικολάου Ι. Πανταζόπουλου, Ο ελληνικός κοινοτισμός και η νεοελληνική κοινοτική παράδοση

Σχολιάστε

37a1957f-0970-4f38-a7e5-d8a4c1388422_4

Νικολάου Ι. Πανταζόπουλου, Ο ελληνικός κοινοτισμός και η νεοελληνική κοινοτική παράδοση, εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα 1993, ISBN 960-7601-03-3.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

[…] Ο νόμος περί δήμων της 27ης Δεκεμβρίου 1833/8ης Ιανουαρίου 1834 επιδιώκοντας να προλάβει κάθε προσπάθεια δραστηριοποιήσεως του πολυκρατικού κοινοτικού συστήματος, διαλύει τις κοινότητες. Στη θέση των δυναμικών, αυτόνομων, αυτοδύναμων και αυτάρκων κοινοτήτων τοποθετεί τους ατροφικούς δήμους, νόθες διοικητικές περιφέρειες που αποτελούνται από τα λείψανα των κοινοτήτων. Οι νέες διοικητικές μονάδες τίθενται κάτω από την ανεξέλεγκτη εξουσία του Κράτους που διορίζοντας τους πριν αιρετούς κοινοτικούς άρχοντες διασπά την ενότητα της συλλογικής ηγεσίας τους και καθιστά το δήμαρχο εγκάθετο της Κυβερνήσεως, που μισθοδοτείται για το σκοπό αυτό. Ο άλλοτε αυτόνομος εκ των κάτω έλεγχος των πράξεων των κοινοτικών αρχόντων, ασκείται τώρα εκ των άνω ετερόνομα για λογαριασμό του Κράτους, το οποίο δεν αναγνωρίζει στους πολίτες του το δικαίωμα να συνέρχονται και να συνεταιρίζονται στερώντας τους το δικαίωμα να έχουν πολιτική βούληση. Στη φάση λοιπόν αυτή της αναμετρήσεως Κράτους- Κοινότητας η τελευταία παθαίνει κάθετη καθίζηση στο πεδίο του δημοσίου δικαίου αφού χάνει την αυτεξουσιότητα που είχε πριν. […]
Νικολάου Ι. Πανταζόπουλου, Ο ελληνικός κοινοτισμός και η νεοελληνική κοινοτική παράδοση, εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα 1993, σελ. 43-44 (απόσπασμα)

Ο Πέτρος Θεοδωρίδης για τις απαγορεύσεις που επιβάλλονται στο όνομα της συμπόνιας

Σχολιάστε

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN: 978-960-9708-00-5.

12857_541646669195059_1409438088_n

Απόσπασμα από το έβδομο δοκίμιο του βιβλίου με τίτλο «Ταυτότητες και ξένοι«. [Πρώτη δημοσίευση στην επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 4, Καλοκαίρι 2006]:

(…) Η δεκαετία του 1990 σημαδεύτηκε και από μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα φόβου και ένα συντριπτικό αίσθημα αβεβαιότητας. Το «άλλο» και ο φόβος που το συνοδεύει βρέθηκε στον δυτικό κόσμο ως μετανάστης ή πρόσφυγας, ως φόβος της ανεργίας και της κοινωνικής υποβάθμισης. Επανήλθαν διλήμματα που είχαν ξεχαστεί ή απωθηθεί κάτω από το πάπλωμα της αισιοδοξίας και της πίστης στην πρόοδο της μεταπολεμικής εποχής.  Αρχικά η δεκαετία του 1990 φαινόταν  να είναι η δεκαετία της πολυπολιτισμικής αρμονικής συμφωνίας εθνών κάτω από την  μπαγκέτα ενός μεγάλου μαέστρου, του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου που, ως «γενικό ισοδύναμο», εξισώνει τις διαφορές μέσα από την αποδοχή της κυριαρχίας του. Νομιμοποιημένος «κοσμοπολίτης» κατέληξε να θεωρείται ο νομαδικού τύπου υπηρέτης του κεφαλαίου, ο πολύχρωμος, άοσμος άνθρωπος που σύμφωνα με μια παλιότερη διαφήμιση του CNN, το πρωί βρίσκεται στη Μόσχα, το μεσημέρι τη Νέα Υόρκη και το βράδυ στο Παρίσι.

Η παγκοσμιοποιημένη εκδοχή της πολυπολιτισμικότητας αναδεικνύει ως κυριότερη ηθική αρετή την ανεκτικότητα, η οποία εύκολα γλιστρά στην αδιαφορία.Όλοι είναι ίσοι! Καμία ηθική στάση δεν είναι καλύτερη από την άλλη!

Και έτσι υπηρετώντας τάχα την ανοχή μπαίνουμε σε απαγορεύσεις που επιβάλλονται στο όνομα της συμπόνιας, σε μια κατάσταση παράλογης μισαλλοδοξίας. (…)

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, σελ.147.

Giorgio Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης

1 σχόλιο

b127467Giorgio Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης: Όταν η «έκτακτη ανάγκη» μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, μετάφραση: Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007, ISBN 978-960-16-2508-9.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

H κατάσταση εξαίρεσης -έννοια που αντλεί την καταγωγή της από την «exceptio» του ρωμαϊκού δικονομικού συστήματος και την οποία ο Αγκάμπεν θεωρεί ταυτόσημη με την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης»- έχει αρχίσει σήμερα να μετατρέπεται, και με τη δική μας ανοχή, σε «φυσιολογικό» τρόπο διακυβέρνησης, τρόπο ο οποίος καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τόσο την εξωτερική όσο και την εσωτερική πολιτική των κρατών. (…) Όταν η κατάσταση εξαίρεσης τείνει να γίνει ο κανόνας, οι θεσμοί και οι ισορροπίες των δημοκρατικών συνταγμάτων δεν μπορούν να λειτουργήσουν και το ίδιο το όριο ανάμεσα στη δημοκρατία και τον απολυταρχισμό μοιάζει να καταλύεται. Κινούμενος σ’ έναν, εν πολλοίς, αχαρτογράφητο χώρο ανάμεσα στην πολιτική και το δίκαιο, ανάμεσα στην έννομη τάξη και την καθημερινή ζωή, χώρο τον οποίο οι περισσότεροι ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες αρνούνται να μελετήσουν, ο Αγκάμπεν εξετάζει μία προς μία τις νομικές θεωρίες που αφορούν την κατάσταση εξαίρεσης και φωτίζει με έναν ουσιαστικό και ριζοσπαστικό τρόπο τη σκοτεινή σχέση που συνδέει τη βία με το δίκαιο.

Απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου («Η κατάσταση εξαίρεσης ως παράδειγμα διακυβέρνησης»):

[σελ. 26]  Το πρόβλημα της κατάστασης εξαίρεσης παρουσιάζει εμφανείς αναλογίες με το πρόβλήμα του δικαιώματος αντίστασης. Πράγματι, έχει συζητηθεί πολύ, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια συντακτικών συνελεύσεων, η σκοπιμότητα εισαγωγής του δικαιώματος αντίστασης στο συνταγματικό κείμενο. (…)

[σελ. 27] (…) Οπωσδήποτε είναι βέβαιο πως αν η αντίσταση γινόταν δικαίωμα, ή ακόμα περισσότερο καθήκον (η παράλειψη του οποίου θα μπορούσε και να τιμωρείται), το σύνταγμα όχι μόνο θα προβαλλόταν ως μια απρόσβλητη και κατανοητή απ’ όλους αξία, αλλά και οι πολιτικές επιλογές των πολιτών θα ήταν νομικά θεσμοθετημένες. Γεγονός όμως είναι πως, τόσο στο δικαίωμα της αντίστασης όσο και στην κατάσταση εξαίρεσης, υπό αμφισβήτηση τίθεται τελικά το ζήτημα της νομικής σημασίας ενός πεδίου δράσης που καθεαυτό δεν προβλέπεται νομικώς. Έρχονται δηλαδή σε αντίθεση η άποψη που υποστηρίζει ότι το δίκαιο πρέπει να συμπίπτει με τον κανόνα και εκείνη που διατείνεται ότι το δικαιικό πλαίσιο υπερβαίνει τον κανόνα. Σε τελική όμως ανάλυση και οι δύο απόψεις αποκλείουν την ύπαρξη ενός πεδίου ανθρώπινης δράσης που εκφεύγει εντελώς του δικαίου. (…)

Giorgio Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης:Όταν η «έκτακτη ανάγκη» μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, μετάφραση: Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007,σελ. 26-27 (αποσπάσματα).

Δείτε και:

G. Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης και αποφατική θεολογία

ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ, Λαϊκισμός, Αντιλαϊκισμός και Κρίση, εκδόσεις Νεφέλη

2 Σχόλια

σσ

Νικόλας Σεβαστάκης, Γιάννης Σταυρακάκης, Λαϊκισμός, Αντιλαϊκισμός και Κρίση, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2012, ISBN 978-960-504-046-8.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Το θέμα αυτής της μελέτης είναι συγκεκριμένο: η συγκρότηση του σημερινού αντιλαϊκιστικού λόγου. Σε αυτόν τον λόγο, η αυτόματη σχεδόν διάγνωση (κάποιου είδους) λαϊκισμού συνυπάρχει με ευρύτερες αξιώσεις για την ερμηνεία της κρίσης και των αιτίων της. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, ο αντιλαϊκιστικός λόγος ενεργοποιεί μια βασική αφετηριακή πεποίθηση: ότι ο λαϊκισμός, και ιδιαίτερα ένας αριστερόστροφος ή προοδευτικός/αντιστασιακός λαϊκισμός, συνιστά εδώ και καιρό τον κύριο στρατηγικό εχθρό κάθε έλλογης πολιτικής, κάθε μεταρρυθμιστικής αγαθής βούλησης. […] Ο αντιλαϊκιστικός λόγος διεκδικεί πια με τη μεγαλύτερη ένταση το μονοπώλιο της ορθής χρήσης του δημόσιου λόγου και της πρακτικής πολιτικής φρόνησης. Εκδηλώνεται συγχρόνως ως η αυταπόδεικτη αλήθεια του πραγματικού, των όρων ύπαρξης και συγκρότησης της πραγματικής ζωής απέναντι στις «ονειροβασίες» των αντιπάλων του. […] Η κυρίαρχη πολιτική κλίση του σημερινού αντιλαϊκισμού είναι ένας ολιγαρχικός ελιτισμός σε απόκλιση από τον πυρήνα αξιών μιας φιλελεύθερης και κοινωνικής δημοκρατίας.
(Νικόλας Σεβαστάκης)

Η διαμάχη λαϊκισμού-αντιλαϊκισμού αναδύεται πλέον σε αξονική διαιρετική τομή της ελληνικής δημόσιας σφαίρας. Από τη μία, όπως ήταν αναμενόμενο, τα αιτήματα των κοινωνικών στρωμάτων και των πολιτών που βιώνουν τη βίαιη καθοδική κοινωνική κινητικότητα σταδιακά συντάσσονται μεταξύ τους σε ένα διεκδικητικό πλαίσιο που αντιπαραθέτει τον «λαό» στις εγχώριες και ευρωπαϊκές πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Από την άλλη, όπως δεν ήταν το ίδιο αναμενόμενο, ανίκανες και απρόθυμες να οικειοποιηθούν παραγωγικά και να μετουσιώσουν το «λαϊκό», οι εν λόγω ελίτ επιχειρούν να το απωθήσουν ανάγοντάς το στο σύστοιχό του «λαϊκιστικό», στο οποίο βολικά φορτώνουν κάθε κακοδαιμονία. […] Το κρίσιμο ερώτημα είναι μάλλον το εξής: πώς είναι δυνατόν να καλλιεργηθεί ένας υπεύθυνος λαϊκός-δημοκρατικός πόλος – ένας υπεύθυνος, δημοκρατικός λαϊκισμός; […] Πρόκειται για ένα στοίχημα ανοιχτό, μιας και ο δεσμός ανάμεσα στα λαϊκά-δημοκρατικά αιτήματα και τον φορέα, το πολιτικό υποκείμενο, που θα κατορθώσει να αναλάβει την αντιπροσώπευσή τους είναι αμφίδρομος, χαρακτηρίζεται από πλαστικότητα. Ο πολιτικός φορέας κατασκευάζει, επινοεί εκείνο που συγχρόνως αντιπροσωπεύει· προσφέρει στον «λαό» μορφή και προσανατολισμό.
(Γιάννης Σταυρακάκης)

Δείτε και:

Πέτρος Θεοδωρίδης, Περί της απώθησης του έρωτα και του θανάτου

2 Σχόλια

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN: 978-960-9708-00-5.

Ένα σημαντικό απόσπασμα από το τρίτο δοκίμιο του βιβλίου «Έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος» (πρώτη δημοσίευση: ΕΝΕΚΕΝ,τχ.7, Απρίλιος 2007). Οι αριθμοί με μπλέ  χρώμα παραπέμπουν στις υποσημειώσεις (διατηρείται η αρίθμηση του βιβλίου) :

(…) Όμως πως ερωτευόμαστε σήμερα; Σήμερα απωθούμε τον έρωτα, όπως άλλωστε και τον θάνατο. Κάποτε οι άνθρωποι ζούσαν τον έρωτα και τις σχέσεις. Σήμερα οι άνθρωποι δημιουργούν δεσμούς εξαρχής χαλαρούς, ώστε να μπορούν να λύνονται εύκολα, γρήγορα και δίχως πόνο, κάθε φορά που αλλάζουν οι περιστάσεις. Αντί να περιγράφουν την εμπειρία και τις προσδοκίες τους με όρους «σχέσης», οι άνθρωποι κάνουν όλο και συχνότερα λόγο για συνδέσεις και για  «δίκτυα». Σε ένα δίκτυο η σύνδεση και η αποσύνδεση είναι επιλογές εξίσου νόμιμες, απολαμβάνουν το ίδιο κύρος και έχουν την ίδια σημασία. Δίκτυο σημαίνει «στιγμές επαφής», που εναλλάσονται με περιόδους ελεύθερης περιπλάνησης. Σε ένα δίκτυο οι συνδέσεις πραγματοποιούνται όποτε το ζητήσει κανεις και μπορούν να διακοπούν κατά βούληση. Και πράγματι διακόπτονται πολύ πρίν αρχίσουν να γίνονται ανυπόφορες[30]. Έτσι οι συνδέσεις γίνονται «εικονικές σχέσεις». Αντίθετα από τις «πραγματικές σχέσεις», στις εικονικές η είσοδος και η έξοδος είναι εύκολη υπόθεση. Τέτοιες «σχέσεις» μοιάζουν έξυπνες, εύκολες στη χρήση και φιλικές πρός τον χρήστη, όταν συγκρίνονται με τις δυσκίνητες και ακατάστατες «πραγματικές» ομολόγους τους. Στις «εικονικές σχέσεις», «μπορείς πάντα να πατήσεις διαγραφή» [31]  (…)

———————-

Υποσημειώσεις (διατηρείται η αρίθμηση του βιβλίου)

[30]. Ζ. Bauman, Ρευστή αγάπη, Για την ευθραστότητα των ανθρώπινων δεσμών,μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Εστία, Αθήνα 2006, σελ. 16.

[31]. Ζ. Bauman, ό.π., σελ. 17.

———————————————————-

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012,σελ. 62.

Ο Πέτρος Π. Θεοδωρίδης για τη λατρεία του εφήμερου στις σύγχρονες κοινωνίες

2 Σχόλια

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN: 978-960-9708-00-5.

Μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο πρώτο δοκίμιο του βιβλίου (πρώτη δημοσίευση στην επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ, τ.8-9, Φθινόπωρο 2007):

(…) Οι κοινωνίες όπου ζούμε βυθίζονται όλο και περισσότερο στη λατρεία του εφήμερου, μέσα από αλλαγές που αφορούν στην ίδια τη φύση της σύγχρονης οικονομίας, της πολιτικής, της διάκρισης του δημοσίου από τον ιδιωτικό χώρο και κυρίως την αίσθηση ταυτότητας και του εαυτού. Η λατρεία του εφήμερου διαλύει τη σύγχρονη (μετα)νεωτερική κοινωνία. (…)

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012,σελ.18.

Martin Jay, Η «αισθητική ιδεολογία» ως ιδεολογία, εκδ. Έρασμος

1 σχόλιο

Martin Jay, Η «αισθητική ιδεολογία» ως ιδεολογία (Τι σημαίνει η αισθητικοποίηση της πολιτικής;) , μετάφραση: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Έρασμος, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-6870-31-6.

Αποσπάσματα από τις σελ. 7-9 του βιβλίου:

(σελ.7)[…]στούς καταληκτήριους στοχασμούς τοῦ διάσημου δοκιμίου του «Το ἔργο τῆς τέχνης στήν ἐποχή τῆς μηχανικῆς ἀναπαραγωγῆς του», ὁ Μπένγιαμιν διεύρυνε τό πεδίο τῆς ἀνάλυσης του πέραν τοῦ πολέμου πρός τήν πολιτική γενικά. Ὁ φασισμός, κατηγοροῦσε ὁ Μπένγιαμιν, εἶχε κατά διάνοια τήν αἰσθητικοποίηση τῆς πολιτικῆς, τήν ὀλέθρια πραγματοποίηση τοῦ δόγματος «ἡ τέχνη γιά τήν τέχνη». «Fiat ars- Pereat mundus» […]

(σελ.8)[…] Σέ ἔργα ὅπως Τό ὄνειρο πού δέν ἦταν πλέον ὄνειρο  τῶν Μπλίλ Κίνσερ καί Νήλ Κλάινμαν, ὁ ναζισμός ἐξηγοῦνταν μέ τό γεγονός ὅτι «ἡ γερμανική συνείδηση ἀντιμετώπισε τήν πραγματικότητα της – ἐπεξεργάστηκε καί ἐζησε τήν ἱστορία της- σάν νά ἐπρόκειτο γιά ἕνα ἔργο τέχνης. Ἀπετέλεσε μιά κουλτούρα στρατευμένη στήν αἰσθητική φαντασία της». […]

(σελ.9)[…] Ἡ συγχώνευση πραγματικότητας καί φαντασίας σέ ταινίες ὅπως Ὁ θρίαμβος τῆς θέλησης τῆς Λένι Ρίφενσταλ θεωρήθηκε ὡς ἕνα ἔμβλημα τοῦ φαντασιώδους θεάματος μέσα στήν καρδιά τῆς φασιστικῆς πολιτικῆς ἀπό κριτικούς ὅπως ἡ Σούζαν Σόντακ[].

Martin Jay, Η «αισθητική ιδεολογία» ως ιδεολογία (Τι σημαίνει η αισθητικοποίηση της πολιτικής;) , μετάφραση: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Έρασμος, Αθήνα 2012,σελ. 7-9 (αποσπάσματα).

Ο Θ.Ι.Ζιάκας για το δίπολο «φετιχισμού»-«μηδενισμού» στην κοινωνική οντολογία

Σχολιάστε

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Πατριδεγωφάγος: η νόσος της πόλεως, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-527-724-6.

[…] Σύμφυτο μὲ τὴν «ἀδυναμία» ὁλοκληρωτικῆς πραγματοποίησης τοῦ ἰδανικοῦ εἶναι τὸ δίπολο φετιχισμός-μηδενισμός.

-«Φετιχισμός»: Φανταζόμαστε ὡς ἰδανικό ἕναν «ἄλλο κόσμο», ὅπου τὸ ρῆμα «ὑπάρχει» σημαίνει ὅ,τι καὶ στὸν ἐδῶ καὶ τώρα κόσμο, δηλαδή δηλώνει κάτι «πραγματικό». Καὶ εἴτε μεταθέτουμε τὴν ὕπαρξη του σὲ κάποιο ἄλλο ἱστορικὸ χρόνο, τοῦ παρελθόντος (π.χ. ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα), τοῦ μέλλοντος (π.χ. ἀταξικὴ κοινωνία), εἴτε τὸ ἐντοπίζουμε μὲν στὸ τώρα, ἀλλὰ σὲ ἄλλον ἐξιδανικευμένο τόπο (ἀντὶ γιὰ τὴν δική μας πατρίδα, τὴν ὁμηρικὴ Ἰθάκη). Ὁ φετιχισμὸς τοῦ ἰδανικοῦ ἐπιτρέπει στὸ ἄτομο νὰ «ταυτίζεται» φαντασιακά μὲ τὰ πρότυπά του, ὥστε νὰ μὴν κάνει τίποτα γιὰ νὰ τοὺς μοιάσει, ἀλλὰ νὰ νομίζει ὅτι περιβάλλεται προνομιακὰ ἀπὸ τὴν αἴγλη τους, ἔναντι τῶν «ἕξω» καὶ γιὰ τοῦτο «κατώτερων».

«Μηδενισμός»: Ἀφορμώμενοι ἀπὸ τὶς χονδροειδεῖς μορφὲς φετιχισμοῦ, ποὺ πάντοτε ἀφθονοῦν, πηγαίνουμε στὸ ἄλλο ἄκρο, στὴν διαρρήδην ἀπόρριψη κάθε μορφῆς ἰδανικοῦ καὶ προτύπου, κάθε πίστης στὴ δυνατότητα βελτίωσης τοῦ πραγματικοῦ. Δὲν ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι, ἄν ἐξισώσουμε τὸ ἰδανικὸ μὲ τὸ μηδὲν, μετατρέπουμε σὲ πρότυπο τὸ κενὸ ὑποκείμενο,τὸ Τίποτε, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ πραγματικότητα, αὐτὸς ὁ «γεωμετρικὸς τόπος» μεταξὺ τοῦ θετικοῦ καὶ τοῦ ἀρνητικοῦ προτύπου, νὰ διαμορφώνεται σὲ ὅλο καὶ κατώτερο ἐπίπεδο, ὅταν ἡ μηδενιστικὴ νοηματοδότηση καταστεῖ κυρίαρχη. Ὁ μηδενισμὸς ξεκινᾶ συνήθως ὡς ἀρνητικὸς φετιχισμός. Πράγμα ἐμφανὲς στὴν πρώτη φάση του, ὅπου ἰδανικὸ θεωρεῖ τὴν κατεδάφιση τῆς πίστης στὸ ὑφιστάμενο ἰδανικὸ μαζὶ μὲ τὰ ἐπ’ αὐτοῦ ἐποικοδομήματα. Στρατεύεται στὸ ἀντι-ιδανικὸ καὶ ζητᾶ τὴν «ἀλλαγή», ἀλλὰ τὴν ἀντιλαμβάνεται ὡς ἀπαίτηση ἀλλαγῆς-συστράτευσης καὶ τῶν ἄλλων μαζί του, ἔστω καὶ μὲ τὸ στανιό. Φυσικὰ ἀποτυγχανει, γιατὶ τὸ κενὸ ὑποκείμενο εἶναι ἀδύνατο νὰ συστήσει βιώσιμη μορφὴ κοινωνίας.

Ἡ σύμφυση τῆς ὀντολογικῆς διάκρισης ἰδανικοῦ-πραγματικοῦ μὲ τὴν παθολογικὴ διάκριση φετιχισμοῦ-μηδενισμοῦ, φενακίζει  ἀναγκαστικὰ τὴν συλλογικὴ αὐτοθέσμιση τῶν παραδόσεων κατὰ ἕναν ἀναδραστικὸ φαυλοκυκλικὸ τρόπο[…].

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Πατριδεγωφάγος: η νόσος της πόλεως, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2012, σελ. 62-63.

π. Ευάγγελος Γκανάς, Η συζήτηση για το κακό μετά το Άουσβιτς (από το βιβλίο «Η αναγκαιότητα της μαρτυρίας»)

3 Σχόλια

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
 

Τα κείμενα αυτού του τόμου αποτελούν μια απόπειρα εξόδου των χριστιανών στον δημόσιο χώρο, συνομιλίας με ποικίλους συγγραφείς και συμμετοχής σε διαλόγους με ανθρώπους που δεν συμμερίζονται κατ’ ανάγκην τις απόψεις τους ή και που τις απορρίπτουν προγραμματικά. Όλα αυτά όμως να τα  κάνουν ως χριστιανοί, δίχως δηλαδή να υιοθετήσουν συνειδητά ή, όπως γίνεται συνήθως, ασυνείδητα προϋποθέσεις ξένες προς τη χριστιανική παράδοση. Ο συγγραφέας δεν εμφορείται από την πεποίθηση ότι ο διάλογος μπορεί να φέρει την ποθούμενη κοινωνική αρμονία, το consensus που οραματίζονται ορισμένοι σύγχρονοι υποστηρικτές ενός οικουμενικού επικοινωνιακού Λόγου, θεωρεί ωστόσο τον διάλογο αυτό μέρος της αναγκαίας μαρτυρίας των χριστιανών προς τα έθνη. Γι’ αυτό και η έννοια της μαρτυρίας διατρέχει, άλλοτε υπόγεια και άλλοτε φανερά, όλα τα κείμενα του βιβλίου και του δίνει και τον τίτλο του.  Τη μαρτυρία αυτή την οφείλουν οι χριστιανοί προς τον κόσμο, μια που δίχως την Εκκλησία ο κόσμος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι σημαίνει να είναι  κόσμος και όχι Εκκλησία.

***
Απόσπασμα από το τρίτο δοκίμιο του βιβλίου «Η συζήτηση για το κακό μετά το Άουσβιτς»:
(…)Το γεγονός ότι οι χριστιανοί δεν διαθέτουν θεωρητική «λύση» για το πρόβλημα του κακού δεν σημαίνει καθόλου ότι είναι αμήχανοι και ανυπεράσπιστοι στη συνάντηση τους με αυτό. Η ανυπαρξία θεωρητικής λύσης έγκειται στο γεγονός ότι το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης δεν επικεντρώνει την προσοχή μας σε αρχές, ή κανόνες αλλά σε μια αφήγηση, μια ιστορία, την ιστορία της σωτηρίας, που μας αποκαλύπτει τη σχέση του Θεού με τη δημιουργία.
Η επιλογή της αφήγησης, ως μέσου μετάδοσης του περιεχομένου της πίστης, δεν είναι ούτε συμπτωματική ούτε επουσιώδης. Δεν υπάρχει καταλληλότερος τρόπος να μιλήσουμε για τον Θεό από το να διηγηθούμε μια ιστορία. (…) Η αφήγηση απαιτείται ακριβώς γιατί ο κόσμος και τα γεγονότα του κόσμου δεν υπάρχουν αναγκαστικά αλλά ενδεχομενικά, είναι προϊόν της θείας ελευθερίας, θα μπορούσαν και να μην υπάρχουν. Γι’ αυτό και η αφήγηση μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε τους εαυτούς μας ως ιστορικές υπάρξεις, και γνωρίζουμε ποιοί είμαστε μόνο όταν μπορούμε να τοποθετήσουμε τον εαυτό μας μέσα στην ιστορία του Θεού, όταν γινόμαστε συμμέτοχοι στην ιστορία της σωτηρίας.
Επειδή, λοιπόν, ο κόσμος υπάρχει ενδεχομενικά, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ερμηνεύσουμε τη δημιουργία και τη σχέση της με τον Θεό από την αφήγηση. Γιατί, όπως δεν υπάρχει αναγκαστικός «σκοπός» στη δημιουργία του Θεού, έτσι δεν υπάρχει «σκοπός» ούτε και εξήγηση της ανθρώπινης οδύνης(…). Καμία μεταφυσική κατασκευή δεν μπόρεσε μέχρι τώρα να επιλύσει το πρόβλημα του νοήματος του κόσμου ή του κακού. Και υπό αυτή την έποψη η χριστιανική θεολογία ήταν πάντοτε ουσιωδώς αντιμεταφυσική.(…)
————————————
π. Ευάγγελος Γκανάς γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Είναι πτυχιούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου και πτυχιούχος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρετεί στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών ως εφημέριος στην ενορία του Οσίου Μελετίου Σεπολίων. Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε περιοδικά («Νέα Εστία», «Σύναξη», «Θεολογία», «Ίνδικτος», «Cogito») και σε συλλογικούς τόμους. Είναι έγγαμος και πατέρας έξι παιδιών[πηγή:Βιβλιονέτ].

Ο Άσγκερ Γιόρν για το βιβλίο, τη λογοτεχνία και την πρόοδο

Σχολιάστε

Ἀσγκερ Γιόρν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, μετάφραση: Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2003, ISBN: 960-87756-0-4.

Ι

[Περί προόδου]

(…)Με πολλή ευκολία οι πάντες αναφέρονται στην πρόοδο, τη βιομηχανική πρόοδο, και στο μετασχηματισμό των υλικών συνθηκών της ζωής του Ανθρώπου. Ίσως εδώ κρύβεται μια ανέμελη ελαφρότητα που οι μελλοντικές γενιές, αν όχι κι εμείς οι ίδιοι, κινδυνεύουν να πληρώσουν πολύ ακριβά. Διότι αυτή η «πρόοδος» κατακυριεύει απειλητικά τα πάντα.

Αν θέλουμε να μην επαυξάνει απεριόριστα την τερατωδώς απάνθρωπη αποτελεσματικότητα της, και να μην επεκτείνει απεριόριστα την εξουσία της μετατρέποντας τον άνθρωπο σε φοβισμένο θύμα ενός παράλογου ολοκαυτώματος του πνεύματος, τότε θα πρέπει να παραμείνουμε οι Κύριοι των χιλιάδων υλικών περιστάσεων που φτιάχνουν την καθημερινή μας ζωή. Να τις κρατήσουμε στην υπηρεσία μας και να μην τις υπηρετούμε εμείς. Πρόκειται για ένα κρίσιμο δίλημμα, στο οποίο η ζωή του καθενός άλλοτε εγκλωβίζεται κι άλλοτε ανθεί, και από το οποίο -πρέπει να το πούμε- ξεφεύγει μόνον ο καλλιτέχνης που έχει δημιουργικό πνεύμα. (…).

Ἀσγκερ Γιόρν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, μετάφραση: Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2003, σελ. 53-54.

ΙΙ

[Περί βιβλίου και λογοτεχνίας]

(…) Σαν οχήματα και μέσα επικοινωνίας, το βιβλίο και η Λογοτεχνία μεταφέρουν και μεταδίδουν τόσο τη βλακεία, όσο και την ευφυΐα, τόσο την αγνωμοσύνη όσο και το ηθικό μεγαλείο, το ψέμμα και την αλήθεια. Περ’ από κάθε ιδέα ότι ενσαρκώνουν μια καθαρή αξία, αποτελούν μια καίρια εκδήλωση της ανθρώπινης ελευθερίας. (…)

Ἀσγκερ Γιόρν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, μετάφραση: Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2003,σελ.66.

Άσγκερ Γιόρν: Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός

Σχολιάστε

Ἀσγκερ Γιόρν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, μετάφραση: Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2003, ISBN: 960-87756-0-4.

Στο βιβλίο Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός ο Άσγκερ Γιόρν αναλύει την περίφημη τριλεκτική μέθοδο. Το βιβλίο περιλαμβάνει εκτενέστατη και λίαν κατατοπιστική εισαγωγή του Γ. Δ. Ιωαννίδη (σελ. 7-25). Παραθέτουμε ένα απόσπασμα:

(…)Το Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, γραμμένο από τον ίδιο στα γαλλικά (και διορθωμένο από τον Jean-Jacques Rock), ήταν η συνεισφορά τού Γιόρν σ’ ένα συλλογικό έργο, το Signes gravιs sur les ιglises de l’ Eure et du Calvados[Σημεία χαραγμένα πάνω στις εκκλησίες τού Eure και τού Calavados], εκδ. Borgen, Κοπεγχάγη [1964]. Το θέμα αυτού του βιβλίου δεν ήταν τυχαίο. Αφορούσε σε παμπάλαια ακιδογραφήματα (graffiti), που είναι χαραγμένα πάνω στους τοίχους εκκλησιών (Manthelon, Doudeauville, Ste-Marie-du-Mont, Prey, Barquet, Mesnil-Hardy, Berville-la-Campagne, Vendoeuvre, Guichainville, Romilly, Vieux Pont, Bully, Les Ventes, κ.α.) της Νορμανδίας, μιάς περιοχής της Γαλλίας με έντονη την ιστορική παρουσία του σκανδιναβικού στοιχείου. Τυχαία δεν ήταν ούτε η επιλογή τών υπόλοιπων συνεργατών του βιβλίου: οι καθηγητές Glob, Gjessing, de Bouard και Reau, από τη Δανία και τη Γαλλία αντίστοιχα, έδιναν τις δικές τους ερμηνείες παρουσιάζοντας τη γαλλική και τη σκανδιναβική προσέγγιση τού ζητήματος.

[Από την εισαγωγή του Γ. Δ. Ιωαννίδη στο: Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, σελ. 7. Ολόκληρη η εισαγωγή προδημοσιεύθηκε στο Happy Few. Για μετάβαση και μελέτη της εισαγωγής πιέστε εδώ].

Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα από τη σελίδα 56 του βιβλίου:

(…) Η Ιστορία μας μαθαίνει ότι πολλοί από εκείνους που στιγμάτισαν τους Βαρβάρους και τους ανασκολόπισαν δημόσια, άσκησαν και οι ίδιοι και τευτονισμό και βανδαλισμό. Άντλησαν μάλιστα τη δόξα τους και την τέχνη τους από τέτοιες πράξεις, κάτι που οι χρονικογράφοι τους καταγράφουν εν αφθονία. Είναι σαφές ότι το χαμηλό επίπεδο συνείδησης, που μαρτυρά αυτή η καυχησιολογία, χαρακτηρίζει ακριβώς τους βαρβάρους. Πράγματι, η σημασία του βαθμού συνείδησης έχει γίνει πιο κοινά αποδεκτό κριτήριο, με το οποίο διαφοροποιούμε τον βάρβαρο από τον πολιτισμένο(…).

Ἀσγκερ Γιόρν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, μετάφραση: Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2003, σελ. 56.

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: