Ο Ε.Χ.Γονατάς για τον Καχτίτση

Σχολιάστε

Διαβάζω, τ. 444 / Οκτώβριος 2003

Εγώ πιστεύω ότι ένας αληθινός συγγραφέας -και ο Καχτίτσης ήταν αληθινός συγγραφέας- αποκλείεται να είναι ρατσιστής και οτιδήποτε άλλο, και μη δημοκράτης, αυτά είναι θέσφατα δικά μου.

Ε. Χ. Γονατάς, συνέντευξη στην Α. Νάτσινα, στο περιοδικό Διαβάζω, τ. 444 / Οκτώβριος 2003, σελ. 79.

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Έντεκα συναντήσεις

2 Σχόλια

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Έντεκα συναντήσεις: Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2020, ISBN: 978-960-435-688-1.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

Ο τόμος αυτός είναι καρπός έντεκα συναντήσεων και συζητήσεων του Σταύρου Ζουμπουλάκη με τον Στρατή Μπουρνάζο. Οι δυο συνομιλητές συμφώνησαν εξαρχής να συζητήσουν, χωρίς συμβατικότητες, για θέματα που τους απασχολούν.

Το βιβλίο ξεκινάει με τα καλοκαίρια των παιδικών χρόνων και την περίοδο των σπουδών του Ζουμπουλάκη στην Αθήνα και στο Παρίσι, με τα διαβάσματα και τους δασκάλους του. Οι δυο συζητητές μιλάνε κατόπιν για το σχολείο, όπου ο πρώτος δούλεψε χρόνια, την εμπειρία της τάξης και της διδασκαλίας, την αντίληψή του για την εκπαίδευση, για την εποχή που υπήρξε διευθυντής της Νέας Εστίας, καθώς και για τα δύο ιδρύματα των οποίων είναι σήμερα επικεφαλής: τον Άρτο Ζωής και την Εθνική Βιβλιοθήκη. Τέλος, για ζητήματα γενικότερα και μεγάλα, όπως η αρρώστια και ο πόνος, η πίστη και η θρησκεία, ο εβραϊσμός και ο αντισημιτισμός, η πολιτική και η Αριστερά, η λογοτεχνία. Αναφέρονται σε προσωπικότητες γοητευτικές, όπως ο Άγγελος Ελεφάντης, o Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος.

Συζητώντας, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και ο Στρατής Μπουρνάζος βουτάνε στα βαθιά, αλλά και πλατσουρίζουν στον αφρό, στα καθημερινά. Πετάγονται, έτσι, κατά τη φράση του Βάρναλη (που χρησιμοποιεί και ο Παλαμάς για να εγκωμιάσει την ποίηση του πρώτου), «από την καβαλίνα του δρόμου στην κορφή της διπλανής ροδακινιάς».

***

Αποσπάσματα από το βιβλίο:  

1

[…] στην Ελλάδα, μη γελιόμαστε, απέξω μεταφέρουμε μοντέλα, σχήματα, διδακτικές μεθόδους. Κι αυτό είναι ενίοτε σοβαρό πρόβλημα, όταν πράγματα που στο εξωτερικό έχουν ήδη δείξει τις αδυναμίες, τα όρια και τα αδιέξοδα τους, εμείς τα φέρνουμε εδώ ως θέσφατα. […]

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Έντεκα συναντήσεις: Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2020, σελ. 217-218.

***

2

[…]Ένας φιλελεύθερος Εβραίος δεν μπορεί  ποτέ να δεχτεί την ιδέα της περιουσιότητας, ότι υπάρχει ένας λαός «εκλεγμένος», και γι’ αυτό έγιναν και πολλές προσπάθειες να την ερμηνεύσουν αλλιώς. Ο Λεβινάς, ας πούμε, λέει  ότι περιουσιότητα σημαίνει ευθύνη: εμείς έχουμε μεγάλη ευθύνη, μεγαλύτερη απ’ όλους τους άλλους. Πρόκειται δηλαδή για μια εκλογή ευθύνης, όχι προνομίων.[…]

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Έντεκα συναντήσεις: Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2020, σελ. 338-339.

Νικήτας Σινιόσογλου, [Περί μοναξιάς]

2 Σχόλια

Νικήτας Σινιόσογλου, Λεωφόρος ΝΑΤΟ: Δοκιμή περιπλάνησης, εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2019, ISBN: 978-618-5004-96-5.

[…] Μοναξιὰ εἶναι ὁ ἀποκλεισμὸς ἀπὸ ἕναν κόσμο ποὺ θὰ τὸν νοιαζόσουν ἀρκετά, ὥστε νὰ τὸν ἀναγνωρίσεις ὡς θεῖο καὶ νὰ τὸν σεβαστεῖς – πάει νὰ πεῖ ἡ ἀναγνώριση ἑνὸς κόσμου μὴ ἀνθρώπινου ἤ μήπως βαθύτατα ἀνθρώπινου; Κι αὐτὸ εἶναι ἡ ἀνεστιότητα τοῦ πλάνητα, μιὰ ἐνεοστασία τῆς θεραπείας, φροντίδα ποὺ δὲν ἔχει ποῦ νὰ ἀπευθυνθεῖ, σὰν τὸ ἡλιοτρόπιο ποὺ κινεῖται ἀκόμη φυσικὰ ἀλλὰ ὁ ἥλιος δὲν τὸ πείθει πὼς εἶναι ἥλιος. […]

Νικήτας Σινιόσογλου, Λεωφόρος ΝΑΤΟ: Δοκιμή περιπλάνησης, εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2019, σελ. 57.

 

 

Π. Κονδύλης – Ε.Χ. Γονατάς: Εκλεκτικές συγγένειες

Σχολιάστε

Συλλογικό, 5 οικουμενικοί Έλληνες στοχαστές: Αξελός, Καστοριάδης, Κονδύλης, Πουλαντζάς, Σβορώνος, εκδόσεις Η εφημερίδα των συντακτών και Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2014, ISBN: 978-960-9797-27-6.

Π. Κονδύλης – Ε.Χ. Γονατάς: Εκλεκτικές συγγένειες

«Είναι αυτός ο φουσκωμένος διάνος φιλόσοφος;»

«Είδες που έχω δίκιο για τα ψώνια που μαζεύεις;»

του Αιμίλιου Καλιακάτσου

Εκείνη τη μέρα, 12 Οκτωβρίου 1983, στις 2 το μεσημέρι περίμενα στο τυπογραφείο τον Κονδύλη να πάρει διορθώσεις του βιβλίου, στη σειρά της «Γνώσης» που διηύθυνε, και να δει επί τόπου δοκίμια του εξωφύλλου. Το ραντεβού είχε οριστεί 6 μήνες νωρίτερα. Γερμανική συνέπεια και εκνευριστική ακρίβεια, χρόνια τώρα. Ημουν, βεβαίως, έτοιμος – κι ας τολμούσα να κάνω αλλιώς. Νωρίτερα, στις 11, θα κατέφθανε ο Γονατάς να ρίξει μια ματιά στις τελευταίες (;) διορθώσεις του βιβλίου του. Οι ώρες ταίριαζαν και για τις δυο δουλειές. Ομως, κι αυτό καθόλου ασυνήθιστο, ο Νώντας αντί για τις 11 ήρθε με «ολίγη καθυστέρηση» στις 2 παρά τέταρτο. Καθώς του ’φτιαχνα καφέ, ευχόμουν ο Τάκης να καθυστερήσει. Δουλειά με την ταυτόχρονη παρουσία και των δύο δεν μπορούσε να γίνει.

Δύο ακριβώς άνοιγε η πόρτα και χαιρετώντας με εκ του μακρόθεν ανέκραξε, με το γνωστό τρανταχτό, μεταδοτικό του γέλιο: «Χαίρε, λευκέ νέγρε!». Οταν ερχόταν από τη Χαϊδελβέργη μάς στόλιζε, καθώς μας έβρισκε συγκεντρωμένους να τον περιμένουμε, με τα παρόμοια. Το καλοκαίρι το περνούσε στη Γερμανία, γιατί έλειπαν οι Γερμανοί σε διακοπές, και ξεχειμώνιαζε στην Αθήνα καθώς είχαν επιστρέψει. «Χαίρε ευδαίμων Αραβία! Περνάτε, ευθύς αμέσως, από τη θερινή ραστώνη στη χειμερία νάρκη» και άλλα ανάλογα, γελώντας σύγκορμος. Μας πονούσε, αλλά δεν είχε κι άδικο.

Βρέθηκα σε δύσκολη θέση για την άκαιρη συνάντηση. Στην αμηχανία μου τα θαλάσσωσα στις συστάσεις. «Ο φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης» στον Νώντα, «Ο ποιητής Εψιλον Χι Γονατάς» στον Τάκη.

Ο Νώντας γινόταν έξαλλος όταν άκουγε «φιλόσοφος». «Πάψε, βρε πουλάκι μου, αυτοί τριχοτομούν την τρίχα. Γράφουν για να συλλέξουν μόρια στην πανεπιστημιακή τους καριέρα. Φλυαρίες που δεν αφορούν κανέναν. Ο τελευταίος φιλόσοφος που διαβάζω ξανά και ξανά είναι ο Σοπενάουερ». «Μαζεύεις εδώ όλα τα ψώνια, ποετάστρους της συμφοράς. Επειδή δεν μπορούν να γράψουν συγκροτημένα δέκα αράδες καταλογάδην, κάνουν ποιήματα με ασυναρτησίες και τρισάθλια ελληνικά και τα δικαιολογούν ως ποιητικές άδειες. Αδειο είναι το κεφάλι τους».

Αρπάχτηκαν για τα καλά, βεβαίως με «αστική ευγένεια», λόγω ανατροφής. Ο Τάκης έφυγε πριν της ώρας του, κατακόκκινος από θυμό, χωρίς καν να μας χαιρετίσει.

«Είδες που έχω δίκιο. Είναι αυτός ο φουσκωμένος διάνος φιλόσοφος; Να τη βράσω την πολυξεροσύνη και γλωσσομάθειά του. Δεν αντιλαμβάνεται απολύτως τίποτα».

Την επαύριο ήρθε ο Τάκης να πάρει τα δοκίμια. «Είδες που έχω δίκιο για τα ψώνια που μαζεύεις; Και το μεγαλύτερο είναι αυτός ο Εψιλον Χι».

Κάνα μήνα αργότερα, στο τυπογραφείο, Σάββατο μεσημέρι για την καθιερωμένη κρασοκατάνυξη και τα συναφή. Συνήθεια χρόνων. Συνέπεσαν οι δυο τους χωρίς να ανταλλάξουν καν χαιρετισμό. Γρήγορα έδεσαν τα «πηγαδάκια». Οι «φιλολογούντες» στον κύκλο του Γονατά και οι «φιλοσοφούντες» στου Κονδύλη. Οι πρωταγωνιστές έδειχναν εμφανώς να «αδιαφορούν» παντελώς ο ένας για τον άλλον. Υποτίθεται. Με την άκρη του ματιού και τα αυτιά τσιτωμένα παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα στη διπλανή παρέα. «Κύριε Κονδύλη, για ποιον Γιούγκερ μιλάτε;». «Μα για τον Ερνστ, κύριε Γονατά». «Τον ξέρετε; Εχω τα Απαντά του, σε γαλλική μετάφραση. Τον λατρεύω». «Είναι φίλος μου. Τον επισκέπτομαι συχνά. Η πολίχνη που διαβιοί είναι κοντά στη Χαϊδελβέργη. Εχουμε και αλληλογραφία». «Και είναι πράγματι 88 χρονών, κυκλοφορεί με ποδήλατο και καπνίζει 4 πακέτα άφιλτρα τσιγάρα;». «Ακριβώς. Βλέπω γνωρίζετε λεπτομέρειες!».

Ολοι μας ακούγαμε το όνομα του Γερμανού συγγραφέα πρώτη φορά. Στα ελληνικά δεν είχε, μέχρι τότε, κυκλοφορήσει τίποτε. Οι κύκλοι όμως παρέμεναν άτμητοι. Σε λίγο: «Ακουσα, κύριε Γονατά, να αναφέρεσθε με θαυμασμό στον Γκριλπάρτσερ. Σπουδαίος. Τον αναγιγνώσκω μετ’ ευχαριστήσεως».

Μετά από κάμποσα τέτοια οι κύκλοι ενώθηκαν. Τα «κύριε» ευθύς παραμερίστηκαν και, πράγμα απρόσμενο για τις πεποιθήσεις και των δύο, αντικαταστάθηκαν με τα τρυφερά «Τάκη μου», «αγαπητέ μου Νώντα». Δεν υπήρχε περιοχή της Τέχνης που να μην κατείχαν και τις υποσημειώσεις. Λάτρευαν τον Μπονιουέλ, τον Σκριάμπιν, τον Αϊβαζόφσκι, τον Λεσκώφ, τον Σολωμό, τους Ρώσους παντός καιρού και εποχής (ο Τάκης τους διάβαζε στο πρωτότυπο), τη νεοελληνική παραλογοτεχνία (Ιωάννη Σκουτερόπουλο, Αγγελο Τσουκαλά, Αριστείδη Κυριακό…), τους βυζαντινούς υμνωδούς (έψαλαν παρέα, όχι βεβαίως σε εκκλησία) και ό,τι άλλο βάλει ο νους.

Ο Κονδύλης αρκετές φορές μας είχε κεραυνοβολήσει: «Την ουσία του έργου μου μόνον ο Γονατάς έχει σε βάθος κατανοήσει, που δεν με διαβάζει κιόλας». «Τάκη μου, αυτά τα απέραντα πονήματά σου δεν τα μπορώ. Ανιώ αφάνταστα. Τ’ άλλα όμως, Παβέζε, Λίχτενμπεργκ, Σαμφόρ, Ριβαρόλ και τα σχετικά τα μελετώ εξονυχιστικώς». Οι εκλεκτικές τους συγγένειες, γειτόνευαν και τα σπίτια τους —στην Κηφισιά ο ένας, στον Κοκκιναρά ο άλλος—, δημιούργησαν ξεχωριστή, εγκάρδια φιλία. Είχαν διαβάσει τα ίδια βιβλία, συγκινηθεί με παραπλήσιες ουράνιες μουσικές, συναπαντηθεί με εξαίσιους θιάσους. Για τον μόνο άνθρωπο που με ρωτούσε ο Τάκης τι κάνει, στα πυκνά τηλεφωνήματά του από τη Γερμανία, ήταν ο Νώντας. «Δεν φανταζόμουνα ποτέ ότι θα συναντούσα στην καθ’ ημάς Ανατολή έναν αληθινά καλλιεργημένο άνθρωπο σαν τον Γονατά. Να μου τον ασπασθείς αλά ρωσικά». Ο Γονατάς δεν σήκωνε το τηλέφωνο παρά μόνο αν χτυπούσε με μυστικό σήμα. Συχνά τα μπέρδευε τα συνωμοτικά και δεν το σήκωνε καθόλου. Εχουμε περάσει ώρες πολλές με γέλια, αθώα πειράγματα εκατέρωθεν και καλή καρδιά, αλλά και συζητήσεις απροσμέτρητης ευφορίας.

Ο Νώντας, όταν πέθανε ο Τάκης (θλίψη ασήκωτη), στο γραφείο του κορνίζωσε και τοποθέτησε δίπλα στις φωτογραφίες του Τσέχωφ και του Φλωμπέρ (τους δασκάλους του, όπως έλεγε) και εκείνη του Τάκη, χαρισμένη από τον ίδιο τον Κονδύλη, μετά από φορτικές παρακλήσεις του Εψιλον Χι. Χειρονομία μία και μοναδική.

Συλλογικό, 5 οικουμενικοί Έλληνες στοχαστές: Αξελός, Καστοριάδης, Κονδύλης, Πουλαντζάς, Σβορώνος, εκδόσεις Η εφημερίδα των συντακτών και Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2014, σελ. 111-114.

Αρέσει σε %d bloggers: