Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Περί χρόνου και ιστορίας]

Σχολιάστε

φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / lukasvasilikos.com                                                 [από το project «Colors of memory»]

Υπάρχει κάτι στην παρούσα στιγμή της Ιστορίας που πυκνώνει τον χρόνο, ένα κομβικό σημείο: Σαν να μη μπορούμε να πάμε ούτε μπροστά ούτε πίσω.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, [Περί εθνολαϊκισμού]

Σχολιάστε

        φωτογραφία: Λουκάς Βασιλικός / lukasvasilikos.com                                       [από το project «Colors of memory»]

Ο εθνολαϊκισμός λειτουργεί όπως οι φοβίες: δεν εξαφανίζονται, απλά, μετατοπίζονται.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης

Ο John Gray για τη σύζευξη αθεϊσμού και ψευδοεπιστήμης στον Ρ. Ντόκινς

Σχολιάστε

John GrayΕπτά τύποι αθεϊσμού, μετάφραση: Γιώργος Λαμπράκοςεκδόσεις Οκτώ, Αθήνα 2019,ISBN: 978-618-5077-43-3.

(…) Εάν η λατρεία της επιστήμης του Κοντ δημιούργησε κατά τον 19ο αιώνα ένα υποκατάστατο θρησκείας μαζί με την ψευδοεπιστήμη της φρενολογίας, ο Ντόκινς και οι οπαδοί του έχουν διανθίσει το δαρβινισμό με την ψευδοεπιστήμη των μιμιδίων – δηλαδή τις μονάδες πληροφορίας που ανταγωνίζονται για την επιβίωση σε μια διαδικασία φυσικής επιλογής σαν αυτή που λειτουργεί στα γονίδια. Όμως τα μιμίδια δεν είναι φυσικές οντότητες, όπως τα γονίδια. Δεν έχει βρεθεί κανείς μηχανισμός μέσω του οποίου τα μιμίδια θα μπορούσαν να αντιγράφουν τον εαυτό τους και να μεταδίδονται εντός ενός πολιτισμού ή μεταξύ πολιτισμών. Χωρίς κάποια μονάδα ή μηχανισμό επιλογής, η θεωρία των μιμιδίων δεν είναι καν θεωρία. (…)

(…) Τα μιμίδια είναι σαν τα λογικά άτομα του Βίτγκενσταϊν, θεωρητικές κατασκευές για τις όποιες δεν υπάρχει κανένα πειστικό παράδειγμα. (…) Ανυπόστατα σαν το φλόγιστο, τα μιμίδια εισάγονται ως έννοια με μοναδικό στόχο να στηρίξουν την ιδέα ότι η εξέλιξη εξηγεί τα πάντα.

Κάθε φορά που ο αθεϊσμός εμφανίστηκε ως οργανωμένο κίνημα στη νεωτερική εποχή, πάντοτε συμμάχησε με την ψευδοεπιστήμη. (…)

John GrayΕπτά τύποι αθεϊσμού, μετάφραση: Γιώργος Λαμπράκοςεκδόσεις Οκτώ, Αθήνα 2019, σελ. 33-35 (απόσπασμα)

Παρουσίαση του βιβλίου του Ν. Πουλαντζά «Κράτος, κοινωνικές τάξεις, καπιταλισμός, ιμπεριαλισμός» την Τετάρτη 30/10/2019 στην Αθήνα

1 σχόλιο

Ο Υβ Λε Μανάκ για τη γραφή

Σχολιάστε

 

Υβ Λε Μανάκ, Ο κήπος: η δικαιοσύνη, τα κορίτσια και η αιωνιότητα, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, μετάφραση:  Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, Αθήνα 2001.

(…)Έπειτα από πέντε χρόνια σ’ αυτή την εμπειρία, συνειδητοποιώ πως όταν αφιερώνεσαι στο γράψιμο τακτικά και έντονα – γράφοντας περνάω τον ίδιο χρόνο που περνούσα δουλεύοντας στο εργοστάσιο σαν μανταδόρος (άρα οι αποζημιώσεις του ανέργου πιάνουν τόπο!) -, γίνεσαι πιο απαιτητικός από το εαυτό σου. Ψάχνεις τις λέξεις, το λεξιλόγιο σου εμπλουτίζεται, ο χρόνος βαθαίνει και ο χώρος διευρύνεται. Το γράψιμο μας παρέχει μια ιδέα του απείρου και της αιωνιότητας, μας μετασχηματίζει. (…)

Υβ Λε Μανάκ, Ο κήπος: η δικαιοσύνη, τα κορίτσια και η αιωνιότητα, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, μετάφραση:  Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, Αθήνα 2001,σελ. 107 (απόσπασμα)

Μανώλης Πιμπλής: Υψηλές προσδοκίες, φρούδες ελπίδες (για το βιβλίο των Ζygmunt Bauman-Thomas Leoncini «Γεννημένοι ρευστοί»)

Σχολιάστε

Zygmunt Bauman – Thomas Leoncini, Γεννημένοι ρευστοί: μεταμορφώσεις της τρίτης χιλιετίας, μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-16-8116-0.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ο Ζύγκμουντ Μπάουμαν, συνομιλώντας με τον Ιταλό δημοσιογράφο Τόμας Λεοντσίνι, περιγράφει όψεις του τρόπου ζωής των Millennials, των ανθρώπων που γεννήθηκαν μετά το 1980, και που συχνά ονομάζονται «Γενιά Υ». Ο μεγάλος Πολωνός στοχαστής στο τελευταίο του κείμενο μιλάει για το πώς η Γενιά Υ σχετίζεται με το σώμα της, με τα κοινωνικά δίκτυα και με τις μεταμορφώσεις της δημόσιας σφαίρας. Ο Μπάουμαν επισημαίνει και σχολιάζει μερικά φαινόμενα της δεύτερης ή «ρευστής» νεωτερικότητας, όπου τίποτα δεν είναι μόνιμο, σταθερό και συνεχές και όπου οι ανθρώπινες σχέσεις στηρίζονται στο «δίκτυο» – και εξάλλου περιγράφονται ως «δικτύωση». Το Γεννημένοι ρευστοί είναι κατά κάποιο τρόπο και μια μικρή εισαγωγή στο έργο του Μπάουμαν περί καταναλωτικής κοινωνίας -ως μηχανισμού κατασκευής απορριμμάτων (τόσο αντικειμένων όσο και ανθρώπων)-, περί διαδικτύου -ως μηχανισμού ψευδών σχέσεων- καθώς και γενικότερα περί σύγχρονου κράτους και παγκοσμιοποίησης.

***

Παραθέτουμε την κριτική του Μ. Πιμπλή που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Εποχή» στις 30/6/2019: 

Υψηλές προσδοκίες, φρούδες ελπίδες

Σύμφωνα με μια έρευνα στις ΗΠΑ, το 47% των πολιτών, εκεί, της γενιάς των λεγόμενων Millenials (είναι αυτοί που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1980 και το 2000) έχουν τατουάζ. Αλλά και το 36% της προηγούμενης γενιάς, στις ΗΠΑ πάντα, δηλαδή των γεννημένων από το 1965 μέχρι το 1980 -αυτή είναι η λεγόμενη γενιά Χ-, επίσης έχει τατουάζ. Αντίθετα το ποσοστό περιορίζεται στο 13% στους Baby Boomers, δηλαδή στους γεννημένους την εικοσαετία 1944-1964.
Εκτός του ότι σε λίγα χρόνια θα γεμίσουμε συνταξιούχους με τατουάζ, το εύρημα δηλώνει πολλά παραπάνω.

Μια πρώτη παρατήρηση είναι η επιβεβαίωση ότι η έννοια της «κοινότητας», που ήταν άλλοτε πολύ ισχυρή άρχισε εδώ και πολλά χρόνια – όπως το είχε προαναγγείλει ο σπουδαίος ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ – να υποχωρεί και να περιθωριοποιείται στο χώρο της σκέψης και της κοινωνικής πρακτικής, και στη θέση της αναδύθηκε η έννοια της «ταυτότητας» και η «αναγνώριση του εαυτού». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι δύο έννοιες δεν συνυπάρχουν. Η μεταξύ τους διαλεκτική, μάλιστα, λέει ο άλλος σπουδαίος στοχαστής που χάθηκε πρόσφατα, ο κοινωνιολόγος Ζίγκμουντ Μπάουμαν, παράγει ούτε λίγο ούτε πολύ τη μόδα.
Το σώμα, λέει ο Μπάουμαν, είναι όλο και περισσότερο το μέρος όπου τοποθετούνται τα σημάδια των ελπίδων και των προσδοκιών. Εκεί αποτυπώνονται δυσεπίλυτα διλήμματα, λ.χ. ανάμεσα στο «ανήκειν» και στην αυτοεπιβεβαίωση, στη μονιμότητα και την ευελιξία, εκφράζοντας ταυτόχρονα πρόθεση σταθερότητας και ελευθερία επιλογής. Και ενώ το ρούχο είναι απολύτως παροδικός συμβολισμός ταυτότητας (που αλλάζει ανά πάσα στιγμή), το τατουάζ δηλώνει μονιμότερη δέσμευση. Και όλα αυτά παρόλο που ήδη ο Μποντλέρ, το 19ο αιώνα, έλεγε πως οι τρόποι συναγωνισμού στο επίπεδο της εξωτερικής εμφάνισης δεν είναι παρά μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί η αιωνιότητα σε μια φευγαλέα στιγμή.
Φαίνεται πάντως ότι οι ουλές και τα τατουάζ εκφράζουν μια βαθιά και αντιφατική σχέση ανάμεσα στην επιφάνεια και τη σοβαρότητα, τον πόνο και την απόλαυση της αυτοεπιβεβαίωσης, τη συλλογική και την ατομική ταυτότητα. Ειδικά ο πόνος της εγχάραξης, δηλώνει ταυτόχρονα έμπρακτη έκφραση μιας ατομικής ελευθερίας επιλογής και διάθεση ένταξης σε μια ομάδα με κοινές πεποιθήσεις με όρους σταθερότητας.

Surface και surfing

Αυτά -και όχι μόνο- αποτελούν θέμα συζήτησης μέσω ανταλλαγής e-mail ανάμεσα στον Ζίγκμουντ Μπάουμαν και έναν νεαρό Ιταλό δημοσιογράφο, τον Τόμας Λεοντσίνι. Είχε συμφωνηθεί ότι η εκτενής αυτή συνέντευξη – κατά την οποία καταθέτει σοβαρές απόψεις και ο Λεοντσίνι – θα δημοσιευτεί μετά το θάνατο του Μπάουμαν, ο οποίος συντελέστηκε το 2017. Πρόκειται δηλαδή για το κύκνειο άσμα του θεμελιωτή της θεωρίας της «ρευστής νεωτερικότητας» και ο Λεοντσίνι πιστεύει ότι, αν διάλεξε κάποιον τόσο νέο όσο αυτός για συνομιλητή, είναι για να δηλώσει ότι οι γενιές δεν (πρέπει να) παίζουν πια κανέναν απολύτως ρόλο στη δόμηση των επιχειρημάτων και την ερμηνεία του κόσμου.
Συνεχίζοντας πάνω στο ίδιο θέμα, και προεκτείνοντάς το στο πεδίο των αισθητικών επεμβάσεων, ο Λεοντσίνι επισημαίνει ότι το καινούριο στοιχείο είναι πως και πολύ νεαρά κορίτσια κάνουν αισθητικές επεμβάσεις, κάτι που στο παρελθόν ήταν αδιανόητο. Ο Μπάουμαν επισημαίνει το ζήτημα της λατρείας της επιφάνειας, είτε αυτό αφορά τις επεμβάσεις στην επιφάνεια του σώματος (surface) είτε την επιφάνεια του υπολογιστή και το σερφάρισμα (surfing). Υπερθεματίζει, μάλιστα, στην παρατήρηση του Λεοντσίνι ότι η αισθητική επέμβαση είναι συχνά και επίδειξη πλούτου, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Μια τέλεια φυσική κατάσταση, λαμπερή, αψεγάδιαστη, σημαίνει ευημερία, φουσκωμένο πορτοφόλι και ανώτερη κοινωνική θέση, ίσως ακόμα περισσότερο από τα ακριβά και επώνυμα ρούχα. Η υψηλότερη κοινωνική θέση που μαρτυρεί η προσεγμένη εμφάνιση συνοδεύεται από δημόσια εκτίμηση. Διακηρύσσει σε αλάνθαστη γλώσσα: “Έχω την οικονομική άνεση, σε αντίθεση με σένα καημένε! Βγάλε τα συμπεράσματά σου, κατάλαβε τη θέση σου και μείνε εκεί”».

Δωρεάν χώρος για υπονοούμενα και ψέματα

Ως προς το σερφάρισμα, πάντως, ο πωλονοεβραίος Μπάουμαν, καθηγητής πολλά χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Λιντς, κάνει την εύστοχη παρατήρηση ότι η πλειοψηφία των χρηστών του διαδικτύου δεν έλκεται από την είσοδο σε έναν κόσμο, αλλά από την ευκαιρία εξόδου από έναν άλλο. Δεν θέλει δηλαδή να επωφεληθεί από τον πλούτο της online γνωστικής πληροφορίας, όσο θέλει να ξεφύγει από τον offline κόσμο, τον πραγματικό κόσμο δηλαδή. Η βασική μάλιστα διαφορά που καθιστά το διαδίκτυο μια «ζώνη άνεσης», όπως λέει, είναι ότι από τον online κόσμο μπορείς να αποσυνδεθείς, ενώ από τον offline όχι.
Ένα άλλο σημαντικό θέμα που θίγεται ως προς το διαδίκτυο, είναι η υποτιθέμενη ή μη δημοκρατικότητά του. Ο Λεοντσίνι λέει ότι ο «κραυγαλέος» χαρακτήρας του διαδικτύου βρίσκεται πιο κοντά στον ολοκληρωτισμό παρά στη δημοκρατία. Και ο Μπάουμαν φαίνεται να συμφωνεί λέγοντας ότι το κύριο χαρακτηριστικό του διαδικτύου είναι ότι αποτελεί συνδυασμό υψηλών προσδοκιών και φρούδων ελπίδων. Υποσχέθηκε έναν «ιδανικό τόπο, δημοκρατικό» αλλά «σήμερα βιώνουμε κρίση της δημοκρατίας και επιδείνωση των ανισοτήτων και των πολιτικών και ιδεολογικών συγκρούσεων. Αντί να διευρύνει την ποσότητα και να βελτιώνει την ποιότητα της ανθρώπινης ολοκλήρωσης, της αμοιβαίας κατανόησης, της συνεργασίας και της αλληλεγγύης, έχει διευκολύνει τις πρακτικές απομόνωσης, διαχωρισμού, αποκλεισμού, εχθρότητας και διαμάχης. Προσφέρει δε σε όλους δωρεάν χώρο για υπονοούμενα, κουτσομπολιό, συκοφαντία, δυσφήμιση και ψέματα».

Η επανάληψη «ομαλοποιεί» το συγκλονιστικό

Ο Όσβαλντ Σπέγκλερ, ήδη πριν από έναν αιώνα ακριβώς, στη μνημειώδη «Παρακμή της Δύσης», έλεγε ότι ενώ «ο άνθρωπος του πνευματικού πολιτισμού στρέφεται προς τα μέσα, ο άνθρωπος του πρακτικού πολιτισμού στρέφεται προς τα έξω, στο χώρο μεταξύ των σωμάτων και των “γεγονότων”». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα πράγματα είναι κατ’ ανάγκην γραμμικά και απαισιόδοξα, όπως τα έβλεπε ο Σπέγκλερ. Αν και στο μεταξύ, κάτι που έχει συμβεί στην εποχή μας και που δεν έχει τίποτα το ευχάριστο, είναι ότι έχουμε εξοικειωθεί με πολλά εγκλήματα και εγκληματικές συμπεριφορές, κάποιες από τις οποίες δεν έχουν καν σαφές κίνητρο – προς επίρρωσιν του λόγου περί ρευστότητας. Ο Μπάουμαν, αφού θυμίζει τις εμβληματικές ως προς αυτό ταινίες του Μίκαελ Χάνεκε, επισημαίνει το στοιχείο της κοινοτοπίας του κακού που έφερε ο 20ός αιώνας και που έχει εγκατασταθεί για τα καλά στη ζωή μας: «όσο συγκλονιστικό και τρομακτικό είναι κάτι την πρώτη φορά που συμβαίνει, η μονοτονία της επανάληψης το “ομαλοποιεί”, το κάνει “τετριμμένο”. Το τετριμμένο, η κοινοτοπία, διασκεδάζει. Δεν σοκάρει». Ισχύει και για γεγονότα και για πρόσωπα…

Μανώλης Πιμπλής

http://epohi.gr/ypshles-prosdokies-froudes-elpides/

***

Απόσπασμα από τη σελίδα 37 του βιβλίου: 

[…] Η καταναλωτική οικονομία ακμάζει (ή έστω επιβιώνει) χάρη στο μαγικό κόλπο της μετατροπής της ευκαιρίας σε υποχρέωση ή, σύμφωνα με την ορολογία των οικονομολόγων, της προσφοράς σε ζήτηση. […]

Zygmunt Bauman – Thomas Leoncini, Γεννημένοι ρευστοί: μεταμορφώσεις της τρίτης χιλιετίας, μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2019, σελ. 37 (απόσπασμα)

Κρίστοφερ Λας, [Η ατροφία της ικανότητας]

Σχολιάστε

Κρίστοφερ ΛαςΗ κουλτούρα του ναρκισσισμούμετάφραση: Βασίλης Τομανάς εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2008, ISBN: 978-960-8480-93-3.

[…] Η υποβάθμιση της μάθησης στην ιστορία, τη διακυβέρνηση και τη φιλοσοφία αντανακλά την αυξανόμενη περιθωριοποίηση τους ως μέρους του μηχανισμού κοινωνικού ελέγχου.

Έτσι, σαρωτικές κοινωνικές αλλαγές, που αντανακλώνται στην ακαδημαϊκή πρακτική, βρίσκονται κάτω από τη χειροτέρευση του σχολικού συστήματος και την συνακόλουθη εξάπλωση της ηλιθιότητας. Η μαζική εκπαίδευση, που ξεκίνησε ως φέρελπις απόπειρα να εκδημοκρατιστεί η ανώτερη κουλτούρα των προνομιούχων τάξεων, έχει καταλήξει να αποβλακώσει και τους προνομιούχους. Η σύγχρονη κοινωνία έχει επιτύχει πρωτοφανή ποσοστά τυπικής εγγραμματοσύνης, αλλά συγχρόνως έχει παραγάγει νέες μορφές αγραμματοσύνης. Οι άνθρωποι ολοένα περισσότερο είναι ανίκανοι να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα με ευχέρεια και ακρίβεια, να αναθυμηθούν τα βασικά γεγονότα της ιστορίας της χώρας τους, να κάνουν λογικούς συλλογισμούς, να καταλάβουν οτιδήποτε εκτός από τα πιο υποτυπωδώς γραμμένα κείμενα ή έστω να χωνέψουν σωστά τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Η μετατροπή των λαϊκών παραδόσεων της αυτοδυναμίας σε εσωτεριστική γνώση που την διαχειρίζονται ειδικοί ενθαρρύνει την πεποίθηση ότι η συνηθισμένη ικανότητα σε οποιοδήποτε πεδίο, ακόμα και στην τέχνη της αυτοδιακυβέρνησης βρίσκεται πέρα από τις δυνατότητες του μη ειδικού. Οι γνώμονες διδασκαλίας υποβιβάζονται, τα θύματα της ανεπαρκούς διδασκαλίας φτάνουν να συμμερίζονται την κακή γνώμη των ειδικών για τις ικανότητες τους και οι διδάσκοντες παραπονούνται για φοιτητές ανεπίδεκτους μαθήσεως. […]

Κρίστοφερ ΛαςΗ κουλτούρα του ναρκισσισμούμετάφραση: Βασίλης Τομανάς εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 129 (απόσπασμα)

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: