Κώστας Χατζηαντωνίου, Η γραφή ως υποκατάστατο της επιθυμίας (Με αφορμή το βιβλίο της Βάσως Αλεξανδράκη «Το παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο “Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης” του Ν. Γ. Πεντζίκη»)

Σχολιάστε

paixnidiepithimias

Βάσω ΑλεξανδράκηΤο παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Ν.Γ.Πεντζίκη, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2013, ISBN 978-960-527-730-7.

Ακολουθεί το κριτικό σημείωμα που έγραψε για το βιβλίο ο Κώστας Χατζηαντωνίου (πηγή: ΑΥΓΗ/ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ, 11-1-2015):

Η γραφή ως υποκατάστατο της επιθυμίας

Με αφορμή το βιβλίο της Βάσως Αλεξανδράκη «Το παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο “Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης” του Ν. Γ. Πεντζίκη»

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

«Να φωτίσεις το κείμενο σημαίνει να ανατρέψεις τον τίτλο» επεσήμαινε προσφυώς ο J. Ricardou υποδεικνύοντας τη διαλεκτική σχέση με την οποία ένα κείμενο μπορεί να ανατρέπει την κυριαρχία (δηλαδή τη μονοσημία) του τίτλου του. Όταν το 1966 ο Ν. Γ. Πεντζίκης εξέδιδε το «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» (μετά από γραφή σχεδόν δύο δεκαετιών), η ιδιόρρυθμη ύπαρξη και το πρωτοποριακό έργο του σφράγιζαν ήδη τη λογοτεχνική ζωή της μητέρας Θεσσαλονίκης αλλά και ευρύτερα τη νεοελληνική τέχνη. Η γοητεία της φυσικής του παρουσίας ενίσχυε εξωκειμενικά την ακατάτακτη ρευστότητα των εντυπώσεων και την αποσπασματική αφήγηση που χαρακτήριζαν το έργο αυτό, με αποτέλεσμα αυτός μεν να καταστεί μέχρι σήμερα ένα απροσδιόριστο είδωλο (που λατρεύουν εξίσου συντηρητικοί και πρωτοποριακοί, υλόφρονες αλλά και θρησκόληπτοι), το δε έργο του να υιοθετηθεί ως μια ιδεώδης παρέκκλιση. Ελάχιστοι ασχολήθηκαν με την ουσία της προσπάθειας, να ανατρέψει το ρομαντικό πρόταγμα της Έρσης του Δροσίνη, υψώνοντας τη σημαία της παραίτησης από αυτό που ζητά μια κοινωνία που θέλει να έχει μυθιστόρημα.

Κάποτε όμως φτάνει η ώρα της γνήσιας φιλολογίας. Η εξαιρετική έμπνευση της κ. Β. Αλεξανδράκη να εξετάσει σε βάθος αυτό το «μυθιστόρημα», μας δίνει την ευκαιρία να μιλήσουμε για την πολυσυζητημένη αδυναμία μας να συγκροτήσουμε ως κοινωνία μυθιστόρημα, αδυναμία την οποία, συνήθως, ντύνουμε με διάφορες κουτοπόνηρες, αντάξιες των ρωμηών δικαιολογίες περί οθνείων αφηγηματικών ειδών. Συγχρόνως, η άψογη τούτη κριτική μελέτη, μας δίνει μιαν ιδανική αφορμή να στοχαστούμε για την περίφημη απαξίωση της επιθυμίας και της ματαιοδοξίας, με την οποία εξωραΐζουμε συχνά το ακαταλόγιστο ή προσπαθούμε να αποκρύψουμε μια βαθιά, καλά κρυμμένη ματαιοδοξία. Βέβαια, το παράδοξο πάντα ευχαριστεί και αναστατώνει αλλά υπάρχει και ένα σκόπιμο παράδοξο που επιδιώκει το μυστήριο και τον θαυμασμό αυτού που δεν τολμούμε εμείς να διαπράξουμε. Η κοινή συνείδηση αναζητά σταθερά τον τρελό του χωριού για να πει αυτό που είναι η βαθύτατη πίστη της. Πως τίποτα δεν έχει νόημα πλην του χλευασμού του παραδεδεγμένου, πλην της δουλικής προσχώρησης στο ανορθολογικό αναπόδεικτο μιας μυθολογίας. Κι εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν.

Έργο ωριμότητας το βιβλίο αυτό του Πεντζίκη, έχει ως πυρήνα την αναζήτηση της ευτυχίας μέσα από την παραίτηση της διερεύνησης της ταυτότητας και την έξοδο από τον τάχα κλειστό χώρο του υποκειμένου για να παραδοθούμε στον τάχα ανοιχτό χώρο των προσώπων και των πραγμάτων. Ως μεταφυσικό επιχείρημα καλό ακούγεται. Έτσι είναι όμως; Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης σχεδιάζεται και εκτυλίσσεται με βάση το ανεκπλήρωτο της επιθυμίας και την αποξένωση από την πραγματικότητα. Ένα πλαίσιο αλλοτρίωσης ορίζει την αναζήτηση της ταυτότητας που θα κάνει εφικτή την πραγμάτωση της ερωτικής επιθυμίας – της κορυφαίας επιθυμίας του ανθρώπου. Ως τυπική αφετηρία λαμβάνεται η Έρση του Δροσίνη, το ρομαντικό πρότυπο μιας ανεύρετης ευτυχίας. Ο συγγραφέας αναζητεί αυτό που εμποδίζει τα όνειρα να γίνουν πραγματικότητα μιλώντας για τη δυναμική της επιθυμίας που δίνει ειδικά σε αυτό το βιβλίο ιδιαίτερη ένταση στην διεσπαρμένη (όπως πάντα στον Πεντζίκη) σε πληθώρα λεπτομερειών και εν απουσία χρονικού νοήματος γραφή.

Καθώς η Β. Αλεξανδράκη έχει οργανώσει υποδειγματικά το υλικό της, ο αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη του «Μυθιστορήματος της Έρσης» σε έξι κεφάλαια και να περιπλανηθεί κι αυτός από το όνειρο της ευτυχίας και τη ματαίωσή του ως την παρηγοριά της γραφής. Είναι ασφαλώς αναγκαία μια παρηγοριά μετά τη ματαίωση της επιθυμίας που είναι το πλαίσιο του πρώτου μέρους αυτής της βαθιά εσωτερικής και εξωλογικής περιπέτειας. Μήπως όμως η ματαίωση της επιθυμίας, του ονείρου, είναι ματαίωση και της πραγματικότητας ή ακόμη και αυτής της ύπαρξης; Ο Πεντζίκης εγκαταλείποντας την ιστορία και τα πρόσωπα, αντιλαμβάνεται την πτώση ως λύτρωση. Το τέλος της περιπλάνησης και η εύρεση νοήματος με τη γραφή να είναι το σημαίνον της ύπαρξης, μπορεί ωστόσο να μην είναι λύτρωση ή εύρεση αλλά απώλεια της ταυτότητας ή παράδοση στη φαντασίωση. Η πραγματικότητα δυστυχώς δεν καταργείται, όσο και αν ο συγγραφέας την αποφεύγει. Αντιθέτως, επιβάλλεται πλήρως αφού το υποκείμενο παραιτείται και καταφεύγει στη φαντασίωση. Όταν καταλήγει κανείς πως η ευτυχία είναι εσωτερική υπόθεση, φτάνει στην ουσία του πιο αντιδραστικού ιδεολογήματος. Τι κι αν τριγύρω μπορεί να είναι κόλαση; Εσύ μπορείς να είσαι εσωτερικά ελεύθερος και ευτυχής.

Θα ήταν αποτελεσματικό τούτο το χάπι αν η γραφή είχε λάβει οριστικό και σταθερό σχήμα, αν συγκροτούσε δηλαδή μυθιστόρημα. Η αποτυχία όμως να οικοδομήσουμε μυθιστόρημα, τα χωρίς συνοχή σπαράγματα, η καταφυγή στην κατοχυρωμένη αυθεντία και στον ειπωμένο και απαραβίαστο λόγο που εγγυάται τη συνέχεια, δεν ενώνουν αλλά τονίζουν την πολυδιάσπαση ενός κόσμου που έχει απολέσει κάθε ενότητα. Αν η απάντηση στο ζήτημα της ευτυχίας είναι η αφήγηση, η γραφή, ποια απάντηση στην αγωνία της ύπαρξης μπορεί να βρει ο αναγνώστης όταν ο ίδιος ο συγγραφέας λέει πως δεν τον ενδιαφέρει η αφήγηση αλλά οι εσωτερικές της απηχήσεις; Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς πως πρόκειται περί μύθου. Όμως ακόμη και ο μύθος έχει δομή, έχει αρχή, μέση και τέλος, δεν είναι παραλήρημα. Μήπως λοιπόν το αφελές και το εξωλογικό δεν είναι μόνο φαινομενικά αλλά και ουσιαστικά αφελές; Και μήπως αυτό το εξωλογικό είναι που έκανε τον συγγραφέα αγαπητό σε ετερόκλητο κοινό;

Υπάρχει μια θεωρία περί ανάγκης αποκρυπτογράφησης και μύησης σε απαγορευμένα στον κοινό νου μυστικά (στη ζωή, στη λογοτεχνία, στην επιστήμη). Η θεωρία αυτή μοιάζει όμορφη αλλά δεν είναι παρά η αιτία της κοινωνικής και λογοτεχνικής μας κακοδαιμονίας, η αιτία της αδυναμίας να αφηνόμαστε στο τυχαίο και στο παράλληλα συμβαίνον, της αδυναμίας μας να γίνουμε επιτέλους αστική κοινωνία που θα δώσει ένα συγκροτημένο μυθιστόρημα. Διότι προς τούτο δεν αρκεί γόνιμη φαντασία και εξυπνάδες. Απαιτείται πειθαρχία σκοπών και μέσων. Με την παραδοξολογία, τον ιδεοκρατικό υπερβατικό κώδικα και τη μεταφυσική βάζουμε μεν τα βιβλία μας στο απυρόβλητο, λογοτεχνία σύγχρονων αξιώσεων όμως δεν οικοδομούμε.

Δεν εννοώ φυσικά πως η γραφή πρέπει να είναι αναπαράσταση της πραγματικότητας. Αν ωστόσο η λογοτεχνία έχει να επιτελέσει έναν κοινωνικό ρόλο πέραν της ατομικής εκτόνωσης, δεν μπορεί και να υπάρχει ερήμην της. Η «συμβολαιογραφική πράξη με το απουσιάζον» προϋποθέτει πως το απουσιάζον υπάρχει, πως απλώς λείπει. Όταν όμως αυτό δεν υπάρχει; Για τούτο και η επίθεση του Πεντζίκη κατά της ιδεοκρατίας μοιάζει ειρωνική αφού μάλλον αγνοούσε αυτό που θα τον οδηγούσε πραγματικά σε απορία: ιδέες υπηρέτησε και ιδέες αναζητούσε όταν αναζητούσε τα υλικά σχήματά τους, την υλική τους υπόσταση. Οι θεωρίες περί πραγμάτωσης του αόρατου εντός του ορατού είναι η αυταπάτη κάθε ιδεαλιστή. Ο «ματεριαλιστής του άυλου» (φράση του Γ. Θέμελη) ήταν ένας ιδεαλιστής που απλά ντρέπονταν να ομολογήσει την πίστη του στις ιδέες. Το γεγονός ότι ήταν προσκολλημένος στα πράγματα δεν αναιρούσε αυτή την κατάσταση, απλώς επέτεινε τον διχασμό. Η δε ονειρική γραφή του, που αντλούσε από τα φαινόμενα και την πληθώρα λεπτομερειών, διαλύοντας την πραγματικότητα σε μια απειρότητα αντιθέσεων και πλήρους ρευστότητας, θα φτάσει να διαλύσει τον κόσμο καταργώντας κάθε συνθήκη ικανή για συγκρότηση ταυτότητας και ανοίγοντας με την περίφημη ενότητα υποκειμένου/ αντικειμένου την πόρτα είτε του μηδενός είτε του θρησκευτικού ολοκληρωτισμού.

Ένα μυθιστόρημα λοιπόν για τη γραφή; Μια περιπέτεια συνεχών διερωτήσεων με την τέχνη ως ύστατη παρηγοριά ενώ τριγύρω όλα είναι απροσδιόριστα, όλα τελούν υπό διάψευση, όλα καταρρέουν; Αν για τον Πεντζίκη αυτό είχε αποτέλεσμα λυτρωτικό (ανοίγοντας την πόρτα της θρησκοληψίας), για πολλούς άλλους νομίζω πως ανοίγει η πόρτα του «όλα επιτρέπονται». Από την μεταμοντέρνα διάλυση της τέχνης μέχρι την αμφισβήτηση κάθε ιστορικής αλήθειας (αφού «όλα είναι μια αφήγηση») και από το όργιο της λεηλασίας του δημοσίου χρήματος μέχρι την καταρράκωση της πολιτικής δημοκρατίας. Η θεωρία για την τέχνη ως παρηγοριά διαλύει εν τέλει τη συνείδηση του ελεύθερου ανθρώπου, την πολιτική συνείδηση και τον κάνει έτοιμο να υποταχθεί στην ασιατική αγέλη που προσκυνά ξόανα. Ας το πούμε λοιπόν καθαρά. Πηγή της ζωής και της τέχνης είναι μονάχα ο λόγος. Το αντίκρισμα της αλήθειας που δεν είναι άλλη από την τραγική μας παράδοση. Αρκετά με τα εξωλογικά παραμύθια και τις παρηγοριές, με τα υποκατάστατα της επιθυμίας που γίνονται γραφή. Καιρός η γραφή να γίνει η έκφραση της επιθυμίας μας.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2015/01/blog-post_72.html

Advertisements

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου για το βιβλίο «Ανέστιος: Ημερολόγια» της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη

Σχολιάστε

b194518

Αλεξάνδρα ΔεληγιώργηΑνέστιος: Ημερολόγια, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2014, ISBN 978-960-505-120-4.

Απόσπασμα από το βιβλίο (πηγή: Βιβλιονέτ): 

Μόνο τις σκέψεις μου, εν τέλει, δεν λέω να αποχωριστώ. Όλο και κάποιος θα βρεθεί να θελήσει να κουβεντιάσουμε, αν τολμήσει να με κοιτάξει κατάματα. Και μόνο η ιδέα πως δεν είναι απίθανο να συμβεί με ημερεύει. Το κρύο, όμως, τη νύχτα, με αγριεύει. Για να αντέξω την παγωνιά, ονειρεύομαι πως είμαι αγρίμι στα δάση και στα βουνά. Γρυλλίζω, βρυχώμαι, αρνούμαι να το δεχθώ, σαν να ‘ναι μια άδικη καταδίκη. Με το ξημέρωμα, την αποδέχομαι. Από αδιαφορία για το σαρκίο μου· γιατί οι δίκαιες τιμωρίες εκλείπουν, όπως συμβαίνει σ’ όλες τις εποχές, ιδίως στις σκοτεινές. Σημασία έχει να μπορεί κανείς να συνεχίσει να τις φαντάζεται…

Ακολουθεί το κριτικό σημείωμα που έγραψε για το βιβλίο ο Κώστας Χατζηαντωνίου (πηγή: ΑΥΓΗ/ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ, 21-9-2014):

Χωρίς εστία: Η πιο σκληρή εξορία

Σκέψεις με αφορμή το μυθιστόρημα «Ανέστιος» της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη – Εκδόσεις Άγρα, 2014

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ήταν πάντα η πιο σκληρή μορφή της βαρβαρότητας, είτε ως άσκηση ωμής βίας είτε ως απότοκος της κεφαλαιοκρατικής εξέλιξης, το γεγονός ότι αφήνει τον άνθρωπο χωρίς εστία. Ξένος στην πατρίδα του, σαν σβήνει η φωτιά στο παραγώνι της πατρικής στέγης, ξένος στην ξενιτιά που η ανάγκη τον σπρώχνει, ξένος στο δρόμο που οι νόμοι της αγοράς τον πετάνε μοιραία. Αν θυμηθούμε εδώ για λίγο πώς μένουν ο κόσμος και οι άνθρωποι χωρίς αυταπάτες (το περιέγραψε τόσο ιδανικά εκείνο το Μανιφέστο του 1848), τότε θα νιώσουμε πόσο τρομαχτικό είναι να μένει κανείς χωρίς εστία.

Δεν είναι πολύς καιρός που από τις εκδόσεις Άγρα εκδόθηκε το νέο μυθιστόρημα της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη «Ο ανέστιος- Ημερολόγια», ένα βιβλίο που μιλάει με τρόπο εξαιρετικό όχι απλώς για την υπαρκτική καταστροφή που συντελείται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα αλλά γενικότερα για όσα εκτυλίσσονται στο σύγχρονο κόσμο. Σ’ ένα κόσμο που ο φιλελεύθερος οπτιμισμός καταρρέει με βρόντους και λυγμούς και όλα αποκαλύπτονται στην τραγική τους διάσταση. Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο ανέστιος Ηλίας Κ., είναι ένας ηλεκτρολόγος μηχανικός που αιφνιδίως καταστρέφεται. Έντιμος πανεπιστημιακός και συνεταίρος σε μιαν ανθηρή τεχνική εταιρία, ξαφνικά νιώθει να χάνει κάθε διάθεση για εκείνους τους μικρούς αλλά συνεχείς συμβιβασμούς που κάνουν εφικτή μια συνηθισμένη ζωή. Επιλέγοντας αντί της άμεσης αυτοκτονίας μια βραδεία αυτοεξόντωση, μοιράζει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία και αναχωρεί φυγάς θεόθεν και αλήτης σ’ ένα ταξίδι εξερεύνησης του εαυτού του.

Ο Ηλίας Κ., είναι αλήθεια πως δεν είναι ένας συνηθισμένος άστεγος. Όχι μόνο επειδή επί έξι χρόνια καταγράφει με υποδειγματική συνέπεια σε τετράδια την περιπλάνησή του σε ένα κόσμο ανεστιότητας. Είναι υπέρμαχος της ιστορικότητας της συνείδησης και ξέρει πώς είναι να ζει κανείς σε ένα ατέρμον παρόν. Ζει στο ελάχιστο εδώ και τώρα όχι επειδή το είχε σκοπό αλλά από μια απόλυτη επιθυμία ελευθερίας. Ούτε από συνήθεια ούτε από ανάγκη. Για να δώσει δρόμο στα πάντα κάνει το δρόμο σπίτι του. Πρόκειται για την απόλυτη αποδέσμευση, να χαθείς απ’ όλα και να ζεις χωρίς κανένα κέντρο, χωρίς μια τρύπα να συμμαζέψεις το βλέμμα και τις δυνάμεις σου. «Μόνο τις σκέψεις μου, εν τέλει, δεν λέω να αποχωριστώ», διαπιστώνει. Ο πόθος για διάλογο που τον κατέτρωγε, γίνεται πυρετικός μονόλογος. Τη μέρα βέβαια είναι εύκολο να αποδέχεται την παγωνιά. Τις νύχτες όμως, για να αντέξει, πρέπει να ονειρεύεται πως είναι αγρίμι. Και έτσι ζει.

Με γραφή παλλόμενη μεταξύ αισθημάτων και στοχασμού, η Δεληγιώργη συνθέτει μια εξαιρετική ψυχολογική αποτύπωση του γεγονότος της ανεστιότητας. Πώς γίνεται, για παράδειγμα, ανέστιος αυτός που ζητά ματαίως ένα πραγματικό φίλο επειδή δεν θέλει πια άλλους γνωστούς, άλλες γνωριμίες, άλλες τυχαίες παρέες. Συνήθως, ο εν δυνάμει ανέστιος έχει λόγους να κρύβει την ερημιά του. Κάποτε όμως έρχεται η στιγμή της αλήθειας. Δεν έχει πια νόημα να κρύβεις πως είσαι μόνος, οριστικά και τελεσίδικα μόνος. Τελειώνει τότε η εποχή που μετρούσε «όχι ποιος είσαι αλλά πώς καταφέρνεις να κρύψεις αυτό που είσαι». Μια αβάσταχτη ανάγκη γεννιέται, η ανάγκη επιστροφής στην παιδικότητα, στην καθαρότητα των πραγμάτων και ζητά ξανά το πέταγμα. Βέβαια δεν είναι εφικτό πια να πετάς. Μα τούτο δεν είναι πρόσχημα και για να σέρνεσαι. Κι αφού «κανείς δεν τολμά πια να μιλήσει για κάποιον προορισμό», ο ήρωας της Δεληγιώργη δεν έχει άλλο δρόμο παρά να οδεύει. Χωρίς να βιάζεται, χωρίς να βραδυπορεί. Αναπαύεται στο παγκάκι, απολαμβάνει την εγγύτητα με τον Άλλο, παρατηρεί το μυαλό που χοροπηδάει από το ατομικό στο παγκόσμιο με εκπληκτική ευκολία.

Η προτίμηση στο παγκάκι ενός κήπου και όχι στο καφενείο: να μια αναζήτηση όχι κοινωνικότητας παλαιού τύπου αλλά ένας πόθος προσωπικής επαφής. Ως αναζήτηση του φίλου και όχι του γνωστού. Ο Ηλίας Κ. αναζητώντας το όλον αρνείται το μέρος. Το ξέρει πως ο πραγματικά άστεγος είναι ο ανέστιος. Αυτός που περιφέρεται χωρίς σταματημό και έχει χάσει κάθε σημείο αναφοράς, κάθε κέντρο βάρους. Είναι ύπουλη αρρώστια η ανεστιότητα, η πιο φονική επιδημία του αιώνα μας. Εκατομμύρια τα θύματά της αφού τέσσερις τοίχοι και μια σκεπή δεν συνιστούν βέβαια εστία. Χωρίς σεβασμό στην πιο ανθρώπινη ιδιότητα, την συναναστροφή, ο ατομικισμός, η πιο βάρβαρη θρησκεία, καταστρέφει εστίες, πατρίδες, κοινωνίες. Και το πιο απάνθρωπο: ζητά να εξαφανίσεις το παρελθόν από μέσα σου. Κι επειδή ξέρει πως η λήθη, η απομάκρυνση, η σιωπή, η αποξένωση είναι τεχνάσματα (δεν αρκούν για να ξεφύγεις από το παρελθόν) ζητά την απόλυτη καταστροφή της μνήμης. Επειδή όμως «δεν γίναμε ακόμη αυτό που ήταν να γίνουμε», η καταστροφή αυτή γεννά αφεύκτως το μηδέν. Γινόμαστε αντί για όντα, παρόντα. Πλάσματα του εδώ και τώρα, παρέστιοι, παρατρεχάμενοι και παρεπιδημούντες, όπως σημειώνει η Δεληγιώργη. Αυτή η βαθιά παραμόρφωση –μια επέμβαση που απέκοψε ζωτικές διαστάσεις της ύπαρξης όπως είναι το παρελθόν και κατά συνέπεια το μέλλον– οδηγεί φυσικά όλους «εύλογα να αναρωτιούνται πώς έγινε, διάολε, και το μέλλον αντί να είναι η φυσική προέκταση του παρόντος, όπως όλοι προθυμότατα πίστεψαν, ήταν εν τέλει αντικατοπτρισμός του χθες, η αντίπερα όχθη που το καθρέφτιζε».

Ζώντας σε ένα κακοχυμένο κόσμο που κακοφόρμισε, ο ανέστιος της Δεληγιώργη ζητά να βρει πότε άρχισε το κακό. Οι μύθοι για την πτώση ελάχιστα τον παρηγορούν. Η εξουθενωτική αναζήτηση της αιτίας, στην Ιστορία που φωτίζει την καλά κρυμμένη σαπίλα, αποκαλύπτει μια τεράστια πολιορκητική μηχανή ψευδολογίας. Ο φόβος να ξεσπάσει βίαια η αηδία γι’ αυτό τον κόσμο είναι έντονος. Ευτυχώς όμως υπάρχει η γραφή: «Τα ημερολόγια, ένας τρόπος να μη χυθεί τόσο αίμα», όπως σημειώνει και ο Ηλίας Κ. που δεν είναι μηδενιστής και δεν χαίρεται με τις κατακρημνίσεις, αφού πιστεύει ακόμη στη ζωή. Ελπίζει, παλεύει, δεν αδιαφορεί για τον μίτο της Αριάδνης. Ποθεί την έξοδο από το λαβύρινθο. Ποθεί ένα νόημα. Γιατί η έξοδος και η εξορία του δεν είναι εν τέλει παρά η αναζήτηση μιας εστίας. Ανέστιος από παιδί, υπέρμαχος της ζωής και όχι της επιβίωσης, γνωρίζει πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη διαστροφή, δεν υπάρχει βαθύτερη αλλοτρίωση του ανθρώπινου προσώπου από την ανεστιότητα: χωρίς εστία, χωρίς πατρίδα, καμιά απελευθέρωση δεν είναι δυνατή.

Ποιος είναι τελικά ο Ηλίας Κ.; «Μια φλογερή καρδιά που κάηκε στη φλόγα της ανημπόριας του. Διόλου απίθανο το κακό να συνέβη από αφηρημάδα ή ευπιστία ή περιφρόνηση για τις λογιστικές πράξεις ή από καθαρή (έμφυτη) αδυναμία να κάνει σωστά το λογαριασμό». Καθώς αρνείται την ιερότητα της χρησιμότητας (που δεν είναι εν τέλει παρά μια υποκρισία) και τον στείρο ορθολογισμό (που δεν είναι παρά οκνηρία) και ψάχνει να βρει την άκρη για να λύσει το αίνιγμα της ζωής του, ο ήρωας της Δεληγιώργη ενώνει τον 21ο με τον 19ο αιώνα. Η ιστορία και η ζωή φανερώνουν τη συνέχεια τους, με ρωγμές και τρύπες βέβαια παντού αλλά συνέχεια. Πρόκειται για το νήμα που φέρνει ξανά στο φως την ελληνική τραγωδία. Γιατί ο «Ανέστιος» είναι συνυφασμένος με τις συνθήκες, τον κοσμολογικό ρυθμό και το εσωτερικό κλίμα της τραγωδίας. Ο κόσμος ξαναβρίσκει τη φλέβα της τραγικής κραυγής, της κραυγής για νόημα. «Ένας ατέλειωτος θάνατος» τούτη η κραυγή, κατά τη φράση του Μάρλοου που ξαναφέρνει το τραγικό ρίγος στον κόσμο, σε ένα κόσμο που είναι αυτή η ίδια κόλαση, όπως θα πει ο Μεφιστοφελής στον Φάουστους. Αλλά και αφορμή για μια σπάνια λογοτεχνία όπως αυτή που διακονεί με συνέπεια, χρόνια τώρα, η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2014/09/blog-post_60.html

Αρέσει σε %d bloggers: