Σε αναζήτηση της ελληνικής ταυτότητας

3 Σχόλια

Βασίλης Καραποστόλης, Διχασμός και εξιλέωση-Περί πολιτικής ηθικής των Ελλήνων, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2010, ISBN: 978-960-16-3688-7.

Αναμέτρηση με τις μεγάλες στιγμές και τα μελανά στίγματα της νεότερης ιστορίας μας από έναν ριψοκίνδυνο στοχαστή

του Λαοκράτη  Bάσση

Πηγή: LoMaK  &

Καθημερινή 31-10-2010

Κατά τον Κώστα Αξελό: «ο διάλογος των Νεοελλήνων με την αυτο-συνείδηση είναι δύσκολο να επιχειρηθεί». Το βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη υπερβαίνει στοχαστικά αυτή τη δυσκολία. Τόσο το περιεχόμενό του, που έχει στο επίκεντρό του τις μεγάλες κορυφώσεις της δοτικότητας των νεότερων Ελλήνων, στην αλληλουχία τους με τις τραγικές αναδιπλώσεις της πρόσφατης ιστορίας μας και τη σκοτεινή παθολογία του βίου μας, όσο και η ποιότητα της σκέψης που διαπερνά τον δοκιμιακό λόγο του, μια ζηλευτή συνύφανση επιστημονικού, στοχαστικού και υψηλής αισθητικής ελληνικού λόγου, το τοποθετούν στην κατηγορία των απαιτητικών βιβλίων, με τα οποία «διαλέγεσαι» όχι μόνο όσο τα μελετάς αλλά πολύ περισσότερο όταν τελειώσεις τη μελέτη τους.

Με την «ηγεμονία», απ’ τα μέσα της Μεταπολίτευσης και μετά, μιας α-εθνικής «προοδευτικότητας», ενός θολού δηλαδή κράματος παρωχημένου διεθνισμού και νεοταξικού κοσμοπολιτισμού, θέματα όπως η δοτικότητα των νεότερων Ελλήνων, τόσο ως ηρωική αυτοϋπέρβαση και αυτοθυσία όσο και ως εθνική ευεργεσία, συνυφαινόμενα μάλιστα στην ερμηνεία τους με την πατρίδα και τον πατριωτισμό, είναι αφεαυτών… ιδεολογικώς ένοχα. Γι’ αυτό και τα αγγίζουν μόνο «όσοι προσφέρονται να διακινδυνεύσουν με τη σκέψη τους, αναστοχαζόμενοι το παρελθόν μέσα στο παρόν, χωρίς στερεότυπα και δεκανίκια», όπως ο Βασίλης Καραποστόλης, που «είναι ένας απ’ αυτούς τους ολίγους ριψοκίνδυνους» (Νίκος Ξυδάκης). Προσυπογράφοντας τη διαπίστωση, θα προσθέσω πως είναι ένας απ’ τους ολίγους αυθεντικούς στοχαστές μας, που συνεχίζει επαξίως τις καλές στιγμές της ελληνικής διανόησης, αστικής και αριστερής, χωρίς μεταπρατικούς αναμηρυκασμούς πνευματικών προϊόντων και προπαντός… υποπροϊόντων εξ Εσπερίας.

Κι αυτό όχι γιατί κινείται εκτός του μαγνητικού πεδίου της «οργανικής διανόησής» μας, κάτι το αυτονόητο για την περίπτωσή του, αλλά γιατί αναμετριέται σωστά, που είναι και το μείζον, αφενός με τις μεγάλες στιγμές της νεότερης ιστορίας μας και αφετέρου με τα μελανά της στίγματα, συνεξετάζοντας με πνευματική τόλμη τη δυσανάγνωστη αινιγματικότητά τους.

Ορθολογική σκέψη

Τη σωστή του αναμέτρηση την ορίζει η ποιότητα της ερμηνευτικής του σκέψης:

– Που την χαρακτηρίζει η ορθολογικότητα του καλού επιστήμονα και η στοχαστικότητα του καλού διανοούμενου.

– Που δεν είναι «προδεσμευμένη», άρα δεν υπηρετεί σκοπιμότητες δικαιώσεων, όπως οι μεταφυσικοί «ελληνοκεντρισμοί» ή οι απαξιωτικοί «αντι-ελληνοκεντρισμοί».

– Που εδράζεται στη βαθιά επιστημονική γνώση, ιστορική και κοινωνιολογική, της ανατεμνόμενης νεοελληνικής πραγματικότητας.

– Που δεν έρχεται «απ’ έξω», με τη συνήθη μάλιστα προπέτεια της πτυχιούχου ημιμάθειας, που θέλει να φωτίσει… τον καθυστερημένο τόπο μας.

– Που οι αναγωγές της είναι καθεαυτές μια εις βάθος θεώρηση της νεοελληνικής μας περιπέτειας, προς την οποία ο Βασίλης Καραποστόλης μόνο ξένος και αποστασιοποιημένος δεν είναι.

Πέντε κεφάλαια

Αυτή η εις βάθος θεώρηση κατατίθεται στις τριακόσιες σελίδες του βιβλίου σε πέντε κεφάλαια «θερμού» δοκιμιακού λόγου, με έναν πρόλογο που προετοιμάζει για την «αναδίφηση γεγονότων στοιχειωμένων στη συλλογική συνείδηση» και έναν επίλογο μοναδικής αναστοχαστικής συμπύκνωσης των απόψεών του. Θα αποτολμήσω μιαν ελαχίστη «γνωριμία» με τα κεφάλαιά του, που την καθιστά πολύ δύσκολη το ότι σ’ αυτά είναι όλα μείζονα απ’ την πρώτη ως τη τελευταία τους γραμμή.

Στο πρώτο: Κυριαρχεί η αναδίφηση του εθνεγερτικού ιδεολογικού υποστρώματος του ’21 και η ερμηνευτική σύζευξη «ηρώων-αγωνιστών» και πατρίδας, με ιδιαίτερες αναφορές στις φυσιογνωμίες μεγάλων πρωταγωνιστών, όπου και η συναρπαστική ανατομία του αμφίθυμου «Εγώ» του Καραϊσκάκη.

Στο δεύτερο: Η θεώρηση της εθνικής ευεργεσίας, της άλλης δηλαδή όψης της δοτικότητας, και η ερμηνευτική σύζευξη «ηρώων-εργοποιών» και πατρίδας, με ιδιαίτερες αναφορές σε φυσιογνωμίες μεγάλων ευεργετών, όπως ο Ζάππας, ο Βαρβάκης και ο Καπλάνης, αλλά και στο πάθος των Ηπειρωτών ευεργετών για την παιδεία των Ελλήνων.

Στο τρίτο: Η ανάλυση της κακοδαιμονίας του νεότευκτου κράτους μας, που το αποκαλεί «δέσμιο κράτος», και μαζί της οδυνηρής πολιτικής μας παθολογίας, τόσο επίκαιρης και διδακτικής στις μέρες μας. Επίσης η ιδιαίτερη αναφορά στη διχαστική αντιπαράθεση «Τρικουπικών – Δηλιγιαννικών», στη χρεοκοπία του ’93 και στην ταπείνωση του ’97, με επιστέγασμα τη συναρπαστική ανατομία της φυσιογνωμίας του Παύλου Μελά, όπου και μερικές απ’ τις καλύτερες σελίδες της δοκιμιογραφίας μας.

Στο τέταρτο: Η ανατομία του μεγάλου διχασμού (Βενιζελικοί – Βασιλικοί), της Μεγάλης Ιδέας και της Μικρασιατικής Καταστροφής, αλλά και τα εκπληκτικά πορτρέτα του Βενιζέλου και του Ιωνα Δραγούμη.

Και στο πέμπτο: Η αναφορά στο ελληνικό κομμουνιστικό φαινόμενο, η ανατομία του έπους του ’40 και της Αντίστασης (με την εξαιρετικής πυκνότητας ερμηνεία, που επαναφέρει στη σύζευξη ηρωικής δοτικότητας και πατρίδας, αλλά και στην αμφίθυμη σχέση με την πατρίδα και την κοινωνία!), η επίσης συναρπαστική ανατομία της φυσιογνωμίας του Αρη Βελουχιώτη και ο εφιάλτης του Εμφυλίου.

Σε τούτη τη δύσθυμη περίοδο του έρποντος (χρεοκοπημένου!) τέλους της Μεταπολίτευσης, χωρίς ακόμη επόμενη μέρα για τον τόπο μας, με τη συλλογική αυτοεκτίμησή μας να πιάνει πάτο και να εκφράζεται με γενικευμένη κατήφεια και κατάμεμψη, το δοκίμιο του Βασίλη Καραποστόλη, που πολύ ελλειπτικά και υπαινικτικά παρουσιάσαμε, είναι υψηλού επιπέδου μάθημα στοχαστικού διαλόγου με την πρόσφατη ιστορία μας και την ταυτοτική μας αυτο-συνείδηση. Ενός τόσο αναγκαίου διαλόγου, αν θέλουμε να ξαναβρούμε το χαμένο νήμα της δοτικότητάς μας και μαζί τα πατήματά μας, πρωτίστως αξιακά, προς την επόμενη μέρα. Γιατί, να μην το ξεχνάμε, η κρίση που περνάμε… έχει αγγίξει το πολιτιστικό μας κύτταρο.

Advertisements

Γιώργου Κοντογιώργη: Έθνος και «εκσυγχρονιστική» νεοτερικότητα

Σχολιάστε

kontogiwrgis

του Λαοκράτη Βάσση

Πηγή: ιστολόγιο Γ. Κοντογιώργη

Ο Γιώργος Κοντογιώργης επί χρόνια αποπειράται τη δική του μεγάλη αφήγηση της σύνολης πορείας του ελληνισμού. Κι αυτό σε μια εποχή που κάθε άλλο παρά δέχεται τις μεγάλες «αφηγήσεις».
Το βιβλίο του ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ «ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΙΚΗ» ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ, που είναι μια πρόγευση του εκδιδόμενου 4τομου έργου του: ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΑ (ήδη κυκλοφορεί ο πρώτος τόμος απ’ τις Εκδ. Σιδέρη), θέτει επί τάπητος μείζονα και εξακολουθητικώς ανοιχτά ζητήματα της εθνικης, ιστορικής και πολιτιστικής αυτογνωσίας μας, με πολύ επίκαιρα τα περί ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού και τα συνακόλουθα περί νεοελληνικού ειδικότερα έθνους.
Η ως τώρα αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών καταδεικνύει τόσο την επιστημονική μας υστέρηση όσο και τις χρόνιες κακοδαιμονίες της πνευματικής μας ζωής.
Γιατί δεν είναι καθόλου τυχαίο που, ενώ πλησιάζουμε τους δυο αιώνες εθνικής ανεξαρτησίας, δεν έχουμε αναδειχτεί ούτε καν σε σοβαρό κέντρο νεοελληνικών σπουδών, πολλώ δε μάλλον σε σοβαρό κέντρο μελέτης όλων των περιόδων της ιστορίας μας και του πολιτισμού μας. Όπως δεν είναι καθόλου τυχαία η έρπουσα ταυτοτική αμηχανία και ανασφάλειά μας, που συνήθως εκδηλώνεται με διλημματικά διχαστικές αντιπαραθέσεις, βραχυκυκλώνοντας και ταλανίζοντας την πνευματική και τη συνολικότερη ζωή μας.
Δυστυχώς ούτε και στα χρόνια της Μεταπολίτευσης μπορέσαμε επί της ουσίας να μπούμε σε τροχιά ωρίμανσης, παρά τις πολύ ευνοϊκές συνθήκες. Αντιθέτως, παραμένουμε παγιδευμένοι στο δίπολο των ελληνοκεντρικών και των αντιελληνοκεντρικών ακροτήτων, με τις δεύτερες όμως τώρα, προοδευτικοφανείς (ενίοτε και αριστεροφανείς!) και εξόχως αποδομητικές… παντός του ελληνικού, να είναι οι ηγεμονεύουσες και να συνιστούν μιαν ιδιότυπη «εθνικοφροσύνη» υπό εκσυγχρονιστικό και ευρωπαϊστικό μανδύα (χωρίς να φταίει γι’ αυτό ο εκσυγχρονισμος, η Ευρώπη και η Δύση!).
Στο κλίμα μάλιστα αυτής της ιδιότυπης «εθνικοφροσύνης» δεν μπορούσε παρά να προκαλέσει απαξιωτικές αντιδράσεις το «θράσος» ενός εγχώριου διανοούμενου, του Γιώργου Κοντογιώργη, να αποτολμήσει αντίλογο στον διαπρεπή ΄Αγγλο ιστορικό Έρικ Χομπσμπάουμ και στις περί νεοελληνικού έθνους απόψεις του, όπως κατατέθηκαν σε συνέντευξή του στην εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (27/3/’ 95).
Η περιώνυμη αυτή συνέντευξη (Μύθος η συνέχεια 3000 χρόνων ελληνικού έθνους, σελ.170-81) και η απάντηση Κοντογιώργη (Η μυθοπλασία στην ιστορία. Η περίπτωση Χομπσμπάουμ, σελ. 79-104), τα δύο πρώτα θεωρητικά κείμενα (Ο ελληνισμος ως έθνος-κοσμοσύστημα, σελ. 14-51, και Η νεωτερικότητα, η παράδοση και η πρόοδος, σελ. 55-75) και τέλος ο πολύ έντονος σχολιασμός των απαξιωτικών αντιδράσεων (υπό τον ευρηματικο τίτλο: Ο μετακενωτικός μηρυκασμός ως επιστημονικό επιχείρημα, σελ. 107-166) συνθέτουν τις τρεις αλληλοσυμπληρούμενες ενότητες προβληματισμού αυτού του πολύ ενδιαφέροντος τόμου, που αν μη τι άλλο ξαφνιάζει με τις πολύ ιδιαίτερες θεωρήσεις της ιστορίας μας αλλά και του νεωτερικού φαινομένου.
Γιατί τα «καινά» που εισάγει σχετίζονται με μια ρηξικέλευθη ανάγνωση και εντελώς νέα ερμηνεία της πορείας του ελληνισμού με βασικό κλειδί τη σύνθετη έννοια του «ελληνικού κοσμοσυστήματος», αλλά και με μια αρκούντως προκλητική… και βέβηλη ανάγνωση των εδραιωμένων και «ιδεολογικά» κυρίαρχων στερεοτύπων της νεωτερικότητας, τα προτάγματα της οποίας, σύμφωνα με τις απόψεις του, προδιαγράφουν και συνυφαίνονται με την πορεία της φεουδαλικής Ευρώπης προς τον ανθρωποκεντρισμό, κάτι που για τον ελληνικό χώρο ήταν μια εξακολουθητικά βιούμενη πολιτικο/πολιτισμική πραγματικότητα. ΄Αρα δεν υπήρχε λόγος τέτοιας μετάβασης: «Η ελληνική κοινωνία, διατείνεται ο Γ.Κ., παρέμεινε βαθιά ανθρωποκεντρική και δεν περιήλθε στη φεουδαρχία, ώστε να χρειαστεί στη συνέχεια να διέλθει απ’ την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό».
Με τη σκευή του πολιτικού και κοινωνικού επιστήμονα δεν ερμηνεύει την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού με τη μέθοδο των εθνικών μας ιστορικών και λαογράφων, αλλά φωτίζοντας τον εκτυλισσόμενο διαμέσου των αιώνων πολιτικο/πολιτισμικό μίτο και τα συνακόλουθά του στοιχεία, που όλα μαζί συνθέτουν το αξιακό πολύεδρο του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού και της ελευθερίας.
Στηριζόμενος στα στοιχεία αυτά παρακολουθεί το ελληνικό παράδειγμα στη διαχρονία του, απ’ την κρητο/μυκηναϊκή του αφετηρία ως τις παρυφές του 20ου αιώνα. Κι είναι, ανεξάρτητα από συνολικές ή μερικές συμφωνίες ή διαφωνίες, μια άκρως ενδιαφέρουσα, θα έλεγα και συναρπαστική συνολική αφήγηση, διανθισμένη και με ένα πλήθος ακόμα πιο συναρπαστικών επί μέρους ερμηνευτικών απόψεων, που τη δυσκολεύουν όμως αρκούντως οι νεολογικοί όροι στους οποίους κατά κόρον καταφεύγει ο συγγραφέας, προφανώς για να σπονδυλώσει τη σύνολη θεωρία και θεώρησή του.
α. Κρίσιμο μέρος αυτής της θεωρίας και θεώρησης είναι και τα περί ελληνισμού ως έθνους-κοσμοσυστήματος, τα οποία συνθέτουν τη βάση πάνω στην οποία στήριξε και την αντίκρουση των περί νεοελληνικού έθνους απόψεων του Χομπσμπάουμ, αλλά και στηρίζει τη συνολικότερη αντίκρουση των εθνογενετικών αντιλήψεων της νεωτερικότητας, που έχουν ως δόγμα τους την «κατασκευή» του έθνους απ’ το κράτος. Κατά τον Γ.Κ.: «Το ελληνικό έθνος αποτελεί πολιτική έννοια όχι γιατί εξισώνεται ταυτολογικά με ένα συγκεκριμένο κράτος και ιστορείται δι’ αυτού – όπως το θέλει η νεωτερικότητα – αλλά επειδή συγκροτεί μια συνείδηση “κοινωνίας”, δυνάμει του ανήκειν σε έναν ανθρωποκεντρικά δομημένο κοινό πολιτισμικό χώρο. Η έννοια της συνείδησης κοινωνίας είναι θεμελιωδώς πολιτισμική, ανάγεται εντούτοις στο γινόμενο της ελευθερίας του “όλου” και αποκτά σάρκα και οστά από τη στιγμή που το “όλον” αυτό διατυπώνει “πολιτικό λόγο”».
Όπως κρίσιμο μέρος των απόψεών του είναι και τα περί «νεωτερικότητας, παράδοσης και προόδου», όπου κυριολεκτικώς αναποδογυρίζει τις στερεοτυπικές προσλήψεις και παραδοχές μας: «Σε ό,τι αφορά στον ελληνισμό», γράφει, «στη διαδικασία μετάβασης στο νεότερο κράτος-έθνος αλλά και στο πλαίσιο της κράτους-έθνους, παράδοση, με την έννοια της συντήρησης αποτέλεσε το σύστημα της νεωτερικότητας, ενώ νεωτερικότητα, με την έννοια της προοδευτικής σήμανσης, αποτέλεσε η ελληνική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία εκσυγχρονίστηκε και εξακολουθεί να εκσυγχρονίζεται – να προσαρμόζεται στο σημερινό – οπισθοδρομώντας ανθρωποκεντρικά… Ο εξευρωπαϊσμός ως επιχείρημα εκσυγχρονισμού υπηρέτησε θεμελιωδώς την αποδόμηση όχι μόνο του ελληνικού ανθρωποκεντρικού παραδείγματος αλλά και του ελληνισμού ως εθνικής αναφοράς… Η ελληνική «εκσυγχρονιστική» νεωτερικότητα ουδέποτε διανοήθηκε ότι η έννοια της προόδου μπορεί να διαχωρισθεί απ’ το περιεχόμενο του εξευρωπαϊσμού».
β. Η απάντηση στον Χομπσμπάουμ έχει την πολύ ιδιαίτερη σημασία της. Κι αυτό κυρίως γιατί δεν είναι ένα, σύνηθες στα καθ’ ημάς, καταγγελτικό κείμενο αμυντικού και εθνοκεντρικού περιεχομένου, αλλά μια ολοκληρωμένη επιστημονική αντίκρουση τόσο της βαθύτερης νεωτερικής λογικής του, όσο και των επί μέρους απόψεων του για τη νεοελληνική εθνογένεση, που αποτελούν μια τυπική προέκτασή της. Περίπου δηλαδή εφαρμόζει μηχανιστικά το δόγμα: Επειδή το κράτος κατασκευάζει το έθνος, το νεοελληνικό κράτος… κατασκεύασε το νεοελληνικό έθνος. Για να οδηγηθεί και σε πολύ απλοϊκές αποφάνσεις του είδους: «Το ελληνικό έθνος δεν υπήρχε πριν απ’ τον 19ο αιώνα – Στον πόλεμο της ανεξαρτησίας οι ΄Ελληνες δεν πολέμησαν εναντίον των Τούρκων ως «΄Ελληνες» εναντίον «Τούρκων». Πολέμησαν ως χριστιανοί εναντίον μουσουλμάνων».
Σίγουρα οι απόψεις ενός μεγάλου ιστορικού, όπως ο Χομπσμπάουμ, έχουν καθεαυτές τη βαρύτητά τους. Αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει πως είναι αξιωματικές, απόψεις αυθεντίας, που δεν υπόκεινται σε κριτική αντίκρουση. Κάτι τέτοιο μάλιστα θα ήταν και αρκούντως… αντινεωτερικό.
Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να αναγνώσει κανείς αντιπαραθετικά και νηφάλια τόσο τη συνέντευξη Χομπσμπάουμ για το νεοελληνικό έθνος όσο και την πολύ σταθμισμένη απάντηση Κοντογιώργη, ιδίως μάλιστα τώρα που τα περί έθνους-κράτους γενικότερα και νεοελληνικού έθνους ειδικότερα είναι και πάλι στο επίκεντρο ενός πολύ αυξημένου ενδιαφέροντος.
γ. Αλλά και ο ακήρυκτος… «διάλογος» με ένα μέρος των εγχώριων «εκσυγχρονιστών» (σελ. 107-166) έχει επίσης τη σημασία του, έστω κι αν ο ανταπαντητικός του λόγος επιβαρύνεται από αχρείαστη προσωπική ένταση.
Κι έχει τη σημασία του αυτός ο «διάλογος» όχι γιατί αναδεικνύει τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, αλλά γιατί «φωτίζει» τις ανακυκλούμενες νοσηρότητες της πνευματικής μας ζωής, όπως για παράδειγμα, τη μεταπρατική (παραρτηματική) λειτουργία ενός κρισίμου μέρους της «εκσυγχρονιστικής» επιστημονικής μας κοινότητας, κατ’ εικόνα και ομοίωση της μεταπρατικής αστικής μας τάξης, αλλά και τη δυναστευτική κυριαρχία των εναλλασσόμενων «ορθοδοξιών», εθνοκεντρικών παλαιότερα, με τους ιδιοκτήτες των εθνικών αληθειών να ζυγίζουν τα φρονήματά μας, εκσυγχρονιστικών κατά τις τελευταίες δεκαετίες, με τους ιδιοκτήτες της «προοδευτικότητας» και του «ευρωπαϊσμού» να ασκούν, τηρουμένων των αναλογιών, τη δική τους ιδεολογική τρομοκρατία προς τους αποκλίνοντες απ’ τον κανόνα τους (και που θεωρούνται, το αθωότερο, ύποπτοι συντηρητισμού!).
Ο παρουσιαζόμενος μικρός τόμος του Γ. Κοντογιώργη, που «προκαλεί» όχι μόνο αυτούς που υφίστανται τον «αιρετικό» του αντίλογο, αλλά κι αυτούς που δεν είναι εκ των προτέρων «απέναντι», έρχεται σε μια καλή συγκυρία, που μάλλον προοιωνίζεται μετάβαση απ’ τον «ακήρυκτο» στο συντεταγμένο και ώριμο διάλογο, όπως δείχνουν τα συναφούς περιεχομένου βιβλία που έχουν τελευταία εκδοθεί (Για παράδειγμα, Νίκου Σβορώνου : Το Ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού – Παναγιώτη Νούτσου: Κόμβοι στη συζήτηση για το έθνος – Γιώργη Καραμπελιά : 1204 – Η διαμόρφωση του νέου ελληνισμού).
Δικαιούται να κριθεί, όπως κάθε βιβλίο, πολύ μάλιστα περισσότερο όταν αυτό εισάγει μια εντελώς νέα ερμηνευτική θεωρία περί έθνους, περί ελληνισμού και περί νεωτερικότητας, που στο σύνολό της θα κριθεί με την αναμενόμενη ολοκλήρωση του προειρημένου «Ελληνικού Κοσμοσυστήματος».-

Δείτε επίσης: Η εθνική μας αυτογνωσία (Καθημερινή, 11-2-2007).

Share

Αρέσει σε %d bloggers: