Κρίστοφερ Λας: «Ζούμε σε έναν κόσμο δίχως στέρεη πραγματικότητα»

1 σχόλιο

b198223

 

Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης, Ζαν Κλωντ ΜισεάΗ κουλτούρα του εγωϊσμού, μετάφραση: Χριστίνα ΣταματοπούλουΕναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014, ISBN 978-960-427-155-9.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Το 1986, το βρετανικό τηλεοπτικό κανάλι, Channel 4, οργάνωσε μία συνάντηση ανάμεσα στον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κρίστοφερ Λας, συνάντηση που πραγματοποιήθηκε, υπό την διεύθυνση και με τη συμμετοχή του Καναδού φιλόσοφου και πολιτικού Μάικλ Ιγνάτιεφ. Αυτή η συνομιλία, που δεν ξαναμεταδόθηκε ούτε μεταγράφηκε ποτέ, μέχρι την πρόσφατη έκδοσή της το 2013, αναλύει τις ηθικές, ψυχολογικές και ανθρωπολογικές επιπτώσεις της ανάπτυξης του σύγχρονου καπιταλισμού. Οι απαρχές της καταναλωτικής κοινωνίας συνοδεύονται από τη γέννηση ενός νέου εγωισμού, που κάνει τα άτομα να αποσύρονται από τη δημόσια σφαίρα και να καταφεύγουν σε έναν αποκλειστικά ιδιωτικό κόσμο. Χωρίς σχέδιο, όμηροι ενός παραισθησιογόνου κόσμου, ναρκωμένου από το μάρκετινγκ και τη διαφήμιση, τα άτομα δεν διαθέτουν πλέον πρότυπα με τα οποία μπορούν να ταυτιστούν. Η συνομιλία ακολουθείται από ένα εκτενές επίμετρο του Ζαν-Κλωντ Μισεά, με τίτλο «Η ψυχή του ανθρώπου στον καπιταλισμό».

***

Πριν από τριάντα ή εξήντα χρόνια, οι άνθρωποι της αριστεράς μιλούσαν για τη Μεγάλη Νύχτα, οι άνθρωποι της δεξιάς για την αέναη πρόοδο κ.λπ. Σήμερα, κανένας δεν τολμάει να εκφράσει ένα φιλόδοξο σχέδιο, ή τουλάχιστον ορθολογικό, που να πηγαίνει πέρα από τον προϋπολογισμό ή από τις προσεχείς εκλογές

Κορνήλιος Καστοριάδης

 

Περιέγραψα τον «ελάχιστο εαυτό» ή το «ναρκισσιστικό Εγώ» σαν ένα Εγώ που αδειάζει όλο και περισσότερο από κάθε περιεχόμενο, που έχει φτάσει να προσδιορίζει τους στόχους του για τη ζωή με τους πιο περιοριστικούς όρους, με όρους απλής επιβίωσης, καθημερινής επιβίωσης.

Κρίστοφερ Λας

 

Οι σύγχρονοι άνθρωποι δεν πρόκειται να βρουν τον δρόμο προς μια προσωπική και συλλογική χειραφέτηση, πραγματική και συνάμα γνήσια ανθρώπινη, με το να δαιμονοποιούν ως «αντιδραστική» κάθε αίσθηση ταυτότητας και συγγένειας ή χαρακτηρίζοντας, από θέση αρχής, ως υποχρεωτικά «παρελθοντολατρεία» τη θεμιτή προσήλωση των λαών στη γλώσσα τους, τις παραδόσεις τους και τον πολιτισμό τους – και ως γνωστόν, αυτός είναι, σήμερα, ο σταθερός πυρήνας κάθε αριστερής μεταφυσικής.

Ζαν Κλωντ Μισεά

Απόσπασμα από το βιβλίο (σε αγκύλες οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου): 

[σελ. 26] (…)Κρίστοφερ Λας

Αυτό που με εκπλήσσει είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο δίχως στέρεη πραγματικότητα…Λέμε συχνά πως η καταναλωτική κοινωνία μας περιβάλλει με αντικείμενα, πως μας ωθεί να τους δίνουμε μεγάλη σημασία, αλλά νομίζω πως πρόκειται για απατηλή ιδέα. Θεωρώ τον κόσμο, μέσα στον οποίο ζούμε, εξαιρετικά ασταθή, πρόκειται για έναν κόσμο που αποτελείται από φευγαλέες εικόνες και που τείνει όλο και περισσότερο -εν μέρει, νομίζω, χάρη στην τεχνολογία των μαζικών μέσων επικοινωνίας- να αποκτήσει έναν παραισθησιογόνο χαρακτήρα: ένα είδος κόσμου από φανταστικές εικόνες, σε αντίθεση με έναν κόσμο πραγματικών αντικειμένων τα οποία να διαρκούν περισσότερο από εμάς. Αυτή η αίσθηση της ιστορικής συνέχειας, που προσφέρει, μεταξύ άλλων η οικειότητα με στέρεα, χειροπιαστά αντικείμενα, δείχνει να υποχωρεί όλο και περισσότερο μπροστά σε μια επίθεση από εικόνες φτιαγμένες, [σελ.27] τις περισσότερες φορές, για να ξυπνάνε τις φαντασιώσεις μας. Πιστεύω πως ακόμα και η επιστήμη, που, μέχρι τώρα, θεωρούνταν ένα από τα κυριότερα μέσα δημιουργίας μιας πιο ορθολογικής, πιο ρεαλιστικής κοσμοαντίληψης, εμφανίζεται, στην καθημερινή μας ζωή, σαν μια διαδοχή τεχνολογικών θαυμάτων που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι όλα είναι δυνατά. Σε έναν κόσμο όπου όλα είναι δυνατά, με μία έννοια, τίποτε δεν είναι εφικτό. Κι έπειτα, τα όρια ανάμεσα στο Εγώ και τον περιβάλλοντα κόσμο τείνουν να συγχέονται όλο και περισσότερο.(…)

Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης, Ζαν Κλωντ ΜισεάΗ κουλτούρα του εγωϊσμού, μετάφραση: Χριστίνα ΣταματοπούλουΕναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014, σελ.26-27.

Ο F. Jameson για τις μεταμοντέρνες εξελίξεις

Σχολιάστε

Φρέντρικ ΤζαίημσονΤο μεταμοντέρνο: Ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμούμετάφραση: Γιώργος Βάρσος, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999, ISBN: 978-960-211-966-2.

7f4e989f-b93d-4c01-97bd-84513251a3bb

Μικρό απόσπασμα:

[..] Οι νέες ή μεταμοντέρνες εξελίξεις παραμένουν, πράγματι, προοδευτικές στο βαθμό που διασκεδάζουν και τα τελευταία ψήγματα ψευδαισθήσεων περί αυτονομίας της σκέψης, όσο κι αν η εξάλειψη των ψευδαισθήσεων αυτών άλλο δεν αποκαλύπτει από έναν ολότελα θετικιστικό ορίζοντα, από τον οποίο το αρνητικό έχει ολωσδιόλου χαθεί μέσα στο φως του λεγόμενου «κυνικού λόγου». […]

Φρέντρικ ΤζαίημσονΤο μεταμοντέρνο: Ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμούμετάφραση: Γιώργος Βάρσος, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999, σελ. 136-137 (απόσπασμα)

Z. Bauman: Περί φόβου, ανασφάλειας και «αόρατων απειλών»

Σχολιάστε

Zygmunt Bauman, Παράπλευρες απώλειες: Κοινωνικές ανισότητες στην εποχή της παγκοσμιοποίησης,μετάφραση: Εύα Παραδέλλη, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2012, ISBN 978-960-8219-84-7.

9789608219847

(…) Οι λόγοι να φοβάται κανείς είναι πολλοί∙και καθώς ο πραγματικός τους αριθμός και η σφοδρότητα τους είναι δύσκολο να υπολογιστούν από τη σκοπιά της περιορισμένης προσωπικής εμπειρίας, προστίθεται ένας ακόμη, ο σημαντικότερος ίσως, λόγος να φοβάται κανείς: κανένας δεν γνωρίζει που και πότε τα προειδοποιητικά λόγια θα γίνουν πραγματικότητα.

Οι σύγχρονες απειλές, κι ιδιαίτερα οι πλέον φρικιαστικές απ’ αυτές, εντοπίζονται κατά κανόνα μακριά, είναι συγκαλυμμένες, κρυφές, σπάνια βρίσκονται αρκετά κοντά ώστε να υπάρχει άμεση μαρτυρία και ακόμη σπανιότερα προσφέρονται για ενδελεχή προσωπικό έλεγχο – είναι απ’όλες τις απόψεις αόρατες. Οι περισσότεροι από μας δεν θα είχαμε μάθει ποτέ την ύπαρξη τους αν δεν ήταν ο τρόμος κι ο πανικός που προβάλλουν και διογκώνουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι ανησυχητικές προγνώσεις που συντάσσονται από ειδικούς  κι αμέσως αρπάζονται, υιοθετούνται και ενισχύονται από τα μέλη των κυβερνητικών συμβουλίων και τις εμπορικές εταιρείες – που σπεύδουν, όπως πάντα, να μετατρέψουν όλη αυτή την αναστάτωση σε πολιτικό ή εμπορικό κέρδος. Καθώς εμείς οι «συνηθισμένοι άνθρωποι» που ασχολούμαστε με τις δικές μας μικρής κλίμακας καθημερινές προσωπικές υποθέσεις, εμμέσως μόνο γνωρίζουμε γι’ αυτούς τους φοβερούς αλλά μακρινούς κινδύνους, τους είναι εύκολο, πανεύκολο, να χειραγωγήσουν τη -δημόσια-στάση μαςνα υποβαθμίζουν ή ν’ αποσιωπούν τους κινδύνους που δεν υπόσχονται κανένα πολιτικό ή οικονομικό όφελος, και ταυτόχρονα να διογκώνουν στο έπακρο, ή και να εφευρίσκουν, άλλους κινδύνους, καταλληλότερους για πολιτική ή εμπορική εκμετάλλευση. (…)

Zygmunt Bauman, Παράπλευρες απώλειες: Κοινωνικές ανισότητες στην εποχή της παγκοσμιοποίησης,μετάφραση: Εύα Παραδέλλη, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2012,σελ.93-94 (αποσπάσματα).

Zygmunt Bauman, Περί αγάπης (απόσπασμα από το νέο του βιβλίο «Πλούτος και ανισότητα»)

1 σχόλιο

Zygmunt BaumanΠλούτος και ανισότητα: Μας ωφελεί όλους ο πλούτος των ολίγων; , μετάφραση: Γ. Λαμπράκος, εκδ. Οκτώ, Αθήνα 2014, ISBN: 978-618-5077-02-0.

bauman_cover

Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Z. Bauman,  Πλούτος και ανισότητα: Μας ωφελεί όλους ο πλούτος των ολίγων;  (εκδόσεις Οκτώ). Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Μην το χάσετε! [Σε αγκύλες παρατίθενται οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου]

[σελ. 64] (…) Τα ηλεκτρονικά γκάτζετ δεν προσφέρουν απλώς αγάπη: είναι σχεδιασμένα για να αγαπιούνται όπως όλα τα άλλα  αντικείμενα αγάπης, που όμως σπάνια το επιτρέπουν. Τα ηλεκτρονικά γκάτζετ είναι τα πιο ωφέλιμα αντικείμενα της αγάπης ∙ θέτουν τα κριτήρια και τα πρότυπα τόσο για την είσοδο στις ερωτικές σχέσεις όσο και για την έξοδο από αυτές, κριτήρια και πρότυπα που αν όλα τα άλλα αντικείμενα αγάπης, ηλεκτρονικά ή σάρκινα, έμβια ή μη, τα αγνοήσουν, τότε κινδυνεύουν να κριθούν ακατάλληλα και να απορριφθούν.

Σε αντίθεση με την περίπτωση των ηλεκτρονικών γκάτζετ, ωστόσο, η αγάπη ενός ανθρώπου για έναν άνθρωπο σημαίνει δέσμευση, αποδοχή ρίσκων, προθυμία για αυτοθυσία ∙ σημαίνει να επιλέγει κανείς μια αβέβαιη και αχαρτογράφητη, δύσκολη και ανώμαλη διαδρομή, ελπίζοντας -και όντας αποφασισμένος- να μοιραστεί τη ζωή του με έναν άλλο άνθρωπο. Ανεξάρτητα από το αν η αγάπη θα συνυπάρξει με την ανέφελη ευτυχία, δύσκολα πάντως συνυπάρχει με την άνεση και την ευκολία: ποτέ μην την προσδοκάτε με αυτοπεποίθηση, πόσο μάλλον με βεβαιότητα… Απεναντίας, η αγάπη απαιτεί [σελ. 65] την απόλυτη αξιοποίηση των δεξιοτήτων και της βούλησης μας, ενώ ακόμα και τότε προμηνύει την πιθανότητα της ήττας, την αποκάλυψη της ανεπάρκειας μας και τη διάλυση της αυτοεκτίμησης μας. Το αποστειρωμένο, λειασμένο, δίχως αγκάθια και ρίσκα ηλεκτρονικό προϊόν δεν προσφέρει αγάπη: προσφέρει ασφάλεια ενάντια στη «βρομιά», την οποία, όπως ορθά παρατηρεί ο Φράνζεν, «η αγάπη αναπόφευκτα ρίχνει πάνω στον φοβισμένο αυτοσεβασμό μας». Η ηλεκτρονικά κατασκευασμένη εκδοχή της αγάπης δεν αφορά, σε τελική ανάλυση, την αγάπη: τα προϊόντα της καταναλωτικής τεχνολογίας αιχμαλωτίζουν τους πελάτες τους με δόλωμα την ικανοποίηση του ναρκισσισμού τους. (….)

(…)Η αγάπη είναι, ή απειλεί να είναι, να αντίδοτο στον ναρκισσισμό. Είναι επίσης το βασικό «καρφί», αφού ξεμπροστιάζει τις ψευδείς προφάσεις μας πάνω στις οποίες προσπαθούμε να τοποθετήσουμε την αυτοεκτίμηση μας, ενόσω αποφεύγουμε όσο μπορούμε να τη δοκιμάσουμε στο πεδίο της δράσης. Η ηλεκτρονικά αποστειρω-[σελ.66]μένη και απολυμασμένη, επίπλαστη εκδοχή της αγάπης προσφέρει ουσιαστικά ένα αντιστάθμισμα ώστε να προστατευτεί η αυτοεκτίμηση από τους κινδύνους για τους οποίους φημίζεται το αυθεντικό πράγμα. (…)

10343026_739576052768506_1545031586054317121_n

Φράση από τη σελ. 75 του βιβλίου

Zygmunt BaumanΠλούτος και ανισότητα: Μας ωφελεί όλους ο πλούτος των ολίγων; , μετάφραση: Γ. Λαμπράκος, εκδ. Οκτώ, Αθήνα 2014, σελ. 64-66 (αποσπάσματα).

Δείτε και:

Zygmunt Bauman, Η κοινωνική ανισότητα ως perpetuum mobile

2 Σχόλια

Zygmunt BaumanΠλούτος και ανισότητα: Μας ωφελεί όλους ο πλούτος των ολίγων; , μετάφραση: Γ. Λαμπράκος, εκδ. Οκτώ, Αθήνα 2014, ISBN: 978-618-5077-02-0.

bauman_cover

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Σύμφωνα με μια κοινή αντίληψη, ο καλύτερος τρόπος να βοηθήσουμε τους φτωχούς και να τους απαλλάξουμε από τη δυστυχία τους είναι να επιτρέψουμε στους πλουσίους να γίνουν πλουσιότεροι: αν οι πλούσιοι πληρώνουν λιγότερους φόρους, τότε εμείς οι υπόλοιποι θα βρεθούμε σε καλύτερη κατάσταση. Συνεπώς, ο πλούτος των ολίγων μάς ωφελεί όλους. Αυτές οι κοινές αντιλήψεις έρχονται ωστόσο σε αντίθεση με την καθημερινή μας εμπειρία, με μια πληθώρα ευρημάτων βασισμένων σε μελέτες και φυσικά με τη λογική. Αυτό το παράδοξο χάσμα ανάμεσα στα αδιάσειστα τεκμήρια και τις κοινές αντιλήψεις μάς κάνει να σταθούμε και να αναρωτηθούμε: γιατί αυτές οι αντιλήψεις είναι τόσο διαδεδομένες και γιατί αντιστέκονται στα συσσωρευμένα και διαρκώς αυξανόμενα τεκμήρια που αποδεικνύουν το αντίθετο; Αυτό το μικρό βιβλίο αποπειράται να δώσει μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ο Bauman καταγράφει και αναλύει τις υπόρρητες υποθέσεις και τις αστόχαστες πεποιθήσεις στις οποίες βασίζονται οι παραπάνω αντιλήψεις και βρίσκει πως, μία προς μία, είναι ψευδείς, απατηλές και παραπλανητικές. Αυτές οι αντιλήψεις δύσκολα θα διατηρούνταν στο προσκήνιο αν δεν υπεράσπιζαν –ουσιαστικά, αν δεν προωθούσαν και δεν ενίσχυαν– την παρούσα, άνευ προηγουμένου, αδικαιολόγητη και ολοένα επιταχυνόμενη αύξηση της κοινωνικής ανισότητας, καθώς επίσης το διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα στην ελίτ των πλουσίων και την υπόλοιπη κοινωνία.

Καίριο απόσπασμα από το βιβλίο:

(…)Σήμερα, η ανισότητα αυξάνεται ακολουθώντας τους κανόνες της ίδιας της λογικής και της ορμής της. Δεν χρειάζεται βοήθεια ή ώθηση απέξω – κανένα εξωτερικό ερέθισμα, καμιά πίεση, καμιά προτροπή. Σήμερα η κοινωνική ανισότητα φαίνεται να πλησιάζει όλο και περισσότερο στο να γίνει το πρώτο perpetuum mobile [αεικίνητο] στην ιστορία, το οποίο οι άνθρωποι, ύστερα από αμέτρητες αποτυχημένες προσπάθειες, έχουν εντέλει κατορθώσει να επινοήσουν και να θέσουν σε κίνηση. (…)

Zygmunt BaumanΠλούτος και ανισότητα: Μας ωφελεί όλους ο πλούτος των ολίγων; μετάφραση: Γ. Λαμπράκος, εκδ. Οκτώ, Αθήνα 2014,  σελ. 21-22.

Διαβάστε επίσης:

Που πηγαίνει η δημοκρατία;

2 Σχόλια

b192999

Giorgio AgambenAlain BadiouDaniel BensaidWendy BrownJean-Luc NancyJacques RancièreKristin RossSlavoj ŽižekΠου πηγαίνει η δημοκρατία;μετάφραση: Νατάσα ΚατσογιάννηΦρίξος ΜαραβέλιαςΦώτης Σιατίτσαςεπιμέλεια: Δημήτρις Βεργέτης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, ISBN: 978-960-16-5114-9.

Από το οπισθόφυλλο του συλλογικού τόμου: 

(…)Στο βιβλίο αυτό δεν θα βρούμε ούτε τον ορισμό της δημοκρατίας ούτε οδηγίες χρήσεως ούτε, ακόμη περισσότερο, μια ετυμηγορία υπέρ ή κατά της δημοκρατίας. Ο κοινός παρονομαστής της σκέψης των οκτώ φιλοσόφων είναι ότι η δημοκρατία δεν περιορίζεται στις κάλπες. Οι απόψεις τους είναι σαφείς, διαφορετικές μεταξύ τους, ακόμη και αντικρουόμενες: αυτή η λέξη, όσο ταλαιπωρημένη κι αν θεωρείται, δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί – είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο, από την εποχή του Πλάτωνα έως σήμερα, στρέφεται ο πολιτικός διάλογος και η στρατηγική βελτίωσης της ζωής που επιχειρεί ο κόσμος.

Απόσπασμα από το «Εισαγωγικό σημείωμα πάνω στην έννοια της δημοκρατίας» του G. Agamben:

[σελ. 15] (…) Εάν γινόμαστε σήμερα μάρτυρες μιας συντριπτικής επικυριαρχίας της (δια)κυβέρνησης και της οικονομίας επί μιας λαϊκής κυριαρχίας που αποστραγγίστηκε σταδιακά από κάθε νόημα, αυτό συμβαίνει πιθανόν διότι οι δυτικές δημοκρατίες πληρώνουν αυτή τη στιγμή το αντίτιμο μιας φιλοσοφικής κληρονομιάς που αποδέχτηκαν ανεπιφύλακτα. Η παρεξήγηση, που έγκειται στη σύλληψη της (δια)κυβέρνησης ως απλής εκτελεστικής εξουσίας, αποτελεί ένα από τα σφάλματα με τις πιο βαριές συνέπειες στην ιστορία της πολιτικής της Δύσης. Είχε ως αποτέλεσμα ο πολιτικός στοχασμός της νεοτερικότητας να χαθεί πίσω από ορισμένες κενές αφαιρέσεις όπως αυτή του νόμου, της γενικής βούλησης και της λαϊκής κυριαρχίας, αφήνοντας αναπάντητο το καθοριστικό, από κάθε άποψη, πρόβλημα, που είναι εκείνο της (δια)κυβέρνησης και της άρθρωσης της με το κυρίαρχον. (…)

Συλλογικό έργο, Που πηγαίνει η δημοκρατία;μετάφραση: Νατάσα ΚατσογιάννηΦρίξος ΜαραβέλιαςΦώτης Σιατίτσαςεπιμέλεια: Δημήτρις Βεργέτηςεκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, σελ. 15 (αποσπάσματα)

Richard Sennet, Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού

Σχολιάστε

b139740

Ρίτσαρντ Σένετ,  Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού, μετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2008, ISBN 978-960-449-332-6.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ποιοι είναι οι μετασχηματισμοί του πρώιμου βιομηχανικού καπιταλισμού που οδήγησαν σε εκείνον που συναντάμε σήμερα στη διεθνοποιημένη του μορφή; Ποιες είναι οι συνέπειες αυτού του πυρετωδώς ευμετάβλητου καπιταλισμού που αγκαλιάζει πλέον ολόκληρο τον πλανήτη και επηρεάζει την καθημερινότητά μας; Με άλλα λόγια, ποια είναι «η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού;»

Ο Σένετ, με το γνωστό ευρηματικό και διεισδυτικό τρόπο του, επικεντρώνει στο ζήτημα αυτό και εξετάζει τις αλλαγές στην εργασιακή οργάνωση και ηθική, τις νέες πεποιθήσεις και αξίες που αποδίδονται στο ταλέντο, στη δεξιοτεχνία, στην αποδοτικότητα. Οι νέες αυτές πεποιθήσεις εκβάλλουν σε μια νέα κουλτούρα που εγκαθιστά «το φάντασμα της αχρηστίας» τόσο ανάμεσα στα στελέχη όσο και στους απλούς εργαζομένους και υπαλλήλους. Μια κουλτούρα στην οποία το όριο μεταξύ κατανάλωσης και πολιτικής εξαλείφεται. […]

Μικρό απόσπασμα (συνίσταται η ανάγνωση ολοκλήρου του βιβλίου):

Τρεις δυνάμεις διαμορφώνουν το φάσμα της αχρηστίας ως σύγχρονη απειλή: η παγκόσμια προσφορά εργασίας, ο αυτοματισμός και η διαχείριση του γήρατος. Η καθεμιά από αυτές τις δυνάμεις δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Όταν ο τύπος δημοσιεύει ιστορίες τρόμου για την παγκόσμια προσφορά εργασίας, που αφαιρεί θέσεις απασχόλησης από τις πλούσιες περιοχές και τις μεταφέρει στις φτωχές, η ιστορία παρουσιάζεται συνήθως ως «ανταγωνισμός προς τα κάτω» μόνο όσον αφορά τους μισθούς. Ο καπιταλισμός υποτίθεται ότι αναζητά εργατικό δυναμικό οπουδήποτε το εργατικό δυναμικό είναι φθηνότερο. Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι συντελείται επίσης ένα είδος πολιτισμικής επιλογής, μέσω της οποίας θέσεις απασχόλησης «εγκαταλείπουν» τις χώρες με υψηλούς μισθούς, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία και «μεταναστεύουν» σε οικονομίες με χαμηλούς μισθούς και ειδικευμένους εργαζομένους οι οποίοι διαθέτουν μερικές φορές περισσότερα από τα απαιτούμενα προσόντα.[…]

Ρίτσαρντ Σένετ,  Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμούμετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννουεκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2008, σελ. 92-93.

Z. Bauman, Και πάλι μόνοι: η ηθική μετά τη βεβαιότητα

Σχολιάστε

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Zygmunt BaumanΚαι πάλι μόνοι: Η ηθική μετά τη βεβαιότηταμετάφραση: Ρίκα ΜπενβενίστεΚώστας Χατζηκυριάκου, εκδόσεις Έρασμος, Αθήνα 1998.

Μικρό απόσπασμα από το βιβλίο:

[…] Δίπλα-δίπλα, αλλά χωριστά. Ιδιωτεύοντες. Μοιραζόμαστε τον χώρο, αλλά όχι τις σκέψεις ή τα συναισθήματα και συνειδητοποιούμε ότι, κατά πάσαν πιθανότητα, δεν μοιραζόμαστε πια την ίδια μοίρα. Αυτή η συνειδητοποίηση δεν δημιουργεί αναγκαστικά απέχθεια και μίσος, αλλά σίγουρα αυξάνει την αδιαφορία και την απάθεια. «Δεν θέλω να μπλέξω», λέμε τις περισσότερες φορές για να αδρανοποιήσουμε τα συναισθήματα μόλις πάνε να εμφανιστούν και να πνίξουμε στη γένεση τους τους βλαστούς μιας βαθύτερης, στενότερης σχέσης του είδους «Μαζί και στα πλούτη και στη φτώχεια, ώσπου ο θάνατος να μας χωρίσει». […]

Zygmunt BaumanΚαι πάλι μόνοι: Η ηθική μετά τη βεβαιότηταμετάφραση: Ρίκα ΜπενβενίστεΚώστας Χατζηκυριάκουεκδόσεις Έρασμος, Αθήνα 1998, σελ. 37 (απόσπασμα).

Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός

2 Σχόλια

Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός: Ψυχική επιβίωση σε καιρούς αναστάτωσης, μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006, ISBN: 960-8263-56-5.

b115155

Από το οπισθόφυλλο:

«Σε μια εποχή δυσκολιών, η καθημερινή ζωή γίνεται άσκηση στην επιβίωση. Οι άνθρωποι ζουν μόνο στο σήμερα. Σπάνια κοιτάζουν πίσω, για να μη παραδοθούν σε μία παραλυτική νοσταλγία· και αν κοιτάζουν μπρος, είναι για να δουν πώς μπορούν να προστατευθούν από τις συμφορές που σχεδόν όλοι περιμένουμε σήμερα. […]
Η συναισθηματική ισορροπία απαιτεί σήμερα έναν ελάχιστο εαυτό, και όχι τον επιβλητικό εαυτό του πρόσφατου παρελθόντος.»
Έτσι ξεκινά το βιβλίο του ο Κρίστοφερ Λας και στις τριακόσιες σελίδες που ακολουθούν στηρίζει τα λεγόμενά του. […]

Απόσπασμα από τη σελ. 50 του βιβλίου:

[…] Αντιμέτωποι με ένα εμφανώς ανελέητο και δυσμεταχείριστο περιβάλλον, οι άνθρωποι έχουν στραφεί στη διαχείριση του εαυτού τους. Με τη βοήθεια ενός πολύπλοκου πλέγματος θεραπευτικών επαγγελμάτων, τα οποία έχουν σε μεγάλο βαθμό εγκαταλείψει προσεγγίσεις που τονίζουν την ενδοσκοπική ενόραση πρός όφελος της «επιτυχούς αντιμετώπισης»  και της τροποποίησης της συμπεριφοράς, άνδρες και γυναίκες σήμερα προσπαθούν να συναρμολογήσουν μία τεχνολογία του εαυτού– που φαίνεται πως είναι ο μόνος τρόπος να σωθούν από την προσωπική κατάρρευση. […]

Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός: Ψυχική επιβίωση σε καιρούς αναστάτωσης, μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006,σελ. 50.

Μάξ Σέλερ, Ο μνησίκακος άνθρωπος

Σχολιάστε

Μαξ Σέλερ, Ο μνησίκακος άνθρωπος, μετάφραση: Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2002, ISBN 960-518-122-3. 

9605181223M[1]

Απόσπασμα από τις σελ. 14-15 του βιβλίου:

(…)Η λαχτάρα για εκδίκηση είναι η πιο σημαντική από τις πηγές της μνησικακίας. Η λέξη «μνησικακία» υποδεικνύει αφ’ εαυτής ότι έχουμε μια θυμική παρόρμηση που άρχεται από τη σύλληψη της θυμικής κατάστασης ενός άλλου προσώπου, ότι πρόκειται δηλαδή για μιαν αντί-δραση. Και για να διαπιστώσουμε ότι η λαχτάρα για εκδίκηση ανήκει όντως σε αυτήν την τάξη, αρκεί να την αντιτάξουμε στις άμεσες και ενεργείς ροπές, στην εχθρότητα ή στη φιλία. Η λαχτάρα για εκδίκηση συνεπάγεται προσβολή ή πρότερη βλασφημία. Σημειωτέον όμως ότι, εν προκειμένω, αυτή η λαχτάρα δεν συγχέεται επ’ ουδενί με μια ροπή για απόκρουση ή άμυνα, που θα συνοδεύεται από θυμό, λύσσα ή αγανάκτηση. Το ζώο που πιάστηκε και δαγκώνει τον κηνυγό δεν ζητάει να εκδικηθεί. Παρόμοια, η άμεση ανταπόδοση μιας γροθιάς δεν συνιστά εκδίκηση. Για να υπάρξει αληθινή εκδίκηση απαιτείται ένα μακρύ σχετικά «διάστημα χρόνου», στη διάρκεια του οποίου η ροπή για άμεση ανταπόδοση και οι συναφείς ορμές του μίσους και του θυμού θα παραμείνουν συγκρατημένες και ανεσταλμένες∙ από την άλλη μεριά, απαιτείται η πράξη της ανταπόδοσης να επιχειρηθεί σε πιο κατάλληλη ευκαιρία και στιγμή («περίμενε και θα δεις την άλλη φορά!»). Μάλιστα αυτό που συγκρατεί την άμεση ανταπόδοση είναι η πρόβλεψη για μιαν ενδεχόμενη αποτυχία η οποία υποθάλπεται από ένα διακριτό συναίσθημα «ανημποριάς» και «ανικανότητας». Συνεπώς βλέπουμε ότι η εκδίκηση καθ’ εαυτή βασίζεται σε ένα αίσθημα ανημποριάς ανήκει πάντα και προπάντων σε κάποιον «αδύναμο» (όποια κι αν είναι η μορφή της αδυναμίας του). Κατ’ ουσίαν δεν περιέχει ποτέ το φρόνημα του ανθρώπου που αντιδρά επί τόπου και ουδέποτε εκδηλώνεται σαν θυμική αντίδραση. Ετούτα τα γνωρίσματα καθιστούν τη λαχτάρα για εκδίκηση ένα πεδίο τόσο ευνοϊκό για το θέριεμα της μνησικακίας. (…)

Μαξ Σέλερ, Ο μνησίκακος άνθρωπος, μετάφραση: Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2002,σελ. 14-15 (αποσπάσματα).

John Gray, Η σιωπή των ζώων

1 σχόλιο

1459835_607648982627881_427762185_n
John Gray, Η σιωπή των ζώων: Για την πρόοδο και άλλους νεωτερικούς μύθους, μετάφραση: Γιώργος Λαμπράκος, εκδόσεις Οκτώ, Αθήνα 2013, ISBN 978-618-5077-00-6.

Την προηγούμενη Τρίτη 19 Νοεμβρίου κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία το νέο βιβλίο του John Gray με τίτλο Η σιωπή των ζώων. Σε κάπως διαφορετικό ύφος  απ’ αυτό που τον έχουμε συνηθίσει ο Gray αναπτύσσει όψεις της προβληματικής του που είχε επεξεργαστεί και στα Αχυρένια σκυλιά. Στο νέο του πόνημα επικαλείται τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία αλλά και ετερόκλητα ιστορικά στοιχεία και φτάνει σε μια μοναδική σύνθεση. Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Μπορείτε να ανατρέξετε (για του λόγου το αληθές) στην προδημοσίευση του κεφαλαίου «Οι αλχημιστές της χρηματοπιστωτικής οικονομίας» (σελ. 71- 76), στην εφημερίδα των Συντακτών.

Αποσπάσματα από το βιβλίο:

Ι

Στο τέλος του περασμένου αιώνα εγκαθιδρύθηκε ένας νέος τύπος πολιτικής οικονομίας. Στο παρελθόν ο καπιταλισμός είχε αναγνωρίσει τον κίνδυνο του χρέους. Οι τράπεζες περιόριζαν τα δάνεια ώστε η οικονομία να μη βασίζεται στον υπέρμετρο δανεισμό. Σύμφωνα με τον νέο καπιταλισμό, το χρέος δημιουργεί πλούτο: δάνεισε αρκετά χρήματα σε αρκετούς ανθρώπους και σύντομα όλοι θα είναι πλούσιοι.

Ο πραγματικός πλούτος είναι φυσικός και εγγενώς πεπερασμένος, και καθώς αποτελείται από πράγματα που αναλώνονται ή φθείρονται, ο χρόνος τον μειώνει. Το χρέος είναι δυνητικά απεριόριστο, τρέφεται με την ίδια του τη σάρκα και αυξάνεται μέχρι το σημείο που δεν μπορεί να αποπληρωθεί. Ο άυλος πλούτος που δημιούργησε ο νέος καπιταλισμός ήταν επίσης δυνητικά απεριόριστος. Η πρακτική της προσφοράς ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου, δανείων που δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποπληρωθούν με το εισόδημα των δανειζομένων, έχει περιγραφεί ως αρπακτικός δανεισμός. Από μια άποψη, όντως ήταν. Αν οι τιμές των κατοικιών εξακολουθούσαν να ανεβαίνουν, οι δανειζόμενοι ήταν καταδικασμένοι να αθετήσουν τις υποχρεώσεις τους. Οι μόνες ξεκάθαρα ωφελημένες ήταν οι τράπεζες, που είχαν την άδεια να δίνουν δάνεια για τα οποία γνώριζαν πως δεν επρόκειτο να αποπληρωθούν.(…)

John Gray, Η σιωπή των ζώων: Για την πρόοδο και άλλους νεωτερικούς μύθουςεκδόσεις Οκτώ, Αθήνα 2013, σελ. 71-72.

***

ΙΙ

Μεταξύ των πολλών πλεονεκτημάτων που έχει η πίστη στην πρόοδο, το σημαντικότερο είναι ότι αποτρέπει την υπερβολική αυτογνωσία.

John Gray, Η σιωπή των ζώων: Για την πρόοδο και άλλους νεωτερικούς μύθουςεκδόσεις Οκτώ, Αθήνα 2013, σελ. 16.

***

ΙΙΙ

(…)Ενώ οι εργατικές τάξεις χάνουν τη δουλειά τους, οι μεσαίες τάξεις μετατρέπονται σε ένα νέο προλεταριάτο. Το τελικό αποτέλεσμα της οικονομικής έκρηξης είναι η διάβρωση των αποταμιεύσεων και η διάλυση των επαγγελμάτων.(…)

John Gray, Η σιωπή των ζώων: Για την πρόοδο και άλλους νεωτερικούς μύθουςεκδόσεις Οκτώ, Αθήνα 2013,σελ. 73.

Fredric Jameson, Μια μοναδική νεωτερικότητα

Σχολιάστε

b123937

Fredric R. Jameson, Μια μοναδική νεωτερικότητα: Δοκίμιο για την οντολογία του παρόντος, μετάφραση: Σπύρος Μαρκέτος, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2007, ISBN 978-960-221-389-6.

Από το οπισθόφυλλο:

Είναι ώρα να αναλογιστούμε το ενδεχόμενο μιας οριστικής επιστροφής ή επανεφεύρεσης του παρωχημένου μέσα στους κόλπους της πλήρους μετανεωτερικότητας· μιας επανόδου που είναι αναμφίβολα η πιο παράδοξη απ’ όλες, αφού, όπως αποδεικνύεται, πρόκειται για την επάνοδο της ίδιας της έννοιας της νεωτερικότητας, που όλοι είχαμε αφελώς υποθέσει προ πολλού ότι είχε ξεπεραστεί, αλλά στην πραγματικότητα έχει αναβιώσει ανά τον κόσμο και είναι πρακτικά αδύνατο να την αποφεύγει κανείς στις πολιτικές συζητήσεις από τη Λατινική Αμερική ως την Κίνα, για να μη μιλήσουμε για τον ίδιο τον πρώην Δεύτερο Κόσμο. Ωστόσο, ο υποτιθέμενος θρίαμβος της Δύσης πανηγυρίζεται επίμονα με όρους κατηγορηματικά μεταμοντέρνους, σαν να ήταν καμιά υπέρβαση των παλιών ουτοπικών και παραγωγιστικών αξιών τον μοντερνισμού, το «τέλος» της ιδεολογίας και μαζί της ιστορίας, η ονοματοκρατική δόξα του ιδιαίτερου και της Διαφοράς -είτε όλα αυτά αρθρώνονται σε αριστερή είτε σε δεξιά φρασεολογία (πράγματι, η καταγγελία κάθε διάκρισης μεταξύ δεξιάς και αριστεράς είναι συχνά το κεντρικό μοτίβο κάθε τέτοιας «μεταμοντέρνας» ρητορικής)… Πρέπει κατά κάποιον τρόπο να είναι κάτι το μεταμοντέρνο, αρχίζει κανείς να υποπτεύεται, τούτη η αναλαμπή της γλώσσας μιας παλιότερης νεωτερικότητας.

Frederic Jameson

Μοντερνισμός, νεωτερικότητα, μετανεωτερικότητα, εκσυγχρονισμός, χρόνος, αφήγηση, υποκειμενικότητα… Ποιος θα μπορούσε να ξαναφωτίσει αυτούς τους πολυσυζητημένους όρους της σύγχρονης φιλοσοφίας και της πολιτισμικής θεωρίας καλύτερα από τον Φρέντρικ Τζέιμσον, πρωτεργάτη της σχετικής προβληματικής; Όπως λέει ο διάσημος στοχαστής, η προσωρινή απουσία εναλλακτικών λύσεων απέναντι στον καπιταλισμό μπορεί να παίζει ένα ρόλο στην παγκόσμια αναβίωση του ιδεώδους της «νεωτερικότητας»· ωστόσο τα παράδοξα της έννοιας υποδεικνύουν την αληθινή ιστορία και δυναμική της στα πεδία της κοινωνίας, της πολιτικής και της τέχνης -καθώς και ορισμένα κριτήρια για να αποφύγουμε τις καταχρήσεις της.

Απόσπασμα από το βιβλίο (συνίσταται η ανάγνωση ολόκληρου του έργου):

(…)Δεν μπορεί κανείς να προτείνει τη συνολική εγκατάλειψη ενός όρου όπως η «νεωτερικότητα» χωρίς να βρεθεί στη γελοία θέση εκείνων των μανιακών που οι γνωστοί τους μας προειδοποιούν να μη χρησιμοποιούμε την προσβλητική λέξη μπροστά τους. Σε κάθε περίπτωση, εγώ πρότεινα πως η «νεωτερικότητα», όταν εφαρμόζεται αποκλειστικά στο παρελθόν, αποτελεί έναν χρήσιμο ρητορικό τρόπο για να γεννηθούν εναλλακτικές ιστορικές αφηγήσεις, παρά το ιδεολογικό φορτίο που αναγκαία εξακολουθεί να φέρει. Όσο για την οντολογία του παρόντος, είναι καλύτερο να συνηθίσει κανείς να σκέφτεται το «μοντέρνο» ως μια μονοδιάστατη έννοια (ή ψευδοέννοια), η οποία δεν έχει ούτε ιστορικότητα ούτε μελλοντικότητα. Αυτό σημαίνει πως ούτε και το «μεταμοντέρνο» υποδηλώνει κανένα μέλλον (αλλά μόνον, όταν χρησιμοποιείται ορθά, το δικό μας παρόν), ενώ το «μη μοντέρνο» αναπόφευκτα αποτραβιέται πίσω σ’ ένα δικό του δυναμικό πεδίο μέσα στο οποίο τείνει να συνδηλώνει αποκλειστικά το «προ-μοντέρνο» (και επίσης να το σημαίνει στο δικό μας παγκόσμιο παρόν). Τις ριζοσπαστικές εναλλακτικές λύσεις, τους συστημικούς μετασχηματισμούς δεν μπορεί κανείς να τους θεωρητικοποιήσει, ή έστω να τους φανταστεί, μέσα στο εννοιακό πεδίο που διέπεται από τη λέξη «μοντέρνο».(…)

Fredric R. Jameson, Μια μοναδική νεωτερικότητα: Δοκίμιο για την οντολογία του παρόντος, μετάφραση: Σπύρος Μαρκέτος, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2007,σελ. 226-227(αποσπάσματα)

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ποιος Θεός και ποιος άνθρωπος;

1 σχόλιο

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ποιος Θεός και ποιος άνθρωπος; Φιλοσοφικά Δοκίμια, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013,ISBN: 978-960-435-412-2.

1236192_515708341857445_765426442_nΑπό το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ο Θεός για τον οποίο γίνεται λόγος σε αυτό το βιβλίο είναι ο Θεός της Βίβλου, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης αξεχώριστα, ο Θεός δηλαδή που εξέρχεται σε αναζήτηση του ανθρώπου, ο Θεός που κλείνει συμφωνίες μαζί του, που γίνεται τελικά άνθρωπος ο ίδιος. Ο άνθρωπος από την άλλη είναι ο άνθρωπος της ευθύνης απέναντι στον συνάνθρωπο, ο άνθρωπος του ελέους και της αλληλεγγύης. Ο άνθρωπος που, όταν είναι πιστός, ξέρει ότι ο δρόμος για τη συνάντηση με τον Θεό περνάει μέσα από την έμπρακτη αγάπη για τον πλησίον, είναι δηλαδή ο δρόμος της ηθικής.

Η σχέση τους είναι θυελλώδης: ο Θεός φανερώνεται και κρύβεται, μιλάει και σωπαίνει, ελεεί και τιμωρεί – ο άνθρωπος λατρεύει και αποστατεί, υπακούει και εξεγείρεται. Το θέατρο της σχέσης τους δεν είναι μόνο ο προσωπικός βίος του καθενός, είναι και η ιστορία, επηρεάζεται άρα καθοριστικά ετούτη η ούτως ή άλλως δύσκολη σχέση και από τους ανέμους που φυσάνε εκεί.

Η συζήτηση της σχέσης αυτού του Θεού και αυτού του ανθρώπου σε τούτο το βιβλίο γίνεται μέσα από το έργο φιλοσόφων και στοχαστών της εποχής μας, τοποθετείται άρα στο ιστορικό και πολιτιστικό πλαίσιο της ανάπτυξης της επιστήμης και της αυτονομίας του ατόμου.

Τα δοκίμια υποτιτλοφορούνται φιλοσοφικά, όχι επειδή θέλω να σφετεριστώ μια ιδιότητα, που δεν έχω, την ιδιότητα του φιλοσόφου, αλλά για να διευκρινιστεί απλώς εξαρχής ότι δεν είναι θεολογικά, ότι δεν εκκινούν δηλαδή από βεβαιότητες ούτε, πολύ περισσότερο, καταλήγουν σε βεβαιότητες. Συζητούν ερωτήματα που παραμένουν και για μένα τον ίδιο ανοιχτά, ακόμη και όταν φαίνεται να λαβαίνουν μια κάποια απάντηση.

Στ. Ζ.

Απόσπασμα (σε παρένθεση οι σελίδες του βιβλίου) από τό πρώτο δοκίμιο του βιβλίου («Αθήνα και Ιερουσαλήμ: Πού κατοικεί τελικά ο Σεστώφ;»):

(σελ.21)[…]Το 1928 ο Σεστώφ θα γνωρίσει το έργο του Κίκεργκωρ, μετά από επίμονη προτροπή, παραδόξως του Χούσσερλ[…]

[…]η συνάντηση του Σεστώφ με το έργο του Κίκεργκωρ, το οποίο διαβάζει στα γερμανικά, ήταν, όπως αναμενόταν, συγκλονιστική. Καρπό αυτής της συνάντησης θα αποτελέσει το βιβλίο του Ο Κίκεργκωρ και η υπαρξιακή φιλοσοφία (Φωνή βοώντος εν τη ερήμω).

(σελ. 22) Το βιβλίο είναι γραμμένο με ένταση και θέρμη, καθώς ο Σεστώφ θα βρεί στον Κίκεργκωρ πράγματα που πιστεύει και ο ίδιος, θα συναντήσει στον μοναχικό πνευματικό δρόμο του μια μαρτυρική, αδελφική φωνή. Ο Κίκεργκωρ είναι, κατά τον Σεστώφ, ο μεγάλος στοχαστής της υπαρξιακής φιλοσοφίας, η οποία αντίθετα από ό,τι η θεωρητική (speculativa), δεν επιδιώκει να κατανοήσει, αλλά να οδηγήσει τον άνθρωπο να ζήσει, να τον οδηγήσει να δρέψει τον καρπό του δέντρου της ζωής, και όχι του δέντρου της γνώσης (που οδηγεί στο θάνατο). Ο μόνος δρόμος για αυτό είναι ο δρόμος της πίστης, γιατί μόνο η πίστη, δηλαδή το Παράλογο (Absurdum), μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο από τη δεσποτεία της λογικής και της ηθικής και να τον οδηγήσει στην Ελευθερία της απεριόριστης δυνατότητας, δηλαδή στον Θεό. Σε τούτο τον κόσμο της κυριαρχίας της λογικής, η φωνή του Κίκεργκωρ ήταν βεβαίως μοιραίο να μείνει για πάντα μοναχική, φωνή βοώντος εν τη ερήμω, vox clamantis in deserto[…]

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ποιος Θεός και ποιος άνθρωπος; Φιλοσοφικά Δοκίμια, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013,σελ. 21-22 (αποσπάσματα)

Richard Sennett, Η τυραννία της οικειότητας

Σχολιάστε

Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας: Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό, μετάφραση: Γιώργος Ν. Μέρτικας, επιμέλεια: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999, ISBN: 960-211-480-0.

1173843_573775492681897_778512002_n

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Αξιολογώντας με ευαισθησία ένα πλήθος πηγών και παραδειγμάτων από τους τρεις τελευταίους αιώνες της ιστορίας του δυτικού πολιτισμού, ο Sennett ζητά να φωτίσει μιαν ουσιώδη στροφή: εκείνη που οδήγησε από την εναρμόνιση της δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας στην σύγκρουσή τους και στη σημερινή πρόταξη του ιδιωτικού στοιχείου απέναντι στο δημόσιο ως συνέπεια του κατακερματισμού της κοινωνίας σε άτομα. Η δημόσια σφαίρα ήταν ένας αυτονόητος χώρος εκδίπλωσης του ατόμου πέρα από τον στενό κύκλο της οικογένειας και των προσωπικών του φίλων· η επαφή με ξένους και συνάμα η απόσταση απ’ αυτούς, όπως την καθόριζαν κανόνες ευγενείας και συμπεριφοράς, αποτελούσε το φυσικό πεδίο ανάπτυξης δραστηριοτήτων, όχι απλώς επαγγελματικών, αλλά και πολιτισμικών, πολιτικών και κοινωνικών με την ευρύτερη έννοια. Η πρόταξη του προσωπικού και ιδιωτικού στοιχείου, συχνά υπό το πρόσχημα της αμεσότητας, γκρεμίζει ακριβώς τις λεπτές εκείνες αποστάσεις και συμβάσεις, οι οποίες καθιστούν δυνατή τη λειτουργία της δημόσιας σφαίρας. Ενώ φαίνεται να γκρεμίζονται τείχη, στην πραγματικότητα εγκαθιδρύεται η «τυραννία της οικειότητας», η ανελέητη πάλη των ναρκισσισμών – η ίδια η πολιτική βλέπεται υπό το πρίσμα ιδιωτικών και ψυχολογικών παραγόντων. Ο Sennett παρακολουθεί τη διαμόρφωση αυτών των φαινομένων, που συνιστούν την καθημερινή μας εμπειρία στις σύγχρονες δυτικές μαζικές δημοκρατίες, σε πολλές εκφάνσεις και διεργασίες ήδη από τον 19ο αι.: στη ζωή της πόλης και στην οικογένεια, στη μόδα και στην εμπορευματοποίηση, στην πολιτική ρητορική και στο θέατρο, στη λογοτεχνική κίνηση και στην αρχιτεκτονική.

Απόσπασμα από τη σελ. 66 του βιβλίου:

[Απόδειξη ή ευλογοφάνεια;]

Η λέξη «απόδειξη» κατέληξε στις εμπειρικές κοινωνικές σπουδές να έχει ένα ατυχές νόημα: καμμία άλλη εξήγηση δεν είναι εφικτή πέραν αυτής που προκύπτει ύστερα από μια δεδομένη διαδικασία έρευνας. Παλίνδρομες αναλύσεις, μέτρα του χί  και του γάμμα, χρησιμοποιούνται πλέον σε ποσοτικές μελέτες προκειμένου να γίνει επιλογή μεταξύ εναλλακτικών ερμηνειών, κατασκευάζοντας μιάν ιεραρχία εξαιρέσεων. Οι ποιοτικές μελέτες συχνά κι εσφαλμένα πασχίζουν ν’ αποδείξουν επιχειρήματα με τον ίδιο τρόπο. Ο ερευνητής οφείλει να προσπαθεί να εξαντλήσει όλο το φάσμα γνωστών λεπτομερειών περί του αντικειμένου. Ειδάλλως ίσως να υφίστανται δεδομένα άγνωστα για τον ερευνητή τα οποία «αναιρούν» το επιχείρημα του. Σε μια κλίμακα αλήθειας στηριγμένη σε εξαιρέσεις, η αντίφαση λόγω της ανακάλυψης μιας νέας μαρτυρίας πρέπει να σημαίνει ακύρωση του αρχικού επιχειρήματος, γιατί πώς είναι δυνατόν δύο αντίθετες ερμηνείες του ίδιου αντικειμένου ν’ αληθεύουν εξίσου;

Αυτός ο εμπειρικισμός, βασιζόμενος σε αποκλεισμό μέσω εξάντλησης των μαρτυριών, αντιτίθεται σε κάθε πραγματική ιδέα πνευματικής ειλικρίνειας. Φθάνουμε στην πνευματική ειλικρίνεια αφού παραδεχθούμε, κυριολεκτικά, την πραγματικότητα της αντίφασης, και διαγράψουμε κάθε ελπίδα πως θα καταλήξουμε σε μια αμετάβλητη απόφανση. Ο κανόνας που ορίζει ότι πρέπει να εξαντλείται το θέμα είναι πρακτικά ιδιόμορφος ∙ φαίνεται να είναι συνδεδεμένος με μια προϊούσα μικρογράφηση της εστίας του ζητήματος, έτσι ώστε όσα περισσότερα «γνωρίζουμε» περί του θέματος, τόσο περισσότερες λεπτομέρειες γνωρίζουμε. Η αναισθητοποίηση της διάνοιας είναι το αναπόφευκτο προϊόν αυτής της μορφής απόδειξης, γιατί απαιτεί να μην γίνουν κρίσεις μέχρις ότου ληφθούν υπ’ όψιν όλα τα γεγονότα – οψέποτε.

Στην ποιοτική έρευνα, η «απόδειξη», εάν πρέπει να χρησιμοποιούμε διόλου αυτήν τη φορτισμένη με ανησυχία λέξη, αποτελεί θέμα κατάδειξης μιας λογικής σχέσης∙ ο ποιοτικός ερευνητής έχει αναλάβει το βάρος της ευλογοφάνειας. Έφθασα να πιστεύω ότι αυτό το βάρος είναι μεγαλύτερο και πιο άτεγκτο απ’ ό,τι οι δεσμεύσεις που νιώθει κάποιος ερευνητής αποκλείοντας μιαν εξήγηση χάριν μιας άλλης, ανεξάρτητα από την αντίστοιχη δύναμη λογικής συνοχής τους. Η εμπειρική ευλογοφάνεια αφορά την κατάδειξη της εμπειρικής συνάφειας ανάμεσα σε φαινόμενα τα οποία μπορούν να περιγραφούν συγκεκριμένα. […]

Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας: Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό, μετάφραση: Γιώργος Ν. Μέρτικας, επιμέλεια: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999,σελ.66.

Δείτε και:

Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας (Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ)

Giorgio Agamben, Περί εκκοσμίκευσης

Σχολιάστε

GIORGIO AGAMBEN, Βεβηλώσεις, εκδόσεις Άγρα, μετάφραση-σημειώσεις: Παναγιώτης Τσιαμούρας, Αθήνα 2006, ISBN:960-325-637-4.

760

[…]Η εκκοσμίκευση είναι μια μορφή απώθησης, που αφήνει άθικτες τις δυνάμεις, τις οποίες περιορίζεται να μετατοπίζει από τον έναν τόπο στον άλλο. Έτσι η πολιτική εκκοσμίκευση των θεολογικών εννοιών (η υπέρβαση του Θεού ως παράδειγμα της κυρίαρχης εξουσίας) δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μετατρέπει την ουράνια μοναρχία σε επίγεια μοναρχία, αλλά αφήνει άθικτη την κυριαρχία. […]

GIORGIO AGAMBEN, Βεβηλώσεις, εκδόσεις Άγρα, μετάφραση-σημειώσεις: Παναγιώτης Τσιαμούρας, Αθήνα 2006, σελ. 127.

Περίληψη του Παναγιώτη Κονδύλη για το βιβλίο του «Ισχύς και απόφαση» (εκ του ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ 25 της «Στιγμής»)

Σχολιάστε

Αιμίλιος Καλιακάτσος(επιμ.), Κατάλογος 25, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα  2011.

b177947

Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998)

ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών

[Περίληψη που έγραψε ο Π.Κ. για το οπισθόφυλλο της έκδοσης του βιβλίου του από τη «Στιγμή», αλλά λόγω εκτάσεως εν τέλει δεν τυπώθηκε (Σ.τ.ε.)]

***

b66789

[σημ. «Αναγνώσεων»: το κείμενο εδώ αναρτάται στο μονοτονικό για τεχνικούς λόγους. Στον ΚΑΤΑΛΟΓΟ 25 της «Στιγμής» η περίληψη του Π.Κ. δημοσιεύεται στο πολυτονικό.]

[ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 25, σελ. 72] Η φιλοδοξία του βιβλίου είναι να διατυπώσει μια γενική θεωρία για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι κοσμοεικόνες των ατομικών και συλλογικών υποκειμένων καθώς και οι αξιολογίες ή τα ιδεώδη τους. Αυτό γίνεται με άξονα την ανάλυση δυο θεμελιωδών εννοιών, δηλαδή των εννοιών «ισχύς» και «απόφαση». Ο συγγραφέας ξεκινά από έναν ορισμό της έννοιας «απόφαση» ριζικά διαφορετικό από εκείνον ο οποίος συνίσταται στις σύγχρονες υπαρξιστικές φιλοσοφίες και δείχνει με ποιούς μηχανισμούς η θεμελιώδης «απόφαση» κάθε υποκειμένου, δηλαδή ο τρόπος που διαμορφώνει την κοσμοεικόνα του, αρθρώνει την ανάγκη του να προσανατολιστεί μέσα στον κοινωνικό κόσμο και να αποκτήσει σταθερή ταυτότητα, δηλαδή να διασφαλίσει την αυτοσυντήρηση του. Ο αγώνας για αυτοσυντήρηση είναι όμως παράλληλα αγώνας για κοινωνική ισχύ, εφ όσον διεξάγεται στο σημείο τομής πολλών ταυτόχρονων και αντιφατικών επιδιώξεων για αυτοσυντήρηση. Μέσα στη βασική αυτή προοπτική εξηγείται ποιό είναι το νόημα και η λειτουργία των ιδεών μέσα στην κοινωνική συμβίωση, και ιδιαίτερα πως συνδέεται η υπεράσπιση μεταφυσικών ή ηθικών ιδεών και αξιών με τις πολεμικές ανάγκες και τις αξιώσεις ισχύος των κοινωνικών υποκειμένων∙ επίσης εξηγείται η αντιφατική δομή των κοινωνικών θεσμών και οι λόγοι της αδιάκοπης κύμανσης τους στό πλαίσιο του αγώνα για μονοπώληση της κοινωνικής ισχύος. Τέλος, αναλύεται ο χαρακτήρας και οι πολεμικές λειτουργίες της πνευματικής, και μάλιστα της θεω- [ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 25, σελ. 73]ρητικής παραγωγής. Οι αναλύσεις του βιβλίου κινούνται ταυτόχρονα στο φιλοσοφικό, το ανθρωπολογικό και το κοινωνιολογικό επίπεδο, και ο σκοπός του είναι να δώσει απαντήσεις σε έσχατα ερωτήματα που αφορούν τις προϋποθέσεις κάθε ανθρώπινης σκέψης και δραστηριότητας. Πρόκειται για μια συμπύκνωση μακρών μελετών και εμπειριών, γραμμένη σε ύφος σφιχτό και επιγραμματικό, συνάμα όμως και γλαφυρό. Στο έργο αυτό ο συγγραφέας διατυπώνει σε αφηρημένη και γενικευμένη μορφή τις θεωρητικές αρχές, στις οποίες στηρίζονται οι αναλύσεις των πολιτικών και των ιστορικών του έργων.

Αιμίλιος Καλιακάτσος(επιμ.), Κατάλογος 25, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα  2011, σελ. 72-73.

Δείτε και:

Ο Πιέρ Βιντάλ Νακέ για τον ιουδαϊσμό, τον αντισημιτισμό, τον αρνητισμό και το νόμο Γκεσό

Σχολιάστε

Πιερ Βιντάλ – Νακέ, Αγώνας μου, η Ιστορία: συνομιλίες με τον Ντομινίκ Μπουρέλ και την Ελέν Μονσακρέ, μετάφραση: Σοφία Διονυσοπούλου, εκδ. Ολκός, Αθήνα 2007, ISBN:978-960-8154-55-1.

b118235

Από το οπισθόφυλλο του κύκνειου άσματος του Πιερ Βιντάλ- Νακέ [1930-2006]:

Ο Πιερ Βιντάλ – Νακέ, σύνθετη προσωπικότητα, καθώς ο ίδιος ορίζει τον εαυτό του ως «διττό», ιστορικός και φιλόσοφος, ιστορικός και φιλόλογος, ιστορικός και πολίτης, στο τελευταίο αυτό βιβλίο του, πιστή επιτομή του έργου του, μας μιλάει για το «επάγγελμα» του ιστορικού, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με τη ζωή του, αφού όπως έλεγε: «έγινα ιστορικός γιατί ο αγώνας για την αλήθεια είναι αγώνας για την ιστορία». Τους δικούς του αγώνες (ενάντια στα βασανιστήρια, τον πόλεμο στην Αλγερία, τον αρνητισμό) πάντοτε θέλει να τους διεξάγει ως ιστορικός που αναζητά τα στοιχεία, αποκαθιστά τα γεγονότα, αποδομεί τους μύθους, αρχαίους ή σύγχρονους.

Εξερευνώντας ακαταπόνητα το δρόμο και τις παρακαμπτήριές του, που οδηγούν από την αρχαία Ελλάδα στον κόσμο που ζούμε, ο Πιερ Βιντάλ- Νακέ, με το Αγώνας μου, η Ιστορία, έχτισε ένα ιδιαίτερο, καλειδοσκοπικό έργο οδηγώντας μας σε όλα τα γόνιμα μονοπάτια της σκέψης του.

Αποσπάσματα από το βιβλίο:

Ι

[Περί Ιουδαϊσμού]

– Ο ιουδαϊσμός ήταν για εσάς και κάτι άλλο εκτός από απλός πολιτισμός, όπως των Ελλήνων;

Είπα κάποτε ότι ο ιουδαϊσμός ήταν για μένα ένας τρόπος να παραμείνω διεθνιστής. Με άλλα λόγια, δεν είμαι σιωνιστής. Την πρώτη φορά που πήγα στο Ισραήλ συνάντησα τον Αντρέ Σκεμαμά, ο οποίος ήταν ανταποκριτής της εφημερίδας Le Monde, και κάποιοι τον ρώτησαν τι είμαιεκείνος απάντησε: «Ο Βιντάλ-Νακέ είναι σιωνιστής, όπως όλοι οι Εβραίοι». Εγώ τότε είπα: «Λυπάμαι που θα σας διαψεύσω, όμως όχι, δεν είμαι σιωνιστής». Είμαι φλογερά υπέρ της διασποράς, θεωρώ δηλαδή ότι ο ενδιαφέρων ιουδαϊσμός είναι αυτός της διασποράς.

[Πιερ Βιντάλ – Νακέ, Αγώνας μου, η Ιστορία, εκδ. Ολκός, Αθήνα 2007 σελ. 87, αποσπάσματα].

ΙΙ

[Περί αντισημιτισμού]

– Αντιστρέφοντας την ερώτηση, το μίσος για τον Εβραίο είναι το ίδιο με το μίσος για τον Άραβα και τον νέγρο ή δεν έχει καμία σχέση;

Καμία σχέση. Όλα αυτά έχουν ειπωθεί πολύ συχνά: προσάπτουν στον νέγρο το γεγονός ότι είναι∙ στον Εβραίο προσάπτουν το γεγονός ότι δεν είναι. Με άλλα λόγια, ό,τι κι να έχουν πει οι αντισημίτες, ο Εβραίος δεν διακρίνεται από το πρόσωπο ή τη μύτη. Είναι κάποιος που μοιάζει αλλά δεν είναι. Αυτό ο Σαρτρ το είχε διακρίνει πολύ καλά.

[Πιερ Βιντάλ – Νακέ, Αγώνας μου, η ιστορία, εκδ. Ολκός, Αθήνα 2007 σελ. 97, αποσπάσματα].

ΙΙΙ

[Η μάχη ενάντια στον αρνητισμό]

-Φοβόσαστε ότι σε μερικά χρόνια μπορεί να ξεπηδήσουν καινούργιοι Φωρισόν;

Είμαι πεπεισμένος γι’ αυτό. Πρός το παρόν, εκτιμώ ότι έχουμε νικήσει, πιστεύω όμως πως όλα θα επανέλθουν. Από αυτή την άποψη, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ιράν.

– Η μάχη σας ενάντια στην άρνηση είναι για σας υπόθεση ζωής;

Ναι. Αγωνίστηκα παθιασμένα ενάντια στα βασανιστήρια. παρόμοιο πάθος ένιωσα μονάχα στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, όταν χρειάστηκε να καταγγείλω τους χαλκευτές της Ιστορίας. Το άρθρο μου για το οποίο υπερηφανεύομαι περισσότερο, διότι είμαι ο μόνος που θα μπορούσε να το έχει γράψει, είναι το «Un Eichmann de papier» («Ένας χάρτινος Άιχμαν»).

[Πιερ Βιντάλ – Νακέ, Αγώνας μου, η ιστορία, εκδ. Ολκός, Αθήνα 2007 σελ.107, αποσπάσματα].

IV

[Για το νόμο Γκεσό]

[…] Όσον πεπεισμένος και αν είμαι για την πραγματικότητα της ναζιστικής εξόντωσης -και κανείς δεν μπορεί να είναι περισσότερο πεπεισμένος από εμένα- δεν δέχτηκα το νόμο Γκεσό, διότι εκτιμώ πως το Κράτος δεν πρέπει να ανακατεύεται σ’ αυτά τα πράγματα.

Εκείνο που είναι βέβαιο είναι πως η Ιστορία είναι αφήγηση. Και, εάν είναι αφήγηση, πρέπει, όσο το δυνατόν, να είναι αληθινή. Όμως δώστε την ίδια σειρά στοιχείων σε δυο ιστορικούς: ποτέ δεν θα έχετε την ίδια αφήγηση. […]

[Πιερ Βιντάλ – Νακέ, Αγώνας μου, η ιστορία, εκδ. Ολκός, Αθήνα 2007 σελ.170-171, αποσπάσματα].

Δείτε και:

Πιέρ Βιντάλ-Νακέ (1930-2006): Προδότης κάθε δόγματος (Ελευθεροτυπία, 24-9-2006)

Ειρήνη, Σαλώμ, Σαλάμ: Μνήμη Πιερ Βιντάλ-Νακέ (Ο δρόμος, 15-6-2010)

Ζιλ Λιποβετσκύ, Παγκοσμιοποίηση και υπερ-νεωτερικότητα:Κοσμοπολιτισμός και Δυτική κουλτούρα

Σχολιάστε

Ζιλ Λιποβετσκύ, Παγκοσμιοποίηση και υπερ-νεωτερικότητα: Κοσμοπολιτισμός και δυτική κουλτούρα, μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2013, ISBN: 978-960-9488-33-4.

0285566

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Το έργο του καθηγητή φιλοσοφίας Ζιλ Λιποβετσκύ (γενν. 1944) έχει βαθιά σημαδέψει την ερμηνεία της νεωτερικότητας. Στο έργο του Η εποχή του κενού ανέδειξε τις βάσεις του σύγχρονου ατομικισμού.

Έκτοτε, ερευνά τις πολλές πτυχές του ατομικισμού της εποχής μας, που χαρακτηρίζεται από την απορρύθμιση της οικονομίας, την καθιέρωση της επισφάλειας στην εργασία, την ελεύθερη παγκόσμια κίνηση των κεφαλαίων: τονίζει τη βασιλεία της μόδας, τους μετασχηματισμούς της ηθικής, τη νέα οικονομία των σχέσεων των φύλων, την εκρηκτική αύξηση της κατανάλωσης ειδών πολυτελείας, τις μεταλλάξεις της καταναλωτικής κοινωνίας, τη θέση της τέχνης στην εποχή μας.

Αναλύει τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, συμπεραίνει πως έχουμε φύγει από τη μετα-νεωτερικότητα [μετα-μοντερνισμό] και έχουμε μεταβεί στην υπερ-νεωτερικότητα [υπερ-μοντερνισμό], και περιγράφει τα χαρακτηριστικά αυτής της νέας κατάστασης.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

[…] Φορέας εξατομίκευσης των προσδοκιών και των συμπεριφορών, η βασιλεία του κοινωνικού παρόντος συνοδεύεται από μετατοπισμένους ρυθμούς, πιο προσωποποιημένες κατασκευές των χρήσεων του χρόνου. Ο διπολισμός ατομικισμού- καθ’ υπερβολήν ή κατ’ έλλειψη- επιβεβαιώνεται μόνον έχοντας ως φόντο αυτή τη γενικευμένη πληθυντικοποίηση και τη γενικευμένη εξατομίκευση, τους τρόπους διαχείρισης του χρόνου. Απ’ αυτήν την άποψη η υπερ-νεωτερικότητα είναι αδιαχώριστη από την απαλλαγή από την παράδοση-απαλλαγή από τους θεσμούς-εξατομίκευση της σχέσης με το χρόνο, φαινόμενο συνόλου που, υπερβαίνοντας τις διαφορές κοινωνικών τάξεων ή ομάδων, ξεπερνά κατά πολύ τον κόσμο των νικητών. Η νέα αίσθηση υποδούλωσης στον επιταχυνόμενο χρόνο ξεδιπλώνεται παράλληλα με μια μεγαλύτερη δυνατότητα να οργανώσουμε ιδιωτικά τη ζωή μας.

Νέα σχέση με το χρόνο που απεικονίζεται εξίσου στα καταναλωτικά πάθη. Κανένας δεν αμφιβάλλει ότι ο πυρετός των αγορών, είναι, σε πολλές περιπτώσεις, μια προσωρινή, αναγκαστική λύση, ένας τρόπος να παρηγοριόμαστε για τις δυστυχίες της ύπαρξης, να γεμίζουμε την κενότητα του παρόντος και του μέλλοντος. Παροντιστικός καταναγκασμός της κατανάλωσης και στένεμα του χρονικού ορίζοντα των κοινωνιών μας αποτελούν σαφώς ένα σύστημα.[…]

Ζιλ Λιποβετσκί, Παγκοσμιοποίηση και υπερ-νεωτερικότητα: Κοσμοπολιτισμός και δυτική κουλτούρα, μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2013,σελ. 37-38 (αποσπάσματα).

Ο Πέτρος Θεοδωρίδης για τις απαγορεύσεις που επιβάλλονται στο όνομα της συμπόνιας

Σχολιάστε

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, ISBN: 978-960-9708-00-5.

12857_541646669195059_1409438088_n

Απόσπασμα από το έβδομο δοκίμιο του βιβλίου με τίτλο «Ταυτότητες και ξένοι«. [Πρώτη δημοσίευση στην επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 4, Καλοκαίρι 2006]:

(…) Η δεκαετία του 1990 σημαδεύτηκε και από μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα φόβου και ένα συντριπτικό αίσθημα αβεβαιότητας. Το «άλλο» και ο φόβος που το συνοδεύει βρέθηκε στον δυτικό κόσμο ως μετανάστης ή πρόσφυγας, ως φόβος της ανεργίας και της κοινωνικής υποβάθμισης. Επανήλθαν διλήμματα που είχαν ξεχαστεί ή απωθηθεί κάτω από το πάπλωμα της αισιοδοξίας και της πίστης στην πρόοδο της μεταπολεμικής εποχής.  Αρχικά η δεκαετία του 1990 φαινόταν  να είναι η δεκαετία της πολυπολιτισμικής αρμονικής συμφωνίας εθνών κάτω από την  μπαγκέτα ενός μεγάλου μαέστρου, του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου που, ως «γενικό ισοδύναμο», εξισώνει τις διαφορές μέσα από την αποδοχή της κυριαρχίας του. Νομιμοποιημένος «κοσμοπολίτης» κατέληξε να θεωρείται ο νομαδικού τύπου υπηρέτης του κεφαλαίου, ο πολύχρωμος, άοσμος άνθρωπος που σύμφωνα με μια παλιότερη διαφήμιση του CNN, το πρωί βρίσκεται στη Μόσχα, το μεσημέρι τη Νέα Υόρκη και το βράδυ στο Παρίσι.

Η παγκοσμιοποιημένη εκδοχή της πολυπολιτισμικότητας αναδεικνύει ως κυριότερη ηθική αρετή την ανεκτικότητα, η οποία εύκολα γλιστρά στην αδιαφορία.Όλοι είναι ίσοι! Καμία ηθική στάση δεν είναι καλύτερη από την άλλη!

Και έτσι υπηρετώντας τάχα την ανοχή μπαίνουμε σε απαγορεύσεις που επιβάλλονται στο όνομα της συμπόνιας, σε μια κατάσταση παράλογης μισαλλοδοξίας. (…)

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης: Πάθη, εαυτός, έθνος, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012, σελ.147.

Ulrich Beck, Από τον Μακιαβέλλι στη Μερκιαβέλλι

Σχολιάστε

Ulrich Beck, Από τον Μακιαβέλλι στη Μερκιαβέλλι: Η γερμανική Ευρώπη και οι στρατηγικές εξουσίας της κρίσης, μετάφραση: Νέδα Αθ. Κανελλοπούλου – Μαλούχου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013,  ISBN 978-960-16-4802-6.

b186192

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Στον περίφηµο λόγο του σε φοιτητικό ακροατήριο στο Αµβούργο το 1953, ο Τόµας Μαν καλούσε τους Γερµανούς να µην επιδιώξουν ξανά τη δηµιουργία µιας «γερµανικής Ευρώπης». Τώρα, όµως, ως αποτέλεσµα της κρίσης του ευρώ, φαίνεται να έχουµε οδηγηθεί ακριβώς εκεί: η µεγαλύτερη οικονοµική δύναµη της Ευρώπης είναι σήµερα σε θέση να επιβάλλει τους όρους της ώστε να µπορούν οι αδύναµες χώρες του ευρώ να συνεχίσουν να δανείζονται, σε τέτοιο βαθµό που η δηµοκρατική αυτονοµία των κοινοβουλίων της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Ισπανίας -και τελικά και της ίδιας της Γερµανίας- γκρεµίζεται.

Ποιες είναι οι συνέπειες των αµφιλεγόµενων σκληρών µέτρων που επιβάλλει η Γερµανία για το πολιτικό τοπίο της Ευρώπης; Πώς µπορεί να επιλυθεί η διαµάχη ανάµεσα στους αρχιτέκτονες της Ευρώπης και στους υποστηρικτές των παραδοσιακών µοντέλων εθνικής κυριαρχίας; Και πώς µπορούν να συγκεραστούν οι κανόνες διαχείρισης της κρίσης µε τις αρχές της δηµοκρατίας σε µια Ευρώπη της οποίας η σταθερότητα είναι σε κίνδυνο;

Απόσπασμα από το βιβλίο:

[…]Εκ πρώτης όψεως, όλα στην ευρωπαϊκή κρίση περιστρέφονται γύρω από τα χρέη, τα ελλείμματα του προϋπολογισμού, τα δημοσιονομικά προβλήματα. Το πραγματικό, το βαθύτερο ερώτημα όμως είναι: Πόσο αλληλέγγυα μπορεί, πόσο αλληλέγγυα πρέπει, πόσο αλληλέγγυα οφείλει να είναι ή, έστω, να γίνει η Ευρώπη;

Όσοι ταυτίζουν την Ευρώπη με το ευρώ στην πραγματικότητα την έχουν ήδη εγκαταλείψει στην τύχη της. Η Ευρώπη είναι ένας συνασπισμός πρώην μεγάλων πολιτισμών και πρώην μεγάλων δυνάμεων που θέλουν να ξεφύγουν από το πολεμικό παρελθόν τους. Η αλαζονεία των Βορειοευρωπαίων απέναντι στα απείθαρχα κράτη του Νότου αποκαλύπτει ιστορική αμνησία και πολιτισμική άγνοια κυριολεκτικά κτηνώδεις. Χρειάζεται πραγματικά να υπενθυμίσουμε ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνον ένα κράτος που χρωστάει, αλλά το λίκνο της Ευρώπης, των κατευθυντήριων ιδεών και αξιών της; […]

Ulrich Beck, Από τον Μακιαβέλλι στη Μερκιαβέλλι: Η γερμανική Ευρώπη και οι στρατηγικές εξουσίας της κρίσης, μετάφραση: Νέδα Αθ. Κανελλοπούλου – Μαλούχου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, σελ. 49-50 (αποσπάσματα).

Δείτε και:

Η δύναμη της Μερκιαβέλι (Το Βήμα, 14-10-2012)

Older Entries Newer Entries

Αρέσει σε %d bloggers: